ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ v. ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 118/21, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ v. ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 118/21, 12/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 118/21)

 

 

12 Ιανουαρίου, 2026

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ,

 

Εφεσείοντες,

ν.

 

ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ,

Εφεσίβλητου.

_________________

 

Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσείοντες.

Χρ. Μάρκου (κα), για Χ. Μάρκου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

_______________

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

_________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Η παρούσα έφεση αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της προσφυγής υπ’ αρ. 627/2017, με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή του εφεσίβλητου, που αφορούσε την καταβολή συνταξιοδοτικών ωφελημάτων. Αποφάνθηκε ότι οι εφεσείοντες όφειλαν να καταβάλουν στον εφεσίβλητο, αναδρομικά, από την ημερομηνία αφυπηρέτησής του, τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα στα οποία θα έπρεπε να συνυπολογισθούν οι προσαυξήσεις του,  σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Συντάξεως Νόμου 97(Ι)/97.

 

Ο εφεσίβλητος ήταν μέλος του Σώματος της Αστυνομίας Κύπρου και κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε το βαθμό του αστυφύλακα. Τη 26/04/2012,  υπέβαλε αίτημα για πρόωρη αφυπηρέτηση. Το αίτημα του εγκρίθηκε, σχετική είναι η  επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 7/5/2012. Προσδιορίστηκε, ως ημερομηνία αποχώρησης του από το Σώμα, η 29/01/2013.

 

Τη 28/12/2012 δημοσιεύθηκε ο περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2012 (Ν.216(Ι)/2012), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1/01/2013. Στο άρθρο 7 του εν λόγω Νόμου προβλέπονται τα ωφελήματα αφυπηρέτησης και συνταξιοδότησης των υπαλλήλων. Στο εδάφιο (4) του άρθρου 7, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρεται ότι:

 

«(4) Κατά τον υπολογισμό των ωφελημάτων αφυπηρέτησης μέλους της Αστυνομίας για την υπηρεσία του από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά, δεν λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε πλασματική υπηρεσία ή οποιεσδήποτε πρόσθετες προσαυξήσεις, όπως αυτές προνοούνται στο κυβερνητικό σχέδιο συντάξεων:

 

Νοείται ότι, για την υπηρεσία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2013, θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του κυβερνητικού σχεδίου συντάξεων.»

 

 

Οι εφεσείοντες προέβησαν σε υπολογισμό των συνταξιοδοτικών ωφελημάτων του εφεσίβλητου και με επιστολή τους, ημερομηνίας 28/02/2013, τον πληροφόρησαν ότι εδικαιούτο στην καταβολή εφάπαξ ποσού, €84.532,33 και ετήσιας σύνταξης, €18.114,07. Κατά τον υπολογισμό της σύνταξης του από το Γενικό Λογιστήριο, δεν λήφθηκαν υπόψη οποιεσδήποτε πρόσθετες προσαυξήσεις.

 

 

 

Τρία και πλέον έτη αργότερα, ο εφεσίβλητος με επιστολή, ημερομηνίας 18/05/2016, μέσω των δικηγόρων του, αιτήθηκε τον επαναϋπολογισμό της σύνταξής του και αμφισβήτησε τον τρόπο που οι εφεσείοντες ερμήνευσαν τις πρόνοιες του Ν.216(Ι)/2012,  κατά τον υπολογισμό της σύνταξής του. Ζήτησε όπως εφαρμοστούν και στην περίπτωση του τα όσα είχαν αποφασιστεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ανδρέας Σωφρονίου και Δημοκρατίας υπ. αρ. 1169/2013, ημερομηνίας 22/7/2015. (Ο Ανδρέας Σωφρονίου, στην υπόθεση αρ. 1169/2013, δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εφεσίβλητο, πρόκειται για συνωνυμία).

 

Η  απόφαση Σωφρονίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αφορούσε πανομοιότυπο θέμα με την παρούσα υπόθεση, ήτοι τον υπολογισμό συνταξιοδοτικών ωφελημάτων και σύνταξης, με βάση το εδάφιο (4) του άρθρου 7 του Ν.216(Ι)/2012. Το Δικαστήριο, σε εκείνη την υπόθεση,  έκρινε ότι για την υπηρεσία που ο αιτητής πρόσφερε πριν την 1η Ιανουαρίου 2013, διατηρούσε τα δικαιώματα και τα ωφελήματα, ως αυτά προβλέπονταν στον περί Συντάξεως Νόμο, Ν.97(Ι)/97. Το άρθρο 8 του πιο πάνω Νόμου προνοούσε ότι οι  συντάξιμες απολαβές του αφυπηρετήσαντα αυξάνονται κατά ποσό ίσο με μία ετήσια προσαύξηση της κλίμακάς του. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο αιτητής συμπληρώνοντας το 55ο έτος της ηλικίας του, μεταξύ της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 και της 10ης Μαρτίου 2013, εδικαιούτο, με βάση το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, στον υπολογισμό των συντάξιμων απολαβών του, και μια προσαύξηση, από την ημερομηνία της αφυπηρέτησής του. Συνεπώς, ο υπολογισμός που έγινε, στην οποία δεν λήφθηκε υπόψη η προσαύξηση του, καθιστούσε την προσβαλλομένη απόφαση τρωτή, υποκείμενη σε ακύρωση.

 

   Οι εφεσείοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 13/02/2017, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης,  πληροφόρησαν τον εφεσίβλητο  ότι βάσει της νομικής συμβουλής του Γενικού Εισαγγελέα, το Γενικό Λογιστήριο δεν υπέχει υποχρέωση επανεξέτασης των αιτημάτων μελών της Αστυνομίας που δεν άσκησαν προσφυγή κατά τον τρόπο που άσκησε ο αιτητής στην Σωφρονίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Τον ενημέρωσαν επίσης ότι το αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης παρείχε στους επηρεαζόμενους δικαίωμα στον ορθό υπολογισμό των συνταξιοδοτικών τους ωφελημάτων από την ημερομηνία έκδοσης της, ήτοι από την 22/07/2015 και εντεύθεν. Στην προτελευταία παράγραφο της επιστολής καταγράφονται τα πιο κάτω:

 

«Με βάση τα προαναφερόμενα, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας θα προβεί   σε επαναϋπολογισμό της σύνταξης του πελάτη σας και θα του καταβάλει αναδρομικά από τις 22/07/2015. Σύμφωνα με την νομοθεσία ο κ. Σωφρονίου δικαιούται  σε ακόμη μια προσαύξηση καθότι συμπλήρωσε το  πεντηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του μεταξύ της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 και της 10ης Μαρτίου, 2013, και των δύο ημερομηνιών περιλαμβανομένων.»

 

Ο εφεσίβλητος, ως προαναφέραμε, προσέβαλε την πιο πάνω απόφαση με την προσφυγή, υπ’ αρ. 627/2017. Οι εφεσείοντες, καθ΄ων η αίτηση σε εκείνη τη διαδικασία, ήγειραν προδικαστική ένσταση ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη,  ο εφεσίβλητος έπρεπε να είχε προσβάλει την πρώτη καταβολή της σύνταξης του, στην οποία δεν είχαν υπολογιστεί οι προσαυξήσεις εφόσον ήταν ενήμερος από τότε, για την απόφαση της διοίκησης, σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 28.02.2013. Ο εφεσίβλητος, αιτητής σε εκείνη τη διαδικασία, αντέτεινε ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατόπιν νέας έρευνας και αφού λήφθηκαν υπόψη νέα νομικά στοιχεία και κατ’ επέκταση η απόφαση της διοίκησης ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή της ημερομηνίας 13.02.2017, συνιστά εκτελεστή πράξη.  

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω προδικαστική ένσταση.  Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά:

 

«Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του καθ΄ου η αίτηση περί εκπροθέσμου εφόσον, ουσιαστικά, αυτό που ζητά ο αιτητής μέσω της επιστολής ημερομηνίας 18.5.2016 είναι τον νέο υπολογισμό των ωφελημάτων του στη βάση της απόφασης στη Σωφρονίου και όχι τον αρχικό υπολογισμό. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.»

 

Σε σχέση με την ουσία της προσφυγής, το Διοικητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μη ικανοποίηση του αιτήματος του εφεσίβλητου για αναδρομική αποκατάσταση των ωφελημάτων του, « ... έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της χρηστής διοίκησης αλλά και της αρχής της ισότητας».

 

Οι εφεσείοντες προσβάλλουν την πιο πάνω κατάληξη με τρεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος αφορά την απόρριψη της προδικαστικής ένστασης περί του εκπροθέσμου της προσφυγής, ο δεύτερος  την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει την προδικαστική ένσταση που αφορούσε το έννομο συμφέρον του εφεσίβλητου και ο τελευταίος την κρίση του Δικαστηρίου ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της αρχής της ισότητας.

 

Προέχει η εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης που αφορά το εκπρόθεσμο της προσφυγής.

 

Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος πληροφορήθηκε για τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης του με την επιστολή που τού αποστάληκε από το Γενικό Λογιστήριο, ημερομηνίας 28.02.2013, στην οποία καταγράφονται με αναλυτικό τρόπο τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό των ωφελημάτων του. Με βάση δε το περιεχόμενο του διοικητικού του φακέλου προκύπτει ότι γνώριζε από τότε ότι στον υπολογισμό της  σύνταξης του δεν είχαν συμπεριληφθεί δύο προσαυξήσεις. Σχετική επί του θέματος είναι η επιστολή του, ημερομηνίας 14.03.2013, προς τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Αστυνομίας, στην οποία αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

 

«Πριν γίνει η αίτηση αφυπηρέτησης μου ενημερώθηκα από το λογιστήριο της Αστυνομίας ότι το εφάπαξ μου θα ήταν €90.387 και η σύνταξη μου €1.614 μηνιαίως. Στις 15/2/2013 εμβάστηκε στο λογαριασμό μου το εφάπαξ και ήταν €84.532 και η σύνταξη μου είναι €1.509.

 

Από κανένα δεν ενημερώθηκα για την μείωση αυτή. Όταν επικοινώνησα με το λογιστήριο της Αστυνομίας, μου είπαν ότι μου αποκόπηκαν οι δύο προσαυξήσεις που κανονικά θα έπαιρνα, βάση νέου νόμου που ψηφίστηκε από την Βουλή στις 28/12/2012 και τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουάριου 2013.

 

Διαβάζοντας προσεκτικά τον Νόμο 216(1) 2012 δεν έχω καταλάβει γιατί το λογιστήριο της Αστυνομίας έκανε αυτές τις αποκοπές.

 

Έχω την ισχυρή άποψη ότι, το λογιστήριο της Αστυνομίας έδωσε δικές του ερμηνίες στο νόμο. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω θεωρώ ότι αδικούμαι κατάφορα. Απευθύνομαι στο Σύνδεσμο Αστυνομίας και παρακαλώ όπως μου δοθεί επίσημα απάντηση κατά πόσο η μείωση στο εφάπαξ και μηνιαία σύνταξη έχουν νομική υπόσταση με βάση τον πιο πάνω νόμο.»

 

Ο εφεσίβλητος, παρά την πεποίθηση του ότι ο τρόπος υπολογισμού των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων αντίκειτο στις πρόνοιες του νόμου, επέλεξε να μη προσβάλει την απόφαση της διοίκησης. Τρία περίπου χρόνια αργότερα, με επιστολή του προς το Γενικό Λογιστήριο, ημερομηνίας 18/05/2016, διεκδίκησε όπως συνυπολογισθούν στη σύνταξή του οι προσαυξήσεις, αναδρομικά,  επικαλούμενος την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Σωφρονίου και Δημοκρατίας (ανωτέρω).  

 

     Προβλήθηκε, εκ μέρους του εφεσίβλητου, ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλομένη απόφαση βασίστηκε, « ... σε νέα έρευνα των εφεσειόντων και σε νέα νομικά περιστατικά». Δημιουργήθηκε, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση, «μια νέα διοικητική πράξη η οποία προσβλήθηκε εμπρόθεσμα». Αυτό είναι και το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε, κατά πόσο η έκδοση της πιο πάνω απόφασης  συνιστά νέο στοιχείο.  

 

Για την ανάληψη δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, απαιτείται, μεταξύ άλλων, όπως η προσβαλλομένη διοικητική πράξη είναι εκτελεστή. Πράξη η οποία είναι το αποτέλεσμα επανεξέτασης του αρχικού αιτήματος είναι εκτελεστή μόνο στην περίπτωση νέας έρευνας.  Θα πρέπει, στα πλαίσια της νέας έρευνας, να τεθούν ενώπιον της διοίκησης νέα ουσιώδη στοιχεία.  Λήψη νέων αλλά επουσιωδών στοιχείων, δεν συνιστούν νέα έρευνα και δεν καθιστούν την πράξη εκτελεστή.  Όπως αποφασίστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση IMCS Intercollege Ltd v. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου (2008) 3 ΑΑΔ 296, ο διάδικος δεν μπορεί να παρακάμψει το χρονικό συνταγματικό περιορισμό για προσβολή μιας εκτελεστής πράξης, επικαλούμενος επουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν μεταβάλλουν την ουσία του πράγματος.  (Βλέπετε επίσης Ζίττης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 394, στις σελ. 402-404 και Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 507, στη σελ. 512). 

 

Το τί αποτελεί νέα έρευνα το πραγματεύεται ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος  στο σύγγραμμα του,  «Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών», Έκδοση Τέταρτη, σελ. 176:

 

«Πότε υπάρχει νέα έρευνα - Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ' όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην δια της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ' επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ' ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. Ούτω, δεν θεωρείται νέα έρευνα η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου εις συμβούλιον, προς εξέτασιν από νομικής αποκλειστικώς πλευράς ή η παραπομπή προς γνωμάτευσιν εις το νομικόν συμβούλιον ή η επίκλησις άλλης νομικής διατάξεως εκτός εκείνης εφ' ης είχε στηριχθή η αρχική πράξις, εφ' όσον δεν γίνεται επίκλησις και νέων πραγματικών στοιχείων.

 

Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως εάν, πρό της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις στοιχείων κρίσεως νεωστί προκυπτόντων ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως διά πρώτην φοράν υπ' όψιν. Ομοίως, νέαν έρευναν συνιστά η διενέργεια αυτοψίας ή η συλλογή συμπληρωματικών επί της υποθέσεως πληροφοριών.»

 

Σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, ακυρωτική δικαστική απόφαση ακυρώνει την προσβαλλομένη πράξη από τον χρόνο έκδοσης της (ex tunc) και δημιουργεί απόλυτο δεδικασμένο έναντι πάντων (erga omnes) (βλ. άρθρο 59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/99 και Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Ρεβέκκας Παπαδάκη κ.α. (2002) 3 ΑΑΔ 140), δεν καλύπτει όμως αναδρομικά τις περιπτώσεις προσώπων που δεν προσέβαλαν την πράξη ή την παράλειψη της διοίκησης.

 

Εκείνο που έπραξε η Διοίκηση, στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν να συμμορφωθεί με τα όσα αποφασίστηκαν στη Σωφρονίου και Δημοκρατίας (ανωτέρω) και να συνυπολογίσει στα συνταξιοδοτικά ωφελήματα του εφεσίβλητου και τις προσαυξήσεις που αυτός εδικαιούτο.

 

Η  διοίκηση εξέτασε το θέμα καθηκόντως, καθότι είχε υποχρέωση να σεβαστεί την ετυμηγορία του Δικαστηρίου και να προβεί  σε ενεργό συμμόρφωση με την απόφαση του, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 146(5) του Συντάγματος (βλέπετε Αργυρού και Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 228). Επανεξέτασε το θέμα που προέκυψε και αφού έλαβε υπόψη ότι αυτός συμπλήρωσε το 55ον έτος της ηλικίας του, μεταξύ της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 και της 10ης Μαρτίου 2013,  συνυπολόγισε στη σύνταξη του, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ήτοι τη 22.07.2015 και εντεύθεν, ακόμη μια προσαύξηση. 

 

Η  απόφαση Σωφρονίου και Δημοκρατίας (ανωτέρω) δεν συνιστούσε νέο νομικό στοιχείο, καθότι δεν μετέβαλε το δίκαιο αλλά προσδιόρισε πως αυτό ήταν από την αρχή. Όπως δε έχει τονισθεί στην υπόθεση Παύλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4231:

 

«Η αλλαγή της αντίληψης ως προς τις συνέπειες του νόμου δεν συνιστά νέο στοιχείο. Ο νόμος υφίστατο, ότι άλλαξε είναι η εκτίμηση των επιπτώσεων του.»

 

Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Αλέκος Ν. Κληρίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 575, στην οποία εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα. Στην πιο πάνω υπόθεση, ο εφεσείων ζήτησε τον επαναϋπολογισμό των συντάξιμων ωφελημάτων του, αφού παρήλθε η προθεσμία των 75 ημερών, μετά την έκδοση αποφάσεων στις προσφυγές Αγαπίου ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 2075 και Ouzounian v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1182.  Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας:

 

«Η πρώτη απόφαση που εκδόθηκε, εκείνη που γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα με την επιστολή ημερομηνίας 1.6.95, ήταν εκτελεστή. Η νομιμότητά της συνεπώς θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί με προσφυγή που θα ασκείτο μέσα στην προθεσμία των 75 ημερών. Αφού δεν προσβλήθηκε παραμένει ισχυρή. Δεν επέδρασαν στο κύρος της οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχέση με το κύρος άλλων αποφάσεων και δεν την εξαφάνισαν. Έλεγχος και απόφανση επί της νομιμότητάς της τώρα, θα σήμαινε παράκαμψη της προθεσμίας των 75 ημερών. Ορθά, λοιπόν, αυτή η δυνατότητα εξαρτήθηκε από την ύπαρξη νέου στοιχείου, νομικού στην περίπτωση, που θα συνέθετε νέα εκτελεστή πράξη. Η απόφαση στην Αδάμου και στην Ouzounian δεν συνιστούσε τέτοιο νέο στοιχείο αφού δεν μετέβαλε το δίκαιο, αλλά προσδιόρισε πως αυτό ήταν από την αρχή, όπως υποδείχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση.»

 

 

Σχετικές  επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις Χριστοδουλίδου ν. Δημοκρατίας (2002) 3 ΑΑΔ 855 και Αργυρού ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η υπό κρίση περίπτωση διακρίνεται από την περίπτωση επανεξέτασης ενός θέματος με βάση νέο νομοθετικό καθεστώς. Σε εκείνη την περίπτωση συνάγεται ότι πρόκειται για νέο στοιχείο και η νέα πράξη είναι εκτελεστή (βλ. Οράτη ν. Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 418).

 

Η  εισήγηση του εφεσίβλητου ότι η δεύτερη απόφαση, ημερομηνίας 13/02/2017, κρίθηκε πάνω σε ένα νέο νομικό καθεστώς και κατ' επέκταση αυτή συνιστούσε εκτελεστή πράξη, δεν μπορεί, για τους λόγους που αναλύσαμε ανωτέρω, να γίνει αποδεκτή. Καταλήγουμε ότι η προσφυγή, καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 146.3 του Συντάγματος

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των υπολοίπων λόγων έφεσης.

 

Η έφεση γίνεται δεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση ανατρέπεται και η διαταγή ως προς τα έξοδα ακυρώνεται. Επιδικάζεται ποσό €3.500, έξοδα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου.

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

                  

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο