ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.167/21)
29 Απριλίου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΙΩΡΓΟΥΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
Εφεσείουσα,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
2.ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσιβλήτων.
_________________
Δ. Νικολετόπουλος, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.
Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για τους Εφεσίβλητους.
_________________
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Δικαστή Ψαρά-Μιλτιάδου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η Εφεσείουσα ως Αιτήτρια προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο επιδιώκοντας ακύρωση της «απόφασης της Εφεσίβλητης/Καθ’ ης η Αίτηση 2, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 8.2.17, (με γνωστοποίηση την 1.3.17) με την οποία απορρίπτεται αίτημα της για παροχή σύνταξης χηρείας», για τους λόγους που εξηγούνται.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και δέχθηκε ένσταση εκ μέρους των Εφεσιβλήτων με την οποία προβαλλόταν η θέση πως με την προσφυγή δεν προσβαλλόταν εκτελεστή Διοικητική Πράξη. Ως συνεπεία, η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Είναι αναγκαίο να παραθέσουμε κάποια γεγονότα που αφορούν την υπόθεση.
Ο σύζυγος της Εφεσείουσας είχε αφυπηρετήσει την 1.1.01 και απεβίωσε στις 19.6.16. Ο γάμος της Εφεσείουσας με τον συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο έγινε το 2008, δηλαδή μετά την αφυπηρέτηση του.
Η Εφεσείουσα υπέβαλε αίτηση για σύνταξη χηρείας ως χήρα αποθανόντος δημοσίου υπαλλήλου στις 27.6.16.
Με επιστολή των Εφεσιβλήτων ημερ.29.8.16 το αίτημα της απορρίφθηκε λόγω του ότι ο γάμος της με τον αποβιώσαντα έλαβε χώραν μετά την αφυπηρέτησή του.
Ακολούθησε επιστολή ημερ.7.9.16 από τον υιό της Εφεσείουσας, η οποία απαντήθηκε στις 12.9.16, καθώς και επόμενη επιστολή ημερ.7.12.16 μέσω των δικηγόρων της. Η απάντηση των Εφεσιβλήτων ημερ.8.2.17 υπήρξε ακριβώς το αντικείμενο της προσφυγής που οδήγησε στην εκκαλούμενη απορριπτική απόφαση.
Οι Εφεσίβλητοι, όπως αναφέραμε, είχαν προβάλει πρωτοδίκως ένσταση ότι με την Προσφυγή δεν προσβαλλόταν εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πρόκειται για πράξη βεβαιωτικού χαρακτήρα.
Λόγω της αποδοχής της ένστασης και της απόρριψης της Προσφυγής, η Εφεσείουσα προσέβαλε την πρωτόδικη κρίση με τελικά δύο λόγους έφεσης, ότι η πρωτόδικη απόφαση να μην εξετάσει την ουσία ήταν εσφαλμένη, καθότι η προσφυγή στρεφόταν κατά της απόφασης των Εφεσιβλήτων να απορρίψουν την αίτηση επανεξέτασης της αρχικής απόφασης τους ημερ.29.8.16 (πρώτος λόγος) και ότι έσφαλε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς τα ποια ήταν η εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία θα έπρεπε να προσβληθεί (δεύτερος λόγος).
Και οι δύο λόγοι μπορούν να εξετασθούν σε ενιαίο πλαίσιο.
Η πλευρά της Εφεσείουσας τονίζει ότι με την επιστολή του υιού της 7.9.16 είχαν τεθεί στην πλευρά των Εφεσίβλητων οι ιδιομορφίες της περίπτωσης, ότι δηλαδή η συμβίωση των γονιών του είχε αρχίσει από το 1973, έστω εάν ο γάμος τους συνετελέσθηκε το 2008.
Στη βάση αυτών, κατόπιν της αρνητικής απάντησης του Εφεσίβλητου 2 ημερ.12.9.16, στις 7.12.16, η Εφεσείουσα, κατά την εισήγησή της «υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή και αιτήθηκε επανεξέταση». Το αίτημα απορρίφθηκε, όπως αναφέραμε, στις 8.2.17 με το εξής λεκτικό:
«Έχω οδηγίες ν’ αναφερθώ στην επιστολή σας με ημερ.7.12.16 για το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι, δυστυχώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πληρούνταν οι πρόνοιες της περί Συντάξεων Νομοθεσίας, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εγκριθεί το αίτημα της πελάτιδας σας για παραχώρηση σύνταξης χηρείας.»
Με βάση τον περί Συντάξεως Νόμο (Ν.97(Ι)/97), ο οποίος ήταν ο σχετικός κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύνταξη χήρας καταβάλλεται στην επιζώσα σύζυγο από τον θάνατο του συζύγου της μέχρι τον θάνατό της. Για τους σκοπούς δε του Νόμου, δεν λαμβάνεται υπόψη γάμος που τελέσθηκε, όταν ο θανών έπαυσε να είναι δημόσιος υπάλληλος. (Ειδικά, βλ. Άρθρο 37(3)).
Είναι σημαντικό να πούμε ευθύς εξαρχής ότι στον Νόμο δεν υφίσταται πρόνοια για διαδικασία ιεραρχικής προσφυγής. Στην απουσία σχετικής πρόνοιας δεν είναι νοητό με το να ονομάζεται μια επιστολή «ιεραρχική προσφυγή» να γεννάται μια ανύπαρκτη διαδικασία, όπως επιχειρήθηκε εν προκειμένω.
Περαιτέρω – όπως σημειώνεται εύστοχα και πρωτοδίκως – με την επιστολή 7.12.16 η Εφεσείουσα δεν έθεσε κάτι καινούριο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί νέα διερεύνηση. (Βλ. Ζίττης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.394 όπου λέχθηκε: «Πράξη η οποία περιέχει επιβεβαίωση προηγούμενης δεν είναι εκτελεστή, εκτός αν λήφθηκε ύστερα από νέα έρευνα και λήφθηκαν υπόψη νέα στοιχεία που, έστω και αν προϋπήρχαν, ήταν άγνωστα ή/και δεν λήφθηκαν υπόψη ενωρίτερα (Βλ. Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ.519, 523, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ.474.)»)
Η επιστολή ημερ.8.2.17 αποτελεί βεβαιωτική πράξη με την οποία βεβαιώνεται ή επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της επιστολής ημερ.29.8.16, αλλά και της επόμενης ημερ.12.9.16. Στη βάση αυτή, προσθέτως, θεωρήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο πως η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη.
Για να είναι βεβαιωτική μια πράξη δέον να συντρέχουν τα εξής:
(α) ταυτότητα της αρχής που έχει εκδώσει τις δύο πράξεις,
(β) ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων τα οποία αφορούν οι πράξεις,
(γ) ταυτότητα της νόμιμης διαδικασίας.
(δ) ταυτότητα της πραγματικής αιτιολογίας
(ε) ταυτότητα του διατακτικού
(βλ. Ζίττης, ανωτέρω, Pieris v. The Republic (1983) 3 C.L.R.1054, Ράφτης Εστέιτς Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Λυσού (2001) 3 Α.Α.Δ.598, Θεμιστοκλέους ν. Κεντρικής Τράπεζας (2007) 3 Α.Α.Δ.741, Ταλιώτης ν. Δήμου Λεμεσού (2015) 3 Α.Α.Δ.664).
Είναι φανερό ότι εν προκειμένω συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην απόφασή του. Συνεπώς οι δύο λόγοι έφεσης δεν μπορούν να πετύχουν.
Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, η Έφεση απορρίπτεται με έξοδα €3.500- υπέρ των Εφεσιβλήτων.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Σ.Θ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο