ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 150/21)
8 Απριλίου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα/Καθ’ ης η αίτηση
ΚΑΙ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ
Εφεσίβλητος/Αιτητής
______________________
Σ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσείουσα/Καθ’ ης η αίτηση.
Γ. Χατζηγιώργης με Ι. Μιχαήλ (κα) για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο/Αιτητή.
Το Ενδιαφερόμενο Μέρος, Π. Χατζηγιασεμή, παρουσιάζεται προσωπικά.
__________________
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής ΕΔΥ) με την οποία προήγαγε τον Π. Χατζηγιασεμή (στο εξής Ε/Μ) στη μόνιμη θέση Πρώτου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας (στο εξής η επίδικη θέση) από 15.3.2017.
Στο στάδιο όμως αυτό κρίνουμε ορθολογικό να κάνουμε αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
Γεγονότα
Η πιο πάνω επίδικη θέση είναι θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής και στις 29.8.2014 δημοσιεύθηκε η προκήρυξη της, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Αρχικά, υποβλήθηκαν δώδεκα αιτήσεις. Η Συμβουλευτική Επιτροπή, στις 13.12.2016, απέστειλε σχετική έκθεση στον Πρόεδρο της ΕΔΥ στην οποία περιέλαβε τέσσερεις υποψήφιους, μεταξύ αυτών τον εφεσίβλητο και το Ε/Μ.
Ακολούθως, στις 22.2.2017, διεξήχθη η προφορική εξέταση των τεσσάρων υποψηφίων και σε αυτήν παρέστη και η Διευθύντρια του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας (στο εξής Διευθύντρια) η οποία αξιολόγησε την απόδοση του εφεσίβλητου ως «Πάρα πολύ καλή» και του Ε/Μ ως «Εξαίρετη». Η Διευθύντρια, αφού σύστησε για προαγωγή το E/M, αποχώρησε από τη συνεδρία. Η ΕΔΥ αξιολόγησε την απόδοση του εφεσίβλητου ως «Πάρα πολύ καλή» και του Ε/Μ ως «Εξαίρετη».
Η απόφαση της ΕΔΥ
Η ΕΔΥ, αφού διαπίστωσε πως το Ε/Μ υπερέχει των άλλων υποψηφίων, αποφάσισε να του προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση. Στην απόφαση της, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι επιλέγοντας το Ε/Μ έλαβε υπόψη ότι αυτός αξιολογήθηκε τόσο από την Συμβουλευτική Επιτροπή όσο και από την ίδια, στην ενώπιον της προφορική εξέταση, ως «Εξαίρετος» και προσθέτως διαθέτει τη σύσταση της Διευθύντριας.
Επίσης έλαβε υπόψη ότι το Ε/Μ είναι ίσος με τους ανθυποψηφίους του σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις με έμφαση σε αυτές των τελευταίων ετών, και δεν υπολείπεται σε αρχαιότητα πλην του εφεσίβλητου έναντι του οποίου υστερεί κατά 6 χρόνια και 4 μήνες, στοιχείο στο οποίο, ως αναφέρεται, αποδίδεται, σύμφωνα με τη νομολογία, περιορισμένη σημασία καθότι πρόκειται για θέση ψηλά στην ιεραρχία του τμήματος και θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής.
Επιπλέον, η ΕΔΥ, ως καταγράφεται στην απόφαση της, έλαβε υπόψη ότι το Ε/Μ:
«…πέραν των απαιτούμενων προσόντων, Δίπλωμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Αθηνών, με βάση το οποίο κρίθηκε προσοντούχος, διαθέτει και Master in Business Administration,University of Nicosia, Postgraduate Diploma in Business Administration, Stirling University, U.K., και είναι Associate Member, The Chartered Institute of Transport. Τα προσόντα αυτά δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, κρίνονται όμως ως σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης και, ως εκ τούτου, τους δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα.
Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι οι και οι υπόλοιποι υποψήφιοι διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σημείωσε ότι [.] και ο Λεμεσιανός[1]…(κατέχει) Master of Science in Transport Planning and Management, Polytechnic of Central London, U.K. Ωστόσο, αυτοί αξιολογήθηκαν σε χαμηλότερο επίπεδο στην ενώπιον της Επιτροπής προφορική εξέταση, δεν υπερέχουν σε αξία, ούτε σε προσόντα και, επιπλέον, δεν διαθέτουν τη σύσταση της Διευθύντριας του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας, την οποία ο επιλεγείς διαθέτει.»
Η πιο πάνω προαγωγή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17.3.2017.
Ο εφεσίβλητος, με αίτηση ακύρωσης, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης της ΕΔΥ.
Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκανε αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, στους λόγους ακύρωσης και στις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, εξέτασε καταρχάς την εναρμόνιση της σύστασης της Διευθύντριας με τα στοιχεία των φακέλων.
Ως προς το κριτήριο της αξίας, επισημάνθηκε πως ο εφεσίβλητος για τα πέντε τελευταία έτη προ της δημοσίευσης της επίδικης θέσης, συγκέντρωσε οκτώ (8) «Εξαίρετα» και πως σε ανάλογη θέση, βρισκόταν και το Ε/Μ, με εξαίρεση την ετήσια υπηρεσιακή του έκθεση για το έτος 2010 όπου, με απόφαση της ΕΔΥ, κρίθηκε άκυρη και δεν λήφθηκε υπόψη.
Ως προς το κριτήριο των προσόντων, ως αναφέρθηκε, τόσο ο εφεσίβλητος όσο και το Ε/Μ, πληρούσαν τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας, όπως και της μεταπτυχιακής πείρας που απαιτείτο από το Σχέδιο Υπηρεσίας. Ενόψει ότι δεν υπήρχε πρόνοια για πλεονέκτημα, στα πρόσθετα προσόντα τους, τα οποία κρίθηκαν ως σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα.
Ως προς την αρχαιότητα, επισημάνθηκε ότι πράγματι υφίσταται υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του Ε/Μ στην αμέσως προηγούμενη θέση της επίδικης, κατά έξι (6) χρόνια και τέσσερεις (4) μήνες - αρχαιότητα για την οποία έκανε αναφορά η ΕΔΥ κατά την τελική της απόφαση - αφού ο εφεσίβλητος κατέχει τη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών και Αερολιμένων από 2.4.2002 ενώ το Ε/Μ από 1.8.2008.
Στο πλαίσιο σχετικής εισήγησης του εφεσίβλητου ότι, εν προκειμένω, η αρχαιότητα δεν εξαντλείται μόνον στο πιο πάνω χρόνο αλλά ανατρέχει ακόμα πιο πίσω και δη το Μάρτιο του 1998, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανάτρεξε στο διοικητικό φάκελο, διαπίστωσε ότι πράγματι ο εφεσίβλητος διορίστηκε στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών από 3.3.1998. Στη συνέχεια όμως ο εν λόγω διορισμός ανακλήθηκε από την ΕΔΥ κατόπιν σχετικής γνωμάτευσης από τη Νομική Υπηρεσία. Με αναφορά σε νομολογία, επισήμανε ότι ο εφεσίβλητος είχε πραγματική υπηρεσία στην πιο πάνω θέση από 3.3.1998 και δεν θα έπρεπε η πείρα αυτή να αγνοηθεί, αλλά να συνυπολογιστεί.
Στη βάση των πιο πάνω διαπίστωσε υπέρ του εφεσίβλητου όχι μόνον αρχαιότητα 6 χρόνων και 4 μηνών στην αμέσως προηγούμενη θέση της επίδικης, η οποία επαυξάνει την αξία, αλλά διαπιστώθηκε και πραγματική εμπειρία που ανατρέχει στις 3.3.1998 κατά τον αρχικό διορισμό του εφεσίβλητου στην προαναφερθείσα θέση, πείρα που ουδόλως πιστώθηκε, ούτε και αναφέρθηκε.
Στη βάση των πιο πάνω, έκρινε ότι η σύσταση της Διευθύντριας δεν συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων αφού δεν λήφθηκε υπόψη η υπεροχή του εφεσίβλητου σε αρχαιότητα, όπως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω αλλά ούτε και η υπεροχή του σε συνεπαγόμενη αξία, αφού καμία συνεκτίμηση του παράγοντα πείρα δεν είχε προηγηθεί. Ομοίως, ως αποφασίστηκε, πεπλανημένη ήταν και η απόφαση της ΕΔΥ, η οποία υιοθέτησε και έλαβε υπόψη την πάσχουσα σύσταση της Διευθύντριας ενώ δεν προκύπτει να έγινε ορθή παραπομπή του κριτήριου της αρχαιότητας, συνδεόμενου με τον παράγοντα της πείρας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, διαπίστωσε πως εσφαλμένα αποδόθηκε από την ΕΔΥ αυξημένη βαρύτητα στην προφορική εξέταση εφόσον υπήρχε υπεροχή του εφεσίβλητου τόσο σε αρχαιότητα όσο και σε αξία λόγω πείρας.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε.
Λόγοι έφεσης
Η εφεσείουσα, με συνολικά 7 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι εσφαλμένα και υπό πλάνη το πρωτόδικο Δικαστήριο με την απόφαση του: (i) αποφάσισε ότι η σύσταση της Διευθύντριας πάσχει ως μη συνάδουσα με τα στοιχεία των φακέλων, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη η υπεροχή του εφεσίβλητου σε αρχαιότητα και πείρα, και κατ’ επέκταση και η απόφαση της ΕΔΥ η οποία την υιοθέτησε (λόγοι έφεσης 5 και 6 αντίστοιχα ), (ii) έκρινε ότι η πείρα του εφεσίβλητου δεν αναφέρθηκε και δεν πιστώθηκε καθώς και ότι υπερείχε του Ε/Μ σε αξία λόγω πείρας και ότι προσμέτρησε την αρχαιότητα δύο φορές και δη ως αρχαιότητα και ως πείρα (λόγοι έφεσης αρ. 3, 4 και 2 αντίστοιχα), (iii) έκρινε ότι λανθασμένα αποδόθηκε από την ΕΔΥ αυξημένη βαρύτητα κατά την προφορική εξέταση και εξουδετέρωσε στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα της (λόγος έφεσης αρ. 1) και τέλος (iv) δεν αποφάσισε επί του ισχυρισμού ότι ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε έκδηλη υπεροχή (λόγος έφεσης αρ. 7).
Εισήγηση ότι η έφεση είναι αλυσιτελής
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου εισηγήθηκε ότι η έφεση είναι αλυσιτελής καθότι με την τελευταία δεν προσβάλλονται τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι:
(i) εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Κούτσιου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 168/10, ημερ. 10.9.2015 στην οποία βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να καταλήξει στον εσφαλμένο και πεπλανημένο χαρακτήρα της απόφασης της ΕΔΥ. Το πιο πάνω συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως αναφέρθηκε, έπρεπε να είχε προσβληθεί με ξεχωριστό λόγο έφεσης.
(ii) ο εφεσίβλητος πέραν της μη αμφισβητούμενης αρχαιότητας των 6 χρόνων και 4 μηνών, είχε πραγματική υπηρεσία στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών από τις 3.3.1998 και δεν θα έπρεπε η πείρα αυτή να αγνοηθεί, παρά μόνον να συνυπολογιστεί.
Συνεπώς, ως αναφέρθηκε, η παράλειψη προσβολής των πιο πάνω καθιστά αλυσιτελή την έφεση.
Η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Κούτσιου (ανωτέρω)» σχετιζόταν με το συμπέρασμα του ότι «εσφαλμένα αποδόθηκε από την Επιτροπή αυξημένη βαρύτητα στην προφορική εξέταση, έστω και σε θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής, εφόσον υπήρχε υπεροχή του αιτητή, τόσο σε αρχαιότητα, όσο και σε αξία, λόγω πείρας». Η εφεσείουσα, με το λόγο έφεσης αρ. 1, αμφισβητεί, ως λανθασμένο, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εσφαλμένα αποδόθηκε από την ΕΔΥ αυξημένη βαρύτητα στην προφορική εξέταση και εξουδετέρωσε στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα της. Συνεπώς, η περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εφεσίβλητου δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
Ως προς το σημείο (ii) ανωτέρω, σημειώνουμε ότι η εφεσείουσα, με το λόγο έφεσης αρ. 2, εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησε ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσμέτρησε την αρχαιότητα δύο φορές, και ως αρχαιότητα και ως πείρα αναβαθμίζοντας την αρχαιότητα σε υπερκριτήριο επιλογής. Επίσης, με τον λόγο έφεσης αρ. 4, αμφισβητήθηκε το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος υπερείχε του Ε/Μ σε αξία λόγω πείρας. Στους συγκεκριμένους όμως λόγους έφεσης, καθώς και στην αιτιολογία αυτών, δεν αμφισβητήθηκε, με οποιανδήποτε τρόπο, είτε άμεσο είτε έμμεσο, ότι η πραγματική υπηρεσία του εφεσίβλητου ανατρέχει από τις 3.3.1998.
Εν κατακλείδι, η εφεσείουσα, με την υπό κρίση έφεση, δεν προσέβαλε το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος, πέραν της πιο πάνω αρχαιότητας, είχε πραγματική υπηρεσία στην πιο πάνω θέση από τις 3.3.1998 και δεν θα έπρεπε η πείρα αυτή να αγνοηθεί παρά μόνον να συνυπολογιστεί. Το πιο πάνω γεγονός όμως, δεν καθιστά την έφεση αλυσιτελή, η οποία θα εξεταστεί στο πλαίσιο των λόγων αυτής. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εφεσίβλητου απορρίπτεται.
Εξέταση λόγων έφεσης
Οι λόγοι έφεσης, ως καθορίζονται πιο πάνω, συμπλέκονται, έχουν συνάφεια και έτσι, θα συνεξεταστούν. Το κύριο ερώτημα εστιάζεται στο κατά πόσο η σύσταση της Διευθύντριας συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων και στην περίπτωση που η απάντηση σε αυτό είναι αρνητική, κατά πόσο η απόφαση της ΕΔΥ, η οποία την έλαβε υπόψη, πάσχει.
Σε αυτό το στάδιο επισημαίνονται τα όσα υποδείχθηκαν στη Γιωργούδης ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 116 ότι το σύστημα αξιολόγησης πρέπει ακριβώς να στοχεύει στην ανάδειξη του καταλληλότερου υποψηφίου, με μόνη δέσμευση να εξυπηρετείται η αξιοκρατία και το δημόσιο συμφέρον.
Κατ’ αρχάς επισημαίνεται ότι το Άρθρο 34(9) του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990) δεν απαιτεί αιτιολογημένη σύσταση για θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής, όπως είναι η περίπτωσή μας (Βλ. Κούτσιου, ανωτέρω).
Η σύσταση όμως τότε μόνο έχει σημασία και βαρύτητα αποτελώντας ένα σημαίνον ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης που άπτεται της αξίας των υποψηφίων εάν εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων. Όπως αποφασίστηκε στην Κωνσταντίνου ν. ΑΗΚ (2005) 3 Α.Α.Δ. 250, η σύσταση του Διευθυντή δεν μπορεί να ακολουθείται όταν συγκρούεται με τα υπηρεσιακά στοιχεία (Δημοκρατία ν. Χ"Γεωργίου κ.ά (2006) 3 Α.Α.Δ. 265). Παραπέμπουμε επίσης στην Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 230, όπου αναφέρθηκε ότι:
«Η σύσταση όμως αποτελεί σημαίνον ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης που άπτεται της αξίας των υποψηφίων (Μουρτζή v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 915, 918, Χατζηγεωργίου v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 23). Η δε σημασία και βαρύτητα της σύστασης εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου (Μεστάνας v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 213, Στυλιανού κ.ά. v. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 384).
Οι συστάσεις του διευθυντή πρέπει να εναρμονίζονται με τα στοιχεία των φακέλων διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, διατηρούν δε την εγκυρότητα τους, μόνο όταν δεν αντιμάχονται τα στοιχεία των φακέλων (Ρούσος v Ιωαννίδη κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Δημοκρατία κ.ά. v. Αγγελή κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 161, Μεστάνας (ανωτέρω), Σταυρινίδης v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 145 και Σολωμού v. Δημοκρατίας (2001) 4(Β) Α.Α.Δ. 881).»
Εξ ου και το καίριο ερώτημα που θέσαμε ανωτέρω: εναρμονίζεται, εν προκειμένω, η σύσταση με τα στοιχεία των φακέλων; Προς απάντηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα.
Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η αρχαιότητα φέρει μαζί της και την ανάλογη πείρα που προσμετρά στην αξία ακριβώς λόγω του εύρους υπηρεσίας του συγκεκριμένου υποψηφίου (βλ. Παναγή v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639, Μουρτζής ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 605 και Δημοκρατία ν. Μιχαηλίδη (1999) 3 Α.Α.Δ. 756). Προσθέτως, ως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί η πείρα, η οποία δεν έχει παύσει να αποτελεί θεσμοθετημένο κριτήριο, λαμβάνεται υπόψη ακόμη και σε θέσεις υψηλά στην ιεραρχία, όταν κατά τα άλλα οι υποψήφιοι είναι ίσοι σε αξία (βλ. Χριστοδούλου (ανωτέρω)).
Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως προς την αρχαιότητα υφίσταται υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του Ε/Μ στην αμέσως προηγούμενη θέση της επίδικης, κατά έξι (6) χρόνια και τέσσερεις (4) μήνες αφού ο εφεσίβλητος κατέχει τη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών και Αερολιμένων από 2.4.2002 ενώ το Ε/Μ από 1.8.2008. Στην πιο πάνω αρχαιότητα έκανε αναφορά η ΕΔΥ κατά την τελική της απόφαση.
Επιπροσθέτως της πιο πάνω αρχαιότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέτρεξε στο διοικητικό φάκελο, διαπίστωσε υπέρ του εφεσίβλητου έναντι του Ε/Μ, πραγματική εμπειρία, στην αμέσως προηγούμενη θέση της επίδικης, που ανατρέχει στις 3.3.1998 κατά τον αρχικό διορισμό του εφεσίβλητου στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αεροπορικών Μεταφορών και Αερολιμένων ο οποίος ανακλήθηκε. Το τελευταίο αυτό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παρέμεινε αλώβητο αφού, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε με την υπό κρίση έφεση. Η πιο πάνω πραγματική πείρα του εφεσίβλητου, που ανατρέχει από τις 3.3.1998, δεν συνεκτιμήθηκε, ούτε καν αναφέρθηκε από την ΕΔΥ.
Ό,τι συνάγεται εκ των στοιχείων των φακέλων κάθε άλλο παρά υποστηρίζει υπεροχή του Ε/Μ. Αντιθέτως, προβάλλεται υπεροχή του εφεσίβλητου στην αρχαιότητα και την πείρα με αποτέλεσμα να επαυξάνεται η αξία, σύμφωνα με τη νομολογία (Νικολαΐδης v. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 286 και Χριστοδούλου (ανωτέρω)). Το εύρος της υπηρεσίας ακριβώς με τη συνακόλουθη πείρα προσμετρά στην αξία (Μουρτζή (ανωτέρω), Παναγή (ανωτέρω) και Κυριακίδου-Δανού v. Δημοκρατίας (2016) 3 A.A.Δ. 130). Η πείρα, αν και δεν αποτελεί ξεχωριστό στοιχείο κρίσης ούτε λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα και απομονωμένα, είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στην εκτίμηση του προσόντος της "αξίας" των υποψηφίων (Βιολάρη v. Δημοκρατίας Α.Ε. 162/2010 ημερ. 11.4.2017 και Nicolaides v. The Electricity Authority of Cyprus (1985) 3 C.L.R. 2040).
Στη βάση των πιο πάνω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύσταση της Διευθύντριας δεν συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων, εφόσον ουδόλως λήφθηκε υπόψη η υπεροχή του εφεσίβλητου σε αρχαιότητα, αλλ’ ούτε και η υπεροχή του σε αξία, αφού καμιά συνεκτίμηση του παράγοντα «πείρα» δεν είχε προηγηθεί. Ομοίως πεπλανημένη ήταν και η απόφαση της ΕΔΥ η οποία υιοθέτησε και έλαβε υπόψη την εν λόγω σύσταση.
Ήταν περαιτέρω η θέση της ευπαιδεύτης συνηγόρου της εφεσείουσας ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αποδόθηκε αυξημένη βαρύτητα στην προφορική συνέντευξη.
Όπως είναι εδραιωμένο νομολογιακά, το αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης σε υψηλόβαθμες θέσεις, όπως η παρούσα, αποτελεί στοιχείο αυξημένης βαρύτητας (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3Β Α.Α.Δ. 639 και Χατζηκωστή v. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ 72/2017, ημερ. 14.11.2023).
Στη Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 95/13, 26.11.2019, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Όπως έχει κατ΄επανάληψη νομολογηθεί η εντύπωση που αποκομίζει η ΕΔΥ από την προφορική εξέταση αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία επιλογής του καταλληλότερου υποψηφίου (αρθρ.34(9) του Ν.1/90) και αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές στοιχείο κρίσης. Στην Παπασάββα ν. Κούλουμου κ.ά. (2005)3 ΑΑΔ 235, 249 λέχθηκαν τα εξής:
«Η εντύπωση που αποκόμισε η Ε.Δ.Υ. από την προφορική εξέταση αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία επιλογής του πιο κατάλληλου υποψήφιου (βλ. άρθρο 34(9) του Ν. 1/90). Εφόσον η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές στοιχείο κρίσης, δεν πρέπει να συμπλέκεται με τα ακαδημαϊκά προσόντα τους, την πείρα, ή τη διαχρονικά αξιολογημένη στις υπηρεσιακές εκθέσεις επαγγελματική κατάρτισή τους. Η προφορική εξέταση προσφέρει μια εικόνα για την προσωπικότητα και τις ικανότητες των υποψηφίων, παρέχοντας την ευχέρεια μιας καλύτερης εκτίμησης της αξίας και των προσόντων τους και στην παρούσα περίπτωση η αιτιολογία που έχει προβληθεί από την Ε.Δ.Υ. για την απόδοση της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης εξηγούν επαρκώς γιατί η εφεσίβλητη υστέρησε έναντι της εφεσείουσας».
Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, για θέσεις υψηλά στην ιεραρχία, όπως η παρούσα θέση, το αρμόδιο όργανο μπορεί να δώσει ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα στην προφορική εξέταση. (Βλ. Δημοκρατία κ.ά. ν. Βασιλειάδη κ.ά. (Αρ.2) (2006)3 ΑΑΔ525, 529):
«Η επίδικη θέση ήταν θέση ψηλά στην ιεραρχία και σύμφωνα με τη νομολογία το αρμόδιο όργανο έχει διακριτική ευχέρεια όπως δώσει ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα στην προφορική εξέταση…».
Όπως έχει υποδειχθεί στην Σαμουήλ v. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, Α.Ε 4/2015, ημερ. 16.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:D579: «…Βεβαίως, υπάρχουν υποθέσεις όπου συνεκτιμήθηκε η αρχαιότητα με άλλα δεδομένα της υπόθεσης και η πλάστιγγα έγειρε υπέρ της αρχαιότητας. Δεν απαιτείται λεπτομερής ανάλυση και διαφοροποίηση των υποθέσεων αυτών, ανάλογα με τα γεγονότα τους, από την παρούσα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν έχει διαφοροποιηθεί η νομολογιακή αρχή που διατυπώθηκε στην Πούρος[2], πιο πάνω…».
H επίδικη θέση ευρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία και σε τέτοιες περιπτώσεις η προσωπικότητα και οι ικανότητες του υποψηφίου είναι σημαντικές ιδιότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης. Όμως στην παρούσα περίπτωση, όπου οι υποψήφιοι ως προς τα προσόντα είναι ισότιμοι, η μικρή υπεροχή στην απόδοση του Ε/Μ στην προφορική συνέντευξη δεν μπορεί να του δώσει τέτοιαν υπεροχή έτσι ώστε να παραγνωριστεί η κατά 6 χρόνια και 4 μήνες αρχαιότητα του εφεσίβλητου καθώς και η πείρα που ανατρέχει στις 3.3.1998. Άλλωστε η αρχαιότητα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις εξαίρετων υπαλλήλων, όπως προκύπτει από τις υπηρεσιακές εκθέσεις, συνεπάγεται και μεγαλύτερη πείρα, η οποία επαυξάνει την αξία του αρχαιότερου (Παναγή (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, όπως και στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 164, η διαφορά στην απόδοση κατά τη συνέντευξη μεταξύ του εφεσίβλητου και του Ε/Μ ήταν οριακή («πάρα πολύ καλός» με «εξαίρετος»).
Στην απόφαση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 273, τονίστηκε ότι: «... συνιστά κανόνα της νομολογίας μας ότι σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία η Ε.Δ.Υ., κατά την επιλογή του καταλληλότερου από τους υποψηφίους για προαγωγή, έχει ευρεία διακριτική εξουσία. Έχει, όμως, επίσης αναγνωριστεί νομολογιακά ότι όταν ένας υποψήφιος υπερέχει σε αρχαιότητα και δεν υστερεί σε αξία, τότε η προφορική εξέταση δεν έχει αυξημένη βαρύτητα σε θέσεις αυτού του επιπέδου. Μάλιστα, αναγνωρίστηκε ότι όταν ο υποψήφιος που υπερέχει σε αρχαιότητα δεν υστερεί σε αξία, δεν αποκλείεται μεγαλύτερη σημασία να έχει η αρχαιότητα και όχι η προφορική εξέταση (βλ. Δημοκρατία κ.ά. v. Αντωνίου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 921, 928)».
Η πιο πάνω λοιπόν υπεροχή του εφεσίβλητου σε αρχαιότητα και πείρα δεν μπορεί να μειωθεί ή να παραγνωριστεί από μίαν οριακή διαφορά στην απόδοση στην προφορική συνέντευξη. Συνεπώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως εσφαλμένα αποδόθηκε από την ΕΔΥ αυξημένη βαρύτητα στην προφορική συνέντευξη.
Κατάληξη
Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα, εκ συνολικού ποσού €4.000, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον της εφεσείουσας.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/ΕΑΠ.
[1] Πρόκειται για τον εφεσίβλητο.
[2] 2001 3 Α.Α.Δ 374.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο