ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 142/2021
(Υποθ. Αρ. 832/2017)
16 Ιανουαρίου, 2026
[Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΤΖΕΝΗ ΠΑΤΑΛΑ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΤΑΛΑ
Εφεσείουσα
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Εφεσίβλητης
----------------
Ρ. Βασιλέας, για Αντωνάκη Σωτηρίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα
Μ. Κοτσώνη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη
Τ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.
--------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ. Στις 2.6.2017 ο Χρήστος Πατάλας καταχώρισε την Προσφυγή με αρ. 832/2017 με την οποία αιτήθηκε την ακύρωση της απόφασης της Εφεσίβλητης που του γνωστοποιήθηκε στις 22.3.2017 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του ημερ. 17.11.2016 για χορήγηση σύνταξης χηρείας.
Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και των γραπτών αγορεύσεων πρωτόδικα, ο Χρήστος Πατάλας (στο εξής ο αποβιώσας) απεβίωσε στις 27.1.2020, με αποτέλεσμα να καταχωριστεί στις 17.11.2020 εκ μέρους της Εφεσείουσας, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, αίτηση τροποποίησης του τίτλου της Προσφυγής με την αντικατάσταση του ονόματος του αποβιώσαντος από την διαχειρίστρια, ως και των γεγονότων της Προσφυγής. Περαιτέρω υποβλήθηκε αίτημα για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας εκ μέρους της διαχειρίστριας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε την ενδιάμεση αίτηση, κατέληξε πως το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο του αποβιώσαντος και συνεπώς, ως προσωποπαγές, δεν μεταφέρεται στους κληρονόμους του. Η κατάληξη αυτή οδήγησε σε απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης και συνακόλουθα και της Προσφυγής, εφόσον είχε επέλθει κατάργηση της δίκης.
Η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με την παρούσα Έφεση επιδιώκει την ανατροπή της στη βάση δύο (2) λόγων Έφεσης, που αφορούν, αφενός ισχυριζόμενη παραβίαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, ως και και το αναιτιολόγητο της πρωτόδικης απόφασης και αφετέρου ισχυριζόμενη παραβίαση του δικαιώματος σε περιουσία και/ή του Άρθρου 1 της ΕΣΔΑ και/ή του Άρθρου 23 του Συντάγματος.
Προχωρούμε σε σωρευτική εξέταση των λόγων Έφεσης, οι οποίοι είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας ισχυρίσθηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφαση του, εφόσον απέτυχε να διαγνώσει και προστατεύσει το μέχρι το θάνατο του αποβιώσαντος δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας, το οποίο αποτελεί περιουσία, μεταφέρεται και αποτελεί συμφέρον της περιουσίας του και των κληρονόμων του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην σύντομη μεν, αλλά περιεκτική και πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του, με αναφορά σε προηγούμενη πρωτόδικη απόφαση του στην Υπόθεση αρ. 617/2017 ημερ. 25.6.2021, Τσαμουρίδου ν. Δημοκρατίας, - η οποία επικυρώθηκε κατ’ Έφεση με την ΕΔΔ 112/2021, ημερ. 5.12.2025, - κατέληξε πως το δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας είναι αμιγώς προσωποπαγές, εφόσον αφορά το πρόσωπο του/της χήρου/χήρας και δημιουργείται με το θάνατο της/του συζύγου, υπό τις προϋποθέσεις πάντοτε που θέτει ο Νόμος. Κρίνουμε συνεπώς, πως ουδόλως εγείρετο ζήτημα προστασίας του δικαιώματος σε σύνταξη χηρείας του αποβιώσαντος μέχρι το θάνατο του, εφόσον τέτοιας φύσεως προσωποπαγή δικαιώματα, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, δεν μεταφέρονται στους κληρονόμους του αρχικού δικαιούχου.
Ό,τι παραμένει προς εξέταση, είναι το κατά πόσο η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε σχέση με τη φύση του δικαιώματος ως προσωποπαγές, είναι ορθή.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας, μας παρέπεμψε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Τσαμουρίδου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΕΔΔ 112/2021, ημερ. 5.12.2025, στην οποία κρίθηκε πως η παροχή δημόσιου βοηθήματος, με βάση τα Άρθρα 3(2) – 3(4) του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου 95(Ι)/2006, είναι προσωποπαγές, εφόσον παρέχεται για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του ιδίου του αιτητή. Συνεπώς η Εφεσείουσα, στερείτο εννόμου συμφέροντος να προωθεί την Προσφυγή που αφορούσε απόρριψη αιτήματος του αποβιώσαντος πατέρα της για λήψη τέτοιου δημόσιου βοηθήματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:
«Είπε και τα εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο:
«[...] Προτεραιότητα εξέτασης έχει η προδικαστική ένσταση που εγείρει ο καθ' ου η αίτηση με την οποία εισηγείται ότι η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος. Το ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το δικαίωμα σε δημόσιο βοήθημα είναι προσωποπαγές ή πραγματοπαγές.
Τέτοια ζητήματα εξετάστηκαν στα πλαίσια θανάτου του αιτητή εκκρεμούσης προσφυγής όπου αποφασίστηκε ότι η συνέχιση της δίκης δεν είναι δυνατή εφόσον το αντικείμενο αυτής είναι προσωποπαγές (βλ. Chrysostomides v. Greek Communal Chamber (1964) C.L.R. 397 και Georgiou v. Republic (1984) 3(B) C.L.R. 1571).
Ο Στασινόπουλος στο σύγγραμμα «Δίκαιο Διοικητικών Πράξεων», 1951, αναφέρει τα πιο κάτω:
«Κατά κανόνα, αι διοικητικαί πράξεις δέον να θεωρώνται προσωποπαγείς, υπό την έννοιαν ότι ισχύουν μόνον έναντι του προσώπου, επ' ονόματι του οποίου εξεδόθησαν, ουχί δ' έναντι των καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτού. Η έναντι των διαδόχων τούτων ισχύς της πράξεως αποτελεί εξαίρεσιν. Προσωποπαγείς πράξεις είναι οι διορισμοί δημοσίων υπαλλήλων, αι άδειαι ασκήσεως επαγγελμάτων, τελούντων υπό αστυνομικήν του κράτους εποπτείαν, ως η άδεια λειτουργίας εργοστασίου, η άδεια συστάσεως φαρμακείου, η άδεια ιδρύσεως κλινικής κλπ., εφ' όσον οι νόμοι δεν προβλέπουν ειδικάς λύσεις, ως και γενικώς πάσα πράξις, διά την έκδοσιν της οποίας ελήφθησαν υπ' όψιν στοιχεία και προϋποθέσεις συνδεδεμέναι προς το πρόσωπον, επ' ονόματι του οποίου εξεδόθη. Διά του θανάτου του προσώπου τούτου, λήγει η ισχύς της πράξεως, τα δ' έννομα αποτελέσματα αυτής δεν είναι δυνατόν να συνεχισθώσιν έναντι των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του προσώπου τούτου.»
Η υπό κρίση προσφυγή αφορά δημόσιο βοήθημα που παρέχεται, σύμφωνα με τον Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο, Ν. 95(Ι)/2006, για την κάλυψη των «βασικών και ειδικών» αναγκών του αιτούντα. Συνεπώς, πρόκειται για αμιγώς προσωποπαγές δικαίωμα για το οποίο η αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον. Η αναφορά της αιτήτριας σε δικαστικές αποφάσεις αφορά προσφυγή που ασκήθηκε από τον ενδιαφερόμενο που απεβίωσε στο μεταξύ. Η παρούσα διαφέρει εφόσον ουδέποτε ασκήθηκε από τον ενδιαφερόμενο».
Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νέδη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 807, σελ. 810:
«Το ερώτημα κατά πόσο μια προσφυγή μπορεί να συνεχιστεί μετά το θάνατο του αιτητή εξαρτάται από τη φύση της αίτησης. Αν η διαφορά είναι προσωποπαγής (δεν είναι δηλαδή δικαίωμα που μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο) η προσφυγή τερματίζεται. Αν όμως η διαφορά έχει περιουσιακό χαρακτήρα, τότε η προσφυγή μπορεί να προωθηθεί από τους κληρονόμους του αιτητή.
Η Ελληνική νομολογία και βιβλιογραφία πάνω στο θέμα είναι αρκετά διαφωτιστική. Όπως αναφέρεται στο Στασινόπουλο στο σύγγραμμα του "Δίκαιο Διοικητικών Πράξεων", 1951, σ. 375,
"Η έκλειψις του αντικειμένου της πράξεως επέρχεται είτε δια του θανάτου του προσώπου, εις ό αφεώρα, είτε δια της εκλείψεως του πράγματος, το οποίον ως εκ της φύσεώς της είναι προωρισμένη να παρακολουθή η πράξις. Εις την πρώτην περίπτωσιν, υπάγονται αι προσωποπαγείς πράξεις. Κατά κανόνα, αι διοικητικαί πράξεις δέον να θεωρώνται προσωποπαγείς, υπό την έννοιαν ότι ισχύουν μόνον έναντι του προσώπου, επ' ονόματι του οποίου εξεδόθησαν, ουχί δ' έναντι των καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτού. Η έναντι των διαδόχων τούτων ισχύς της πράξεως αποτελεί εξαίρεσιν. Προσωποπαγείς πράξεις είναι οι διορισμοί δημοσίων υπαλλήλων, αι άδειαι ασκήσεως επαγγελμάτων, τελούντων υπό αστυνομικήν του κράτους εποπτείαν, ως η άδεια λειτουργίας εργοστασίου, η άδεια συστάσεως φαρμακείου, η άδεια ιδρύσεως κλινικής κλπ., εφ' όσον οι νόμοι δεν προβλέπουν ειδικάς λύσεις, ως και γενικώς πάσα πράξις, διά την έκδοσιν της οποίας ελήφθησαν υπ' όψιν στοιχεία και προϋποθέσεις συνδεδεμέναι προς το πρόσωπον, επ' ονόματι του οποίου εξεδόθη. Διά του θανάτου του προσώπου τούτου, λήγει η ισχύς της πράξεως, τα δ' έννομα αποτελέσματα αυτής δεν είναι δυνατόν να συνεχισθώσιν έναντι των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του προσώπου τούτου."
Η ίδια γραμμή υιοθετείται από το Θ. Τσάτσο στο σύγγραμμα του "Αίτηση Ακυρώσεως", 3η έκδοση, σ. 369 όπου αναφέρεται ότι:
"Διαπιστουμένου όμως του θανάτου του αιτούντος, εις το Συμβούλιον της Επικρατείας ανήκει να κρίνη κατά πόσον η συμμόρφωσις της διοικήσεως προς την ενδεχομένην απόφασιν αυτού άγει ταύτην, δηλαδή την διοίκησιν, εις ενέργειαν συνδεομένην προς προσωποπαγές συμφέρον (βλ. 574/36, 719/38, 93/49, 550/49, 1031/49, 1883/50) του αιτησαμένου την ακύρωσιν της προσβληθείσης πράξεως, μη νομιμοποιουμένων των κληρονόμων αυτού (βλ. 640/40, 93/49). Εν τοιαύτη περιπτώσει η περί ακυρώσεως αίτησις αποβαίνει απαράδεκτος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος."
Την ίδια άποψη τρέφει και ο Δαγτόγλου ο οποίος στο "Γενικό Διοικητικό Δίκαιο", 4η έκδοση, σ. 217 αναφέρει ότι,
"Ο θάνατος του δικαιούχου (ή η διάλυση του νομικού προσώπου) έχει καταργητική ισχύ επί προσωποπαγών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, εκτός αν ο Νόμος ορίζει αλλιώς."
Ο τερματισμός της διαδικασίας λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα της διαφοράς τονίζεται και από το Ν. Νίκα (ίδε "Το Εννομο Συμφέρον" 1981) και στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1959, έκδοση 1969, σ. 273 όπου αναφέρεται ότι,
"Θανόντος του αιτούντος, νομίμως συνεχίζεται παρά των κληρονόμων αυτού η δίκη εφ' όσον ούτοι κέκτηνται ίδιον συμφέρον προς συνέχισιν του δικαστικού αγώνος: 574 (36), 232 (57), 139 (57), 104 (57), 31 (57), 926 (57), 627 (56). Αν όμως το αντικείμενον της δίκης είναι προσωποπαγές ή δεν υπάρχουν πρόσωπα, άτινα να εμφανίζωνται ίνα συνεχίσουν την δίκην, τότε αύτη κηρύσσεται κατηργημένη: 1911 (50), 1883 (50), 2171 (51), 321 (42), 560 (49) κλπ."
Στην προκειμένη περίπτωση σχετικές είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 41(2) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν.59(Ι)/2010), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο:
41.-(1) Χήρα, η οποία κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της συζούσε με αυτόν ή συντηρούνταν από τον αποβιώσαντα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν –
(α) στην περίπτωσή της ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο σύζυγός της δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή
(β) ο σύζυγός της είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα δικαιούταν σύνταξη γήρατος, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
(2) Χήρος, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, ήταν μόνιμα ανίκανος για αυτοσυντήρηση και συντηρούνταν από την αποβιώσασα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν –
(α) στην περίπτωσή του ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και η σύζυγός του δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή
(β) η σύζυγός του είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα δικαιούταν σύνταξη γήρατος, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
Με βάση τις σαφείς νομοθετικές πρόνοιες (ανωτέρω), είναι προφανές πως το αντικείμενο της Προσφυγής είναι σαφέστατα προσωποπαγές κι όχι πραγματοπαγές, αφού η επίδικη σύνταξη χηρείας προϋποθέτει και συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της μόνιμης ανικανότητας για αυτοσυντήρηση του ιδίου του αιτητή (χήρου-αποβιώσαντος) και την αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο συντήρηση του από την σύζυγο του, ενόσω αυτός ήταν ακόμα εν ζωή. Πρόκειται δηλαδή για στοιχεία και προϋποθέσεις, άμεσα συνδεδεμένες με το πρόσωπο του αιτητή (αποβιώσαντος) και συνεπώς η σύνταξη χηρείας αφορά αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες του ιδίου. Η ενδεχόμενη μόνιμη ανικανότητα προς αυτοσυντήρηση του ιδίου του αποβιώσαντος, έχει βεβαίως εκλείψει με το θάνατο του.
Με αυτά τα δεδομένα, κρίνουμε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την τροποποίηση του τίτλου της Προσφυγής, ως και την συνέχιση της από τη διαχειρίστρια της περιουσίας του, εφόσον αυτή στερείτο εννόμου συμφέροντος, η δε δίκη αναπόφευκτα, είχε καταργηθεί.
Σημειώνουμε, στο σημείο αυτό, πως το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή, να συνδέεται απευθείας με το πρόσωπο του αιτητή, με την έννοια ότι τη βλάβη που προξενείται από την πράξη ή την παράλειψη, υφίσταται ο ίδιος ο αιτητής και όχι άλλο πρόσωπο, με το οποίο ο αιτητής συνδέεται ή συνδεόταν με ορισμένη σχέση. Τυπική περίπτωση, στην οποία το έννομο συμφέρον δεν έχει χαρακτήρα προσωπικό, υπάρχει όταν ο αιτών προσβάλλει την πράξη με μόνη την ιδιότητα του αδελφού του βλαπτομένου διοικουμένου ή του κληρονόμου του, χωρίς να επικαλείται και δική του βλάβη. (βλ. Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Ε. Σπηλιωτόπουλος, Β. Κονδύλης, Τόμος 2, 16η έκδοση σελ. 115).
Στην προκειμένη περίπτωση, η Εφεσείουσα ουδόλως επικαλέστηκε δική της βλάβη, εφόσον επαναλαμβάνουμε, ο Νόμος απαιτεί μόνιμη ανικανότητα του χήρου (αποβιώσαντος) και σε καμιά περίπτωση του κληρονόμου αυτού. Συνεπώς, αυτή στερείται του άμεσου εννόμου συμφέροντος να προωθεί την παρούσα Προσφυγή.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγουμε πως ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας περί παραβίασης του δικαιώματος σε περιουσία και/ή του Άρθρου 1 της ΕΣΔΑ και/ή του Άρθρου 23 του Συντάγματος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας της σύνταξης χηρείας, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα πως ουδέν περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας έχει παραβιαστεί, εφόσον η σύνταξη χηρείας, όπως αναφέραμε, λαμβάνεται αποκλειστικά και μόνο από το χήρο (αποβιώσαντα) ως ο αρχικός δικαιούχος, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που ο Νόμος τάσσει και ουδόλως μεταβιβάζεται ούτε κληρονομάται από τους κληρονόμους του.
Για όλα τα πιο πάνω η Έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Εφεσίβλητης και σε βάρος της Εφεσείουσας, ύψους €4.000
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
/Α.Λ.Ο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο