ECLI:CY:ODLAR:2019:11

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Τσαγγαρίδη, Π.

Αρ. Αίτησης:  7/19

Μεταξύ:

Σ.Ε.

Αιτήτρια

και

Π.Χ.

Καθ΄ού η αίτηση

Μονομερής Αίτηση Ημερ. 14.2.19

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:   6 Μαΐου, 2019

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια:  κα Μ. Χατζηκωνσταντή για κ. Γ. Πιττάτζιη

Για τον Καθ΄ου η αίτηση:  κ. Ν. Νικολάου  

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

            Η Αιτήτρια και ο Καθ΄ου η αίτηση είναι σύζυγοι και γονείς δύο ανήλικων τέκνων, του Γ. που γεννήθηκε στις 29.9.12 και της Ε. που γεννήθηκε στις 26.10.14.  Οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση.

 

            Η Αιτήτρια, μετά τη διάστασή τους, και συγκεκριμένα στις 14.2.19, καταχώρησε, στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης, την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση όπως της καταβάλλει το ποσό των €600 μηνιαίως, ήτοι €300 μηνιαίως για κάθε ανήλικο, ως συνεισφορά του στη διατροφή των παιδιών τους.   Η

 

            Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της μονομερούς αίτησης, διέταξε την επίδοση της στον Καθ΄ου η αίτηση για να ακουστεί.  Ο Καθ΄ου η αίτηση στις 8.4.19 καταχώρησε ένσταση.  Οι λόγοι της ένστασης είναι:

«1.  Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.   

2.  Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση καταχρηστικά και εκδικητικά και επί σκοπώ άσκησης πίεσης ως προς τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών.  Η συγκεκριμένη αίτηση στοχεύει στην οικονομική εξαθλίωση και εξόντωση του Καθ΄ου η αίτηση. 

3.  Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος διατροφής και συντήρησης των ανήλικων τέκνων των διαδίκων.

4.  Τα γεγονότα που προβάλλει η Αιτήτρια και στηρίζουν τη μονομερή αίτηση της είναι καθόλα ψευδή, ανυπόστατα και αβάσιμα. 

5.  Η Αιτήτρια αποκρύβει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση της ουσιώδη γεγονότα και/ή παραθέτει ψευδή γεγονότα και/ή επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. 

6.  Δεν υφίσταται ο κατεπείγοντας χαρακτήρας για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση για συνεισφορά στη διατροφή και συντήρηση των ανήλικων τέκνων του. 

7.  Τα έξοδα συντήρησης και διατροφής των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, όπως αυτά παρουσιάζονται από την Αιτήτρια είναι πλασματικά, παραφουσκωμένα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Πέραν τούτου είναι παντελώς ατεκμηρίωτα. 

8.  Η καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση είναι εκ του περισσού και καταχρηστική καθότι αυτή καταχωρήθηκε ενώ ο Καθ΄ου η αίτηση καταβάλλει διάφορα χρηματικά ποσά για τη συντήρηση και διατροφή των ανήλικων τέκνων του, γι΄ αυτό άλλωστε και ενώ βρίσκονται σε διάταση για πέραν του ενός έτους μόλις τον Φεβρουάριο του 2019 καταχωρήθηκε η σχετική αίτηση.»

            Τόσο η αίτηση, όσο και η ένσταση, υποστηρίζονται, αντίστοιχα, από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων.  Δεν κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης η παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών.  Ακεί να λεχθεί ότι το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβάνεται πλήρως υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, πλην όμως το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση διεκδίκησης διατροφής ανηλίκων, όπως αυτά καθορίζονται από τη νομοθεσία, Ν. 216/90και συγκεκριμένα (α) οι ανάγκες του δικαιούχου διατροφής ανηλίκου και (β) οι δυνάμεις  των υπόχρεων γονέων. 

            Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων οι θέσεις των οποίων θα απαντηθούν κατωτέρω. 

Προβάλλεται από τον Καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση, ότι (α)  Δεν συντρέχει στην αίτηση το στοιχείο του κατεπείγοντος και (β) η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. 

 

            Η πιο πάνω θέση του Καθ΄ου η αίτηση παραβλέπει το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε προσωρινό διάταγμα στη βάση της μονομερούς αίτησης.  Αντίθετα το Δικαστήριο, όπως ήδη λέχθηκε, διέταξε την επίδοση της μονομερούς αιτήσεως στον Καθ΄ου η αίτηση.  Με την επίδοσή της, η αίτηση απώλεσε τη μονομερή υπόσταση της και απέκτησε την υπόσταση της αίτησης διά κλήσεως.  Σύμφωνα πάντα  με τη νομολογία στις αιτήσεις διά κλήσεως δεν εφαρμόζονται οι κανόνες της πλήρους αποκάλυψης, (βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 ΑΑΔ 43, Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λ.τ.δ. (2011) 1 (β) ΑΑΔ 2011, The Royal Bank of Scotland ν. Πλοίο “KALIA (2012) 1 ΑΑΔ 6). 

 

            Το ίδιο ισχύει και για το στοιχείο του κατεπείγοντος, άρθρο 9 του Κεφ. 6.  Η μετατροπή της μονομερούς αίτησης, με την επίδοσή της, σε αίτηση διά κλήσεως αφαιρεί οποιοδήποτε επιχείρημα περί μη συνδρομής του στοιχείου του κατεπείγοντος. 

           

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι οι πιο κάτω:

α)         Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

β)         Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και

γ)         Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253).

            Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152).  Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263). 

Επίσης, οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος.  Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236).

            Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33(1) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν.216/90.

            Συγκεκριμένα το άρθρο 33(1) ορίζει ότι:

"Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του".

            Το άρθρο 37 ορίζει ότι:

"(α)      Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

(β)       Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του".

            Η διατροφή ανηλίκων, όπως προκύπτει από τα άρθρα 33(1) και 37 του Ν.216/90, συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, υποχρέωση η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών των ανηλίκων, όπως αυτές εύστοχα καθορίζονται στο άρθρο 37 του Ν.216/90.  Επομένως, κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η Αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτηση.

            Περαιτέρω, το θέμα διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και ευημερία του ανηλίκου και η μη συνεισφορά του γονέα εύλογου ποσού για τη διατροφή του ανηλίκου είναι κάτι το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση και την εν γένει ευημερία του. 

 

Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Mitsingas Ltd v. Timberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791, «η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία.».

 

            Ο Καθ΄ου η αίτηση προβάλλει ως λόγο μη συνδρομής των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 ότι συνεισφέρει στη διατροφή των παιδιών του, επικαλούμενος το γεγονός ότι συνεισφέρει ουσιαστικά εξ ιδίων  στα έξοδα των ανηλίκων.  Προς τούτο επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση τα Τεκμήρια 1-5, τα οποία συνιστούν αποδείξεις διαφόρων πληρωμών στις οποίες εξ  ιδίων προβαίνει σε σχέση με τα έξοδα των παιδιών των διαδίκων.  Παρατηρώ ότι με βάση τις αποδείξεις που ο ίδιος προσκόμισε, η συνεισφορά του τον Φεβρουάριο του 2019 ήταν μόλις €27.71, το δε Μάρτιο του 2019 €89.08 μηνιαίως, οι οποίες είναι και οι πλησιέστερες προς την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε στις 14.2.19.  Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να υποδείξω ότι η συνεισφορά εξ ιδίων ενός ποσού το οποίο προσδιορίζει εκάστοτε ο ίδιος ο υπόχρεος προς συνεισφορά, δεν αναιρεί ούτε και ματαιώνει τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος,  εάν το εξ  ιδίων καταβαλλόμενο ποσό συνεισφοράς, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως ένα σταθερό ποσό το οποίο είναι εκ των πραγμάτων  εύλογο για την κάλυψη των εξόδων συντήρησης του ανηλίκου, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εν γένει ευημερία του ανηλίκου, όπως εξάλλου η ίδια η νομοθεσία επιτάσσει. 

Σημειώνω ότι, κατά την εξέταση μιας ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει την αίτηση αυτή έχοντας υπόψη τις υποδείξεις της νομολογίας.  Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση MILTON INVESTEMENTS COMPANY LTD v. DRYDEN GROUP LTD, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημερ. 27.3.14, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω:

«Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι το πρώτο παράπονο δεν ευσταθεί και σ΄ ότι αφορά το δεύτερο, συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι κατά πάγια νομολογία (Jonitexo (ανωτέρω) και Γρηγόριου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248) το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης καθ΄ ότι αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.  Πρόκειται, να τονίσουμε, για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα, αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της».

Στη βάση όλων των πιο πάνω παρατεθέντων, επανατονίζω ότι στην παρούσα αίτηση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

            Προτού προχωρήσω, κατωτέρω, στην εξέταση της παρούσας αίτησης, στη βάση πάντοτε των αναγκών των παιδιών και των δυνάμεων των υπόχρεων γονέων, θα ήθελα να τονίσω το εξής.  Η θέση την οποία προσπαθεί ο Καθ΄ου η αίτηση μέσω της ένορκης του δήλωσης να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, είναι ότι εξακολουθεί να διαμένει εντός του συζυγικού οίκου, γεγονός το οποίο θα πρέπει επιπρόσθετα να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα, κάτι το οποίο νομολογιακά απαγορεύεται στο παρών στάδιο, θα ήθελα να τονίσω ότι η πιο πάνω θέση του Καθ΄ου η αίτηση είναι, στη βάση των δικών του ισχυρισμών, αντιφατική. Εφόσον ο ίδιος, ως ισχυρίζεται, διαμένει στο συζυγικό οίκο, κατ΄ αντίθεση με τη θέση της Αιτήτριας ότι τον έχει εγκαταλείψει, τότε πώς δικαιολογείται η αναφορά του στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης ότι  «Όλα αυτά που αναφέρει η Αιτήτρια συνιστούν προφάσεις εν αμαρτίες και ενδεικτικά αναφέρω ότι πρόσφατα εγώ αναγκάστηκα  να προσφύγω στις αστυνομικές αρχές για να καταγγείλω την Αιτήτρια για περιστατικό βίας που δέχθηκα εκ μέρους της.  Συγκεκριμένα, περί τις αρχές Μαρτίου 2019 και ενώ επρόκειτο να παραδώσω την ανήλικη θυγατέρα μου στην Αιτήτρια μετά από ολιγόωρη επικοινωνία μου μαζί της, η Αιτήτρια μαζί με μία εκ των αδερφών της μου επιτέθηκαν σωματικά και λεκτικά μπροστά στα έντρομα μάτια της ανήλικης και μάλιστα μου προκάλεσαν σωματική βλάβη, περιστατικό το οποίο μάλιστα κατήγγειλα στην αστυνομία». 

Σημειώνεται ότι το πιο πάνω παρατεθέν απόσπασμα ομιλεί για επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα του την οποία θα παρέδιδε την Αιτήτρια, προφανώς στη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας.  Εάν όντως ζει μαζί με τα παιδιά και την Αιτήτρια κάτω από την ίδια στέγη, πώς δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας; Εξάλλου, ακόμη και η συγκατοίκηση, παρά τη διάσταση των γονέων, κάτω από την ίδια στέγη, δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης από το Δικαστήριο προσωρινού διατάγματος διατροφής.  Τούτο είχα την ευκαιρία να υποδείξω σε προγενέστερη ενδιάμεσή μου απόφαση και συγκεκριμένα στην απόφαση ΄Ελενα Σολωμού Πυρίλλη ν. Βασίλη Κυριάκου Οικονομίδη, ημερ. 9.1.2018 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, αρ. 55/17.

Κρίνω ότι  η έκδοση προσωρινού διατάγματος στην παρούσα  υπόθεση, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, προάγει το συμφέρον και την ευημερία των παιδιών των διαδίκων, εφόσον κάτι τέτοιο στην ουσία διασφαλίζει το δικαίωμα διατροφής των παιδιών, αποστασιοποιημένο από τις όποιες διαφορές των γονέων τους. 

Καθοδηγητικό, ως προς την εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων, είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Μάριος Αποστόλου ν. Ροδούλας Ιωάννου  (2002) 1 ΑΑΔ 604:

         «Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της  υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας.  Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.»

Σύμφωνα με την παρατεθείσα νομοθεσία, ως προελέγχθει, οι παράμετροι που διέπουν την εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων διατροφής ανηλίκων, είναι οι ανάγκες του ανηλίκου και οι δυνάμεις των υπόχρεων γονέων. 

            Τα έξοδα των ανήλικων παιδιών των διαδίκων, σύμφωνα με την εκδοχή της Αιτήτριας, είναι της τάξης των €1.455 μηνιαίως και έχουν ως ακολούθως:   

«α)  Για σχολεία των ανήλικων μαζί με τις εκδρομές, γιορτές

       κλπ περί τα €330 το μήνα

β)  Ολυμπιακή γυμναστική για την Ε. και τον Γ. €80 το μήνα

γ)  Φαγητό περί τα €400 το μήνα.

δ)  Ενδυμασία και υπόδηση   €150 το μήνα. 

ε)  Ρεύμα €60 το μήνα.

ζ)  Νερό€15 το μήνα. 

η)  Μεταφορικά €100 το μήνα.

θ)  Ιατρό €100 το μήνα. 

ι)  Ψυχαγωγία €100 το μήνα.»

 

Ως προς τα έξοδα των παιδιών των διαδίκων, σημειώνεται ότι η νομολογία  του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου σε υποθέσεις διατροφής, έχει καθορίσει ότι το μέτρο με το οποίο θα καθορισθεί η διατροφή δεν μπορεί να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα, ενώ η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων (βλ. Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδη κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386, Παναγιώτου v. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2010) 1 (Β) Α.Α.Δ. 951).

                                               

            Μία εκ πρώτης όψεως προσέγγιση των ισχυρισμών της Αιτήτριας ως προς τα έξοδα των ανηλίκων, αποκαλύπτει ότι υπάρχουν υπερβολές στα έξοδα αυτά και/ή αναφορές οι οποίες υπερβαίνουν το εύλογο της δαπάνης που απαιτείται για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών.  Δεν προτίθεμαι να προβώ σε ευρήματα ως προς τα έξοδα αυτά καθότι, ως προελέχθει, τούτο νομολογιακά απαγορεύεται.  Σημειώνω ότι ενδεικτικά τα ποσά των €400 μηνιαίως και €150 μηνιαίως, αντίστοιχα, για φαγητό και ένδυση-υπόδηση των παιδιών είναι λαμβανομένου υπόψη και της ηλικίας των παιδιών, εκτός του μέτρου του ευλόγου. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα έξοδα που αφορούν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των παιδιών και τη ψυχαγωγία τους. 

            Σε σχέση με τις δυνάμεις των υπόχρεων γονέων, καθοδηγητικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δ.Ο.Δ. στην  υπόθεση Δημητρίου ν. Περδίου , (2005) (1)Β ΑΑΔ 1418 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω:

 

"Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν.216/90)η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μίας οικογένειας ανήκει και στους δύο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός.  Έχουν και οι δύο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους.  Στην υπόθεση Ette v. Ette (1965) 1 All E.R. 341, 346 έχει λεχθεί ότι όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση δεν προβαίνει ο ίδιος σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, τότε το Δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επαγγέλματος του και το τι κερδίζουν άλλοι στο ίδιο το επάγγελμα, να υπολογίσει ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση έχει ψηλότερα, απ΄ ότι ισχυρίζεται, εισοδήματα.  Η αρχή αυτή συνάδει και με τον κανόνα ότι εκεί που κάποιος έχει την αποκλειστική γνώση γεγονότων, οφείλει να τα αποδείξει (βλ. Tarapoulouzis v. District Officer (1962) C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης κ.α. (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390).  Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον Αιτητή ή την Αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους.  Το δε δικαστήριο, προβαίνει σε πλήρη έρευνα αυτών των στοιχείων.

Περαιτέρω αναφέρουμε ότι από σχετική νομολογία φαίνεται ότι το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα αλλά και την ικανότητα του Καθ΄ ού η αίτηση να κερδίζει (his potential earning capacity).  (Βλ. Klucinsky v. Klucinsky (1953) 1 All E.R. 683 και McEwan v. McEwan (1972) 2 All E.R. 708)".

            Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στη Re Η. Ηλία (1997) 1 ΑΑΔ 1372, στον καθορισμό της διατροφής σημασία έχει η οικονομική ικανότητα του υπόχρεου, όχι ότι επέλεξε να διαμορφώσει ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, υπάρχει δε υποχρέωση και των δύο γονέων να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν τον καθορισμό της διατροφής. 

            Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι εργάζεται ως ξενοδοχειακή υπάλληλος με €1.000 καθαρό μηνιαίο εισόδημα.  Παρατηρώ ότι ουδεμία προς τούτο βεβαίωση προσκόμισε από τον εργοδότη της.  Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Καθ΄ου η αίτηση είναι σιδεράς και ότι το μηνιαίο εισόδημά του είναι τουλάχιστον περί τα €1.500. 

            Ο Καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα εισοδήματά του είναι €800 μηνιαίως το μέγιστο και ότι υπάρχουν μήνες που αναλόγως των δουλειών το εισόδημα του είναι μειωμένο και ότι κάποιους μήνες δεν έχει καθόλου εισόδημα.  Επισυνάπτει προς τούτο ως Τεκμήριο 6 αναλυτική κατάσταση των αποδοχών ως  μισθωτός για το έτος 2018.

            Θα ήθελα να παρατηρήσω,  σε σχέση με την πιο πάνω θέση του Καθ΄ου η αίτηση, ότι η βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν συνιστά επαρκή μαρτυρία για την εκτίμηση και/ή απόδειξη της εισοδηματικής ικανότητας του υπόχρεου γονέα.  Τούτο, διότι είναι καλώς γνωστό ότι με την πληρωμή του minimum  των κατά νόμο ασφαλιστέων εισφορών, ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τη σχετική νομοθετική του υποχρέωση.  Εν πάση περιπτώσει, ανάλογες αμφιβολίες δημιουργούνται στο Δικαστήριο από το γεγονός ότι ενώ από το Τεκμήριο 6 διαφαίνεται ότι τον Αύγουστο του 2018 οι απολαβές του ήταν μηδενικές, εν τούτοις με βάση τις αποδείξεις που ο ίδιος προσκόμισε για την εξ ιδίων πληρωμή εξόδων των παιδιών του φαίνεται ότι τον Αύγουστο του 2018 με μηδενικές απολαβές, κατέβαλε €424, περίπου, ως έξοδα των παιδιών, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του.  Το ίδιο συμβαίνει και για τον Νοέμβριο του 2018, όπου ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 οι απολαβές του είναι και πάλι μηδενικές, για τον ίδιο μήνα, με βάσει τις αποδείξεις που ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο, κατέβαλε και πάλι €574, περίπου, ως έξοδα των παιδιών του.  Φαίνεται εκ των πραγμάτων και χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση περί τούτου, ότι οι καταστάσεις μισθοδοσίας του Καθ΄ου η αίτηση με βάση τη βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν μπορεί να ανταποκρίνονται στις πραγματικές απολαβές του Καθ΄ου η αίτηση.  ΄Ηταν πολύ απλό για τον Καθ΄ου η αίτηση να προσκομίσει μία βεβαίωση του εργοδότη του,  ο οποίος αναφέρεται στο εν λόγω Τεκμήριο 6, για τις πραγματικές απολαβές του. 

            Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο  είναι ότι και οι δύο διάδικοι, σε σχέση με τα εισοδήματά τους, παρέλειψαν να δώσουν στο Δικαστήριο μία εκ πρώτης όψεως τεκμηριωμένη θέση, στο βαθμό βέβαια που απαιτείται  για σκοπούς εξέτασης ενδιάμεσων αποφάσεων. 

            Ούτως εχόντων των πραγμάτων, καθορίζω τη συνεισφορά του Καθ΄ου η αίτηση στη διατροφή των παιδιών των διαδίκων στο ποσό των €350 μηνιαίως από της καταχωρήσεως της αίτησης, ήτοι από 14.2.19. 

            Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ΄ου η αίτηση όπως καταβάλλει στην Αιτήτρια, από  14.2.2019 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μηνός το ποσό των €350 μηνιαίως, ως συνεισφορά του για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων του Γ και Ε. 

 

            Το παρόν διάταγμα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 

            Τα έξοδα της μονομερούς αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης.   

           

 (Υπ.) ………………………..

Μ. Τσαγγαρίδης, Π.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

Τα πλήρη ονόματα των διαδίκων και αναφερομένων προσώπων στην απόφαση του Δικαστηρίου βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο