ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 30/2021, 6/5/2026
print
Τίτλος:
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 30/2021, 6/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 30/2021)

(Υποθ. Αρ.  1388/2016)

                                               

6 Μαΐου, 2026

 

[Τ. ΨΑΡΑ - ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,  Ν. ΣΑΝΤΗΣ  ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ,

                                       Εφεσείων,

                                                          v.

 

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

Εφεσίβλητης.

----------------

 

κ. Δ. Βάκης, για Pyrgou Vakis LLC, Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ, και Νικόλας Θρασυβούλου ΔΕΠΕ, για Εφεσείοντα

 Ρ. Πασιουρτίδη (κα), για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ, για Εφεσίβλητη

----------

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.:  Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.

                                               

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.:  Η Εφεσίβλητη αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητα) Νόμου του 2001 (Ν.64(Ι)/2001), ο οποίος (Νόμος) καταργήθηκε από τον περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο του 2009, (Ν73(Ι)/2009).

 

Η Εφεσίβλητη, σε συνεδρία της ημερ. 26.5.2014, αποφάσισε να καλέσει, δυνάμει του Άρθρου 38 του Ν. 73(Ι)/2009, την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η Εταιρεία), σε γραπτές παραστάσεις, για ενδεχόμενες παραβιάσεις των Άρθρων 11(1)(α)  και 19 του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου (Ν. 116(Ι)/2005), αναφορικά με την μη ανακοίνωση/γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με κρατική στήριξη.  Προς τούτο, με επιστολή της ημερ. 7.7.2014, ενημέρωσε την Εταιρεία για την πιο πάνω απόφαση της και την κάλεσε να υποβάλει τις παραστάσεις της, όπως και έπραξε με επιστολή του Ειδικού Διαχειριστή ημερ. 30.1.2015.

Σε συνεδρία της ημερ. 16.3.2015 η Εφεσίβλητη αποφάσισε ότι η Εταιρεία έχει ενεργήσει κατά παράβαση των πιο πάνω Άρθρων 11(1)(α) και 19 του Ν.116(Ι)/2005 και δυνάμει του Άρθρου 38 του Ν.73(Ι)/2009  αποφάσισε να καλέσει τους Διοικητικούς Συμβούλους της Εταιρείας κατά την περίοδο 22.11.2011 – 30.4.2012, σε παραστάσεις, στα πλαίσια εξέτασης του ενδεχομένου επιβολής διοικητικού προστίμου σε αυτούς, με βάση το Άρθρο 48(4)(α) του Ν.116(Ι)/2005, μετά τη διαπίστωση παράβασης από μέρους της Εταιρείας, ως ανωτέρω.

 

Προς τούτο,  ο Εφεσείων υπέβαλε τις παραστάσεις του με επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του ημερ. 4.11.2015.  Ακολούθως, σε συνεδρία της ημερ. 1.8.2016 η Εφεσίβλητη αποφάσισε ότι η παράβαση εκ μέρους της Εταιρείας στις 23.11.2011 του Άρθρου 11(1)(α) του Ν.116(Ι)/2005, ως και του Άρθρου 19 του ιδίου Νόμου  κατά την περίοδο 23.11.2011 – 5.12.2011, οφειλόταν σε υπαιτιότητα και αμέλεια του Εφεσείοντα και ως εκ τούτου αποφάσισε όπως επιβάλει σ’ αυτόν:

 

-       Διοικητικό πρόστιμο ύψους €60.000 διότι η παράβαση από την εταιρεία στις 23.11.2011 του Άρθρου 11(1)(α) του Ν.116(Ι)/2005, οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα και αμέλεια.

 

-      Διοικητικό Πρόστιμο ύψους €10.000 διότι η παράβαση από την εταιρεία κατά την πείοδο 23.11.2011 – 5.12.2011, του Άρθρου 19 του Ν. 116(Ι)/2005, οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα και αμέλεια.

 

Προς τούτο, με επιστολή της ημερ. 15.9.2016 η Εφεσίβλητη ενημέρωσε τον Εφεσείοντα για την πιο πάνω απόφαση της. 

 

Ο Εφεσείων προσέβαλε τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης της Εφεσίβλητης ημερ. 1.8.2016, - που του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 15.9.2016 -, με την καταχώριση της Προσφυγής αρ. 1388/2016.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε όλους τους προβληθέντες ενώπιον του λόγους ακύρωσης, κατέληξε ότι κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απέρριψε την Προσφυγή, επικυρώνοντας ως νόμιμη την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Ο Εφεσείων θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και επεδίωξε την ανατροπή της, στη βάση 8 λόγων Έφεσης.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον μας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα, περιόρισε την αγόρευση του μόνο σε σχέση με τους λόγους Έφεσης αρ. 3, 4 και 5, αποσύροντας τους υπόλοιπους και εστιάζοντας την επιχειρηματολογία τους στο εξής ζήτημα:

 

Λανθασμένα, ως εισηγήθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η επίδικη απόφαση ουδόλως λήφθηκε κατά παράβαση των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, ούτε και καταστρατηγήθηκε το δικαίωμα του Εφεσείοντα σε ακρόαση, δικαίωμα που σχετιζόταν, ως κρίθηκε πρωτόδικα, με την προηγούμενη απόφαση της Εφεσίβλητης περί παραβάσεων εκ μέρους της Εταιρείας, ως και ότι μέσω της πρωτόδικης διαδικασίας ουσιαστικά επιδιώκετο η ακύρωση αυτής της  προηγούμενης απόφασης της Εφεσίβλητης.  Έγινε περαιτέρω εισήγηση περί λανθασμένης πρωτόδικης κρίσης, ότι η επίδικη απόφαση ήταν δεόντως αιτιολογημένη και προϊόν πλήρους έρευνας.

 

Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, υπό το πρίσμα των πιο πάνω εισηγήσεων του Εφεσείοντα, ως και την αντίθετη θέση της Εφεσίβλητης, η οποία υποστηρίζει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

 

Συμφωνούμε πλήρως με την πρωτόδικη απόφαση ως προς το εγερθέν ζήτημα και παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από αυτή, το οποίο και υιοθετούμε:

 

«Ούτε ο υπό 2. ανωτέρω λόγος ακυρώσεως με βρίσκει σύμφωνο. Ορθά έχει επισημάνει η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ότι, το άρθρο 48(4)(α) του Νόμου, το οποίο εφαρμόστηκε στην παρούσα υπόθεση, ως προκύπτει από το σαφές λεκτικό του, φαίνεται να προϋποθέτει απόφαση διαπίστωσης παράβασης από νομικό πρόσωπο (εδώ τράπεζα, ήτοι την εταιρεία) για σκοπούς της εφαρμογής του. Αναφέρεται, για του λόγου το ορθόν, στην εν λόγω νομοθετική διάταξη, με δικούς μου τονισμούς:

 

«α) Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση του παρόντος Νόμου από νομικό πρόσωπο, να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι του ανώτατου ποσού που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο αναφορικά με την εν λόγω παράβαση, και στους διοικητικούς συμβούλους, διευθυντές, αξιωματούχους ή τους διαχειριστές επενδύσεων του νομικού τούτου προσώπου εκτός εάν αποδείξουν  ότι η παράβαση δεν οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια·»

 

Η απόφαση, όμως, για την παράβαση της εταιρείας, αποτελεί, κρίνω, αυτοτελή εκτελεστή διοικητική απόφαση και όχι ενδιάμεση ή προπαρασκευαστική απόφαση της επιβολής διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 48(4)(α) του Νόμου, η οποία βεβαίως, ως αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της εδώ κρινόμενης απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου, θα μπορούσε να τύχει συμπροσβολής στο ίδιο (εδώ) δικόγραφο, ως συναφής πράξη. Από το όλο λεκτικό της αιτούμενης θεραπείας της υπό εξέταση προσφυγής, όμως, δεν προκύπτει, πέραν από την αναφορά σε «υποτιθέμενη παράβαση» της εταιρείας, η προσφυγή να στρέφεται και εναντίον της εν λόγω απόφασης για την εταιρεία, αλλά εναντίον μόνο της απόφασης επιβολής προστίμου στον αιτητή. Ως ξεκαθάρισε και κατά τη διάρκεια των διευκρινήσεων της υπόθεσης, δεν έχει ασκηθεί ούτε άλλη σχετική ξεχωριστή προσφυγή του αιτητή εναντίον της απόφασης περί παράβασης της εταιρείας. Το κατά πόσο ο αιτητής θα είχε άμεσο συμφέρον ως θιγόμενος να στραφεί δικαστικώς εναντίον τέτοιας απόφασης παράβασης από την εταιρεία και, κατ' επέκταση και επί της ουσίας, εάν θα είχε και δικαίωμα ακρόασης του πριν την έκδοση τέτοιας απόφασης, το οποίο να έχει παραβιαστεί διότι δεν κλήθηκε να εκφέρει τις απόψεις του, θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο, εάν τέτοια απόφαση ήταν αντικείμενο προσβολής της στο Δικαστήριο, κάτι που δεν διαπιστώνεται, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Συνεπώς, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, η νομιμότητα της (ξεχωριστής) απόφασης της καθ' ης η αίτηση περί των προαναφερθέντων παραβάσεων της εταιρείας, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής και κατ' επέκταση, δεν δύνανται να εξεταστούν λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται σε σχέση με τη νομιμότητα αυτής, ως ο εδώ εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως περί μη προηγούμενης ακρόασης του αιτητή πριν την έκδοση της. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ούτε αυτός ο λόγος ακυρώσεως ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά στον υπό 3 λόγο ακυρώσεως ανωτέρω, ούτε αυτός, κρίνω, ευσταθεί. Τα επίδικα έγγραφα φανερώνουν πλήρη έρευνα όλων των ουσιωδών θεμάτων και πτυχών που αφορούσαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του αιτητή σε σχέση με την νομιμότητα της απόφασης και το κατά πόσο  η εταιρεία έχει παραβεί τα άρθρα 11 και 19 του Νόμου, καθώς και τα όσα αναφέρονται για την Οδηγία (βλ. ανωτέρω), ορθώς η πλευρά της καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι, τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, καθότι ο αιτητής με τη προσφυγή του στρέφεται μόνο εναντίον της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου στον αιτητή λόγω υπαιτιότητας και αμέλειας του, ως επεξηγήθηκε και ανωτέρω κατά την εξέταση του υπό 2 λόγου ακυρώσεως. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται.

Ούτε ο υπό 4 ανωτέρω λόγος ακυρώσεως με βρίσκει σύμφωνο. Τα πρακτικά της επίδικης συνεδρίασης της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 1.8.2016, φανερώνουν πλήρη αιτιολογία της επίδικης απόφασης.»

 

Ό,τι ενέχει σημασία να τονίσουμε συνοπτικά, είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η νομιμότητα της απόφασης της Εφεσίβλητης με την οποία διαπιστώθηκαν παραβάσεις εκ μέρους της Εταιρείας δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής 1388/2016.  Ο Εφεσείων ουδέποτε προσέβαλε ούτε και επεδίωξε την ακύρωση της απόφασης της  Εφεσίβλητης ότι η Εταιρεία είχε παραβεί τη σχετική νομοθεσία. Στην περίπτωση που ο Εφεσείων θεωρούσε ότι η απόφαση της Εφεσίβλητης για διαπίστωση παραβιάσεων από την Εταιρεία ήταν εσφαλμένη, είτε γιατί δεν ακούστηκε ο ίδιος είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όφειλε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα εκείνης της απόφασης, πράγμα που ουδέποτε έπραξε.   Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καταστρατήγησης του δικαιώματος ακρόασης του Εφεσείοντα, στη λήψη της απόφασης της Εφεσίβλητης για διάπραξη παράβασης εκ μέρους της Εταιρείας.  Και τούτο, με δεδομένο ότι η επίδικη προσφυγή στρεφόταν μόνο εναντίον της νομιμότητας της απόφασης της Εφεσίβλητης ημερ. 1.8.2016 με την οποία επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα διοικητικό πρόστιμο γιατί κρίθηκε πως η παράβαση της Εταιρείας οφειλόταν σε υπαιτιότητα και αμέλεια εκ μέρους του.

 

 Τονίζουμε, εν πάση περιπτώσει,   πως ουδόλως παραβιάστηκε το δικαίωμα του Εφεσείοντα για προηγούμενη ακρόαση στη λήψη της επίδικης απόφασης,  το οποίο του δόθηκε και ασκήθηκε από αυτόν, προτού του επιβληθεί το διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. 

 

Συνακόλουθα, καταλήγουμε πως οι λόγοι Έφεσης 3, 4 και 5 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.

 

Η Έφεση απορρίπτεται. 

 

Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Εφεσίβλητης και σε βάρος του Εφεσείοντα ύψoυς €4.500 πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει).

 

 

Τ. ΨΑΡΑ – ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

 

Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ,  Δ.

/Α.Λ.Ο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο