ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.157/21)
23 Μαρτίου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΙΟΛΙΚΗ ΑΚΤΗ ΛΤΔ,
Εφεσείοντες,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ:
1.ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,
2.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ,
Εφεσιβλήτων.
_________________
Κ. Κακουλλή (κα), για Chrysses Demetriades and Co LLC, για τους Εφεσείοντες
Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Δικαστή Ψαρά-Μιλτιάδου.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η καταχωρηθείσα πρωτοδίκως Προσφυγή 1382/17 είχε ως αιτούμενες θεραπείες τις εξής:
«Α.Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η συνεχιζόμενη παράλειψη της Καθ’ ης η Αίτηση 1 να υπογράψει και/ή εκτελέσει και/ή καλέσει τους Αιτητές προς υπογραφή Συμφωνίας Παροχής Επιδότησης αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι άκυρη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος και ό,τι παραλείφθηκε πρέπει να εκτελεστεί.
Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να απαντήσουν στις επιστολές και/ή αναφορές των Αιτητών ημερομηνίας 25.8.2015, 29.10.2015, 5.11.2015, 9.3.2016, 13.10.2016, 8.12.2016, 22.5.2017 και 14/07/2017 είναι άκυρη και στερημένη εννόμου αποτελέσματος και ό,τι παραλείφθηκε πρέπει να εκτελεστεί.»
Το ιστορικό της υπόθεσης είναι μακρύ. Θεωρούμε ότι πρέπει να περιοριστούμε στα εξής κομβικά στοιχεία:
Οι Νόμοι που είναι σχετικοί με την παρούσα υπόθεση είναι, ο περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμος του 2003 (Ν.33(I)/2003) και στη συνέχεια ο περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμος του 2013, Ν.112(Ι)/2013 που τον αντικατέστησε («ο Νόμος»).[1] Ειδικά ενδιαφέρουν το Άρθρο 4 του Ν.33(Ι)/2003 και το Άρθρο 12 του Ν.112(Ι)/2013 με τα οποία συστάθηκε η Εφεσίβλητη Επιτροπή.
Σύμφωνα δε με το Άρθρο 3, σκοπός του Νόμου είναι η προώθηση και η ενθάρρυνση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Κάτω από τις πρόνοιες του Ν.33(Ι)/2003 εξαγγέλθηκε από τους Εφεσίβλητους 1 Σχέδιο Χορηγιών για Ενθάρρυνση της Ηλεκτροπαραγωγής από Μεγάλα Αιολικά Συστήματα (2012) και κάτω από αυτό το πλαίσιο, οι Εφεσίβλητοι 1 παρείχαν την προκαταρκτική τους έγκριση την οποία και κοινοποίησαν στους Εφεσείοντες στις 28.2.14 (με γραπτή επιστολή) στην οποία τίθεντο προϋποθέσεις-όροι, τους οποίους οι Εφεσείοντες ικανοποίησαν στις 29.6.15.
Ακολούθησαν διάφορες διαδικασίες και οι Εφεσείοντες κάλεσαν με αλλεπάλληλες επιστολές τους Εφεσίβλητους για την υπογραφή Συμφωνίας Παροχής Επιδότησης η οποία τελικά δεν συντελέσθη, εφόσον, κατά τους Εφεσίβλητους, το καθεστώς στήριξης στα πλαίσια του οποίου υποβλήθηκε η αίτηση, είχε καταργηθεί, προτού οι Εφεσείοντες υποβάλουν τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η δε ανάκληση της έγκρισης κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ.27.3.19, η οποία και αποτελεί αντικείμενο άλλης Προσφυγής υπ’ αρ.859/19 (και άλλης Έφεσης Ε.Δ.Δ.61/23, εκκρεμούσης στο Διοικητικό Εφετείο), οι οποίες είχαν αποσυνδεθεί πρωτοδίκως για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα Έφεση.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απασχόλησαν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, για τη φύση των αιτούμενων θεραπειών, ενταγμένες στο όλο πλαίσιο των δεδομένων της υπόθεσης.
Ο ευπαίδευτος Δικαστής στην εκκαλούμενη απόφαση, διαχώρισε την έγκριση της αίτησης ως πράξη δημοσίου σκοπού και φύσεως πλην όμως θεώρησε ότι η μη υπογραφή της Συμφωνίας (Θεραπεία Α) κείται εκτός της σφαίρας του Δημοσίου Δικαίου. Αφού παρέθεσε τη σχετική νομολογία κατέληξε ως εξής:
«Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι, η αιτήτρια, με τη θεραπεία Α της Προσφυγής Αρ. 1382/2017, δεν προσβάλλει παράλειψη έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης, αλλά παράλειψη ενέργειας που έπεται της έγκρισης χορήγησης κρατικής επιχορήγησης και προς εφαρμογή της, ήτοι, κατ' ουσία, προσβάλλεται παράλειψη εφαρμογής της (εκτελεστής) διοικητικής πράξης, την οποία έλαβε η αιτήτρια από την Επιτροπή. Η απραξία ή παράλειψη της διοίκησης, μάλιστα, όπως συντάξει και υπογράψει τη Συμφωνία, κείται, ως υποδεικνύει η σχετική, κρίνω, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως πράξη που έπεται της απόφασης έγκρισης (η οποία, υπενθυμίζω, δόθηκε κατόπιν σύγκρισης με άλλες αιτήσεις), εκτός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Ως αναφέρθηκε σχετικά και στην GEORGE P. ZACHARIADES LTD. v. THE REPUBLIC OF CYPRUS, THROUGH 1. THE DEPARTMENT OF WATER DEVELOPMENT, 2. THE CHAIRMAN OF THE TENDER BOARD[2]:
«What is in dispute is whether the steps to be taken after the award of the contract and leading up to its execution are within the realm of private law or are a. continuation of the aforementioned composite administrative action and are, therefore, within the realm of public law.
In the light of case-law such as Medcon Construction. v. The Republic, (1968) 3 C.L.R. 535, 545, Kounnas and Sons Ltd. v The Republic, (1972) 3 C.L.R. 542, 546 and Matsoukas v. The Republic, (1984)3 C.L.R. 1443, 1452, 1453, lam of the view that, in the present instance, the administrative action in the realm of public law was concluded by the award of the contract to the interested party and that the steps to be taken pursuant to such award come within the realms of private law, and are outside the ambit of the jurisdiction of this Court under Article 146 of the Constitution.
I am reinforced in this view by the decisions of the Council of State in Greece in cases No.1265/1964 and 1296/1965; and it is to be observed, in relation to the reference in the decision of the Council of State in Greece in case 1265/1964 to Articles 83 and 86 of the Greek Constitution of 1952, that the jurisdiction of the Council of State under Article 83(c) of the Greek Constitution of 1952 (to which corresponds Article 95(1) (a) of the Greek Constitution of 1975) is analogous to the jurisdiction of this Court under Article 146 of our Constitution, whereas this Court does not possess the jurisdiction to deal with the substance of an administrative dispute as envisaged by Article 86 of the Greek Constitution of 1952 (to which corresponds Article 94 of the Greek Constitution of 1975):
I am, therefore, of the opinion that the matters to which the application for a provisional order relates are outside the ambit of the jurisdiction of this Court under Article 146 and for this reason the application for a provisional order has to be dismissed.»
Σημειώνεται ότι, στην Ελλάδα, οι σχετικές δικαιοδοτικές ρυθμίσεις είναι διαφορετικές....»
Παρόμοια προσέγγιση διατύπωσε ο ευπαίδευτος Δικαστής και σε σχέση με το παρακλητικό Β ως εξής:
«Ούτε η θεραπεία Β της Προσφυγής Αρ. 1382/2017, κρίνω συνεπαγόμενα στα ανωτέρω, δύναται να αποδοθεί από το εδώ Δικαστήριο. Η αιτήτρια έχει, βεβαίως, τελικώς λάβει, έστω αργοπορημένα, απάντηση στις επιστολές της, οι οποίες καταγράφονται στη θεραπεία Β της Προσφυγής της Αρ. 1382/2017, ήτοι αυτές των ημερομηνιών 25.8.2015, 29.10.2015, 5.11.2015, 9.3.2016, 13.10.2016, 8.12.2016, 22.5.2017 και 14/07/2017, με την επιστολή της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 27.3.2019. Ωστόσο, με (όλες) τις εν λόγω επιστολές της η αιτήτρια δεν ζητούσε την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, εν τη εννοία του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, ούτε, πόσο μάλλον, ενέργειες που να εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, ως αποφασίστηκε ανωτέρω στην παρούσα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην κέκτειται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί τέτοιας παράλειψης στα πλαίσια του Άρθρου 29.2 του Συντάγματος. Το ζήτημα δημιουργίας ενδεχόμενης ζημίας στην αιτήτρια ελέω της καθυστέρησης λήψης απάντησης στις επιστολές της από την Επιτροπή, ενδεχομένως, χωρίς να αποφαίνομαι περί τούτου και πάλιν να αφορά τα πολιτικά δικαστήρια.»
Τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν ήσαν δύο:
Ποια είναι η φύση της πράξης έγκρισης και η φύση της ενέργειας της άρνησης της υπογραφής της Συμφωνίας. Και κατά πόσον καθίσταται υποχρεωτικά θετική η ενέργεια της Διοίκησης, ώστε η παράλειψη να θεωρηθεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Έχουμε μελετήσει τους δύο λόγους έφεσης που άπτονται της κρίσης επί των πιο πάνω ερωτημάτων και των δύο παρακλητικών της προσφυγής, καθώς και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών έθεσαν προς εξέταση από εμάς.
Με όλο τον σεβασμό στον Πρωτόδικο Δικαστή και στους συνηγόρους των δύο πλευρών, αυτό που έπρεπε να γίνει εξ αρχής και πρωτίστως ήταν η εξέταση της συνέχισης της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος προώθησης της προσφυγής αφού εν τω μεταξύ είχε εκδοθεί πλέον – μεταγενέστερα της καταχώρησης της προσφυγής – απόφαση με την οποία ανακαλείτο η ως άνω έγκριση. Όπως είναι νομολογημένο, η εξέταση για το έννομο συμφέρον προηγείται ακόμη και της κρίσης για την αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία (βλ. Πανεπιστημίου Κύπρου ν. Κοινοπραξίας Φυσικών και Νομικών Προσώπων Αντωνίου κ.ά., Α.Ε.139/2012, 8.6.18 και Παπαδόπουλος Χαρίλαος κ.ά. ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ.1).
Η πιο πάνω ενέργεια της διοίκησης (επιστολή ημερ.27.3.19), ας μας επιτραπεί η έκφραση, «μετασχηματοποίησε το τοπίο» πλέον σε κάτι διαφορετικό και καθιστούσε αναγκαία την εξέταση της συνέχισης ή μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος για την προγενέστερη προσφυγή, ήτοι την Προσφυγή 1382/17. Θυμίζουμε ότι η ανάκληση της έγκρισης προσβλήθηκε με την Προσφυγή 859/19 και είχε ως αποτέλεσμα πρωτοδίκως την ακύρωση της πράξης λόγω της μη ύπαρξης αιτιολογίας. Η ακυρωτική αυτή απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 7.4.23 είναι αντικείμενο της Ε.Δ.Δ.61/23 η οποία και εκκρεμεί στο Διοικητικό Εφετείο. Η ανάκληση, η οποία θα τύχει τελεσίδικης απόφασης από το Εφετείο, ως πράξη η οποία συνετελέσθη τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούσε να μην επηρεάσει το έννομο συμφέρον της προγενέστερης προσφυγής που αφορούσε στην ουσία προκαταρκτικές πράξεις της ανάκλησης. Αυτό ισχύει για το Παρακλητικό Α, αφού η μη υπογραφή της σύμβασης ήταν, εν τοις πράγμασι, προκαταρκτικό στάδιο για την ανάκληση της έγκρισης της χορηγίας.
Δεν θα μπορούσαν, κατά την κρίση μας, οι πράξεις αυτές να αποσυνδεθούν όπως τα πράγματα εξελίχθησαν.
Η ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος ή η συνέχιση της ύπαρξής του σε όλα τα στάδια της δίκης, περιλαμβανομένης της έφεσης, είναι θεμελιώδης για τη διοικητική δίκη και, όπως πολλάκις έχει τονιστεί, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. (Βλ. Παρτζίλης Άντης ν. Βαρνάβα Κυριαζή κ.ά. (2007) 3 Α.Α.Δ.465 και Βραχίμης Ι. Χατζηχάννας v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΕΔΥ, Ε.Δ.Δ.4/21, 24.10.25).
Συνεπώς, αν και ετέθη πρωτοδίκως το θέμα, ο ευπαίδευτος Πρωτόδικος Δικαστής δεν ασχολήθηκε με αυτή την πτυχή ενώ η Δημοκρατία δεν επανέφερε το θέμα στην έφεση. Όμως θεωρούμε ότι η εξέταση του είναι αναγκαία ως θέμα δημοσίας τάξης. Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, το Παρακλητικό Α προωθήθηκε και αποφασίστηκε ενώ οι Εφεσείοντες στερούνται εννόμου συμφέροντος ενόψει της μεταγενέστερης ανάκλησης της έγκρισης. Βεβαίως δεν αγνοούμε ότι η ανάκληση αυτή έχει ακυρωθεί και το θέμα είναι ακόμα ανοιχτό στο Εφετείο, ωστόσο τα πράγματα δεν αλλάζουν ως προς την απουσία εννόμου συμφέροντος για το Παρακλητικό Α. Συνεπακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη σε σχέση με το Παρακλητικό Α (πρώτος λόγος έφεσης).
Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει για το Παρακλητικό Β αφού στην ουσία του πράγματος αυτό που οι Εφεσείοντες επεδίωκαν με τις επιστολές τους να απαντηθεί ήταν σε σχέση με την πορεία της έγκρισης της αίτησής τους – την οποία το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέταξε ως πράξη δημοσίου δικαίου (και αυτό δεν αμφισβητείται). Συνεπώς, δεν συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο Πρωτόδικο Δικαστή πως η προσπάθεια εκμαίευσης απάντησης κάτω από το πρίσμα του Άρθρου 29 του Συντάγματος[3] δεν μπορούσε να πετύχει. Δεδομένου μάλιστα ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η έγκριση της αίτησης είναι διοικητική πράξη. Αυτό συνδέεται με το Άρθρο 29 καθότι ακριβώς αφορά εκτελεστή διοικητική πράξη και υπό αυτή την έννοια λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο οριοθέτησε την κρίση του στη μη υπογραφή συμφωνίας.
Εύστοχα και γλαφυρά συνοψίζονται οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την εφαρμογή του Άρθρου 29 του Συντάγματος, στο Σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαΐδη «Το Έννομο Συμφέρον στην Προσφυγή του Άρθρου 146 του Συντάγματος», Έκδοση 2026, Σελ.33 και 34, ως εξής:
«Η παράλειψη της αρμόδιας αρχής να απαντήσει σε αίτημα ή παράπονο που άπτεται της άσκησης εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, νοουμένου ότι το αντικείμενο του αιτήματος εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου δικαίου και αναφέρεται στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής αρμοδιότητας, θα αποτελούσε δηλαδή εκτελεστή διοικητική πράξη και νοουμένου ότι η αιτούμενη απάντηση βρίσκεται εντός της δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Το Άρθρο 29 του Συντάγματος δεν επεκτείνει τη δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.»
Όπως δε τονίζεται στη σελ.35:
«Η γνωστοποίηση της απάντησης εξαφανίζει το δικαίωμα προσφυγής και σε περιπτώσεις όπου η απάντηση δόθηκε μετά την καταχώρηση προσφυγής η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου, εκτός αν υπήρξε ζημιογόνο αποτέλεσμα για τον διοικούμενο, οπότε το δικαίωμα συνέχισης της διατηρείται. Με την απάντηση εκπληρώνεται η υποχρέωση της διοίκησης.
Αν ο ενδιαφερόμενος προχωρήσει βάσει του Άρθρου 146 επί της ουσίας του θέματος για το οποίο δεν έλαβε απάντηση, δεν συνεχίζει να διατηρεί το απαιτούμενο από την παράγραφο 2 του Άρθρου 146 ενεστώς έννομο συμφέρον και συνεπώς δεν δικαιούται σε χωριστή απόφαση του δικαστηρίου αναφορικά με την παράλειψη συμμόρφωσης της διοίκησης με τις πρόνοιες του Άρθρου 29, εκτός αν, ως αποτέλεσμα της ρηθείσας παράλειψης υπέστη υλική ζημία, η οποία θα του έδιδε το δικαίωμα να απαιτήσει θεραπεία σύμφωνα με την παράγραφο 6 του Άρθρου 146, μετά την εξασφάλιση απόφασης βάσει της παραγράφου 4 του ίδιου Άρθρου.»
(Βλ. σχετικά Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.67 και Σακκά ν. ΚΥΣΑΤΣ, Ε.Δ.Δ.98/17, 6.12.23).
Σχετικά επίσης με το Άρθρο 29 του Συντάγματος είναι τα Άρθρα εκ του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999, δηλαδή τα Άρθρα 33-37.
Εν προκειμένω έχουν σημασία τα κάτωθι:
(α) Οι Εφεσίβλητοι απάντησαν στις ρηθείσες επιστολές, μετά την καταχώρηση της Προσφυγής, με την επιστολή ημερ. 27.3.19 με την οποία συνετελέσθη η ανάκληση.
(β) Οι Εφεσείοντες προχώρησαν επί της ουσίας του θέματος αφού καταχώρησαν Προσφυγή επί της ανάκλησης.
Τα δυο πιο πάνω σημεία θα καθιστούσαν την Προσφυγή και στο σημείο Β άνευ αντικειμένου και ως λογική συνέπεια την απόρριψη της Έφεσης. Όμως οι Εφεσείοντες επικαλούνται κατάλοιπο ζημίας από ενέργειες που αναγκάστηκαν να αναλάβουν για να προετοιμαστούν για την υλοποίηση της επιδότησης σε συνάρτηση με τον χρόνο που υφίστατο παράλειψη απάντησης από τη διοίκηση. Ενδεικτικά, η κα Κακουλλή κατά την ακρόαση επανέλαβε δικογραφημένους ισχυρισμούς ως εξής: «… για 43 μήνες οι Εφεσείοντες πλήρωναν ενοίκια στο κράτος και στο Τμήμα Δασών, έξοδα για τραπεζική εγγύηση είναι €170.000 που πληρώθηκαν σε αυτό το χρονικό διάστημα που δεν τους έλεγαν ξέρετε ανακαλέσαμε την έγκριση, δεν υπάρχει ειδοποίηση εφεσίβλητου και δεν έκρινε το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει κατάλοιπο.»
Όπως είναι γνωστόν, ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης αναφορικά με το κατάλοιπον ζημίας είναι η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση τέτοιου κατάλοιπου (βλ. Αγγελίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2019) 3 Α.Α.Δ.95).
Κρίνουμε ότι το κατάλοιπο ζημιάς καταδεικνύεται με αποτέλεσμα τη διάσωση του αντικειμένου της Προσφυγής και της Έφεσης για το Παρακλητικό Β (δεύτερος λόγος Έφεσης).
Συνακόλουθα, είναι το συμπέρασμά μας πως υπήρχε έρεισμα στο Παρακλητικό Β κατά τον χρόνο έγερσης της Προσφυγής εφόσον οι Εφεσείοντες κατέδειξαν κατάλοιπο ζημιάς.
Η Έφεση επιτυγχάνει ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης και κατ’ επέκταση το Παρακλητικό Β της Προσφυγής. Συνεπώς μέρος της προσφυγής επιτυγχάνει και εκδίδεται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Εφεσιβλήτων να απαντήσουν ως άνω, ήταν άκυρη και ό,τι παραλείφθηκε θα έπρεπε να είχε εκτελεσθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας[4].
Ως προς τα έξοδα, η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα ακυρώνεται. Έχοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της Προσφυγής και της Έφεσης, τα συνολικά έξοδα της Έφεσης και της Προσφυγής, εκ ποσού €3.500, πλέον ΦΠΑ (εάν υπάρχει) επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων και εναντίον των Εφεσιβλήτων.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Σ.Θ.
[1] Σημειώνεται πως και ο τελευταίος Νόμος 112(Ι)/2013 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμο του 2022 (Ν. 107(I)/2022).
[2] (1997) 3 C.L.R.68
[3] «Άρθρο 29. 1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ’ άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν’ απαιτήση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει ενός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.
2. Εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν’ αγάγη ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού.»
[4] Κούλλουρου ν. Δήμου Μέσα Γειτονιάς (1991) 4 Α.Α.Δ.1764
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο