ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 164/21, 9/2/2026
print
Τίτλος:
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 164/21, 9/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

          (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 164/21)

(Υπόθ. Αρ. 1938/2018)

 

9 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΗ,

Εφεσείων,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,

2.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,

Εφεσίβλητης

-----------

 

Ανδρέας και Γιάννης Καραμανώλης,  για Καραμανώλης & Καραμανώλης ΔΕΠΕ,  για Εφεσείοντα.

Μ. Δρυμιώτου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

 

---------------------

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.:  Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.

                                               

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.:  Ο Εφεσείων, δυνάμει σχετικών συμβολαίων, παρείχε υπηρεσίες Πολιτικού Μηχανικού στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, για το διαχωρισμό οικοπέδων για αυτοστέγαση εκτοπισθέντων, για τις περιόδους από 1.3.2009 – 31.8.2012, 1.9.2012 – 31.12.2015 και 2.1.2016 – 31.12.2017.

 

          Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (στο εξής ο Διευθυντής), κατόπιν σχετικού αιτήματος του Εφεσείοντα, με επιστολή του ημερ. 23.8.2017 πληροφόρησε τον Έπαρχο Λευκωσίας ότι η απασχόληση του Εφεσείοντα εμπίπτει στην κατηγορία μισθωτού προσώπου.

 

          Το Υπουργείο Εσωτερικών, αφού εξέτασε την συγκεκριμένη περίπτωση, με επιστολή ημερ. 11.12.2017 ενημέρωσε τον Εφεσείοντα για την απόφαση μετατροπής του καθεστώτος εργοδότησης του σε αορίστου χρόνου εργοδοτούμενο, από 23.8.2017.

 

          Κατόπιν νέου αιτήματος του Εφεσείοντα, ο Διευθυντής, με επιστολή του ημερ. 16.1.2018 ενημέρωσε τους δικηγόρους του Εφεσείοντα ότι η απασχόληση του στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας εμπίπτει στην κατηγορία μισθωτού προσώπου από 1.3.2009.

 

          Ως εκ τούτου, ο Εφεσείων, με επιστολή του ημερ. 1.2.2018 ενημέρωσε το Υπουργείο Εσωτερικών για την πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή και ζήτησε να ενημερωθεί για το θέμα της μισθοδοτικής του τοποθέτησης. 

 

          Ακολούθησε επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 2.3.2018 προς το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με την οποία ζήτησε να πληροφορηθεί για τη μισθοδοτική τοποθέτηση του Εφεσείοντα, με ημερομηνία μετατροπής της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου από 1.3.2009, λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω νέα απόφαση του Διευθυντή ημερ. 16.1.2018.

 

          Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με επιστολή του ημερ. 25.6.2018, πληροφόρησε το Υπουργείο Εσωτερικών για τη θέση και τη μισθοδοτική τοποθέτηση του Εφεσείοντα και επεσήμανε ότι το θέμα της ημερομηνίας ισχύος της μετατροπής, αποτελεί αρμοδιότητα της οικείας αρμόδιας αρχής.

 

          Εν τέλει, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη την νέα απόφαση του Διευθυντή ημερ. 16.1.2018, την απάντηση του Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης και Προσωπικού ημερ. 25.6.2018, την Εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών αρ. 1561, ημερ. 28.11.2017 για τη μισθοδοτική τοποθέτηση προσωπικού που απασχολείται με μίσθωση υπηρεσιών και μετατρέπεται σε έκτακτο προσωπικό, ως και τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, αποφάσισε όπως η μετατροπή του καθεστώτος απασχόλησης του Εφεσείοντα σε αορίστου χρόνου εργοδοτούμενο, ισχύσει από 23.8.2016.

 

          Το Υπουργείο Εσωτερικών γνωστοποίησε την ως άνω απόφαση του στον Εφεσείοντα, με επιστολή του ημερ. 5.10.2018, εις απάντηση της επιστολής του ημερ. 1.2.2018.  Περαιτέρω,  το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με επιστολή του ημερ. 12.10.2018, πληροφόρησε τον Εφεσείοντα για την τοποθέτηση του στην κατηγορία εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου, στις κλίμακες Α9, Α11 και Α12, από 23.8.2016.

 

          Ο Εφεσείων αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 5.10.2018, με την καταχώριση της Προσφυγής αρ. 1938/2018.

 

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ’ αρχάς επεσήμανε πως η διαφορά των μερών δεν έγκειτο στο κατά πόσο ο Εφεσείων θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως μισθωτός αορίστου χρόνου, γεγονός που ήταν παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο με βάση την γραπτή αγόρευση του. Ό,τι αμφισβήτησε ο Εφεσείων, αφορούσε το χρονικό σημείο από το οποίο αποφασίστηκε η μετατροπή του καθεστώτος απασχόλησης του σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου.  Ειδικότερα, η θέση του Εφεσείοντα ήταν ότι αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει από 1.1.2009 και όχι από 23.8.2016, ως η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 5.10.2018.

 

          Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε σχετική προδικαστική ένσταση που είχε εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος της  Εφεσίβλητης, κατέληξε πως η επίδικη προσβαλλόμενη απόφαση εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς εκφεύγει της δικαιοδοσίας του.  Ως αποτέλεσμα, απέρριψε την Προσφυγή, χωρίς να εξετάσει τα υπόλοιπα θέματα που είχαν εγερθεί.

 

          Ο Εφεσείων  θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με την παρούσα Έφεση επιδιώκει την ανατροπή της στη βάση τεσσάρων (4) λόγων Έφεσης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. 

 

Προχωρούμε, ως εκ τούτου, σε σωρευτική εξέταση των λόγων Έφεσης, ως αλληλένδετοι και άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους.

 

          Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα, εισηγήθηκε πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τερματισμό ή μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του περί Εργοδοτουμένων με εργασία ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003), ως εσφαλμένα θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά σε τροποποίηση απόφασης του Διευθυντή από το αναρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών, με αποτέλεσμα ο Εφεσείων να θεωρηθεί  ως μισθωτός αορίστου χρόνου από 23.8.2016, αντί από 1.3.2009 ως ήταν η απόφαση του Διευθυντή.

 

          Περαιτέρω, εισηγήθηκε πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από την απόφαση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 49 την οποία υιοθέτησε το πρωτόδικο Δικαστήριο και τόνισε πως στην προκειμένη περίπτωση, το Υπουργείο Εσωτερικών δεν έδρασε ως εργοδότης στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου, αλλά εξουσιαστικά, ως ρυθμιστική αρχή, τροποποιώντας αναρμόδια την απόφαση του Διευθυντή που εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 81 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν.59(Ι)/2010) (στο εξής ο Νόμος), μεταβάλλοντας έτσι,  μονομερώς την κατάσταση του Εφεσείοντα. Πρόσθεσε πως με βάση το Νόμο,  το μόνο αρμόδιο πρόσωπο για να κατατάξει αυτοτελώς εργαζόμενους στο καθεστώς μισθωτών αορίστου χρόνου και να καθορίσει από πότε θα ενταχθούν σ’ αυτό είναι ο Διευθυντής. Συνεπώς, πρόκειται για διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού συνιστά τροποποίηση εκτελεστής διοικητικής πράξης.

 

          Τέλος, εισηγήθηκε πως η προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργεί αδικαιολόγητο κενό δικαστικής προστασίας του Εφεσείοντα, αφού δεν υπάρχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος, των  Άρθρων 6  και  13 της ΕΣΔΑ και του Άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

          Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, υπό το πρίσμα των εισηγήσεων του Εφεσείοντα, ως και την αντίθετη θέση της Εφεσίβλητης, η οποία υποστηρίζει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

 

          Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αντικείμενο της Προσφυγής αποτέλεσε το χρονικό σημείο από το οποίο ο Εφεσείων, με βάση την επίδικη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, εντάχθηκε  ως μισθωτός αορίστου χρόνου και όχι η νομιμότητα της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή, μετατροπής του καθεστώτος απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου εργοδοτούμενο. 

 

 

  Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Κυπριακή Ομοσπονδία Ερασιτεχνικού Αθλητισμού Στίβου ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ Αρ. 136/20, ημερ. 3.4.2025, αποφασίσθηκε πως η απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να αποφασίσει αν ένα πρόσωπο είναι μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο, στη βάση των προνοιών τoυ Άρθρου 81(1)(β) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι)/2010) (στο εξής ο Νόμος) αποτελεί εξουσία της διοίκησης και συνεπώς εκτελεστή διοικητική πράξη.           Σημειώθηκε περαιτέρω,  πως δεν είχε θέση η εξέταση ισχυρισμού περί «ύπαρξης εργατικής διαφοράς», δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, αφού τέτοια θέση θα εξουδετέρωνε το δημόσιο χαρακτήρα της εξουσίας της Διοίκησης να αποφασίζει βάσει των Άρθρων 81 και 83 του Νόμου.  Οι σχετικές πρόνοιες των Άρθρων 81(1)(β) και 83(1) του Νόμου έχουν ως ακολούθως:

 

«81.-(1) Σε περίπτωση που προκύπτει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα, αυτό επιλύεται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, από το Διευθυντή-

(α)

(β) εάν πρόσωπο είναι ή ήταν μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο,

…»

          ……………………………………………………………………………..

 

  83.-(1) Όποιος δεν ικανοποιείται από απόφαση του Διευθυντή, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη γνωστοποίηση σ’ αυτόν της απόφασης, να την προσβάλει με γραπτή αίτησή του στον Υπουργό, στην οποία να εκθέτει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την προσφυγή.»

 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι απόφαση του Διευθυντή ημερ. 16.1.2018 για  ένταξη του Εφεσείοντα σε μισθωτό αορίστου χρόνου, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, - θέση με την οποία συμφωνεί και η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσίβλητης -  το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,  στο βαθμό που διαφοροποιεί μόνο  το χρονικό σημείο από το οποίο θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως τέτοιος, ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου.

 

          Παραπέμπουμε στην  επίσης πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ε. Γεωργούδη ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 118/2020, ημερ. 25.2.2025, η οποία αφορούσε απόφαση να τεθεί ο Εφεσείων/ Εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου σε διαθεσιμότητα, και στην οποία συνοψίσθηκαν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν περιπτώσεις έκτακτων/ συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα και κάτω από ποιες προϋποθέσεις αυτές ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου.       Η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν πως η διαδικασία να τεθεί ο Εφεσείων σε διαθεσιμότητα, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.  Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:

 
 

«Καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του επίδικου ζητήματος είναι η σαφής και πάγια νομολογία όπως διαμορφώθηκε και από τις αποφάσεις Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 211 και  Χρυσικού ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 115/15, ημερ. 20.6.2023, Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Ευγενίου κ.ά., Αίτηση αρ. 10/24, ημερ. 19.7.2024 και Δημοκρατία ν. Γεωργίου, Ε.Δ.Δ. 34/20, ημερ. 24.1.2025.  

 

 Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης αρ. 10/24 (ανωτέρω) υιοθέτησε τον λόγο της Δ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 577, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«δεν τίθεται θέμα δεσμευτικού προηγούμενου ή κατηγοριοποίησης απασχόλησης, αφού στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα είναι θέμα κρίσεως επί του συνόλου των γεγονότων που τη συνθέτουν, ούτε βεβαίως μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση στη νομολογία, η αρχή της οποίας είναι σαφής και δεν έχει διαφοροποιηθεί αφ' ότου διατυπώθηκε στη Loizou a.o. v. CY.T.A.. Και δεν είναι μόνο το ότι δεν είναι δυνατός ο προκαθορισμός της σημασίας οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου για κάθε περίπτωση, αφού είναι ο ποικίλων συνδυασμός και η ποικίλουσα σημασία των στοιχείων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εξεταζόμενη στο χρόνο της, που διαμορφώνει, στο τέλος της ημέρας, την καλή κρίση του δικαστηρίου ως προς την έτσι αναδυόμενη πραγματική φύση της απασχόλησης. Ιδιαιτέρως σε μια εποχή που ο ρόλος των πολιτειακών δραστηριοτήτων έχει εξέλθει από τα στερεότυπα πλαίσια του παραδοσιακού κράτους και διακλαδωθεί σε πολύμορφα και διαρκώς αναπτυσσόμενα πεδία που δεν επιτρέπουν δογματικές ή ανελαστικές αντικρύσεις παρά μάλλον μια λειτουργική και πραγματιστική προσέγγιση στο πλαίσιο της κοινής λογικής και των αναγκών και αντιλήψεων της εποχής».

 

 

  Στην πιο πάνω απόφαση, αφού επισημάνθηκε ότι το Άρθρο 122 του Συντάγματος καθορίζει τους όρους «δημόσιος υπάλληλος»  και «δημόσια υπηρεσία», τονίστηκε ότι  στην βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση εξετάζεται εάν η εργοδότηση εμπίπτει ή όχι στο δημόσιο  ή ιδιωτικό δίκαιο.  

 

    Στην Αβραάμ (ανωτέρω) η εφεσείουσα εργοδοτήθηκε ως έκτακτη διοικητική λειτουργός στο Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικού Χαρακτήρα, δυνάμει του Ν. 98(Ι)/2003 με διαδοχικά ετήσια συμβόλαια και επομένως ήταν συμβασιούχος αορίστου διάρκειας. Η σύμβαση της τερματίστηκε 4 χρόνια μετά την πρόσληψη της καθότι στην θέση που υπηρετούσε διορίστηκε μόνιμος διοικητικός λειτουργός από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε:

 

«.πως η μόνιμη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την πρόσληψη ατόμων στη Δημόσια Υπηρεσία με διαδικασίες έξω από την προβλεπόμενη στο Σύνταγμα και τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 1/90, στον οποίο υιοθετούνται οι συνταγματικές αρχές για ίση μεταχείριση των πολιτών και διαφάνεια στις διαδικασίες, εκφράστηκε ρητά και καθαρά στις υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλοι v. Γιάλλουρου και Άλλης (1995) 3 Α.Α.Δ. 363, Μενελάου και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 370 και Ηλία και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884. Στην υπόθεση μάλιστα Μενελάου, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ορθό να συνοψίσει τις βασικές αρχές που διέπουν διορισμούς στο δημόσιο, όπως αυτές προκύπτουν από το Σύνταγμα και τους συνάδοντας προς αυτό Νόμους, ως εξής:

 

'α. Μόνο αρμόδιο σώμα για τη διενέργεια προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία, σε μόνιμη ή προσωρινή θέση, είναι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.

 

β. Καμιά θέση στη Δημόσια Υπηρεσία δεν πληρούται χωρίς να προηγηθεί η δημόσια προκήρυξη της.

 

γ. Η κατοχή των προβλεπόμενων από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό σε δημόσια θέση.'

 

Να προσθέσουμε μόνο πως η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως εκφράστηκε στις πιο πάνω αποφάσεις, συνάδει απόλυτα με τις γενικές αρχές δικαίου για ισοτιμία, ισονομία και την επιτακτική ανάγκη ύπαρξης διαφανών διαδικασιών, όπου λειτουργεί το δημόσιο απευθυνόμενο προς τους πολίτες, όπως έχουν υιοθετηθεί από το ΕΔΑΔ και ΔΕΚ.»

 

 

    Η Ολομέλεια, στην πιο πάνω απόφαση, κατέληξε ότι «. οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων-συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από την σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και την σχετική Οδηγία[1], η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος μας ., έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του .».             

 

    Ο λόγος της Αβραάμ (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Βενιζέλου (ανωτέρω).  Στην τελευταία αυτή απόφαση ο εφεσείοντας, ο οποίος υπηρετούσε ως έκτακτος δεσμοφύλακας, απολύθηκε στη βάση ανάρμοστης συμπεριφοράς ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του.  Τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Θα ήταν, κρίνουμε, ανορθόδοξο ενώ θεωρήθηκε και περιγράφηκε η επίδικη σχέση έκτακτης εργοδότησης του συγκεκριμένου δεσμοφύλακα από τη Δημοκρατία ως ιδιωτικού δικαίου, να αποκόπτουμε αυτή την ενιαία σχέση ανάλογα με το θέμα και να τη χαρακτηρίζαμε άλλως πως και δη ως δημοσίου δικαίου, αναφορικά με τον τερματισμό της».  Επισημάνθηκε,  επίσης, πως «θα ήταν αντινομικό να θεωρείτο η αφετηρία και η εξέλιξη της σχέσης αυτής ως ιδιωτικού δικαίου και το τέλος της δια του τερματισμού ως δημοσίου δικαίου».

 

……………………………………………………………………………

 

Στην Χρυσικού (ανωτέρω) τερματίστηκε η σύμβαση απασχόλησης του εφεσείοντα, στο στρατό της Δημοκρατίας, ως εθελοντή πενταετούς υποχρέωσης.   Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τον λόγο της Αβραάμ και Βενιζέλου (ανωτέρω) και έκρινε ότι η απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας του εφεσείοντα ενέπιπτε στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να κριθεί εντός του πλαισίου του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

 

   Στην πρόσφατη απόφαση Γεωργίου (ανωτέρω), ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε σε Πρεσβεία της Δημοκρατίας δυνάμει γραπτής συμφωνίας για να εκτελεί καθήκοντα γραφέα/αρχειοφύλακα καθώς και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατίθεντο από τον Πρέσβη. Η απασχόληση του τερματίστηκε και στη συνέχεια καταχώρισε προσφυγή στο Δικαστήριο, το οποίο  έκρινε ότι η επίδικη απόφαση ενέπιπτε στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και ενόψει ότι η επίδικη απόφαση παραβίαζε την αρχή της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της αναλογικότητας την   ακύρωσε.   Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υιοθέτησε τον λόγο των αποφάσεων Αβραάμ και Βενιζέλου (ανωτέρω) και έκρινε ότι οι όροι απασχόλησης του εφεσίβλητου και της διαδικασίας τερματισμού των υπηρεσιών του διέπονταν από ιδιωτική συμφωνία, η οποία δεν ενέπιπτε στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και κατ' επέκταση το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση.  Έτσι, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση.»

 

 

Το απαύγασμα της πιο πάνω νομολογίας είναι πως οι όροι απασχόλησης/υπηρεσίας των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τη σχετική Νομοθεσία.  (βλ. Άρθρο 7(1) του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003), ο οποίος είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ).  Στη βάση δε των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, εξετάζεται αν η εργοδότηση εμπίπτει ή όχι στο δημόσιο ή ιδιωτικό δίκαιο.

 

          Όπως επεσημάνθηκε στην Αβραάμ (ανωτέρω), το Άρθρο 10 του Ν.98(Ι)/2003, ορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.  Συνακόλουθα, τονίστηκε ότι με το Ν.98(Ι)/2003 και τη σχετική Οδηγία (ανωτέρω), όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο.

 

          Στη βάση των πιο πάνω, το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι κατά πόσο το χρονικό σημείο από το οποίο, με την επίδικη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,  έχει αποφασισθεί ότι θα ισχύει το καθεστώς απασχόλησης του Εφεσείοντος  ως μισθωτός αορίστου χρόνου, εμπίπτει στην έννοια της «διαφοράς αστικής φύσεως» και συνεπώς αρμόδιο προς επίλυση της είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με βάση το (Άρθρο 10 του Ν.98(Ι)/2003).

 

          Έχοντας κατά νου τη σχετική νομοθεσία, ως και την πάγια νομολογία (ανωτέρω), θεωρούμε πως η ημερομηνία 23.8.2016 από την οποία, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,  ισχύει η μετατροπή του καθεστώτος απασχόλησης του Εφεσείοντος σε αορίστου χρόνου εργοδοτούμενο, έχει ως αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο την προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 16.1.2018, η οποία, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.  Συνεπώς η εν λόγω ημερομηνία, ουδόλως μπορεί να διαχωρισθεί από την ουσία της απόφασης του Διευθυντή. 

 

          Καταλήγουμε πως η επίδικη ημερομηνία ισχύος της μετατροπής του καθεστώτος απασχόλησης του Εφεσείοντα,  δεν συνιστά όρο απασχόλησης/υπηρεσίας,  δεν εμπίπτει στην έννοια της «διαφοράς αστικής φύσης» και συνεπώς δεν ανάγεται στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.  Ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και ως τέτοια εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαίου και μπορεί να προσβληθεί με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

 

Σημειώνουμε πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σαφώς διαφοροποιούνται από τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων, οι οποίες αφορούσαν αποφάσεις διαθεσιμότητας, τερματισμού, απόλυσης συμβασιούχων ορισμένης ή αορίστου διάρκειας.

 

          Για όλα τα πιο πάνω η Έφεση επιτυγχάνει. 

 

          Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένων και των επιδικασθέντων εξόδων παραμερίζεται.

 

Η υπόθεση παραπέμπεται στο Διοικητικό Δικαστήριο προς επανεκδίκαση από τον ίδιο το Δικαστή, το συντομότερο δυνατόν, ώστε να αποφασιστούν οι λόγοι ακύρωσης που προβλήθηκαν πρωτόδικα, συμπεριλαμβανομένου  και του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του Υπουργού Εσωτερικών να τροποποιεί την προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 16.1.2018.

 

          Επιδικάζονται προς όφελος του Εφεσείοντα και σε βάρος της Εφεσίβλητης, έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει).

 

                                                                   

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,  Δ.

 

                                      Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

 

/Α.Λ.Ο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο