ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 136/2021)
(Υποθ. Αρ. 505/2015)
18 Μαρτίου, 2026
[Τ. ΨΑΡΑ - ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν. ΣΑΝΤΗΣ ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,
Εφεσείουσα,
v.
1. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ,
2. ΑΝΔΡΕΑ ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΤΗ,
3. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ,
Εφεσίβλητων.
----------------
Μ. Κυπριανού (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας , για Εφεσείουσα
Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους
----------------------------
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.: Σύμφωνα με το Άρθρο 28Γ(1)(β) των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων του 1969 έως (Αρ. 2) του 2007, (Ν.10/1969) (στο εξής ο Νόμος), απαραίτητη προϋπόθεση για να διοριστεί ένας υποψήφιος Εκπαιδευτικός Λειτουργός Μέσης εκπαίδευσης σε κενή θέση πρώτου διορισμού, αποτελεί η συμπλήρωση εκ μέρους του με επιτυχία, μετά από πρόσκληση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (στο εξής η Επιτροπή), το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης (στο εξής το Πρόγραμμα), όπως αυτό καθορίζεται στους περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης των Υποψηφίων Εκπαιδευτικών Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης) Κανονισμούς του 2007 (ΚΔΠ 236/2007).
Η διαδικασία πρόσκλησης για παρακολούθηση στο Πρόγραμμα ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 4 της ΚΔΠ 236/2007, που ορίζει ως ακολούθως:
« 4.-(1) Το Πρόγραμμα παρακολουθούν όλοι οι υποψήφιοι Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί που πρέπει να παρουσιάσουν το αντίστοιχο Πιστοποιητικό Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης, όπως προνοείται από το Νόμο.
(2) Κάθε χρόνο, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, το Υπουργείο προβαίνει σε εκτίμηση των αναγκών σε νέο προσωπικό κατά ειδικότητα, για τη μεθεπόμενη σχολική χρονιά. Ο Υπουργός, με βάση τα στοιχεία που του δίδονται και λαμβάνοντας υπόψη τα σχέδια και τις ανάγκες σε προσωπικό για τυχόν καινοτομίες, καθώς και το εφικτό της προσφοράς του Προγράμματος για κάποια ή κάποιες ειδικότητες, αποφασίζει, μέχρι το τέλος Μαρτίου, για τις ειδικότητες και τους αριθμούς των υποψηφίων που θα κληθούν να παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα. Η απόφαση του Υπουργού διαβιβάζεται στην Επιτροπή με την εισήγηση να προσκληθούν οι αντίστοιχοι αριθμοί των υποψηφίων για παρακολούθηση του Προγράμματος.
(3)(α) Η Επιτροπή κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Απριλίου κάθε έτους καλεί με επιστολές, διά του τύπου και μέσω του Διεθνούς Διαδικτύου, με τη σειρά που καθορίζεται από τους πίνακες διοριστέων, τόσους από τους υποψηφίους που περιλαμβάνονται σ' αυτούς, όπως καθορίζονται από τους αριθμούς και τις ειδικότητες που αναφέρονται στην απόφαση του Υπουργού, να απαντήσουν εάν ενδιαφέρονται να μετάσχουν στο Πρόγραμμα της επόμενης ακαδημαϊκής χρονιάς και τους παρέχει πληροφορίες για το Πρόγραμμα.
(β) Οι προσκληθέντες πρέπει, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την αποστολή της πρόσκλησης ή της δημοσίευσής της στον τύπο να απαντήσουν εάν ενδιαφέρονται να μετάσχουν στο Πρόγραμμα, με υπογραφή σχετικής δήλωσης και υποβολή της στην Επιτροπή. Όσοι δεν απαντήσουν στην καθορισμένη προθεσμία ή απαντήσουν αρνητικά θεωρούνται ότι δεν ενδιαφέρονται και η Επιτροπή καλεί και πάλι με σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται από τους πίνακες διοριστέων, τόσους υποψήφιους όσοι απαιτούνται για να συμπληρωθούν οι υπάρχουσες κενές θέσεις στο Πρόγραμμα, οπότε επαναλαμβάνεται η διαδικασία που αναφέρεται στην προηγούμενη υποπαράγραφο μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων.
(γ) Με τη συμπλήρωση του αριθμού των υποψηφίων που θα παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (2), η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά το Υπουργείο και το Πανεπιστήμιο Κύπρου.»
Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, λόγω της ύπαρξης ικανοποιητικού αριθμού εκπαιδευτικών που είχαν τύχει μέχρι το 2012 κατάρτισης μέσω του Προγράμματος και οι οποίοι θα ικανοποιούσαν ενδεχόμενες μελλοντικές ανάγκες σε μόνιμους διορισμούς, δεν έκρινε σκόπιμο να εισηγηθεί την προσφορά του Προγράμματος για τα έτη 2013-2014 και 2014-2015.
Μετά την αναστολή διεξαγωγής του Προγράμματος για τα έτη 2013-2015, επανάρχισε η λειτουργία του για τη σχολική χρονιά 2015-2016, στο οποίο οι Εφεσίβλητοι κλήθηκαν από την Επιτροπή να παρακολουθήσουν στις 26.6.2015 μέσω διαδικτύου.
Διευκρινίζεται πως οι Εφεσίβλητοι από το 2010 ήταν ενταγμένοι στους Ειδικούς Καταλόγους Εκπαιδευτικών ως άτομα με αναπηρίες και συγκεκριμένα, οι Εφεσίβλητες 1 και 3 στην ειδικότητα Φιλολογίας και ο Εφεσίβλητος 2 στην ειδικότητα Χημείας. Διορίστηκαν ως μόνιμοι επί δοκιμασία καθηγητές την 1.9.2017, 19.9.2016 και 1.9.2017 αντίστοιχα. Σημειώνεται περαιτέρω, πως από τη σχολική χρονιά 2011-2012 και μέχρι τη μονιμοποίηση τους, οι Εφεσίβλητοι είχαν εργαστεί ως συμβασιούχοι.
Μετά την επανέναρξη του Προγράμματος για το σχολικό έτος 2015-2016, κλήθηκαν 161 υποψήφιοι εκπαιδευτικοί για συμμετοχή. Η Αρμόδια Αρχή, για αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούσαν τους υποψήφιους των Ειδικών Καταλόγων, αποφάσισε τη συμμετοχή αυξημένου αριθμού υποψηφίων εκπαιδευτικών από τους εν λόγω Ειδικούς Καταλόγους. Προς τούτο, κλήθηκαν στο Πρόγραμμα 121 από τους καταλόγους διοριστέων και 40 από τους Ειδικούς Καταλόγους.
Στις 17.4.2015, οι Εφεσίβλητοι καταχώρισαν την Προσφυγή αρ. 505/2015, με την οποία προσέβαλαν ως άκυρη, παράνομη, άνιση και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, την συνεχή παράλειψη της Εφεσείουσας – όπως αυτή επιβεβαιώνεται και από την επιστολή ημερ. 3.3.2015 – να οργανώσει Προγράμματα και η οποία (παράλειψη) αποτελεί οφειλόμενη υποχρέωση με βάση το Άρθρο 28Γ(1)(β) και (3) του Νόμου, ως και προϋπόθεση και/ή προσόν για διορισμό τους με βάση τον ειδικό κατάλογο, κατ’ εφαρμογή του περί Πρόσληψης Ατόμων με Αναπηρίες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα (Ειδικές Διατάξεις) Νόμο του 2009, (Ν.146(Ι)/2009).
Η βασική εισήγηση των Εφεσίβλητων πρωτόδικα, ήταν ότι η παράλειψη της Εφεσείουσας, μετά την έναρξη ισχύος του Ν.146(Ι)/2009 στις 23.12.2009, να οργανώσει Προγράμματα - τα οποία ήταν απαραίτητα για άτομα με αναπηρίες καταχωρημένα στους Ειδικούς Καταλόγους - δεν επέτρεψε κατά τους διορισμούς που έγιναν στη συνέχεια, να διοριστούν άτομα με αναπηρίες ως οι Εφεσίβλητοι και οι οποίοι όφειλαν να διοριστούν.
Διευκρινίστηκε πρωτόδικα, με βάση το Παράρτημα 2 στην Ένσταση της Εφεσείουσας (κατάλογος με τους αριθμούς υποψηφίων εκπαιδευτικών που κλήθηκαν στο Πρόγραμμα για τις σχολικές χρονιές 2007-2008 έως 2012 -2013), ότι το έτος 2009 κλήθηκαν 90 φιλόλογοι και 10 Χημικοί, το έτος 2010, 49 φιλόλογοι και 20 Χημικοί, το έτος 2011, 12 φιλόλογοι και καθόλου Χημικοί. Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας καλούσε όπως αναφέρουν υποψήφιους και από τους Ειδικούς Καταλόγους της αντίστοιχης ειδικότητας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, βάσει διευκρινίσεων που δόθηκαν πρωτόδικα, σε σχέση με τους Φιλόλογους, το 2014 διορίστηκαν 70 φιλόλογοι, από τους οποίους οι 2 από τον ειδικό κατάλογο, τον 9/2015, 34 και κανένας από τον Ειδικό Κατάλογο και τον 12/2015, 17 και κανένας από τον Ειδικό Κατάλογο. Το 2016 διορίστηκαν 63 και από αυτούς οι 6 από τον Ειδικό Κατάλογο. Ως προς τους Χημικούς, το 2014, 9/2015 και 12/2015 διορίστηκαν 10, 11 και 4 αντίστοιχα και κανένας από τον Ειδικό Κατάλογο και το 2016 διορίστηκαν 10 και από αυτούς 2 από τον Ειδικό Κατάλογο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ’ αρχάς ασχολήθηκε με το παραδεκτό της Προσφυγής, ως ζήτημα δημόσιας τάξης που εξετάζεται αυτεπάγγελτα. Ειδικότερα, εξέτασε το ζήτημα κατά πόσο αντικείμενο της Προσφυγής αποτελούσε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.
Αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Κανονισμού 4(2) της ΚΔΠ236/2007 (ανωτέρω), ως και στις πρόνοιες των Άρθρων 3 και 4 του Ν.146(Ι)/2009, κατέληξε πως μέχρι το 2009, δηλ. μέχρι τη θέσπιση του Ν.146(Ι)/2009, εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Αρμόδιας Αρχής να κρίνει, αφού διερευνούσε τις εκπαιδευτικές ανάγκες, για τις ειδικότητες και τους αριθμούς των υποψηφίων που θα καλούντο να παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα.
Ωστόσο, με τη θέσπιση του Ν.146(Ι)/2009 - o οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.2009 - και ειδικότερα με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 3 και 4, ήταν επιβεβλημένο για κάθε Αρμόδια Αρχή, όπως σε διορισμούς στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, να διορίζει σε ποσοστό 10% των υπό πλήρωση κάθε φορά θέσεων απασχόλησης, άτομα με αναπηρίες, αφού καταρτίσει Ειδικούς Καταλόγους τέτοιων υποψηφίων, από τους οποίους θα αντλείτο το ποσοστό αυτό. Οι σχετικές πρόνοιες των Άρθρων 3 και 4 του Ν.146(Ι)/2009 έχουν ως ακολούθως:
«Ειδικές διατάξεις για πρόσληψη ατόμων με αναπηρίες σε θέσεις απασχόλησης
3. Τηρουμένων των διατάξεων του περί Προσλήψεως Εκπαιδευμένων Τυφλών Τηλεφωνητών στις Θέσεις Τηλεφωνητή στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου Νόμου, και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών ή άλλων διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που καθορίζουν τους κανόνες και τις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προσλαμβάνονται σε θέσεις απασχόλησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, άτομα με αναπηρίες σε ποσοστό 10% του αριθμού των υπό πλήρωση κάθε φορά θέσεων απασχόλησης, νοουμένου ότι ο αριθμός των ατόμων με αναπηρίες που θα έχουν προσληφθεί με βάση τον παρόντα Νόμο δεν υπερβαίνει το 7% του συνόλου των υπηρετούντων υπαλλήλων κατά Υπηρεσία κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της εκάστοτε διαδικασίας πλήρωσης θέσεων έτους ή, στην περίπτωση της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, κατά την 1η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου της εκάστοτε διαδικασίας πλήρωσης θέσεων έτους, και, νοουμένου ότι τα άτομα με αναπηρίες ικανοποιούν σωρευτικά τα πιο κάτω αντικειμενικά κριτήρια:
(α) Κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα της υπό πλήρωση θέσης απασχόλησης∙
(β) Επιτυγχάνουν σε τυχόν απαιτούμενες για τη θέση απασχόλησης γραπτές ή/και προφορικές εξετάσεις∙
(γ) Κρίνονται κατάλληλα για την εκτέλεση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης απασχόλησης από το αρμόδιο διορίζον όργανο, το οποίο υποχρεούται για το σκοπό αυτό, να λαμβάνει υπόψη και την έκθεση της ειδικής πολυθεματικής επιτροπής που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 6:
Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό του ποσοστού του 10% του αριθμού των υπό πλήρωση κάθε φορά θέσεων απασχόλησης, τυχόν δεκαδικοί αριθμοί από 0,5 μέχρι 0,9 στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα προς τα άνω:
Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που ο αριθμός των υπό πλήρωση θέσεων απασχόλησης είναι μικρότερος του 5, τότε, για σκοπούς υπολογισμού του ποσοστού του 10% θα λαμβάνεται υπόψη και θα προστίθεται στον αριθμό των υπό πλήρωση θέσεων ο αριθμός των αντίστοιχων θέσεων που πληρώθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη, και για τις οποίες δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι άτομα με αναπηρίες που λόγω της φύσης της αναπηρίας τους έχουν λάβει από εκπαιδευτικά ιδρύματα της μέσης, ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης διευκολύνσεις ή απαλλαγές στην εκμάθηση ή εξέταση σε ξένη γλώσσα θα τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης κατά τις απαιτούμενες γραπτές ή/και προφορικές εξετάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 (β) και ο βαθμός επιτυχίας τους θα προσαρμόζεται ή σταθμίζεται ανάλογα λαμβανομένης υπόψη της βαθμολογίας τους στα υπόλοιπα θέματα των εξετάσεων, ωσάν στα εξεταζόμενα μαθήματα να μην περιλαμβανόταν εξυπαρχής το εξεταζόμενο μάθημα της ξένης γλώσσας. Άτομα που για τον ίδιο λόγο δεν κατέχουν το απαιτούμενο προσόν της ξένης γλώσσας για την υπό πλήρωση θέση απασχόλησης όπως αναφέρεται στο άρθρο 3(α) θα εξαιρούνται από το απαιτούμενο προσόν της ξένης γλώσσας, νοουμένου ότι κατέχουν όλα τα υπόλοιπα απαιτούμενα προσόντα της υπό πλήρωση θέσης απασχόλησης.
Ειδικοί κατάλογοι και προτεραιότητα μεταξύ ατόμων με αναπηρίες
4.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού ή διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών, το διορίζον όργανο καταρτίζει ειδικούς καταλόγους των υποψηφίων που είναι άτομα με αναπηρίες και ικανοποιούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 αντικειμενικά κριτήρια, από τους οποίους επιλέγονται τα άτομα με αναπηρίες για πρόσληψη σε θέσεις απασχόλησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.
(2) Για τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητας σε περίπτωση δύο ή περισσοτέρων υποψηφίων ατόμων με αναπηρίες, το διορίζον όργανο λαμβάνει υπόψη το συγκριτικό μεταξύ τους βαθμό επιτυχίας στις γραπτές ή/και προφορικές εξετάσεις όπου αυτό εφαρμόζεται ή τη σειρά της μεταξύ τους κατάταξης δυνάμει οποιουδήποτε συστήματος αξιολόγησης εφαρμόζεται από το διορίζον όργανο.
Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως οι επιτακτικές διατάξεις του Ν.146(Ι)/2009 (ανωτέρω), υπερτερούν οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών και συνεπώς δημιουργήθηκε «οφειλόμενη ενέργεια». Παραθέτουμε αυτούσιο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση ως προς το σκεπτικό του Δικαστηρίου:
«Από την θέση επομένως σε ισχύ του Νόμου αυτού (Ν.146(Ι)/2009), δυνάμει του οποίου οι επιτακτικές διατάξεις του υπερτερούν «διατάξεων άλλου νόμου ή κανονισμών ή άλλων διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που καθορίζουν τους κανόνες και τις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα», αφού ισχύουν «ανεξάρτητα από αυτές», δημιουργήθηκε οφειλόμενη ενέργεια, όπως «κάθε φορά» που θα πληρώνονταν θέσεις θα προσλαμβάνονται άτομα με αναπηρίες σε ποσοστό 10% των υπό πλήρωση θέσεων, υπολογιζόμενου μάλιστα του ποσοστού αυτού και βάσει των θέσεων που πληρώθηκαν τα προηγούμενα έτη (στα οποία δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του Νόμου). Η ό,ποια διακριτική ευχέρεια επομένως υπήρχε μέχρι τότε (μέχρι την ψήφιση του Ν.146(Ι)/2009) για κλήση των υποψηφίων εκπαιδευτικών σε προϋπηρεσιακή εκπαίδευση μετατράπηκε σε οφειλόμενη ενέργεια για λήψη μέτρων σε ότι αφορά τα άτομα με αναπηρία, ώστε στους διορισμούς του έτους 2011 να περιλαμβάνονταν κατά 10% των υπό πλήρωση θέσεων εκπαιδευτικοί από τους ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι ήδη είχαν καταρτιστεί το έτος 2010. Η διοίκηση όφειλε, με συντονισμένες προσπάθειες, να πετύχει αυτό τον σκοπό του νομοθέτη. Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης ανέλαβε δράση και έλαβε θετικά μέτρα προς «εξίσωση των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες», σύμφωνα με τους Πρότυπους Κανόνες αναφορικά με την εξίσωση των ευκαιριών για τα Άτομα με Αναπηρίες, βάσει του Ψηφίσματος αρ. 48/96 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στην 85η Σύνοδο της 20/12/1993, την Σύμβαση του ΟΗΕ της 30/3/2007 για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (άρθρο 27), που καθορίζει την λήψη κατάλληλων μέτρων, την Σύμβαση αρ. 159 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την Επαγγελματική Αποκατάσταση και Απασχόληση Αναπήρων Προσώπων, όπως επικυρώθηκε με τον Κυρωτικό Νόμο του 1987, που ορίζει ότι θετικά μέτρα που αποβλέπουν στην αποτελεσματική ισότητα ευκαιριών και μεταχείρισης μεταξύ των αναπήρων εργαζομένων και των άλλων εργαζομένων, δεν πρέπει να θεωρούνται ότι δημιουργούν διάκριση έναντι των άλλων εργαζομένων καθώς και του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου του 2000 (Ν.127(Ι)/2009)). (βλ. για όλα τα ανωτέρω την επίκλησή τους στο Προοίμιο του Ν.146(Ι)/2009).
Επομένως, έχοντας οι καθ' ων η αίτηση υπόψιν ότι θα γίνονταν διορισμοί το 2012 (το μεθεπόμενο δηλαδή έτος από το έτος 2010 που τέθηκε σε ισχύ του Ν.146(Ι)/2009) και τον Μάρτιο του έτους 2010 είχαν ήδη δημιουργηθεί οι ειδικοί κατάλογοι ατόμων με αναπηρίες για κάθε ειδικότητα, αναμένετο, εκ των υποχρεώσεων που επέβαλλε ο Ν.146(Ι)/2009, να καλούντο σε προϋπηρεσιακής εκπαίδευση τόσα άτομα του ειδικού καταλόγου που θα αποτελούσαν το 10% των ήδη υπολογισθεισών κενών θέσεων προς πλήρωση το έτος 2012, με τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού να γίνεται βάσει και των κενών θέσεων που πληρώθηκαν τα έτη 2010, 2011 χωρίς να έχει εφαρμοστεί ο Νόμος (βλ. άρθρο 3 του Ν.146(Ι)/2009 ανωτέρω). Το ίδιο θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί και το επόμενο έτος και ούτω καθ' εξής, ανεξάρτητα αν οι εκπαιδευτικές ανάγκες ήταν καλυμμένες από προηγουμένων ετών προϋπηρεσιακή εκπαίδευση των εκπαιδευτικών από τους καταλόγους που υπήρχαν τότε, δηλαδή πριν την θέση σε ισχύ του Ν.146(Ι)/2009). Επ' αυτού να σχολιάσω πως κατά πλάνη περί το νόμο, και ειδικότερα τον ειδικότερο Ν.146(Ι)/2009, οι καθ' ων η αίτηση υποστήριξαν (στη σελίδα 4 της Συμπληρωματικής Γραπτής Αγόρευσης των καθ' ων η αίτηση), ότι επειδή οι εκπαιδευτικές ανάγκες ήταν ήδη καλυμμένες από άτομα που είχαν παρακολουθήσει στο παρελθόν το Πρόγραμμα, δεν θα μπορούσε να διοργανωθεί Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης μόνο για άτομα των ειδικών καταλόγων, καθ' ότι κατά την θέση τους θα δημιουργούσε ανισότητα έναντι των υπόλοιπων εκπαιδευτικών. Το ακριβώς αντίθετο θα συνέβαινε αν γινόταν αυτό. Θα αποσοβείτο, ως επιβαλλόταν, η ανισότητα έναντι των ατόμων με αναπηρίες στους ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι βάσει του άρθρου 146(Ι)/2009 ήδη από το 2010 θα έπρεπε να καταλαμβάνουν ποσοστό 10% των θέσεων που πληρώνονταν. Αντ' αυτού, αποφασίστηκε να μην υλοποιηθεί το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης για τα ακαδημαϊκά έτη 2013-2014 και 2014-2015. (βλ. επιστολή/απάντηση ημερομηνίας 12/8/2013 του Διευθυντή Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, ερυθρό 16 στον διοικητικό φάκελο), χωρίς καμία σκέψη ή αναφορά σε υποχρεώσεις που επέβαλλε ο Νόμος 146(Ι)/2009.»
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, ως όφειλε, και κατέληξε πως μετά τη θέση σε ισχύ του Ν.146(Ι)/2009 στις 23.12.2009 και λόγω των επιτακτικών διατάξεων του, η πιο πάνω υποχρέωση οφειλόμενης εκ του Νόμου ενέργειας εκ μέρους της Εφεσείουσας, ήταν συνεχής. Επομένως δεν εγείρετο ζήτημα εκπρόθεσμης Προσφυγής, εφόσον ενόσω η παράλειψη συνεχιζόταν, αυτή θα μπορούσε οποτεδήποτε να είχε προσβληθεί.
Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι είχαν απωλέσει το έννομο συμφέρον τους, με δεδομένο ότι αυτοί κλήθηκαν και παρακολούθησαν το πρόγραμμα όταν αυτό επανεκκίνησε το 2015 και διορίστηκαν ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ως μόνιμοι επί δοκιμασία καθηγητές το 2016 και 2017. Εξέτασε, ως εκ τούτου, κατά πόσο η Προσφυγή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, ως αλυσιτελής.
Κατέληξε πως εφόσον επρόκειτο για συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από το 2010 και εντεύθεν, η οποία διήρκεσε μέχρι το 2015 όταν οι Εφεσίβλητοι κλήθηκαν να παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα, αυτοί είχαν έννομο συμφέρον να την προσβάλουν.
Ως αποτέλεσμα, η Προσφυγή έγινε αποδεκτή, με τη διαπίστωση για συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από το 2010 μέχρι το 2015.
Η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και με την παρούσα Έφεση επιδιώκει την ανατροπή της στη βάση τριών (3) λόγων Έφεσης.
Με τον 1ο λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα προσβάλλει ως εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί συνεχιζόμενης παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας, με την εισήγηση πως, ως προς τούτο, λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους αναστολής του Προγράμματος για κάποιες χρονικές περιόδους, ως και ότι οι Εφεσίβλητοι ήδη υπηρετούσαν σε δημόσια σχολεία (3ος λόγος Έφεσης).
Με τον 2ο λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί την προδικαστική ένσταση της Εφεσείουσας ότι οι Εφεσίβλητοι στερούντο του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος.
Προχωρούμε σε σωρευτική εξέταση των 1ου και 3ου λόγων Έφεσης, ως σχετικοί και αλληλένδετοι μεταξύ τους.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η οργάνωση του Προγράμματος αποτελεί θέμα πολιτικής απόφασης, η οποία λαμβάνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν και οι οποίες δεν μπορούν να κριθούν από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εισηγήθηκε, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους αναστολής του Προγράμματος, ως και το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες του Κράτους, ως και οι εκπαιδευτικές ανάγκες ήταν τέτοιες που δεν καθιστούσαν απαραίτητη τη διοργάνωση του Προγράμματος. Πρόσθετα, δεν λήφθηκε υπόψη ότι οι Εφεσίβλητοι εργάζοντο με σύμβαση στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης από τη σχολική χρονιά 2011-2012 και μέχρι τη μονιμοποίηση τους. Συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Περαιτέρω, καμιά άνιση μεταχείριση δεν έχουν υποστεί οι Εφεσίβλητοι, αφού με την επανέναρξη του Προγράμματος κλήθηκαν να το παρακολουθήσουν, όταν υπήρχαν εκπαιδευτικές ανάγκες.
Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών, υπό το πρίσμα των λόγων ΄Εφεσης (ανωτέρω).
Αποτελεί πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο Προσφυγής η οποιαδήποτε παράλειψη της διοίκησης, αλλά μόνο η παράλειψη που οδηγεί στην έκδοση διοικητικής πράξης (βλ. Δήμος Λάρνακας ν. Mobil Oil Cyprus Ltd (1995) 3 ΑΑΔ, 400).
Περαιτέρω, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο Προσφυγής η παράλειψη του διοικητικού οργάνου να ενεργήσει, και δη να εκδώσει διοικητική πράξη, όταν το ζήτημα αυτό εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια «εντός της σφαίρας της οποίας δεν είναι νοητή παράλειψης οφειλόμενης ενεργείας» (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929-1959), σελ. 243). Απαιτείται όπως η παράλειψη αφορά οφειλόμενη από τις νομοθετικές διατάξεις έκδοση απόφασης από τη διοίκηση κατά δέσμια αρμοδιότητα.
Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σ. Χειμωνίδης ν. Δημοκρατίας (2003) 3 ΑΑΔ 47:
«Παράλειψη διοικητικού οργάνου να εκπληρώσει καθήκον υπόκειται σε αναθεώρηση μόνο όπου αυτή συνίσταται στη μη εκπλήρωση θετικής υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος. Σ' εκείνη την περίπτωση, η αδράνεια ελέγχεται εφόσον η παράλειψη της Διοίκησης την εκτρέπει από το νομοθετημένο καθήκον της. Αυτή είναι η έννοια την οποία ενέχει ο όρος "παράλειψη" στο άρθρο 146.1 του Συντάγματος, γιατί μόνο σ' εκείνη την περίπτωση η παράλειψη είναι αφ' εαυτής παράγωγος εννόμων αποτελεσμάτων και, συνεπώς, εκτελεστή.»
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το εγειρόμενο ζήτημα είναι σαφής, όπως εκτίθεται ανωτέρω, με την οποία συμφωνούμε πλήρως. Για τους λόγους που με σαφήνεια και ευκρίνεια αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, – χωρίς να χρειάζεται να τους επαναλάβουμε – συμφωνούμε πως με την ψήφιση του Ν.146(Ι)/2009, η κλήση των υποψηφίων εκπαιδευτικών για παρακολούθηση του Προγράμματος, συνιστούσε πλέον οφειλόμενη ενέργεια για λήψη μέτρων σε ό,τι αφορά τα άτομα με αναπηρία, κατά δέσμια αρμοδιότητα της Αρμόδιας Αρχής. Συνεπώς, δεν εγείρεται ζήτημα εσφαλμένης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εφόσον οι λόγοι αναστολής του Προγράμματος, οι οικονομικές συνθήκες του Κράτους και οι εκπαιδευτικές ανάγκες, αποτελούν παράγοντες άσκησης διακριτικής ευχέρειας, η οποία, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω. συμφωνούμε πως πρόκειται για συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, στη βάση των επιτακτικών διατάξεων του Ν.146(Ι)/2009 (ανωτέρω), ως και του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου του 2000, (Ν.127(Ι)/2000). Παραθέτουμε αυτούσιο απόσπασμα από την Πρωτόδικη Απόφαση με το οποίο συμφωνούμε, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να προσθέσουμε οτιδήποτε:
«Παρόλα αυτά όμως προκύπτει υποχρέωση οφειλόμενης ενέργειας, της οποίας η τυχόν παράλειψη είναι συνεχιζόμενη, από τις επιτακτικές διατάξεις των Νόμων 146(Ι)/2009, 127(Ι)/2000 και του άρθρου 35 του Συντάγματος. Ο Νόμος 146(Ι)/2009 επέβαλλε τον διορισμό ατόμων με αναπηρία από την θέση του σε ισχύ το έτος 2010, κατά 10% σε κάθε διαδικασία πλήρωσης θέσεων. Η διοίκηση επιβαλλόταν να ενεργοποιηθεί προς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νομοθέτη σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς του ειδικού καταλόγου. Αν στην υποχρέωση αυτή υπήρξε παράλειψη συνεχιζόμενη, οι εκπαιδευτικοί που περιλαμβάνονταν στους ειδικούς καταλόγους μπορούσαν να την προσβάλουν, ενόσω αυτή διαρκούσε και συνεχιζόνταν.
Σύμφωνα με το άρθρο 5(2)(α)(ii) του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου του 2000 (Ν.127(Ι)/2009):
«5(1) ..................................................................................................
(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων του άρθρου 3Β, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει, μεταξύ άλλων-
(α) Τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης με-
(i) ..............................
(ii) τη δημιουργία θέσεων στον κρατικό, ημικρατικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα για πλήρωσή τους αποκλειστικά από άτομα με αναπηρία.».
Σύμφωνα με την παράγραφο 5(4) του ιδίου Νόμου:
(4) Πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή παράλειψη, η οποία συνιστά άμεση ή έμμεση διάκριση έναντι αναπήρου στον τομέα της απασχόλησης, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι τέσσερις χιλιάδες λίρες ή με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές:
Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος:
«Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.»
Καταλήγω βάσει των ανωτέρω, ότι υπήρξε κατά τα έτη 2010-2015 υποχρέωση των καθ' ων η αίτηση να λειτουργήσουν το Πρόγραμμα Προϋπηρεσιακής Κατάρτισης για τους εκπαιδευτικούς που εντάχθηκαν στους ειδικούς καταλόγους και να το πραγματοποιήσουν, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν οι επιτακτικές διατάξεις του Ν.146(Ι)/2009 σε σχέση με τους μελλοντικούς διορισμούς στους οποίους θα έπρεπε σε ποσοστό 10% οι διοριζόμενοι να προέρχονταν από τους εκπαιδευτικούς με αναπηρίες στους ειδικούς καταλόγους. Η υποχρέωση αυτή ήταν συνεχής μετά την θέση σε ισχύ του Νόμου στις 23/12/2009 και ήταν ανεξάρτητη από τις γενικότερες αποφάσεις που λαμβάνονταν μέχρι τότε σε σχέση με την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών από τους μέχρι το έτος 2009 καταλόγους εκπαιδευτικών (πριν δηλαδή τον καταρτισμό ειδικών καταλόγων). Ήταν φανερό πως ο Νόμος 146(Ι/2009 επέβαλλε όπως στους διορισμούς του έτους 2010 και κάθε έτους περιλαμβάνονταν κατά ποσοστό 10% άτομα από τους ειδικούς καταλόγους. Η υποχρέωση της διοίκησης συνίστατο στη λήψη θετικών μέτρων ώστε να υπάρχουν καταρτισμένοι (που να έχουν παρακολουθήσει το Πρόγραμμα) σε ποσοστό 10% των προβλεπόμενων αναγκών και όχι όπως έγινε, να αφήνετο δηλαδή το ζήτημα στο απώτερο μέλλον, επειδή μετρώντας τους καταρτισμένους ήδη εκπαιδευτικούς που περιλαμβάνονταν στους κανονικούς καταλόγους, σε συνάρτηση με τις εκπαιδευτικές ανάγκες, έκριναν ότι δεν υπήρχε «ανάγκη» υλοποίησης Προγράμματος. Ακόμα κι αν διάφοροι λόγοι επέβαλλαν να μην γίνουν διορισμοί κάποια χρόνια, ο καταρτισμός εκπαιδευτικών από τους ειδικούς καταλόγους επιβαλλόταν στα πλαίσια συμμόρφωσης με τις επιτακτικές διατάξεις του Ν.146(Ι)/99, σε ποσοστό 10% των ήδη καταρτισμένων, ώστε να τύχουν και αυτοί διορισμού, σε αυτό το ποσοστό, το πρώτον που θα γίνονταν τέτοιοι διορισμοί μετά το 2010. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και δεν ήταν στην διακριτική τους ευχέρεια αλλά δέσμια αρμοδιότητα, ώστε η παράλειψη ενόσω συνεχίζετο να μπορούσε οποτεδήποτε να προσβληθεί.»
Για όλα τα πιο πάνω οι 1ος και 3ος λόγοι Έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Στα πλαίσια του 2ου λόγου Έφεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας, εισηγήθηκε πως οι Εφεσίβλητοι απώλεσαν το έννομο συμφέρον τους για συνέχιση της Προσφυγής, εφόσον μετά την καταχώριση της και την επανεκκίνηση του Προγράμματος, αυτοί κλήθηκαν να το παρακολουθήσουν. Ως εκ τούτου, με τη διοργάνωση του Προγράμματος από την Αρμόδια Αρχή και την συμμετοχή τους σ’ αυτό, η Προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου.
Δεν συμφωνούμε με αυτή την εισήγηση.
Αποτελεί βασική αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι η λυσιτέλεια, όπως και το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικου μέσου, αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού, οι οποίες θεσπίζονται από το νόμο, συνάπτονται με την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και δεν αναιρούν το δικαίωμα στην παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη (ως αλυσιτελής) διότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον, όταν ο αιτητής δεν θα είχε καμιά ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης, αφού δεν νοείται να ακυρωθεί μια διοικητική απόφαση, προς χάρη προσώπου που δεν έχει κατά νόμω, τίποτε να ωφεληθεί από την ακύρωση αυτή. (βλ. Α. Λουκά ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 213/2019, ημερ. 11.11.2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εφεσίβλητοι κλήθηκαν στις 26.6.2015 να παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα, δηλ. μετά την καταχώριση της Προσφυγής στις 17.4.2015. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από το 2010 και εντεύθεν, μέχρι και το 2015, έτος για το οποίο οι Εφεσίβλητοι κλήθηκαν να παρακολουθήσουν το Πρόγραμμα και παρά την άρση της παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας μετά την καταχώριση της Προσφυγής, οι Εφεσίβλητοι θα διατηρούσαν το έννομο συμφέρον τους, η Προσφυγή δεν θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, ούτε και η δίκη θα καταργείτο, μόνο εάν προέκυπτε κατάλοιπο ζημιάς, την οποία οι Εφεσίβλητοι δυνατόν να διεκδικήσουν (αν αυτή δεν αποκατασταθεί από τη Διοίκηση) με αγωγή στο Πολιτικό Δικαστήριο, βάσει του Άρθρου 146.6. του Συντάγματος.
Όπως είναι νομολογημένο, η δίκη καταργείται όταν η διοικητική πράξη λήξει, χωρίς να παραμένουν συνέπειες διοικητικής φύσεως. Με βάση το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος, ακυρωτική απόφαση της προσβαλλόμενης πράξης, απόφασης ή παράλειψης από το Δικαστήριο, είναι αναγκαία προϋπόθεση για αξίωση εύλογης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας, εάν δεν ικανοποιηθεί η αξίωση του αιτητή από τη Διοίκηση. Σε περίπτωση που διοικητική πράξη ή παράλειψη λήξει, αλλά παραμένουν δυσμενείς επιπτώσεις ή ο αιτητής έχει υποστεί ζημιά, ο αιτητής συνεχίζει να έχει έννομο συμφέρον και η δίκη δεν καταργείται. Το Δικαστήριο αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δεν εξετάζει την έκταση της ζημιάς, αλλά ερευνά αν εκ πρώτης όψεως παραμένει ζημιά ή βλάβη, για να αποφασίσει αν η δίκη καταργείται ή συνεχίζεται (βλ. Αφρόκηπος Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 3 ΑΑΔ 281 και Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Σάββα (2006) 3 ΑΑΔ 439).
Ως εκ τούτου, ό,τι παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο έχει προκύψει κατάλοιπο ζημιάς για τους Εφεσίβλητους.
Η απάντηση είναι σαφώς θετική. Το γεγονός ότι οι Εφεσίβλητοι στερήθηκαν της ευκαιρίας να συμμετάσχουν στο Πρόγραμμα κατά τα έτη 2010 μέχρι 2015 και με δεδομένο ότι α) κατά τη διάρκεια αυτών των ετών κλήθηκαν εκπαιδευτικοί της ειδικότητας των Εφεσίβλητων για να συμμετάσχουν στο Πρόγραμμα και από τους ειδικούς καταλόγους, αλλά και ότι β) διορίστηκαν εκπαιδευτικοί της ειδικότητας των Εφεσίβλητων για κάποια έτη και από τους ειδικούς καταλόγους, (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι οι Εφεσίβλητοι στερήθηκαν της δυνατότητας να διοριστούν σε μόνιμη θέση ενωρίτερα. Αυτό συνεπάγεται, ενδεχομένως, απώλεια αρχαιότητας για σκοπούς προαγωγής, μισθολογικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, προοπτικών υπηρεσιακής ανέλιξης και ωρών διδασκαλίας. Πρόκειται για εκ πρώτης όψεως ζημιογόνες και δυσμενείς συνέπειες για τους Εφεσίβλητους, για τις οποίες πιθανόν να προκύπτει γι’ αυτούς θέμα αποζημιώσεων, με βάση το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος.
Διευκρινίζουμε πως, σε σχέση με όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσίβλητων εισηγήθηκε περί περαιτέρω οικονομικών ζημιών των Εφεσίβλητων, οι οποίες κατ’ ισχυρισμό συνδέονται άμεσα και αιτιωδώς με την προσβαλλόμενη παράλειψη της Εφεσείουσας, εναπόκειται στους Εφεσίβλητους να τεκμηριώσουν την έκταση της ζημιάς τους, στα πλαίσια αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Για όλα τα πιο πάνω και ο 2ος λόγος Έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα, η Έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται προς όφελος των Εφεσίβλητων και σε βάρος της Εφεσείουσας, έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει).
Τ. ΨΑΡΑ – ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Α.Λ.Ο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο