ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.14/21)
25 Φεβρουαρίου, 2026.
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/στές]
ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
Εφεσείουσα,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ AΜΥΝΑΣ
Εφεσίβλητης.
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νικολέτα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, για Εφεσείουσα
Γ. Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη
-------------------------
Δικαστήριο: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί
από τη Δικαστή Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου.
-------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η υπόθεση αφορά κυρίως επίκληση της αρχής της ισότητας των φύλων και άπτεται της κατ’ ισχυρισμόν λανθασμένης απόρριψης από το Πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο της Προσφυγής της Εφεσείουσας/Αιτήτριας η οποία προσέβαλε τη μη προαγωγή της στη θέση Επιλοχία στον Στρατό της Δημοκρατίας και την αντ’ αυτής προαγωγή άλλων προσώπων/Ε.Μ. (τα Ε.Μ. ήσαν κατ’ αποκλειστικότητα άνδρες). Πρόκειται για τη διοικητική πράξη ημερ.23.12.15.
Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο της Εφεσείουσας, το αντικείμενο της υπόθεσης, πρωτόδικα και κατ’ έφεση, εστιάζεται «στο νομοθετικό και πραγματικό υπόβαθρο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε συστηματικές, νομοθετικά προβλεπόμενες διακρίσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Εθνική Φρουρά».
Πριν από την οποιαδήποτε ενασχόληση μας με τους λόγους έφεσης είναι αναγκαίο αφενός να γίνει μια καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης και αφετέρου μια σύνοψη της πρωτόδικης απόφασης μέσω της οποίας απορρίφθηκε η Προσφυγή στη βάση προδικαστικής ένστασης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Το Ιστορικό της Υπόθεσης
Η Εφεσείουσα προσελήφθη ως Εθελόντρια Υπαξιωματικός το 1993 με σύμβαση τριετούς διάρκειας, η οποία και ανανεωνόταν. Την 1.8.05 διορίσθηκε στον βαθμό του Μόνιμου Λοχία, χωρίς οποιανδήποτε προαγωγή μέχρι τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνεται στο περίγραμμα αγόρευσης της πλευράς της, πως το 2017 προήχθη σε Επιλοχία και τον Οκτώβρη του 2025 σε Αρχιλοχία.
Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη είναι απόφοιτοι της Σχολής Μόνιμων Υπαξιωματικών της Ελλάδας, τάξης 2005. Μετά την αποφοίτηση, τα Ε.Μ. διορίστηκαν στον Στρατό της Δημοκρατίας ως Υπαξιωματικοί στον βαθμό του Λοχία από τις 26.6.05 και προήχθησαν στον βαθμό του Επιλοχία από τις 22.12.15.
Κατά τις τακτικές συνόδους των Συμβουλίων Κρίσεων για το 2015, τόσο η Εφεσείουσα όσο και τα Ε.Μ., κρίθηκαν ως προακτέοι κατ’ αρχαιότητα.
Μετά την οριστικοποίηση των Πινάκων των Γυναικών και Ανδρών Υπαξιωματικών, ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς υπέβαλε στον Υπουργό Άμυνας στις 21.12.15, τις προτάσεις του αναφορικά με τη κατανομή των κενών θέσεων για το έτος 2015.
Ο Υπουργός Άμυνας με απόφαση του ημερ.22.12.15, αποφάσισε όπως από τις 16 θέσεις που θα πληρωθούν στον βαθμό του Επιλοχία, 12 θα καλυφθούν από άνδρες Υπαξιωματικούς και 4 από γυναίκες Υπαξιωματικούς.
Όπως αναφέρεται και πρωτοδίκως, η Εφεσείουσα δεν προήχθη, επειδή κατανεμήθηκαν τρεις θέσεις σε Γυναίκες Λοχίες των Όπλων του Στρατού Ξηράς, οι οποίες καλύφθηκαν από τις τρεις αρχαιότερες στην επετηρίδα των Γυναικών Υπαξιωματικών Όπλων του Στρατού Ξηράς, στην οποία η Εφεσείουσα βρισκόταν στην 38η θέση.
Η Πρωτόδικη Κρίση
Μεταξύ άλλων, η Εφεσίβλητη Δημοκρατία προέβαλε πρωτοδίκως θέμα μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της Εφεσείουσας (και άλλης Προσφεύγουσας στην Προσφυγή με αρ.326/16 που συνεκδικάσθηκε με την Προσφυγή αρ.325/16 της Εφεσείουσας) επί τω ότι δεν είχε αμφισβητήσει την απόφαση για κατανομή των επιδίκων θέσεων, η οποία είναι αυτοτελής διοικητική πράξη.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τις απόψεις των δύο πλευρών, κατάληξε ως εξής:
«Αποτελεί γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τις αιτήτριες, ότι δεν έχουν αμφισβητήσει την απόφαση του Υπουργού Άμυνας για κατανομή των θέσεων. Όπως δε υποδεικνύουν στην απαντητική τους αγόρευση (σελ. 10), η απόφαση προαγωγής λήφθηκε κατόπιν απόφασης κατανομής του Υπουργού Άμυνας ημερομηνίας 22/12/2015, αναφορικά με τον αριθμό και την αναλογία ανδρών και γυναικών που θα καταλάμβαναν θέσεις στα όπλα του Στρατού Ξηράς (προσφυγή αρ. 325/2016) και στην Αεροπορία (προσφυγή αρ. 326/2016), υιοθετώντας τις προτάσεις κατανομής κενών θέσεων Μόνιμων Υπαξιωματικών κατά κλάδο του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς ημερομηνίας 22/12/2015.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χ'Σταύρου κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 524, κρίθηκε με παραπομπή μεταξύ άλλων, στην Ζαβρός κ.ά. v. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 349, ότι η απόφαση του Υπουργού να κατανείμει τις κενές θέσεις κατά Κλάδο και Τμήμα, είναι ανεξάρτητη της διαδικασίας προαγωγής και "συνεπώς δε χωρεί παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους της σε προσφυγή κατά προαγωγών, αλλά αποτελεί αυτοτελή διοικητική πράξη προσβλητή με προσφυγή".
Κρίθηκε επίσης ότι, "η Επετηρίδα είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και μπορεί να προσβληθεί ευθέως από τα άτομα που επηρεάζονται. Όμως δεν αποτελεί μέρος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, που καταλήγει σε προαγωγές". Διευκρινίστηκε δε "ότι η εξέταση του εννόμου συμφέροντος, αποτελεί συνταγματική προϋπόθεση και επομένως προηγείται της εξέτασης θεμάτων που σχετίζονται με τη νομιμότητα της Επετηρίδας", καθώς και ότι "δεν είναι δυνατό να προσβάλλεται η μη προαγωγή των Εφεσείοντων και ταυτόχρονα η νομιμότητα της Επετηρίδας". Απορρίφθηκε δε εισήγηση των Εφεσειόντων ότι, "από την στιγμή που δεν υπήρχαν νόμιμες Επετηρίδες, ότι επακολούθησε (κατάρτιση πινάκων, καταμερισμός σε ειδικότητες, καθώς επίσης και η τελική επιλογή) συμπαρασύρεται σε ακυρότητα".
Η Ολομέλεια μάλιστα σημείωσε ότι, ακόμα και αν ήταν δυνατή η εξέταση της επετηρίδας, αυτή φαινόταν να είναι νόμιμη, παραπέμποντας στα αποφασισθέντα στην Παπακυριακού v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 65, στην οποία είχε κριθεί ότι μετά την τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών και παρόλο που οι επετηρίδες αποτελούσαν μέρος των Κανονισμών, η ενημέρωση τους θα συνέχιζε ανάλογα με τις εκάστοτε μεταβολές, όπως και προηγουμένως, δηλαδή από το Υπουργείο Άμυνας.
Τα πιο πάνω αποφασισθένα επαναλήφθηκαν και υιοθετήθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νεοφύτου κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 435.
Συναφώς και στη βάση των πιο πάνω, τα οποία είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο, κρίνεται βάσιμη η προδικαστική ένσταση των καθ' ων η αίτηση, ότι οι αιτήτριες στερούνται εννόμου συμφέροντος προώθησης των προσφυγών τους, εφόσον δεν έχουν προσβάλει την αυτοτελή διοικητική πράξη κατανομής των επίδικων θέσεων, γεγονός που απολήγει σε αλυσιτέλεια.»
Παρά την πιο πάνω κρίση, η ευπαίδευτη Πρωτόδικη Δικαστής ασχολήθηκε και με το κατά πόσον η απόφαση της Εφεσίβλητης για προαγωγή των Ε.Μ., (τα οποία προηγούνται σε αρχαιότητα της Εφεσείουσας), θα μπορούσε να ακυρωθεί με αναφορά σε ανεπάρκεια του ιδίου του νομοθετικού πλαισίου εξαιτίας της κατ’ ισχυρισμόν παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας λόγω διάκρισης φύλου.
Θεώρησε πως το πιο πάνω ισοδυναμεί με παρεμπίπτοντα έλεγχο των Κανονισμών «με την προσθήκη πρόνοιας» ώστε να αρθεί η διάκριση λόγω φύλου, θέτοντας ως παράδειγμα την κατάργηση των ξεχωριστών επετηρίδων ανδρών και γυναικών και την δημιουργία ενιαίας. Στην πιο πάνω βάση, κατέληξε, με επίκληση κυρίως της Dias United Publishing Co. Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ.550, ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με νομοθετικό έργο εκ μέρους του Δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο. Ακόμα, έκρινε πως στερείται ερείσματος ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας για ελλιπή έρευνα και αιτιολογία.
Εφετήριο
Η Εφεσείουσα προβάλλει – σε αυτούσιο λόγο – τους εξής λόγους έφεσης:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το ενωσιακό δίκαιο το οποίο με βάση την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου υπερισχύει του εθνικού δικαίου, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τα άρθρα 21, 23 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της E.E., του άρθρου 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της E.E., του άρθρου 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) (αρχή της καλόπιστης συνεργασίας), την Οδηγία 2006/54/ΕΚ (και εναρμονιστικό αυτής Νόμο 205(Ι)/2002) και τη νομολογία του ΔΕΕ και τούτο έπραξε χωρίς να αιτιολογήσει την απόφασή του.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε βάσιμη την προδικαστική ένσταση η οποία τέθηκε από τους Εφεσίβλητους καθότι με την εν λόγω κρίση του, παραβίασε το δικαίωμα της Εφεσείουσας /Αιτήτριας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε σχέση με το δικαίωμά της σε ίση μεταχείριση στη βάση του φύλου στην εργασία και την απασχόληση το οποίο απορρέει από το ενωσιακό δίκαιο.
TΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέκλεισε τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των Κανονισμών που εφαρμόστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο αποστερώντας πλήρως από την Εφεσείουσα/Αιτήτρια τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, σε σχέση με δικαιώματά της που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο ενώ παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 18 του Νόμου 205(Ι)/2002, το οποίο επέβαλλε αυτό τον έλεγχο για σκοπούς συμμόρφωσης και με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
H κατάληξη του Δικαστηρίου με αναφορά στην υπόθεση Dias United publishing Co. Ltd v Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550, ότι εκείνο που επιδιώκετο από την Εφεσείουσα/Αιτήτρια «είναι ο παρεμπίπτων έλεγχος των Κανονισμών που εφαρμόστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, με την προσθήκη πρόνοιας στους επίδικους Κανονισμούς, πλείστοι από τους οποίους έχουν καταργηθεί, ώστε να αρθεί η διάκριση λόγω φύλου (για παράδειγμα η κατάργηση των ξεχωριστών επετηρίδων ανδρών και γυναικών και η δημιουργία ενιαίου.) H ανυπαρξία όμως νομοθετικής διάταξης, δεν μπορεί να αναπληρωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί σε τέτοια περίπτωση ο συνταγματικός έλεγχος που ασκεί το αναθεωρητικό δικαστήριο θα μετατρεπόταν σε μέσο αναμόρφωσης και συμπλήρωσης της νομοθεσίας.», παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 28, 30 και 179 του Συντάγματος, το Νόμο 33/64 και 18 του Νόμου 205(I)/2002 και του άρθρου 23 της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ.
ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέκλεισε τον δικαστικό έλεγχο της προβαλλόμενης απόφασης από την Εφεσείουσα /Αιτήτρια διάκρισης λόγω φύλου θεωρώντας ότι ο ισχυρισμός περί δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εδύνατο να επιτύχει, καθότι αυτή λήφθηκε στη βάση των κριτηρίων τα οποία ίσχυαν κατά το σχετικό χρόνο βάσει των σχετικών Κανονισμών.»
Νομοθετικό και Κανονιστικό Πλαίσιο
Ο Νόμος που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμος (Ν.33/90).
Συναφές δε κανονιστικό πλαίσιο είναι οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές, Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1993, ως ίσχυαν τον ουσιώδη χρόνο.
Σημειώνεται πως οι ως άνω Κανονισμοί (του 1993 μέχρι 2014), καταργήθηκαν από την ημερομηνία δημοσίευσης της ΚΔΠ 28/2016 και, όπως έχουν δεχθεί και οι δύο πλευρές, υφίσταται, πλέον, κοινή επετηρίδα ανδρών και γυναικών.
Ωστόσο, κατά τη θέση της Εφεσείουσας, «οι ανισότητες εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι και σήμερα, αφού η κοινή επετηρίδα που εισήχθη το 2016, έγινε στη βάση της αρχαιότητας που υφίστατο στη βάση των προηγούμενων κανονισμών που εισήγαγαν διακρίσεις».
Επί τούτου η κα Χαραλαμπίδου επικαλείται τα Άρθρα 157, 153, 19, 8 της ΣΛΕΕ και το Άρθρο 21(1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, την Οδηγία 2006/54/ΕΚ και τον περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο (Ν.205(Ι)/2002).
Είναι γεγονός πως υφίσταται ισχυρή Ευρωπαϊκή νομοθεσία κατοχύρωσης της ισότητας των φύλων, ειδικά στο θέμα ισότητας στην αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών, τόσο στο πρωτογενές όσο και στο παράγωγο Ενωσιακό Δίκαιο (για την πλήρη ιστορική ανέλιξη του θέματος στο Ενωσιακό Δίκαιο χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα ‘Φύλο και Συγκριτικό Δίκαιο’ της Α.Μ. Κώνστα, Εκδόσεις Σακκουλά, 2020, σελ.102-117).
Εξέταση Λόγων Έφεσης
Ο λόγος έφεσης που πρωτίστως δέον να εξετασθεί είναι ο δεύτερος καθότι αφενός θετική αντίκρυση του, αναβιώνει ουσιαστικά την Προσφυγή και αφετέρου, σε περίπτωση απόρριψης του, κατά πολύ κρίνεται και η συνολική Έφεση. Σημειώνεται πως ο δεύτερος λόγος στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας αναλύεται σε κοινό πλαίσιο με τον πρώτο λόγο, οπότε θα ακολουθηθεί η ίδια διεργασία εξέτασης.
Σύμφωνα λοιπόν με τους ως άνω λόγους, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται, πως, ενώ τέθηκαν πρωτοδίκως, οι υποχρεώσεις του Δικαστηρίου που απορρέουν από το Ενωσιακό Δίκαιο, η ευπαίδευτη Δικαστής βασίσθηκε αποκλειστικά στο Εθνικό Δίκαιο και Δικονομία, αποτυγχάνοντας να εφαρμόσει το υπερισχύον δίκαιο, με αποτέλεσμα να παραβιασθεί το δικαίωμα της Εφεσείουσας για αποτελεσματική δικαστική θεραπεία σε σχέση μ’ ένα θεμελιώδες δικαίωμα, αυτό της ίσης μεταχείρισης στην εργασία.
Παρατηρούμε πως, στα ως άνω πλαίσια, πλήττεται ευθέως το συμπέρασμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για μη ύπαρξη έννομου συμφέροντος της Εφεσείουσας.
Το κυρίαρχο σημείο επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης ήταν – θυμίζουμε – ότι η Εφεσείουσα δεν επωφελείτο από τυχόν ακύρωση της επίδικης απόφασης με δεδομένο ότι δεν είχε αμφισβητηθεί η απόφαση για κατανομή των επιδίκων θέσεων, καθιστώντας την Προσφυγή αλυσιτελή.
Το κύριο επιχείρημα της κας Χαραλαμπίδου είναι ότι «δεν είναι από μόνη της η απόφαση προαγωγής που δημιούργησε διάκριση λόγω φύλου, ούτε με την απόφαση κατανομής κενών θέσεων μόνιμων υπαξιωματικών, ούτε και μαζί με τις αποφάσεις Κρίσεων και τον τρόπο κατάρτισης των Επετηρίδων, αλλά όλα μαζί». Δεν είναι εύλογο, καταλήγει, να αναμένεται από την Εφεσείουσα να προσβάλλει κάθε μια πράξη ξεχωριστά.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Κοινοτικό Δίκαιο αξιώνει από τον Εθνικό Δικαστή να παραμερίζει εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις όταν πλήττονται τα δικαιώματα αποτελεσματικής θεραπείας (βλ. Γ. Π. Σιούτη «Το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως», Έκδοση 1998, σελ.39-40).
Το ίδιο συμβαίνει και με τη Νομολογία του ΕΔΑΔ. Αυτό αναγνωρίσθηκε ευθέως και σθεναρά στην, Χέυς ν. Φιλιππίδης, Έφεση αρ.41/15, 18.02.20 στην οποία αναθεωρήθηκε η μέχρι τότε νομολογία για συγκεκριμένη διαδικαστική πλημμέλεια, η οποία και κρίθηκε πλέον ότι δεν επέφερε ακυρότητα.
Όμως, όπως υποδείχθηκε στη Χέυς (ανωτέρω), εκείνο που επιδιώκεται είναι η αποφυγή μιας στείρας τυπολατρίας που θα οδηγούσε σε αποστέρηση της πρόσβασης στο Δικαστήριο.
Είναι τέτοια η παρούσα περίπτωση;
Εκείνο που το Πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε είναι ότι υπήρχε προγενέστερη αυτοτελής διοικητική πράξη (η κατανομή των επίδικων θέσεων) που δεν προσβλήθηκε. Και ως εκ τούτου διαπιστώθηκε αλυσιτέλεια. Η δε δικανική του κρίση βασίσθηκε σε μια συνεχόμενη νομολογία (με αφετηρία την Ζαβρός κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ.349) που η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας αποδέχθηκε, έστω και εάν προέβαλε κάποιες επιμέρους αποφάσεις για να υποστηρίξει τη θέση για «άλλη γραμμή» νομολογίας που προβάλει το σύνθετο της πράξης, η οποία, κατά τη θέση της, δεν αναιρεί την αυτοτέλεια των πράξεων που την συναποτελούν πριν από την έκδοσή της αλλά και με την έκδοση της (κυρίως την Αγαθαγγέλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (1998) 3 Α.Α.Δ.120).
Το ζήτημα του κατά πόσο η μεταγενέστερη Αγαθαγγέλου (ανωτέρω) διαφοροποίησε τα νομολογηθέντα στην Ζαβρός (ανωτέρω) απασχόλησε τα Κυπριακά Δικαστήρια σε υποθέσεις που ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, στις Κτώρα ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ.131/02, 18.11.02 και Γουλιέλμου ν. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ.844 (αποφάσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου σε μονομελή σύνθεση).
Θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσια τη θέση του Νικολάου, Δ. (όπως ήταν τότε), στη Γουλιέλμου (ανωτέρω):
«Νομίζω πως δεν χρειάζεται να συζητήσω εδώ εκτενώς την Αγαθαγγέλου (ανωτέρω). Έχω την άποψη ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν λέχθηκε οτιδήποτε που να αποδυναμώνει το λόγο της Ζαβρός. Θα μπορούσε κανείς να διακρίνει την Αγαθαγγέλου (ανωτέρω) κατά το ότι οι εκεί αιτητές δεν είχαν κριθεί ώστε να μπορούσαν να προσέβαλλαν και εκείνοι το αποτέλεσμα κρίσης. Επρόκειτο όχι για τη συνηθισμένη διαδικασία κατά την οποία όλοι κρίνονταν αλλά για μια ιδιαίτερη διαδικασία με την οποία εξ αρχής ξεχωρίζονταν ορισμένοι αξιωματικοί οι οποίοι προορίζονταν για προαγωγή. Φαίνεται να ήταν εξ αιτίας αυτής της ιδιαιτερότητας που η διαδικασία θεωρήθηκε εκεί ως ενιαία σύνθετη ενέργεια προαγωγής, στην τελείωση της οποίας συγχωνεύονταν τα προηγηθέντα.»
Θα συμφωνήσουμε ως άνω πως δεν υφίσταται διαφοροποίηση της νομολογίας μας, όπως καθορίσθηκε με τη Ζαβρός (ανωτέρω). Συγκεκριμένα, παρατηρούμε πως στην Αγαθαγγέλου (ανωτέρω) κρίθηκαν, μέσω κατ’ εξαίρεσης πρόωρης κρίσης από το Συμβούλιο Κρίσεων, ορισμένοι αξιωματικοί, και όχι όλοι οι αξιωματικοί (και ούτε οι εκεί Αιτητές). Συνεπώς η εν λόγω διαδικασία ήταν διαφορετική από την διαδικασία που ακολουθήθηκε στην Ζαβρού. Αποτέλεσμα τούτου είναι πως οι δύο εν λόγω αυθεντίες διαφέρουν ουσιαστικά και δεν προκύπτει ζήτημα, τουλάχιστον ως προς τα επίδικα θέματα στην προκειμένη περίπτωση, σύγκρουσης ή αντιφατικότητας ή «άλλης γραμμής» στη νομολογία, όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος.
Άλλωστε, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε και στη μεταγενέστερη της Ζαβρός, υπόθεση, τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.435 που ακριβώς αφορούσε προηγηθείσες παρόμοιες πράξεις με κατάληξη πως η κατανομή θέσεων αποτελεί αυτοτελή διοικητική πράξη και πως οι αρχές που τέθηκαν στη Ζαβρού ισχύουν.
Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, δεν έχουμε πεισθεί πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην εκτίμησή του.
Εκείνο που παραμένει να αποφασισθεί περαιτέρω είναι το κατά πόσον η εφαρμοζόμενη νομολογία πλήττει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω.
Πρωταρχικά σημειώνουμε πως: Η εξέταση του παραδεκτού της Προσφυγής έχει έρεισμα το ίδιο το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως (Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ.314 και Γυμναστικός Σύλλογος «ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ» ν. Δήμου Λεμεσού, Ε.Δ.Δ.95/19, 5.6.24).
Στη C-583/11 P, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, έχει λεχθεί πως «… ούτε η Συνθήκη ΛΕΕ, ούτε το άρθρο 19 ΣΕΕ σκοπούν στη δημιουργία, στο επίπεδο των εθνικών δικαστηρίων και προς διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, άλλων μέσων παροχής ένδικης προστασίας πλην αυτών που προβλέπει το εθνικό δίκαιο».
Με όλο τον σεβασμό στην άποψη της κας Χαραλαμπίδου, αλλά και με δεδομένη την αναγνώριση του δικαιώματος σε ίση μεταχείριση και του δικαιώματος σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη ως θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν συμφωνούμε πως η διαπίστωση έλλειψης έννομου συμφέροντος πλήττει το Ενωσιακό Δίκαιο, ώστε να τίθεται θέμα υπεροχής του ή μη.
Το πώς δομείται η έννομη προστασία σε κάθε χώρα-μέλος είναι σεβαστό και εν προκειμένω δεν θα υπήρχε πρόβλημα έλλειψης έννομης προστασίας, εάν πλήττετο και η ίδια η πράξη της κατανομής.
Το παραδεκτό της Προσφυγής αποτελεί μια προϋπόθεση η οποία ενυπάρχει στο σύστημά μας και δεν προσβάλλει κανένα Ευρωπαϊκό Κανόνα.
Συνεπώς οι λόγοι Έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.
Σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους Έφεσης παρατηρούμε πως αποτελούν και πλήττουν παρεμπίπτοντα θέματα που απασχόλησαν ως εκ του περισσού το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απουσία εννόμου συμφέροντος και η ως άνω επικύρωση της πρωτόδικης κρίσης, οδηγεί στο μάταιο της ενασχόλησης μας με τα λοιπά θέματα.
Συνεπακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €4.000- υπέρ της Εφεσίβλητης.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Σ.Θ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο