ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019 ΜΕΤΑΞΥ CHRISANMARI ENTERPRISES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Αίτηση Αρ. 7/2025, 4/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019 ΜΕΤΑΞΥ CHRISANMARI ENTERPRISES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Αίτηση Αρ. 7/2025, 4/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(Γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64

 

(Αίτηση Αρ. 7/2025)

 

4 Μαρτίου, 2026

 

[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,

Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ,  ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ,

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022 (Ν.33/1964)

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023 (ΑΡ. 2), ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ,

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019 ΜΕΤΑΞΥ CHRISANMARI ENTERPRISES LTD / ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ / ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ,

 

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 174/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/9/2019.

 

Αίτηση για Χορήγηση Άδειας

 

 

 

Σ. Χαραλάμπους (κα) μαζί με Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Αιτητή

 

Π. Λεωνίδου μαζί με Κ. Κονή, για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος

 

 

……………….

 

 

Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Καλλιγέρου, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.:  Kατά την περίοδο, από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2011, η εταιρεία CHRISANMARI ENTERPRISES LTD (στο εξής «τo Ε/Μ»), είχε εισάξει, στα πλαίσια των εμπορικών δραστηριοτήτων της, ποδήλατα από τη Σρι Λάνκα, με σκοπό να τα διαθέσει προς πώληση στην Κυπριακή αγορά. Εξαγωγέας των ποδηλάτων ήταν η εταιρεία CREATIVE CYCLES (PVΤ) (στο εξής «CREATIVE»). Τα ποδήλατα τέθηκαν σε κυκλοφορία, αφού προηγουμένως έγιναν αποδεκτά όλα τα σχετικά έγγραφα εισαγωγής και οι δηλώσεις διασαφήσεων, που το Ε/Μ είχε καταχωρήσει για σκοπούς εκτελωνισμού, αναγράφοντας, ως χώρα καταγωγής των ποδηλάτων, τη Σρι Λάνκα. Ως εκ τούτου, ο σχετικός εισαγωγικός δασμός καταβλήθηκε με προτιμησιακό καθεστώς.

 

H Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF- Office Europ?en De Lutte Antifraude), ενημέρωσε τις Τελωνειακές Αρχές της Κύπρου με ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 28/3/2011, ότι διεξαγόταν έρευνα σε σχέση με εισαγωγές ποδηλάτων που γίνονταν από τη Σρι Λάνκα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έρευνα αφορούσε ποδήλατα που, παρόλο που κατασκευάζονταν στην Κίνα, δηλωνόταν η Σρι Λάνκα ως χώρα κατασκευής και εξαγωγής, με σκοπό την αποφυγή δασμών αντιτάμπινγκ.

 

Με δεδομένα τα πιο πάνω, το Τμήμα Τελωνείων, με επιστολή ημερομηνίας 10/1/2012, ενημέρωσε το Ε/Μ ότι είχε επιλεγεί για εκ των υστέρων τελωνειακό έλεγχο σε σχέση με τέσσερεις διασαφήσεις εισαγωγής ποδηλάτων από την Σρι Λάνκα μεταξύ των ετών 2009 έως 2011, καλώντας το να τις προσκομίσει μαζί με όλα τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα.

 

Περί το τέλος Δεκεμβρίου 2014, η OLAF απέστειλε την τελική της Έκθεση σε σχέση με την έρευνά της, η οποία συνέκλινε στο συμπέρασμα ότι σχεδόν όλα τα ποδήλατα που εξάχθηκαν από την CREATIVE στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση ήταν κινέζικης προέλευσης.

 

Δύο σχεδόν μήνες μετά, λήφθηκε η επίδικη στην προσφυγή αρ. 1255/2015 διοικητική απόφαση, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε η Εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής Αρ. 508/2015. Αυτή κοινοποιήθηκε στην εταιρεία με επιστολή ημερομηνίας 8/7/2015.

 

    Πρωτόδικα η προσφυγή απερρίφθη. Ακολούθησε η καταχώρηση έφεσης, απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε στις 10.9.2025. Το Εφετείο, αποδεχόμενο τον τρίτο λόγο έφεσης, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν προϊόν ανεπαρκούς έρευνας και υπήρχε πιθανότητα ουσιώδους πλάνης, καθότι η έκθεση της OLAF και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν στοιχειοθετούσαν την «εμπλοκή» του Ε/Μ στη μη ορθή αναφορά της χώρας προέλευσης που του καταλόγισε το Τμήμα Τελωνείων. Περαιτέρω, σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο καταλογισμός από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, στο Ε/Μ, της υποχρέωσης να διερευνήσει το ίδιο τη χώρα προέλευσης των εισαγόμενων ποδηλάτων, με το σκεπτικό ότι ήταν έμπειρο στον τομέα των εισαγωγών, βρισκόταν σε διάσταση με τη διοικητική κρίση. Γεγονός που δείκνυε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη, ανεπίτρεπτα, και σε έλεγχο ουσίας.  Κατέληξε ότι η αντιπαραβολή της προσβαλλόμενης απόφασης με το λοιπό περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, στοιχειοθετούσε πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης κατά την εφαρμογή του Άρθρου 48 του Νόμου 94(Ι) του 2004 από το Τμήμα Τελωνείων, που συνιστούσε βάσιμο λόγο ακύρωσης και οδήγησε την έφεση σε επιτυχή έκβαση.

 

Σημειώνουμε ότι τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ΄ έφεση διαπιστώθηκε πως δεν συνέτρεχαν σωρευτικά οι τρείς προϋποθέσεις για δυνατότητα επίκλησης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του Ε/Μ, όπως αυτές αναλύθηκαν στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοκρατία ν. Panipsos Ltd (2019) 3 ΑΑΔ 1.

 

Η ενώπιόν μας αίτηση προς παροχή άδειας εδράζεται στο ΄Αρθρο 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/64, ως τροποποιήθηκε (ο Νόμος).

 

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι με την απόφασή του το Εφετείο απέκλινε από πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή διαφοροποιήθηκε από αυτή. 

 

Συγκεκριμένα, επικαλούμενος την Panipsos (ανωτέρω), καθώς επίσης και σωρεία άλλων υποθέσεων που την υιοθέτησαν στη συνέχεια, έθεσε πως απόκειται στον εισαγωγέα να αποδείξει – στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής αδυνατούν να αποδείξουν με πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία ότι η έκδοση από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής ενός ανακριβούς πιστοποιητικού προέλευσης οφείλεται στην ανακριβή έκθεση γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα - ότι το εν λόγω πιστοποιητικό βασίστηκε σε ορθή έκθεση γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα.

 

Σε συνέχεια των ανωτέρω, σε σχέση πάντα με την επικαλούμενη απόκλιση από την πάγια νομολογία, ο Αιτητής υποστήριξε πως το Εφετείο, με την απόφασή του, απέκλινε από πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η οποία ερμήνευσε αυθεντικά το άρθρο 220 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, το οποίο αφορά την έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού, ήτοι την C-409/10, Αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία), για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - Hauptzollamt Hamburg-Hafen κατά Afasia Knits Deutschland GmbH, 15/12/2011, στα πλαίσια της οποίας αποφασίστηκε ότι: «Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β’, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ακυρωθούν τα πιστοποιητικά EUR.1 που εκδόθηκαν για την εισαγωγή εμπορευμάτων στην Ένωση λόγω του ότι η χορήγηση των πιστοποιητικών αυτών βαρύνεται με πλημμέλειες και δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της αναγραφόμενης σε αυτό προτιμησιακής καταγωγής κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο, ο εισαγωγέας δεν μπορεί να αντιταχθεί σε εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ορισμένα από τα εμπορεύματα αυτά έχουν όντως την εν λόγω προτιμησιακή καταγωγή.»

 

Εισηγήθηκε επίσης πως κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ (παραπέμποντας στην υπόθεση του ΔΕΕ Lagura C-438/11, 8/11/2012, σκέψη 41), αντίθετα με όσα αποφασίστηκαν στην εκδοθείσα απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β’, του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 277/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν  οι αρμόδιες αρχές του τρίτου κράτους τελούν σε αδυναμία να εξακριβώσουν, στο πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου, λόγω του ότι ο εξαγωγέας έχει παύσει την παραγωγή του, αν το εκδοθέν από αυτές πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου Α» στηρίζεται σε ορθή έκθεση των πραγμάτων εκ μέρους του εξαγωγέα, ο οφειλέτης δασμών φέρει το βάρος αποδείξεως ότι το πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε βάσει ορθής εκθέσεως των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα. 

 

Περαιτέρω, συμπληρώνει, πως το Εφετείο απέκλινε από την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Panipsos (ανωτέρω), δυνάμει της οποίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής η οποιαδήποτε γνώση και/ή εμπλοκή και/ή ανάμειξη του Ε/Μ στην παρατυπία και δη στην αναληθή δήλωση σε σχέση με τα πιστοποιητικά προέλευσης των εμπορευμάτων.

 

Κατά δεύτερο και διαζευκτικό λόγο, στα πλαίσια των διαλαμβανομένων στο Άρθρο 9(2)(γ) του Νόμου, υποστηρίχθηκε από τον Αιτητή ότι, από την απόφαση του Εφετείου προκύπτει μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, καθότι,  αποτελεί πάγια αρχή (βλ. Δημοκρατία v. Φεραίος Λτδ (2019) 3 ΑΑΔ 427  και  Δημοκρατία v. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, (2016) 3 ΑΑΔ 389), ότι η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων και η είσπραξη των νόμιμων οφειλών προς το Κράτος εμπίπτει σε περιπτώσεις εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογεί τη μετέπειτα αναζήτηση κάθε οφειλής, η οποία παραμένει ανείσπρακτη.

 

Οι συνήγοροι του Ε/Μ αντέταξαν πως οι δικαστικές αποφάσεις, των οποίων έγινε επίκληση από τον Αιτητή, αφορούν σε ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β’ του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000 και συγκεκριμένα το πότε ο εκάστοτε εισαγωγέας δύναται να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και καλή πίστη και να αντιταχθεί σε εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών.

 

Στο πλαίσιο της απόφασης του, συνεχίζουν, είναι το ίδιο το Εφετείο που σημείωσε τις αρχές της Νομολογίας που επικαλέστηκαν οι Εφεσίβλητοι, πλην όμως, εξετάζοντας την υπόθεση υπό τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά, και στη βάση του περιεχομένου (ή των ελλείψεων) του διοικητικού φακέλου, το Εφετείο οδηγήθηκε σε αποδοχή του τρίτου λόγου έφεσης, ο οποίος δεν αφορούσε τις αρχές της νομολογίας που παραθέτει ο Αιτητής, αλλά άλλες διακριτές αρχές, ήτοι την διενέργεια δέουσας έρευνας και της απουσίας πλάνης, πραγματικής ή νομικής.

 

Εξετάσαμε το σύνολο των ενώπιόν μας δεδομένων, έχοντας πάντα κατά νουν τις αρχές που διέπουν την συνδρομή των προϋποθέσεων παροχής άδειας στη βάση του ΄Αρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, όπως είχε την ευκαιρία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να τις αναλύσει, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις επί των Αιτήσεων 3/2023, ημερομηνίας 20.11.2023, ECLI:CY:AD:2023:D33 και 2/2023, ημερομηνίας 31.1.2024.

 

Με δεδομένη και την θέση του Διοικητικού Εφετείου, ευθυγραμμιζόμενου με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, ότι δεν  επιβάλλεται στοιχειοθέτηση της εμπλοκής του εισαγωγέα στη μη ορθή αναφορά της χώρας προέλευσης, προκειμένου να βεβαιωθούν εκ των υστέρων δασμοί, δυνάμει του Άρθρου 48 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν. 94(Ι)/2004, είναι η κατάληξή μας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς παροχή της αιτηθείσας άδειας.

 

Υπό τις περιστάσεις της ενώπιόν μας περίπτωσης, αυτό που, ουσιαστικά, προκύπτει από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ως νομικό θέμα συναρτώμενο με διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, συνίσταται στα ερωτήματα:

 

1.     Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης πιστοποίησης της χώρας προέλευσης (καταγωγής), στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές κράτους, οι οποίες δεν ευθύνονται για την εσφαλμένη κατάταξη, τελούν σε αδυναμία εξακρίβωσης, στο πλαίσιο ενός εκ των υστέρων ελέγχου, της ορθότητας των πραγμάτων που προβάλλει ο εξαγωγέας.

 

2.     Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης, ως προς την ορθή δήλωση προέλευσης των εισαχθέντων προϊόντων, σε περίπτωση κατά την οποία, σχετική έρευνα της OLAF καταλήγει ότι, σχεδόν όλα τα προϊόντα που εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση από τον εξαγωγέα από χώρα προτιμησιακής καταγωγής, έχουν άλλη χώρα καταγωγής.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, η Αίτηση εγκρίνεται και παραχωρείται σχετική άδεια.  Η ενώπιόν μας Αίτηση για παροχή άδειας να θεωρηθεί ως η κυρίως Αίτηση.  Τα έξοδα επιφυλάσσονται.  Θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως Αίτησης. 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                               

Α.Ρ. Λιάτσος, Π.

 

Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

 

Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.

 

Ν. Γ.  Σάντης, Δ.

                                                              

Στ. Χατζηγιάννη, Δ.

                                                              

Τ. Καρακάννα, Δ.

 

                                                               Η. Γεωργίου, Δ.

 

                                                                                    Μ. Καλλιγέρου, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/μσ     


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο