ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64.
(ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2/2026)
(ΤΥΠΟΣ Γ)
26 Μαρτίου, 2026
[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022
-ΚΑΙ-
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023
-ΚΑΙ-
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΙΑΤΡΩΝ, ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019
-ΚΑΙ-
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11/12/2025
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
________________
Θ. Κορφιώτης, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ και Ν. Θεοδώρου για Ν. Θεοδώρου & Σία ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.
Γ. Γεωργιάδης με Ειρ. Νικήτα (κα), για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.
___________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, [1] με την οποία ακυρώθηκε στο σύνολο της η εφετειακή κρίση στην Τάσος Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Ε.Δ.Δ. 196/19, ημ. 26.9.24, το Διοικητικό Εφετείο προχώρησε σε επανακρόαση της έφεσης εκδίδοντας απόφαση την 11.12.25, παραμερίζοντας την πρωτόδικη ετυμηγορία στην Προσφυγή 158/19 που είχε καταχωρίσει κατά των Αιτητών το Ενδιαφερόμενο Μέρος, οφθαλμίατρος Τάσος Γεωργίου («η Προσφυγή»).
Υπενθυμίζουμε ότι η Προσφυγή αμφισβητούσε την ομόφωνη καταδίκη και κατά πλειοψηφία ποινή που επέβαλε στο Ενδιαφερόμενο Μέρος το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών («το Πειθαρχικό Συμβούλιο») στις τέσσερεις κατηγορίες που είχαν προσαφθεί στο Ενδιαφερόμενο Μέρος για επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την κατ’ έφεση ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης στην Αγωγή 2693/07 («η Αγωγή») [2] - την οποία είχε υποβάλει το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατά τριών ιατρών, Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου σε σχέση προς τη διενέργεια κλινικής έρευνας και τη χρήση ακτίνων λέιζερ για θεραπεία οφθαλμικών παθήσεων - κατέστη κεντρικό στοιχείο συζήτησης κατά την ακρόαση στο Διοικητικό Εφετείο, το αν η εξέλιξη αυτή επέφερε καταλυτικά παρεπόμενα στην έναρξη και συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας.
Τούτο, διότι, σύμφωνα με το επιχείρημα, η απόφαση επί της Αγωγής, η οποία ίσχυε κατά τους κρίσιμους χρόνους αφού δεν είχε ακόμη ανατραπεί, έτυχε αναφοράς στο Πόρισμα/Τεκμήριο 2 («το Πόρισμα») που στην πορεία οδήγησε στην πειθαρχική δίωξη.
Το Διοικητικό Εφετείο, εξετάζοντας κατά προτεραιότητα τον λόγο έφεσης 2 (αιτιολογία 4), [3] έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή εμφανίζεται να κατείχε δεσπόζουσα θέση στο Πόρισμα για την αξιοπιστία και τη συμπεριφορά του Εφεσείοντα και των καταγγελλόντων, και πως, εξαιτίας της μετέπειτα απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έναρξη της πειθαρχικής δίωξης έπασχε, όπως και η επακόλουθη σύνταξη του κατηγορητηρίου, με παρεπόμενο να συμπαρασυρθούν σε ακυρότητα οι τελικές επίδικες αποφάσεις και η πειθαρχική διαδικασία.
Με βάση τα ανωτέρω, και κατ’ επίκληση του Άρθρου 9(2)(γ) του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 33/64 («ο Ν.33/64»), [4] οι Αιτητές ζητούν την παρεμβολή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου αναφορικώς προς τέσσερα [5] θέματα που προτάσσονται ως νομικά και τα οποία, κατά την Αίτηση, ανακύπτουν από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Τούτα συνδέονται, κατά τη θέση, με την ορθή ερμηνεία νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων καθώς και με διαφοροποίηση από πάγια νομολογία.
Ειδικότερα, τα ζητήματα που προβάλλονται στην Αίτηση αφορούν: (α) στην ερμηνευτική του Άρθρου 46(2) του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/99 («ο Ν.158(Ι)/99»), [6] για το αν διαπιστωθείσα από αρμόδιο Δικαστήριο πραγματική πλάνη διοικητικού οργάνου δύναται να οδηγήσει σε ακυρότητα διοικητικής πράξης, έστω και αν δεν υπάρχει δικαστική κρίση επί της ουσιώδους φύσης της πλάνης·(β) στη διαφοροποίηση του Διοικητικού Εφετείου από την πάγια νομολογία κατά την οποία, μόνο ουσιώδης πλάνη περί τα πράγματα του διοικητικού οργάνου επιφέρει ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης·[7] (γ) στη διαφοροποίηση από τη νομολογία ως προς τα στοιχεία που δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο νομιμότητας διοικητικής πράξης και, συνακολούθως, κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, σε συνάρτηση προς τη νομολογιακή αρχή ότι κρίσιμα είναι τα γεγονότα που βρίσκονταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης·[8] και (δ) στην ερμηνεία του Κανονισμού 41.13(5) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας [9] και του (τηρουμένων των αναλογίων), εφαρμοζόμενου Κανονισμού 3(1) του Περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικού Κανονισμού 6/25, εν σχέσει προς την οριοθέτηση της ακρόασης της έφεσης εντός των λόγων έφεσης που δικογραφούνται στο εφετήριο.
Μελετήσαμε με την απαιτούμενη προσοχή όσα μας τέθηκαν, έχοντας κατά νουν και την εμπεδωμένη, πλέον, νομολογία η οποία επεξηγεί την ουσία και φύση των συναφώς εφαρμοζόμενων προνοιών του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64. [10]
Σε ό,τι αφορά στο πρώτο θέμα, κρίνουμε πως δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64, αφού το Διοικητικό Εφετείο δεν ασχολήθηκε ευθέως και ειδικώς με το προτεινόμενο Άρθρο 46(2) του Ν.158(Ι)/99. Η αναφορά, στην ρύμη των συλλογισμών του, σε πτυχές πλάνης ή πεπλανημένης αντίληψης, δεν μπορεί να θεμελιώσει ένταξη του θέματος τούτου στις απαιτήσεις του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64, μια και κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με απόδοση στο Διοικητικό Εφετείο ενέργειας στην οποία δεν προέβη ρητώς.
Για το δεύτερο θέμα, αποφαινόμαστε ότι τούτο σαφώς είναι που παραπέμπει στην ορθότητα τής επί τούτου απόφασης του Διοικητικού Εφετείου και όχι πάντως, ως εκ της διατύπωσης και περιεχομένου του, σε ζήτημα διαφοροποίησης από πάγια νομολογία. Επομένως, εκφεύγει της δικαιοδοτικής εμβέλειας του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64 (Αναφορικά με την Αίτηση των Κωνσταντίνου και Άλλων, Αίτ. Αρ. 6/25, ημ. 29.9.25).
Για το τέταρτο θέμα, δεν προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των υποδεικνυόμενων Κανονισμών, αφού το περιεχόμενο τους δεν δημιουργεί εδώ ανάγκη ερμηνευτικής αποσαφήνισης. Ό,τι φαίνεται να τίθεται, αφορά στην ορθότητα εφαρμογής των κανονιστικών προνοιών από το Διοικητικό Εφετείο περί εξέτασης λόγων έφεσης, κατατάσσοντας το έτσι εκτός δικαιοδοτικών παραμέτρων του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64. Περαιτέρω, δεν αναφύεται ότι το Διοικητικό Εφετείο κλήθηκε να ερμηνεύσει σχετικώς τις εν λόγω κανονιστικές πρόνοιες.
Τα τρία προειρημένα θέματα δεν μπορούν λοιπόν να γίνουν αποδεκτά.
Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει για το τρίτο θέμα. Πιο συγκεκριμένα, καταλήγουμε πως εγείρεται προς απόφαση από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64, νομικό θέμα, το οποίο παράγεται από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, συναρτώμενο προς τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ήτοι:
Το κατά πόσον, κατά τον έλεγχο νομιμότητας διοικητικής πράξης και, κατ’ επέκταση, κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, δύνανται να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα γεγονότα ή στοιχεία, ως εν προκειμένω, τα οποία δεν βρίσκονταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης, χωρίς μάλιστα ανάλογη τροποποίηση του φερόμενα αφορώντος λόγου έφεσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Αίτηση εγκρίνεται και παραχωρείται η σχετική άδεια. Η Αίτηση για παροχή άδειας, να θεωρηθεί ως η κυρίως Αίτηση. Τα έξοδα επιφυλάσσονται. Θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως Αίτησης.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/μκε
[1] Αναφορικά με την Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Αρ, Αίτ. 2/26, ημ. 4.6.25.
[2] Αυτό, συνέβη στην Τάσος Γεωργίου ν. Φιλίππου και Άλλων, Π.Ε. 260/15, ημ. 11.9.24.
[3] «[Δεύτερος Λόγος] Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του ευρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πράγματα και/ή προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή τους στο νόμο και/ή εσφαλμένα έκρινε πως η πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή και/ή Νομότυπη.
[...].
4. Σε συνέχεια των πιο πάνω, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη πως το Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού, αφορά παράθεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε αγωγή την οποία ήγειρε ο ίδιος ο Αιτητής/Εφεσείων εναντίον τριών ιατρών, που είναι οφθαλμίατροι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου, για δυσφήμιση εναντίον του και η οποία ως είναι αδιαμφισβήτητο ουδεμία σχέση [έχει] με την εν λόγω πειθαρχική διαδικασία. Η αγωγή απορρίφθηκε αλλά η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αφού έχει εφεσιβληθεί και παραμένει υπό εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκτός του ότι το πειθαρχικό δεν θα μπορούσε να χειριστεί γεγονότα μιας μη τελεσίδικης απόφασης ως μαρτυρία για αντιδεοντολογική συμπεριφορά, το αντικείμενο της προαναφερόμενης αγωγής και συνεπώς του πορίσματος το οποίο καταπιάστηκε με το πιο πάνω θέμα, ουδόλως σχετίζεται με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση».
[4] Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο:
«[…] (γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων την απόφαση του Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας [...]».
[5] Στην Αίτηση, τα θέματα αυτά προσδιορίζονται υπό στοιχεία (α-ε), πλην όμως στο στάδιο των αγορεύσεων, οι Αιτητές απέσυραν το θέμα (δ), με συνέπεια την ανάλογη αναρρύθμιση τους από εμάς για πρακτικούς σκοπούς.
[6] «Πλάνη
46.-(1) Αν η διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, ενεργεί με πλάνη περί τα πράγματα.
(2) Αν η πλάνη έχει επηρεάσει την απόφαση του διοικητικού οργάνου, είναι ουσιώδης και καθιστά την πράξη παράνομη.
(3) Η αξιολόγηση και εκτίμηση αντιφατικών μεταξύ τους αποδεικτικών και άλλων στοιχείων του διοικητικού φακέλου και η επιλογή ορισμένων από αυτά στα οποία βασίστηκε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η διοίκηση δε συνιστούν πλάνη, εφόσον η επιλογή ήταν για τη διοίκηση λογικά επιτρεπτή».
[7] Οι Αιτητές παραπέμπουν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥΣΑΤΣ) ν. Παπαγεωργίου, Ε.Δ.Δ. 32/20, ημ. 11.12.24, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/14, ημ. 1.11.21, ECLI:CY:AD:2021:C493, Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 3) (2013) 3 Α.Α.Δ. 546, Ιωάννου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (2012) 3 Α.Α.Δ. 86, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 583, Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 863, Τουμαζής ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 408, Γαλανού ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 43, Παπαϊωάννου και Άλλων (Αρ. 2) ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 713, Christodoulidou v. Republic (1966) 3 C.L.R. 887.Δέστε προσέτι, Δημοκρατία ν Μαυρομμάτη και Άλλου (1991) 3 Α.Α.Δ. 543, 558-560.
[8] Οι Αιτητές προτάσσουν για το ζήτημα αυτό, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις K & P Liquor Store Ltd v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας και Άλλων , Ε.Δ.Δ. 65/18, ημ. 15.3.24, Ράφτη και Άλλων ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335 και Ρούσος ν. Ιωαννίδη και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549. Δέστε επίσης, ενδεικτικώς, Σάββα ν. Δημοκρατίας (2018) 3 Α.Α.Δ. 160, Κούτσιου ν. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 457.
[9] «41.13. Ακρόαση εφέσεων [...] (5) Κατά την ακρόαση της έφεσης, διάδικος δεν δύναται να στηριχτεί σε θέμα το οποίο δεν περιέχεται στην ειδοποίηση έφεσής του, εκτός αν το Εφετείο δώσει άδεια».
[10] Δέστε την Αναφορικά με την Αίτηση της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση 1/26, ημ. 4.3.26, όπου υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν σχετικώς στην Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Αίτηση Αρ. 2/23, ημ. 31.1.24:
«[...] Το Άρθρο 9(2)(γ) είναι ιδιαίτερου χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τα αμέσως προηγούμενα εδάφια του Νόμου - τις περιπτώσεις δηλαδή παραπομπής ζητήματος αντισυνταγματικότητας (Άρθρο 9(2)(α)) και έφεσης παραπεμφθείσας υπό του Εφετείου (Άρθρο 9(2)(β)) - αφορά στην εκδίκαση σε τρίτο και τελευταίο βαθμό επί νομικών θεμάτων που προκύπτουν από απόφαση πλέον του Εφετείου, κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως. Ως εκ τούτου, το γεγονός της εκδίκασης ήδη σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προϋποθέτει την ανάγκη εξασφάλισης άδειας από το ίδιο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί σε τρίτο βαθμό της υπόθεσης, νοουμένου πάντα ότι βρίσκεται ενώπιον νομικών θεμάτων τα οποία, επιπρόσθετα, καλύπτουν τις προϋποθέσεις του υπό συζήτηση Άρθρου 9(2)(γ).
Για τους λόγους αυτούς, η δικαιοδοσία που παρέχεται από το πιο πάνω Άρθρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της εγγενούς ιδιότητας και της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Έργο του οποίου, εξ ορισμού, είναι ο καθορισμός και η διαμόρφωση αρχών δικαίου. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντάς του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου, καλούμενο να κρίνει επί όλου του φάσματος τη δευτεροβάθμια απόφαση.
Η παροχή άδειας στη βάση του προαναφερθέντος Άρθρου 9(2)(γ) δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκδοθείσας απόφασης. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του επίμαχου Άρθρου, αντικριζόμενου, ως ήδη λέχθηκε, υπό το πρίσμα της συνταγματικής υπόστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου [...]».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο