ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 139/21)
19 Μαίου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΕΣΠΩ ΙΩΑΝΝΟΥ Ή ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΔΕΣΠΩ Κ. ΒΑΣΟΥ
Εφεσείουσα/Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Εφεσίβλητης/Καθ’ ης η αίτηση
______________________
Χρ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη ΔΕΠΕ και Ηλία & Ηλία ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια.
Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η αίτηση.
__________________
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της εφεσείουσας.
Εν προκειμένω, τα επίδικα ζητήματα ουσιαστικά εστιάζονται στο κατά πόσον η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, δεόντως αιτιολογημένη και εάν εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο.
Στο στάδιο αυτό, κρίνουμε ορθολογικό να γίνει αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
Γεγονότα
Η εφεσείουσα, από την 28.7.2005 ήταν διευθύντρια, γραμματέας και αποκλειστικός μέτοχος, της εταιρείας Ιωάννου & Χριστοφή Εστιατόριο Λτδ (στο εξής η εταιρεία). Στις 18.10.2013 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μετά από αίτηση του διευθυντή Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής διευθυντής), εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και διορίστηκε, ως προσωρινός εκκαθαριστής, ο Επίσημος Παραλήπτης.
Ο διευθυντής, στη βάση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 81 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, διεξήγαγε έρευνα και στο πλαίσιο αυτής, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν και καταθέσεις. Θα επανέλθουμε σε κατοπινό στάδιο στο συγκεκριμένο ζήτημα. Στις 30.5.2017, αποφάσισε ότι η απασχόληση της εφεσείουσας από την 19.10.2013 και μετέπειτα, δηλαδή για την περίοδο απασχόλησης μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας, είναι απασχόληση αυτοτελώς εργαζομένου και η απασχόληση άλλου προσώπου για την ίδια περίοδο είναι απασχόληση μισθωτού προσώπου και συνεπώς, είχε υποχρέωση καταβολής εισφορών σε όλα τα ταμεία που διαχειρίζονται οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η εφεσείουσα, καταχώρισε, εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ιεραρχική προσφυγή η οποία, αφού εξετάστηκε από την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής Υπουργός), απορρίφθηκε στις 25.10.2017 και ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή ημερ. 30.10.2017.
Η εφεσείουσα, με αίτηση ακύρωσης αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, μη δέουσα έρευνα, πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο και έλλειψη αιτιολογίας. Προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας και συνέχιζε να εργάζεται σ’ αυτή με το ίδιο καθεστώς μέχρι που ενημερώθηκε με σχετική επιστολή του εκκαθαριστή, ημερ. 25.6.2015, και ότι οι υπηρεσίες της τερματίζονται από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.
Στο στάδιο όμως αυτό κρίνουμε ορθό να κάνουμε αναφορά στη νομοθεσία που διέπει το επίδικο ζήτημα.
Η σχετική νομοθεσία
Το άρθρο 81 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν. 59(Ι)/2010) προνοεί:
«81.-(1) Σε περίπτωση που προκύπτει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα, αυτό επιλύεται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, από το Διευθυντή-
................................
(β) εάν πρόσωπο είναι ή ήταν μισθωτό ή αυτοτελώς εργαζόμενο».
Στο δε άρθρο 83 του πιο πάνω Νόμου διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:
«83.-(1) Όποιος δεν ικανοποιείται από απόφαση του Διευθυντή, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη γνωστοποίηση σ' αυτόν της απόφασης, να την προσβάλει με γραπτή αίτησή του στον Υπουργό, στην οποία να εκθέτει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την προσφυγή.
(2) Ο Υπουργός εξετάζει χωρίς υπαίτια βραδύτητα την ενώπιόν του προσφυγή, αποφασίζει γι' αυτή και γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση την απόφασή του στον προσφεύγοντα:
Νοείται ότι, ο Υπουργός, πριν να εκδώσει την απόφασή του, δύναται, κατά την κρίση του, να ακούσει ή να δώσει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η προσφυγή:
Νοείται περαιτέρω ότι, ο Υπουργός, δύναται να αναθέσει σε λειτουργό ή επιτροπή λειτουργών του Υπουργείου του, να εξετάσει ορισμένα θέματα που αναφύονται στην προσφυγή και να υποβάλει στον Υπουργό το πόρισμα τέτοιας εξέτασης, προτού αυτός εκδώσει την απόφασή του για την προσφυγή …».
Η πρωτόδικη απόφαση
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, επισήμανε ότι, ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, ο διευθυντής, για να καταλήξει στην απόφασή του, προέβη σε έρευνα στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν γραπτές καταθέσεις καθώς επίσης συνυπολογίστηκαν αιτήσεις της εφεσείουσας, επιστολές από τους δικηγόρους της καθώς και άλλα στοιχεία και έγγραφα.
Ως αναφέρεται, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η εφεσείουσα στις 17.7.2014 υπέβαλε αίτηση εγγραφής εργοδότη καθώς και αίτηση εγγραφής της ως αυτοτελώς εργαζόμενη στο αρμόδιο Υπουργείο και καθόρισε ως ημερομηνία από την οποία έγινε εργοδότης και άρχισε η απασχόληση της, την 19.10.2013.
Η εφεσείουσα, σε κατάθεση που της λήφθηκε, στις 29.10.2014 στο πλαίσιο της πιο πάνω έρευνας, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση και ανέμενε την απόφαση του εκκαθαριστή για να δει πως θα συνεχίσει τις δραστηριότητες του εστιατορίου. Δήλωσε επίσης, ότι συνέχισε να εργάζεται με «το ίδιο καθεστώς από πριν», ότι είναι υπεύθυνη στην επιχείρηση και ότι η όλη διαχείριση του εστιατορίου γίνεται μόνον από την ίδια. Επίσης, σε κατάθεση που λήφθηκε, την ίδια ημέρα από την Α.Π., αναφέρεται ότι εργαζόταν, από την 1.8.1998, στο εν λόγω εστιατόριο και ότι υπεύθυνη είναι η εφεσείουσα και πληρωνόταν πάντα με μετρητά.
Η εφεσείουσα, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, και δη στο στάδιο των αγορεύσεων, προέβαλε ότι ουδέποτε υπέβαλε και υπέγραψε τις πιο πάνω αιτήσεις και παρέπεμψε σε σχετική επιστολή του συνηγόρου της ημερ. 17.9.2014, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 17.7.2014 ζητήθηκε από το δικηγόρο της εφεσείουσας να εγγράψει την τελευταία ως αυτοτελώς εργαζόμενη καθώς και την Α.Π. ως εργοδοτούμενή της για να διασφαλιστεί, ως του αναφέρθηκε, το συνεχές της απασχόλησης της τελευταίας. Παρά το ότι ζητήθηκε χρόνος για να διαβουλευθεί με την εφεσείουσα, η λειτουργός δεν το αποδέχθηκε και προχώρησε, παραδίδοντας στον υπογράφοντα τις εγκρίσεις των αιτήσεων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι τα όσα προβλήθηκαν από τον συνήγορο της εφεσείουσας δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η διοίκηση για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε και είναι ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη πλάνης ή άγνοιας της εφεσείουσας σε σχέση με τον χρόνο έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας ή αν υποβλήθηκαν ή όχι αιτήσεις για εγγραφή της ως αυτοτελώς εργαζόμενη. Εν προκειμένω, ως επισημάνθηκε, υφίστατο διαφωνία ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία θα μπορούσε να δοθεί μαρτυρία, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από μέρους της εφεσείουσας η οποία είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και συνεπώς, ως αναφέρεται, δεν έχει επιτύχει να αποδείξει πιθανότητα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αποτέλεσμα πλάνης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του, σε συνάρτηση με το περιεχόμενου του διοικητικού φακέλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εφεσείουσας περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας. Η εφεσίβλητη, ως αναφέρθηκε, διερεύνησε επαρκώς την περίπτωση. Αναφορικά με το ζήτημα της επάρκειας της αιτιολογίας, ως επισημάνθηκε, η παρούσα είναι περίπτωση όπου η προσβαλλόμενη πράξη εύλογα συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/99).
Για τους πιο πάνω λόγους το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακύρωσης.
Λόγοι Έφεσης
Η εφεσείουσα, με συνολικά τρεις λόγους έφεσης, αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα:
(i) απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η απόφαση είναι παράνομη, αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας, πλάνης περί το νόμο και τα πράγματα και μη δεόντως αιτιολογημένη. Επίσης, δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής του συνηγόρου της εφεσείουσας, ημερ. 17.9.2014, καθότι, λανθασμένα και υπό πλάνη, έκρινε ότι η επιστολή παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην αγόρευση της εφεσείουσας και δεν υπάρχει στο διοικητικό φάκελο (λόγοι έφεσης αρ.1 και 2) και
(ii) έκρινε ότι τα όσα τέθηκαν από την εφεσείουσα δεν είναι ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη πλάνης ή άγνοιας της τελευταίας σε σχέση με τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας ή αν υποβλήθηκαν ή μη αιτήσεις για εγγραφή της ως αυτοτελώς εργαζομένης εργοδότριας. Περαιτέρω, λανθασμένα κρίθηκε ότι υφίσταται διαφωνία επί των γεγονότων της υπόθεσης (λόγος έφεσης αρ. 3).
Εξέταση λόγων έφεσης
Αναφορικά με το ζήτημα της δέουσας έρευνας, οι αρχές του διοικητικού δικαίου υπαγορεύουν τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό τη διαπίστωση όλων των ουσιωδών γεγονότων.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ράφτης v. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ 345: «…η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ.270 και Nicolaou v. Minister of Interior and Another (1974) 3C.L.R. 189). Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Ζάμπογλου, πιο πάνω). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447)». Σχετική επίσης είναι και η Aristidou v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ 224/2019, ημερ. 15.11.2024.
Όπως δε έχει επισημανθεί στην ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ v. Παπαγεωργίου Ε.Δ.Δ 32/20 ημερ. 11.12.2024 «αναμφίβολα και εγγενώς μια έρευνα κρίνεται εάν είναι επαρκής και συναφώς κατά πόσον η πλάνη είναι ουσιώδης με βάση το νομικό πλαίσιο που στηρίζει την πράξη και το κριτήριο που τίθεται ανάλογα με την εξεταζόμενη περίπτωση είναι η συναφής Νομοθεσία (βλ. Evzonas Hotel Co. Ltd v. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, Ε.Δ.Δ.153/19, ημερ.4.10.24)».
Ενόψει της συνάφειας τους οι λόγοι έφεσης θα συνεξεταστούν.
Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε την θέση του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι η εφεσείουσα συναίνεσε στην έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Έχουμε διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και διαπιστώνουμε ότι απλώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αναφορά στις εισηγήσεις του συνηγόρου της εφεσίβλητης και δεν προκύπτει από αυτήν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι λήφθηκαν υπόψη τα όσα πιο πάνω ισχυρίστηκε ο συνήγορος της εφεσείουσας. Συναφώς, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Επίσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος επισήμανε ότι ο εκκαθαριστής της εταιρείας δεν είχε δικαίωμα να τερματίσει τις υπηρεσίες της εφεσείουσας, με αναδρομική ισχύ από τις 18.10.2013, ενώ όφειλε να της έδιδε την προβλεπόμενη από το νόμο προειδοποίηση, ώστε οι υπηρεσίες της στην εταιρεία να τερματίζονταν στις 20.8.2015. Όπως ορθά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο τα όσα προέβαλε η εφεσείουσα, τα οποία άπτονται των ενεργειών του Επίσημου Παραλήπτη ή των διαφορών αναφορικά με τον τρόπο τερματισμού της απασχόλησής της, στη βάση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου και του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου, βρίσκονται εκτός των αρμοδιοτήτων του αναθεωρητικού δικαστηρίου.
Προσθέτως, εισηγήθηκε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της επιστολής του συνηγόρου της εφεσείουσας ημερ. 17.9.2014. Η πιο πάνω εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους, για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη γενικότερη αρχή ότι κάθε υπόθεση κρίνεται από το διοικητικό φάκελο και όχι από τα στοιχεία που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην αγόρευση. Εν προκειμένω όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε σαφή αναφορά στη συγκεκριμένη επιστολή και στο περιεχόμενό της, επισημαίνοντας ότι τα όσα προβάλλονται σ’ αυτή δεν είναι «… ικανά να ανατρέψουν το υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε η διοίκηση για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν είναι ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη πλάνης ή άγνοια της αιτήτριας σε σχέση με το χρόνο έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας ή αν υποβλήθηκαν ή όχι αιτήσεις για εγγραφή της ως αυτοτελώς εργαζόμενης εργοδότη». Ορθό επίσης ήταν και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, εν προκειμένω, υπήρχε διαφωνία ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση και το συγκεκριμένο ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί μετά από κατάλληλο δικονομικό αίτημα από το διάδικο για προσαγωγή μαρτυρίας.
Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της εφεσείουσας περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας από μέρους του διευθυντή και της Υπουργού.
Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά απέρριψε τους πιο πάνω λόγους ακύρωσης. Με βάση το διοικητικό φάκελο λήφθηκε κατάθεση τόσο από την εφεσείουσα όσο και από τη βοηθό κουζίνας του εστιατορίου, στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω. Πέραν δε τούτου, η εφεσείουσα, μέσω του συνηγόρου της, στις 17.7.2014, υπέβαλε αίτηση εγγραφής εργοδότη καθώς και αίτηση εγγραφής της, ως αυτοτελώς εργαζόμενης και καθόρισε ως ημερομηνία από την οποία έγινε εργοδότης και έναρξη απασχόλησής της, την 19.10.2013, δηλαδή την επομένη που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης. Επίσης, τόσο ο διευθυντής όσο και η Υπουργός, πέραν των πιο πάνω, έλαβαν υπόψη τις επιστολές που απέστειλε ο δικηγόρος της εφεσείουσας καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα. Εν προκειμένω, συλλέγηκαν και διερευνήθηκαν τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Η έρευνα επεκτάθηκε στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που ήταν σχετικό με το θέμα που εξετάστηκε. Κανένα κενό έρευνας δεν εντοπίζεται και εν προκειμένω, η εφεσείουσα δεν έχει επιτύχει να αποδείξει πιθανότητα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν το αποτέλεσμα πλάνης.
Για τους πιο πάνω λόγους, η έρευνα ήταν δέουσα υπό τις περιστάσεις και δεν έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα ή τον νόμο ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας.
Όπως ετέθη στη Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ.145, είναι θεμιτή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από στοιχεία του φακέλου, «όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση, έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της» (βλ., επίσης, Παπαχαραλάμπους v. Δημοκρατίας κ.ά, Ε.Δ.Δ 181/20, ημερ. 14.5.2025). Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
Η αιτιολογία ήταν επαρκής υπό τις περιστάσεις και, ως αναφέρθηκε, συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Ως καταγράφεται στην απόφαση της Υπουργού, αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία και το μαρτυρικό υλικό που βρίσκονται στο φάκελο της εφεσείουσας, θεώρησε την απασχόληση της, μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, ως απασχόληση αυτοτελώς εργαζομένου προσώπου και την απασχόληση της Α.Π. για την ίδια περίοδο, ως απασχόληση μισθωτού προσώπου.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται. Έξοδα, εκ συνολικού ποσού €4.000, επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/ΕΑΠ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο