CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LIMITED v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 115/21, 16/6/2026
print
Τίτλος:
CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LIMITED v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 115/21, 16/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 115/21)

 

16 Ιουνίου, 2026

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LIMITED,

                                                          Εφεσείουσας,

v.

 

ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ,

Εφεσιβλήτων.

― ― ― ― ―

 

Γ. Χατζηγιώργης και Α. Χατζηγεωργίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την εφεσείουσα.

Μ. Αντωνίου (κα) με Ερ. Νικολάου και Ν. Ζησίμου (κα), ασκούμενη δικηγόρο, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ, για τους εφεσίβλητους.

 

---------------

 

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:

 

Τα γεγονότα

Ο Δήμος Λευκωσίας (εν τοις εφεξής «οι εφεσίβλητοι») προκήρυξε στις 6.5.2016 το διαγωνισμό αρ. 91/2015 με θέμα «Ολοκληρωμένη Ανάπλαση του Εμπορικού Τριγώνου Μακαρίου – Στασικράτους – Ευαγόρου για την Ενίσχυση της Βιώσιμης Κινητικότητας – Κατασκευαστική Φάση Α» (εν τοις εφεξής «ο διαγωνισμός»). Η εκτιμώμενη αξία του έργου ήταν για το ποσό €9.000.000 χωρίς Φ.Π.Α., η διαδικασία που καθορίστηκε ήταν η ανοικτή και το κριτήριο ανάθεσης ήταν η χαμηλότερη τιμή.

 

          Υποβλήθηκαν πέντε προσφορές, μεταξύ των οποίων από την εφεσείουσα και το ενδιαφερόμενο μέρος Cybarco-A.Panayides 91/2015/JV (εν τοις εφεξής «το ΕΜ»).  Το Συμβούλιο Προσφορών της Αναθέτουσας Αρχής στις 16.3.2017, αφού μελέτησε τις προσφορές που είχαν υποβληθεί, την Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και την εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών, ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ήτοι την ανάθεση της Σύμβασης στο ΕΜ για το ποσό των €8.177.020 πλέον Φ.Π.Α., η προσφορά του οποίου κρίθηκε ως ουσιαστικά ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις των Εγγράφων Διαγωνισμού και ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης βάσει τιμής.

         

Η εφεσείουσα καταχώρισε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ιεραρχική προσφυγή (υπ΄ αρ. 18/17) επιτυχώς, οπότε και η Αναθέτουσα Αρχή προχώρησε σε επανεξέταση του θέματος. 

 

          Στα πλαίσια της επανεξέτασης η Επιτροπή Αξιολόγησης ετοίμασε Έκθεση Αξιολόγησης Προσφορών ημερ. 15.1.2018, με την οποία θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι η προσφορά της εφεσείουσας ήταν άκυρη και θα έπρεπε να αποκλειστεί από τον διαγωνισμό καθότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής σύμφωνα με τον όρο 3.3.6.α και τον όρο 3.3.6.θ του Τόμου Α – Μέρος Ι «Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς» των Εγγράφων Διαγωνισμού. 

 

Η Επιτροπή Προσφορών σε συνεδρία της ημερ. 5.2.2018, αφού μελέτησε τις υποβληθείσες προσφορές και την εν λόγω Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ζήτησε να τεθούν ενώπιον της συγκεκριμένα έγγραφα και αποφάσισε τη συνέχιση της συζήτησης του θέματος στην επόμενη συνεδρία.  Η επόμενη συνεδρία έλαβε χώρα στις 12.2.2018.  Η Επιτροπή Προσφορών έλαβε υπόψη τα προηγούμενα καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα και αποφάσισε όπως εισηγηθεί στο Συμβούλιο Προσφορών του Δήμου την έγκριση της πρότασης της Επιτροπής Αξιολόγησης. 

 

          Με τη σειρά του, το Συμβούλιο Προσφορών στη συνεδρίαση του ημερ. 15.2.2018, αφού μελέτησε τις υποβληθείσες προσφορές, την Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και την εισήγηση της Επιτροπής Προσφορών, ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ήτοι την ανάθεση εκ νέου της Σύμβασης στο ΕΜ για το ποσό των €8.177.020 πλέον Φ.Π.Α., η προσφορά του οποίου κρίθηκε ως ουσιαστικά ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις των Εγγράφων Διαγωνισμού και ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης βάσει τιμής.

 

Οι λόγοι αποκλεισμού της εφεσείουσας και ακύρωσης της προσφοράς

 

 

Η εφεσείουσα αποκλείστηκε και η προσφορά της ακυρώθηκε λόγω μη συμμόρφωσης, ως άνω, στους όρους 3.3.6.α και 3.3.6.θ και λόγω παράβασης του Άρθρου 57(Ι) του Νόμου 73(Ι)/2016.[1]     

 

1.      Ο όρος 3.3.6.α προβλέπει ότι:

 

«Για τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, οι Ενδιαφερόμενοι Οικονομικοί Φορείς πρέπει να πληρούν υποχρεωτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις που αφορούν την προσωπική τους κατάσταση:

α. να μην υπάρχει  τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος τους, ή/και να μην υφίσταται παραδοχή τους για:

[.]

(ii) διαφθορά (όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταρτιζόμενη δυνάμει του άρθρου Κ.3 παράγραφος 2 στοιχείο (γ) της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 2 παράγραφος (1) της Απόφασης - Πλαισίου 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και όπως ορίζεται στη Δημοκρατία ή στο εθνικό δίκαιο του οικονομικού φορέα·».

 

          Οι εφεσίβλητοι έκριναν ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση της εφεσείουσας προς τον όρο 3.3.6.α, διότι τεκμηριώνεται ότι ο Κυριάκος Χρυσοχός (εν τοις εφεξής «ο ΚΧ») ο οποίος παρουσιάζεται ως ο ανώτατος εκτελεστικός διευθυντής (CEO) και έχει de facto εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή/και ελέγχου στην εφεσείουσα προέβη σε παραδοχή σε κατάθεση του προς την Αστυνομία ότι ως διευθυντής άλλης εταιρείας του Ομίλου κατέβαλε χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €160.000 στους κατηγορούμενους 1 και 2 στην ποινική υπόθεση αρ. 12057/14 του Κακουργιοδικείου Πάφου. 

 

2.      Περαιτέρω, κατά τους εφεσίβλητους, επρόκειτο περί παραδοχής για διαφθορά, που συνιστούσε υποχρεωτικό λόγο αποκλεισμού με σύμφωνα με το Άρθρο 57(1)(β) του Νόμου 73(Ι)/2016, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο:

 

«Υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (3) και (6), οι αναθέτουσες αρχές αποκλείουν από τη συµµετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης έναν οικονομικό φορέα όταν αποδεικνύουν, µε την επαλήθευση που προβλέπεται στα άρθρα 59, 60 και 61 ή εάν είναι γνωστό σε αυτές µε άλλο τρόπο, ότι υπάρχει τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του ή παραδοχή του ή καταγγελία εναντίον του, η οποία µετά την υποβολή εκ µέρους του καταγγέλλοντος στοιχείων εξετάστηκε κατά συνοπτικό τρόπο και αφού προηγουμένως ο καταγγέλλων κλήθηκε και κατέθεσε ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

[...]

(β) διαφθορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταρτιζόμενη δυνάμει του άρθρου Κ.3 παράγραφος 2 στοιχείο (γ) της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 2 παράγραφος (1) της Απόφασης - Πλαισίου 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και όπως ορίζεται στη Δημοκρατία ή στο εθνικό δίκαιο του οικονομικού φορέα·

[…]

Νοείται ότι, η υποχρέωση αποκλεισμού οικονομικού φορέα εφαρμόζεται επίσης όταν το πρόσωπο, εις βάρος του οποίου εκδόθηκε τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση ή υπάρχει παραδοχή του, είναι µέλος του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου του εν λόγω οικονομικού φορέα ή έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε αυτό.».

 

3.      Ο όρος 3.3.6.θ προβλέπει ότι:

 

«Για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, οι Ενδιαφερόμενοι Οικονομικοί Φορείς πρέπει να πληρούν υποχρεωτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις που αφορούν την-προσωπική τους κατάσταση:

[.]

θ. να μην έχουν κριθεί ένοχοι σοβαρών ψευδών δηλώσεων, κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού ή την πλήρωση των κριτηρίων επιλογής, να μην έχουν αποκρύψει τις πληροφορίες αυτές και να είναι σε θέση να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 59 του Νόμου».

 

          Οι εφεσίβλητοι έκριναν ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση της εφεσείουσας προς τον όρο 3.3.6.θ, διότι η εφεσείουσα απέκρυψε πληροφορίες που απαιτούνταν για την εξακρίβωση της απουσίας λόγων αποκλεισμού και ειδικότερα πληροφορίες σε σχέση με το γεγονός ότι ο ΚΧ κατείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τη θέση του Ανώτερου Εκτελεστικού Διευθυντή του Ομίλου (GROUP CEO) διαδραματίζοντας ηγετικό ρόλο στον Όμιλο Εταιρειών ως άτομο με de facto εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων και ελέγχου σε όλες τις εταιρείες του Ομίλου και κατ’  επέκταση στην εφεσείουσα.  Οι εφεσίβλητοι έκριναν ότι η εφεσείουσα είχε προβεί σε σοβαρές ψευδείς δηλώσεις κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνταν για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού ή και είχε αποκρύψει τις πληροφορίες αυτές με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων των εφεσιβλήτων και ως εκ τούτου δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις συμμετοχής σύμφωνα με τον όρο 3.3.6.θ.

           

Ακολούθησε η καταχώριση προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, εξ ου και η παρούσα έφεση. 

 

Ο πρώτος Λόγος Αποκλεισμού

 

Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τον πρώτο λόγο αποκλεισμού

 

 

          Η εφεσείουσα και ο ΚΧ δεν ήταν κατηγορούμενοι στην υπόθεση 12057/2014. Ούτε προέκυψε ανάγκη ακρόασης για τους κατηγορούμενους 1 και 2 εφόσον αυτοί παραδέχθηκαν τις κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δεκασμό δημόσιου λειτουργού και για νομιμοποίηση εσόδων.   Ο ΚΧ όμως είχε δώσει, σε σχέση με την υπόθεση εκείνη, κατάθεση στην Αστυνομία στις 12.12.2014.  Αυτή είναι η κατάθεση που προσδιορίζεται στην επίδικη απόφαση των εφεσιβλήτων ως «παραδοχή του ΚΧ που υπήρχε στην δημοσιευμένη ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 12057/2014 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου».  Πρόκειται για το κείμενο της Ποινής που το Κακουργιοδικείο Πάφου επέβαλε στις 18.2.2015 στους εν λόγω κατηγορούμενους 1 και 2.

 

Η διαπίστωση του πρωτοδίκου δικαστηρίου, ως προς την οποία δεν υπήρξε αντέφεση, ήταν πως στην εν λόγω απόφαση δεν γίνεται αναφορά περί παραδοχής του ΚΧ για χρηματισμό.  Περαιτέρω, ότι τούτο δεν προκύπτει ούτε από τα «αδιαμφισβήτητα γεγονότα» της υπόθεσης, όπως το Κακουργιοδικείο τα χαρακτήρισε.  Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«Εν πρώτοις, εξετάζοντας την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου στην πιο πάνω υπόθεση [εννοείται η 12057/2014] διαπιστώνω ότι πράγματι πουθενά δεν γίνεται λόγος για παραδοχή του Χρυσοχού για χρηματισμό. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ήδη από την αρχή της απόφασής του το Δικαστήριο κάνει αναφορά στα «αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν την παράνομη δραστηριότητα των κατηγορούμενων 1 και 2, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή […]

Τα πιο πάνω, ωστόσο, έστω και αν αποτελούν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δεν οδηγούν άνευ ετέρου στη διαπίστωση περί παραδοχής του Χρυσοχού για χρηματισμό και, πάντως, σε κανένα σημείο της δικαστικής απόφασης δεν γίνεται λόγος για μια τέτοια παραδοχή

 

 

          Παρά ταύτα, το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη μια άλλη δικαστική απόφαση όπου γίνεται αναφορά για παραδοχή του ΚΧ, η οποία τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του, χωρίς δηλαδή να ήταν ενώπιον των εφεσιβλήτων κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης τους.  Πρόκειται για την απόφαση της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κας Δ. Σωκράτους (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση Αρ. 168/2015, ημερ. 31.10.2017. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την υπό εξέταση τώρα πρωτόδικη απόφαση:

 

«Εντούτοις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι παραδοχή του Χρυσοχού για χρηματισμό υπάρχει και μάλιστα αυτή, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, έγινε με την κατάθεσή του, ημερομηνίας 12.12.2014, στο πλαίσιο διερεύνησης της πιο πάνω Ποινικής Υπόθεσης [εννοείται η υπόθεση 12057/2014]. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι υπάρχει παραδοχή του Χρυσοχού ότι κατέβαλε χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €160.000 στους κατηγορούμενους 1 και 2 στην πιο πάνω Ποινική Υπόθεση. Το ότι έλαβε χώρα η εν λόγω κατάθεση, καθώς και μεγάλο απόσπασμα αυτής, καταγράφεται και/ή αποτελεί μέρος έτερης δικαστικής απόφασης, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση Αρ. 168/2015, ημερ. 31.10.2017 [Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου], στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση και την οποία το παρόν Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του, εφόσον δεν υφίσταται ζήτημα εξωγενούς μαρτυρίας και/ή παράνομης προσαγωγής μαρτυρίας.»

 

 

          Ακολούθως, ο πρωτόδικος δικαστής παραθέτει τα ακόλουθα  από την απόφαση του Ε.Δ. Πάφου, το οποίο έχοντας ενώπιον του ως τεκμήριο την κατάθεση του ΚΧ καταγράφει πως αυτός «παραδέχεται ότι κατέβαλε μεγάλα χρηματικά ποσά ύψους €60.000 και €100.000, προς τα ανωτέρω πρόσωπα δίδοντας τη δική του θέση για αιτιολογία της πληρωμής αυτών.» (εκβιασμός). 

         

Με αναφορά στην απόφαση του Ε.Δ. Πάφου και παραθέτοντας τα ανωτέρω, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι «…προκύπτει αβίαστα η παραδοχή του Χρυσοχού για χρηματισμό των δυο προαναφερθέντων προσώπων και, εν πάση περιπτώσει, για ενέργειές του, που, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης περί Καταπολέμησης της Δωροδοκίας στην Οποία Ενέχονται Υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενσωματώθηκε στην ημεδαπή έννομη τάξη με τον Κυρωτικό Νόμο 2(ΙΙΙ)/2004, αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 2(1)(α) της Απόφασης Πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας, στα οποία παραπέμπει ρητά το άρθρο 57(1) του Νόμου 73(Ι)/2016, αλλά και ο όρος 3.3.6.α του Τόμου Α-Μέρος Ι των εγγράφων του Διαγωνισμού, συνιστούν πράξεις διαφθοράς και δη πράξεις ενεργητικής δωροδοκίας. …» 

 

Ακολούθως, αφού παρέθεσε το εν λόγω Άρθρο 3 και το Άρθρο 2(1)(α) της Απόφασης Πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ, κατέληξε ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται στην υπόσταση του αδικήματος, ως συστατικό στοιχείο, η πρόθεση διάπραξης του χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η απουσία απειλής  και/ή εκβιασμού, τον οποίο επικαλέστηκε στην κατάθεση του ο ΚΧ ο οποίος, θα μπορούσε ενδεχομένως να προταχθεί ως λόγος υπεράσπισης ή/και μετριαστικός παράγοντας.

         

Έχοντας όλα τα παραπάνω υπόψη το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά στην έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης σε διαπίστωση που έγινε στην υπόθεση 12057/2014 περί παραδοχής του ΚΧ για χρηματισμό δεν είναι άνευ ετέρου εσφαλμένη, εφόσον μια τέτοια διαπίστωση παραδοχής «…ναι μεν δεν περιέχεται στο σώμα της απόφασης του Δικαστηρίου, η εν λόγω παραδοχή όμως έγινε, ως έχει εξηγηθεί, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπό αναφορά ποινικής υπόθεσης,  η οποία ολοκληρώθηκε και/ή απέληξε στην έκδοση της δικαστικής απόφασης. Συναφώς, τεκμαίρεται και, εν πάση περιπτώσει, κατά τη λογική πορεία των πραγμάτων, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι η εν λόγω κατάθεση του Χρυσοχού, της οποίας η ύπαρξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του και ως προς τα «αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν την παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων 1 και 2».»  

 

Όμως, ως προς τα αναφερόμενα ως «αδιαμφισβήτητα γεγονότα», αντιφατικά, με τον δέοντα σεβασμό, είχε σε άλλο μέρος της απόφασης του, ως άνω, καταγράψει ότι «έστω και αν αποτελούν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δεν οδηγούν άνευ ετέρου στη διαπίστωση περί παραδοχής του Χρυσοχού για χρηματισμό και, πάντως, σε κανένα σημείο της δικαστικής απόφασης δεν γίνεται λόγος για μια τέτοια παραδοχή

 

 

 

Η έφεση αναφορικά με τον πρώτο λόγο αποκλεισμού

 

Ανάμεσα στους πολλούς λόγους έφεσης προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα και στοιχεία που δεν ήταν ενώπιον των εφεσιβλήτων κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης απόφασης, ειδικότερα το περιεχόμενο της απόφασης του Ε.Δ. Πάφου 168/2015, και ότι προέβη σε πρωτογενή κρίση και αξιολόγηση, υποκαθιστώντας τη διοίκηση στο έργο της, καταλήγοντας, εν τέλει, πεπλανημένα στο συμπέρασμα περί της ύπαρξης παραδοχής διάπραξης του ποινικού αδικήματος της διαφθοράς και/ή περί της μη ύπαρξης πλάνης της Αναθέτουσας Αρχής. 

 

Έχοντας υπόψη τα εκατέρωθεν επιχειρήματα ως προς τα ζητήματα αυτά, διαπιστώνουμε ότι η αντίληψη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε πλάνη και μάλιστα ουσιώδης, εφόσον η Αναθέτουσα Αρχή «έλαβε υπόψη της και/ή στηρίχθηκε σε πραγματικά και/ή υπαρκτά γεγονότα», με τον δέοντα σεβασμό δεν μας βρίσκει σύμφωνους.  Σημασία δεν είχε το ποια γεγονότα ήταν υπαρκτά ή όχι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο προς υποστήριξη της επίδικης απόφασης, αλλά το ποια γεγονότα είχε τω όντι κατά νου και πώς τα αξιολόγησε το ίδιο το διοικητικό όργανο κατά τον χρόνο της απόφασης του.  Διαφορετικά, σε κάθε τέτοια περίπτωση, τα ορθά ή υπαρκτά στοιχεία θα μπορούσαν να παρουσιάζονται εκ των υστέρων ενώπιον του δικαστηρίου, προς υποστήριξη της νομιμότητας της επίδικης απόφασης, το οποίο θα τα λαμβάνει υπόψη, θα τα αξιολογεί και τοιουτοτρόπως κατ’  ανάγκη θα ενεργεί πρωτογενώς ως εάν να ήταν το διοικητικό όργανο.  Τέτοια όμως θεώρηση αντίκειται στη θεμελιακή αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία «τα Δικαστήρια δεν υποκαθιστούν τη Διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων αυτών (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας [1929-1959], σελ. 185) (βλ. σχετικά Lord Sheratons Reproductions Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Α.Ε. Αρ. 187/12, ημερ. 28.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:C112). 

 

          Η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου να ανατρέξει στην απόφαση του Ε.Δ. Πάφου προσβάλλεται, ορθά όπως προκύπτει από όσα έχουμε ήδη αναφέρει, και για το λόγο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις σχετικές αναφορές στην απόφαση του Ε.Δ. Πάφου, που δεν ήταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου και εν πάση περιπτώσει δεν την επικαλέστηκε το διοικητικό όργανο, προέβη σε πρωτογενή αξιολόγηση τους και κατέληξε σε κρίση ως προς τη σημασία τους, υποκαθιστώντας το έργο της διοίκησης. 

 

Ως αποτέλεσμα, εσφαλμένα εν πάση περιπτώσει, κατά την εφεσείουσα, κατέληξε ότι από το περιεχόμενο της απόφασης του Ε.Δ. Πάφου, προκύπτει συμπέρασμα περί ύπαρξης του ποινικού αδικήματος της διαφθοράς, όπως αυτό ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία. Αυτό το τελευταίο επιχείρημα και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης δεν είναι αναγκαίο να το εξετάσουμε, εφόσον έχουμε ήδη διαπιστώσει σφάλμα από το δικαστήριο αναφορικά με τα εκ των υστέρων παρουσιασθέντα ως παραδοχή. 

 

          Εναπόκειτο στο διοικητικό όργανο να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει, στα πλαίσια μιας δέουσας και πλήρους έρευνας, την ίδια την κατάθεση του ΚΧ προς την Αστυνομία, ημερ. 12.12.2014 και κατά πόσον επί πλήρους και ορθής πραγματικής βάσης στοιχειοθετείτο παραδοχή για το αδίκημα της διαφθοράς εν τη εννοία του Νόμου. Όπως αποφασίστηκε από την Ολομέλεια στην υπόθεση Ιορδάνου ν. ΕΔΥ (1997) 3 ΑΑΔ 250 (απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.) όχι μόνο το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προβεί σε διαμόρφωση πρωτογενούς δικαστικής κρίσης σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου, αλλ’  ούτε και είναι επιτρεπτή η πιθανολόγηση ως προς το ποια θα μπορούσε να ήταν η κρίση του οργάνου αν προσέγγιζε το θέμα πάνω στην ορθή πραγματική του βάση, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα όπως αποκαλύπτονται από το διοικητικό φάκελο.

 

          Εν όψει της παραπάνω απόφασης μας αναφορικά με το ζήτημα της παραδοχής, παρά το γεγονός ότι ζητήσαμε συμπληρωματική σχετική επιχειρηματολογία, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσο η προσθήκη στο Άρθρο 57(1) του Νόμου 73(Ι)/2016, όπως ίσχυε τότε, από τον κύπριο νομοθέτη της παραδοχής στους υποχρεωτικούς λόγους αποκλεισμού, ήταν συμβατή με το αντίστοιχο Άρθρο  57 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, την οποία ο εν λόγω Νόμος ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο, ζήτημα προς το οποίο άπτονται άλλοι λόγοι έφεσης (2, 9, 10, 15, 16, 17).  Σημειώνουμε ότι ο λόγος έφεσης 1 απεσύρθη.  Συμπληρώνουμε απλώς ότι με τον τροποποιητικό Νόμο Ν. 205(Ι)/2020 καταργήθηκε η παραδοχή ως λόγος υποχρεωτικού αποκλεισμού και αντ’  αυτού προβλέφθηκε ότι η παραδοχή γεγονότων ή διάπραξης πράξεων, είτε ενώπιον των ανακριτικών αρχών είτε ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου σε σχέση με ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του Άρθρου 57, ήτοι τους λόγους υποχρεωτικού αποκλεισμού, συνιστά σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα (βλ. επιφύλαξη στο εδάφιο (4)(γ) του Άρθρου 57). 

 

Καταλήγουμε ότι στη βάση που αναπτύξαμε το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε στην αξιολόγηση της διοικητικής απόφασης σε σχέση με τον πρώτο λόγο αποκλεισμού, με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης να επιτυγχάνουν.  Ως εκ τούτου θα μπορούσαν τελικά να είναι βάσιμοι οι λόγοι έφεσης που αφορούν στον χειρισμό που έτυχε η απόφαση του Ε.Δ. Πάφου από το πρωτόδικο δικαστήριο (λόγοι έφεσης 3, 4, 5, 6, 7, 8).  Με τον λόγο έφεσης 18 η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε ουσιαστικά χωρίς να εξετάσει τη θέση που προέβαλε ότι η λήψη απόφασης για τον αποκλεισμό της επί τη βάσει μιας κατ’  ισχυρισμόν παραδοχής που φαίνεται να έλαβε χώρα 3 ή 4 χρόνια πριν και για μια συμπεριφορά η οποία έλαβε χώρα 9-10 χρόνια πριν παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου.  Παρατηρούμε ότι ο λόγος αυτός λαμβάνει ως δεδομένο τον πρώτο λόγο αποκλεισμού.  Συνεπώς θα είχε νόημα να εξεταστεί εάν ο πρώτος λόγος αποκλεισμού θα μπορούσε κατά τα άλλα να είχε επικυρωθεί.  Το ίδιο και ο λόγος έφεσης 19 σχετίζεται άμεσα με τον αποκλεισμό ενός οικονομικού φορέα στη βάση κατ’  ισχυρισμόν παραδοχής για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.  Εν προκειμένω το παράπονο της εφεσείουσας είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιος αποκλεισμός δεν έχει τον χαρακτήρα «κύρωσης και/ή οιονεί ποινής», εν τη εννοία των κριτηρίων Engel που καθορίστηκαν από το ΕΔΔΑ,[2] ώστε να βρίσκει εφαρμογή ο κανόνας που απαγορεύει την αναδρομικότητα ποινικού νόμου.  Αυτά θα είχαν σημασία εάν κατά τα άλλα θα είχαμε κρίνει βάσιμο τον πρώτο λόγο αποκλεισμού, με συνέπεια την επανεξέταση στην ορθή βάση.

 

Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως κατωτέρω, ορθή ήταν η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το δεύτερο λόγο αποκλεισμού, ο οποίος είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από το ζήτημα του αποκλεισμού λόγω παραδοχής και ως τέτοιος θα εξεταστεί κατωτέρω.

 

Ο δεύτερος Λόγος Αποκλεισμού

 

Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με το δεύτερο λόγο αποκλεισμού

 

Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν προβεί σε επαρκή έρευνα αναφορικά με τη σχέση και το βαθμό εμπλοκής του ΚΧ στην εφεσείουσα και ότι ευλόγως είχαν καταλήξει ότι αυτός διαδραμάτιζε ηγετικό ρόλο στον Όμιλο Εταιρειών με de facto εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή και ελέγχου στην εφεσείουσα.  Παρά ταύτα, έκρινε παράλληλα πως εύλογη ήταν η διαπίστωση των εφεσιβλήτων ότι, ως αποτέλεσμα της επαρκούς αυτής έρευνας, η εφεσείουσα είχε προβεί σε σοβαρές ψευδείς δηλώσεις και είχε αποκρύψει πληροφορίες εν τη εννοία του όρου 3.3.6.θ, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται σχετικός λόγος αποκλεισμού.    

 

Η έφεση αναφορικά με το δεύτερο λόγο αποκλεισμού

 

          Ως προς το δεύτερο λόγο αποκλεισμού το παράπονο της εφεσείουσας είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν εντοπίζεται κενό έρευνας και εσφαλμένα έκρινε ότι ήταν εύλογα επιτρεπτή η κρίση των εφεσιβλήτων περί του ότι ο ΚΧ διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον Όμιλο Εταιρειών Cyfield και ότι είναι άτομο με de facto εξουσίες εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή και ελέγχου.  Ισχυρίζεται η εφεσείουσα ότι τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση βασίστηκε ήταν αβάσιμα, αναξιόπιστα και δεν αφορούσαν σε συμπεριφορές ή ενέργειες του ΚΧ που να τεκμηριώνουν τέτοια κρίση, αλλά ήταν μη επικαιροποιημένες πληροφορίες από το διαδίκτυο, στοιχεία στα οποία η εφεσείουσα δεν είχε πρόσβαση ή έλεγχο και ούτε κλήθηκε να προβάλει τις απόψεις της.  Ειδικότερα, η εφεσείουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι εφεσίβλητοι πριν την πρώτη απόφαση για κατακύρωση του διαγωνισμού στο ΕΜ διαπίστωσαν ότι τα στοιχεία που είχαν δεν μπορούσαν να τεκμηριώσουν ότι ο ΚΧ διατηρούσε εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων και/ή ελέγχου της εφεσείουσας.  Κατά την επανεξέταση, όμως, μετά την ιεραρχική προσφυγή αρ. 18/2017, αποφάσισαν παντελώς διαφορετικά, λαμβάνοντας εκ νέου υπόψη τα στοιχεία αυτά, μαζί με άλλα πρόσθετα και μηδενικής αξίας στοιχεία, τα οποία δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα, όπως πληροφορίες από ιστοσελίδες, συνεντεύξεις και δημοσιεύματα και λογαριασμούς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία η εφεσείουσα δεν είχε έλεγχο, ούτε είχε κληθεί να εκθέσει τις απόψεις της.  Γενικώς επρόκειτο για επισφαλή στοιχεία που συγκέντρωσαν οι εφεσίβλητοι από το διαδίκτυο ερήμην της εφεσείουσας, χωρίς το δικαστήριο να λάβει υπόψη τα όσα λεπτομερώς η εφεσείουσα ανέπτυξε και επεξήγησε στις γραπτές αγορεύσεις.  Περιπλέον, δεν εξειδικεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιες ακριβώς είναι οι σοβαρές ψευδείς δηλώσεις στις οποίες η εφεσείουσα προέβη και ποιες είναι οι πληροφορίες τις οποίες δεν αποκάλυψε.  Σχετικοί είναι οι λόγοι έφεσης 20, 21 και 22.

          Το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τη νομολογία αναφορικά με την επάρκεια της έρευνας, καταγράφοντας τα εξής:

 

«Στην FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ15.12.2017, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξετάζοντας το ζήτημα της υπό της Διοίκησης διενέργειας της δέουσας έρευνας, επεσήμανε, με αναφορά στις Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α(1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd, ανωτέρω, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. ΔημοκρατίαςΑ.Ε. Αρ. 102/09, 14.3.2013 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., ECLI:CY:AD:2014:C24, Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ. 14.1.2014, ότι το κριτήριο για την επάρκεια και πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων, που παρέχουν και τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, αναλόγως συνυφασμένων με το αντικείμενο της διαφοράς, ανάγεται δε αυτό στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης.

[…]

Όπως είναι καλά καθιερωμένο, η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία έρευνας του υπό εξέταση θέματος, ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενο του. Η δε έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που είναι σχετικό (βλ. Motorways Ltd, ανωτέρω). Περαιτέρω, ως είναι παγίως αναγνωρισμένο, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής (βλ. Καμηλάρης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 725 και Δημοκρατία ν. C. Kassinos Cosntruction Ltd (1990) 3(E) Α.Α.Δ. 3835).»

          Έχοντας υπόψη του τις παραπάνω νομολογιακές κατευθυντήριες αρχές το δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα των εφεσιβλήτων όπως αυτά βρίσκονταν ενώπιον του με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης ως ακολούθως:

 

«Στην εν λόγω Έκθεση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από τα στοιχεία που είχαν δοθεί, διεφάνη ότι ο Χρυσοχός κατείχε το 4,99983% των μετοχών της αιτήτριας εταιρείας, ενώ στη σελίδα 10 της Έκθεσης, κάτω από τον τίτλο «ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ κ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ», καταγράφονται τα εξής:

 

«2.1. Παράδοση στις 5 Σεπτεμβρίου 2016 της προσωπικής επαγγελματικής του κάρτας, όπου αναφέρεται σαν GROUP CEO.

Συγκεκριμένα η κα xxxxx Τυμβίου μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης ανάφερε ότι σε συνάντηση που έγινε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημαρχείου Λευκωσίας στις 5 Σεπτεμβρίου 2016 με παρευρισκόμενους τους κ.κ. xxxxx Χρυσοχό και xxxxx Χρίστου εκ μέρους της αναπτυξιακής εταιρείας και των κ.κ. xxxxx Τυμβίου, xxxxx Παπαμιχαήλ και xxxxx Αντωνίου εκ μέρους του Δήμου Λευκωσίας, για εξέταση ανάπτυξης επί τεμαχίων της Μακαρίου, ιδιοκτησίας της εταιρείας 101 DEVELOPMENT COMPANY LTD, ο κ. xxxxx Χρυσοχός, έδωσε την προσωπική επαγγελματική του κάρτα στη κ. xxxxx Τυμβίου. Στην επαγγελματική του κάρτα ο κ. xxxxx Χρυσοχός αναφέρεται σαν ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου (GROUP CEO) CYFIELD-NEMESIS / CYFIELD GROUP OF COMPANIES. (Βλέπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I).

 

2.2. Κατά τη διάρκεια της Αξιολόγησης ημερομηνίας 9/2/2017 αποστάληκαν δύο ερωτήματα για διευκρινίσεις προς την εταιρεία CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LIMITED, (ημερομηνιών 21/10/2016 και 9/11/2016), σε σχέση με την υποβληθείσα προσφορά, στο τηλεομοιότυπο του προσφέροντα. Οι απαντήσεις, οι οποίες υπογράφονται από τον κ. xxxxx Χρίστου, αποστάληκαν προσωπικά από τον κ. xxxxx Χρυσοχό, μέσω της δικής του ηλεκτρονικής διεύθυνσης- email: xxxxx@cyfieldqroup.com όπως συνέβηκε και με το ερώτημα ημερομηνίας 13/10/2016, το οποίο αναφέρθηκε πιο πάνω. (Βλέπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε & I).».

 

Περαιτέρω, στις σελίδες 10 και 11 της υπό αναφορά Έκθεσης, κάτω από τον τίτλο «ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ», αναφέρονται τα εξής:

 

«Με μια απλή έρευνα στην ιστοσελίδα του Ομίλου εταιρειών CYFIELD GROUP OF COMPANIES έχουν διαπιστωθεί τα εξής:

 

3.1. Στο πεδίο «Εταιρείες» (Companies): Η εταιρεία CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LIMITED είναι μέλος του ομίλου εταιρειών CYFIELD-NEMESIS GROUP I CYFIELD GROUP OF COMPANIES.

 

3.1.2.  Στο πεδίο «Οργανωτική Δομή» (Organisational Structure): Ο όμιλος διοικείται στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας του από το Διοικητικό Συμβούλιο (Board of Directors) και στην αμέσως πιο κάτω βαθμίδα από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή (Chief Executive Officer - CEO), ο οποίος είναι το πιο υψηλόβαθμο εταιρικό στέλεχος με τις αρμοδιότητές του να καλύπτουν όλες τις εταιρείες του ομίλου.

 

•   Στο πεδίο «ΑΝΘΡΩΠΟΙ» (Our People): εμφανίζεται μόνο ο κ. xxxxx Χρυσοχός σαν ο Ιδρυτής (Founder) του ομίλου, ο οποίος ηγείται της ομάδας διοίκησης. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη σύντομη περιγραφή, όπως:

•   «.. .Founder leading a highly qualified management team ...

•   Despite the Group's size, we have retained the values of a family business, taking a personal interest in each individual, and offering every opportunity for career advancement. In return, our people identify with the company, contribute significantly to its progress and are proud to share its achievements.»

•  Στο πεδίο «Επικοινωνία» /Contact us): αναφέρεται ότι «CEO is xxxxx CHRYSOCHOS, founder of the Group»

 

3.1.3. Στον ιστότοπο zoominfo I xxxxx xxxxx_Cyfield-Nemesis Group, που αποτελεί πλατφόρμα με σκοπό την επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους και εταιρείες (Zoominfo is a platform designed to get you in touch with the right people and companies), ο xxxxx Χρυσοχός αναφέρεται σαν «Chief Executive Officer at Cyfield-Nemesis Group».

 

3.1.4. Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης: Επιπρόσθετα με μια απλή ανασκόπηση του προφίλ του κ. xxxxx Χρυσοχού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, (facebook, linkedin) διαπιστώνεται ξανά ότι κατέχει τη θέση «CEO-CYFIELD NEMESIS CROUP» και ότι ο ίδιος εκπροσωπεί τον όμιλο προβαίνοντας δημοσίως σε προβολή και σχολιασμό της φιλοσοφίας, της στρατηγικής, των επιτευγμάτων / δραστηριοτήτων / στόχων / αποφάσεων / αναπτυξιακών έργων και των μελλοντικών σχεδιασμών του ομίλου. Παρατίθενται ενδεικτικά:

 

• Σελίδα της διεύθυνσης https://www.linkedin.com/xxxxxx

• σχετικό άρθρο στο περιοδικό IN Business ημερομηνίας 9/11/2016

• βιογραφικό σημείωμα του κ.  Xxxx Χρυσοχού, το οποίο βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα του «World Trade Centre Cyprus» (μέσω facebook ή twitter) και όπου αναφέρεται ότι: «...he established Cyfield Development which is now the holding company of the Cyfield Group of Companies....xxxxx is ...an inspiring leader... his philosophy, values and drive are the underlying reason for his success...».

[…]

Στην Έκθεσή της, η Επιτροπή Αξιολόγησης κατέγραψε τα εξής συναφή με το υπό συζήτηση θέμα (σε. 11 και 12):

 

«(α) παρά τις διαβεβαιώσεις του προσφέροντα [ενν. της αιτήτριας], ότι ο κ. xxxxx Χρυσοχός «.δεν είναι Διευθυντής της εταιρείας και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα αξιωματούχου στην Εταιρεία Cyfield Development Public Ltd» και κυρίως η επιπρόσθετη αναφορά ότι «Από τις 3ης Ιουλίου 2015 η εταιρεία Cyfield Development Public Ltd δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον πρώην Διευθυντή της κ. xxxxx Χρυσοχό», οι ίδιες οι πράξεις και ενέργειες του κ. xxxxx Χρυσοχού τον συνδέουν με τον προσφέροντα, φανερώνουν ότι εξακολουθεί να εμπλέκεται σε δραστηριότητες της εταιρείας και πέραν πάσης αμφιβολίας καταδεικνύουν ότι σίγουρα έχει καθοριστικό ρόλο, συμμετέχει και επηρεάζει τις αποφάσεις του προσφέροντα. Τα ίδια τα γεγονότα διαψεύδουν τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του προσφέροντα, τις οποίες η Επιτροπή Αξιολόγησης θεωρεί ως μη ακριβείς και την αποχώρηση του κ. xxxxx Χρυσοχού από το Διοικητικό Συμβούλιο και το μετοχικό κεφάλαιο του προσφέροντα ως πλασματική, εικονική και παραπλανητική.

 

Τόσο οι δραστηριότητες και η φρασεολογία που προβάλλει ο ίδιος μέσω του προσωπικού του προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε άρθρα και συνεντεύξεις όσο και η θέση του Ανώτερου Εκτελεστικού Διευθυντή του Ομίλου (GROUP CEO), που εξακολουθεί να κατέχει, καταδεικνύουν ότι, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς της εταιρείας, διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον όμιλο εταιρειών και κρίνεται ως άτομο με de facto «.εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου.» σε όλες τις εταιρείες του Ομίλου και κατ' επέκταση και στην εταιρεία του προσφέροντα.

[.]

 (β) Ο προσφέρων έχει προβεί σε σοβαρές ψευδείς δηλώσεις κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού, ή και έχει αποκρύψει τις πληροφορίες αυτές, με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Λευκωσίας, ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 3.3.6.Θ του Τόμου Α- Μέρος I, Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς.».

 

Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι προηγουμένως, η Αναθέτουσα Αρχή, με την επιστολή της ημερομηνίας 13.10.2016 προς τον κ. Χρυσοχό, ζητούσε από αυτόν να την ενημερώσει γραπτώς για την σχέση του με τα πρόσωπα τα οποία δηλώνονταν ως μέτοχοι στην αιτήτρια εταιρεία και εις απάντηση, η αιτήτρια απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Χρυσοχού, την προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 19.10.2016, υπογεγραμμένη από τον Διευθυντή της εταιρείας κ. Χρίστου, στην οποία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι «ο xxxxx Χρυσοχός δεν είναι Διευθυντής της εταιρείας και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα αξιωματούχου στην Εταιρεία Cyfield Development Public Ltd». Επιπρόσθετα, με την εν λόγω επιστολή της, η αιτήτρια παρέπεμπε σε προηγηθείσα επιστολή της, ημερομηνίας 1.9.2015, προς το Τμήμα Δημοσίων Έργων, στην οποία αναφερόταν ότι από τις 3.7.2015 η εν λόγω εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κ. Χρυσοχό.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορούν να έχουν έρεισμα οι ισχυρισμοί της πλευράς της αιτήτριας περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και περί πλάνης που εμφιλοχώρησε στη λήψη της επίδικης απόφασης. Δεν εντοπίζεται κενό έρευνας, αλλ' ούτε και έχει στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός περί πλάνης του καθ' ου η αίτηση, ενώ η δοθείσα αιτιολογία υπήρξε επαρκής και, σε κάθε περίπτωση, η δέουσα, καθιστώντας εφικτή τη διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (βλ. Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).»

 

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι οι εφεσίβλητοι προέβησαν σε επαρκή έρευνα, όπως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε.  Δεν συμφωνούμε με την περί αντιθέτου εισήγηση της εφεσείουσας.  Η έρευνα ήταν εκτεταμένη και ρεαλιστικά εύλογη.  Τα γεγονότα βοούσαν ότι ο ΚΧ είχε σημαίνοντα ρόλο στην εφεσείουσα όταν η τελευταία δήλωνε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί του.  Δεν έχει τεθεί από πλευράς εφεσείουσας ότι ο όρος 3.3.6.θ δεν ήταν ουσιώδης, ώστε η μη τήρηση του να μην είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατακύρωση της προσφοράς.  Προσφορά που δεν ανταποκρίνεται σε ουσιώδεις όρους είναι άκυρη και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης (Tamassos Tobacco Suppliers & Co v. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 60).

 

          Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι στην επίδικη απόφαση δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες εξηγήσεις («εξειδίκευση»).  Στην επίδικη απόφαση που κοινοποιήθηκε στην εφεσείουσα με επιστολή του Αναπληρωτή Δημοτικού Γραμματέα ημερ. 23.3.2018, συμπλέκεται βέβαια και το ζήτημα του όρου 3.3.6.α, αλλά σημασία έχει ότι παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η προσφορά της εφεσείουσας με πλήρη εξήγηση σε σχέση με την παράβαση του όρου 3.3.6.θ ως ακολούθως:

«Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 3.3.6.α του Τόμου Α-Μέρος Ι, Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς.  Παρά τις διαβεβαιώσεις της εταιρείας σας ότι ο κ. Κυριάκος Χρυσοχός «δεν είναι Διευθυντής της εταιρείας και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα αξιωματούχου στην Εταιρεία Cyfield Development Public Ltd…» και ότι «…Από της 3ης Ιουλίου 2015 η εταιρεία Cyfield Development Public Ltd δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον πρώην Διευθυντή της κ. Κυριάκο Χρυσοχό…», οι πράξεις και οι ενέργειες του κ. Κυριάκου Χρυσοχού τον συνδέουν με την εταιρεία, φανερώνουν ότι εξακολουθεί να εμπλέκεται σε δραστηριότητες της και καταδεικνύουν ότι σίγουρα έχει καθοριστικό ρόλο, συμμετέχει και επηρεάζει τις αποφάσεις της εταιρείας. Τα ίδια τα γεγονότα διαψεύδουν τις διαβεβαιώσεις της εταιρείας σας, οι οποίες θεωρούνται ως μη ακριβείς και την αποχώρηση του κ. Κυριάκου Χρυσοχού από το Διοικητικό Συμβούλιο και το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ως πλασματική, εικονική και παραπλανητική.

 

Τόσο οι δραστηριότητες και η φρασεολογία που προβάλλει ο ίδιος μέσω του προσωπικού του προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε άρθρα και συνεντεύξεις όσο και η θέση του Ανώτερου Εκτελεστικού Διευθυντή του Ομίλου (GROUP CEO), που εξακολουθεί να κατέχει, καταδεικνύουν ότι, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς της εταιρείας, διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον Όμιλο Εταιρειών και κρίνεται ως άτομο με de facto «...εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή και ελέγχου...» σε όλες τις εταιρείες του Ομίλου και κατ' επέκταση και στην εταιρεία Cyfield Development Public Ltd.

 

Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 3.3.6.θ του Τόμου Α-Μέρος Ι, Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς.  Έχετε προβεί σε σοβαρές ψευδείς δηλώσεις κατά την παροχή πληροφοριών που απαιτούνται για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού ή και έχετε αποκρύψει τις πληροφορίες αυτές με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Λευκωσίας

 

          Ως εκ των άνω απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης που σχετίζονται με το δεύτερο λόγο αποκλεισμού (λόγοι έφεσης 20, 21, 22).

 

Ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης

 

          Ως προς τον ισχυρισμό αυτό το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

 

«…σε άμεση συνάρτηση με τα αμέσως ανωτέρω, η πλευρά της αιτήτριας εγείρει και ζήτημα παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 57(6) του Νόμου 73(Ι)/2016, στην παράγραφο (α) του οποίου προβλέπεται ότι 

 

«Οποιοσδήποτε οικονοµικός φορέας εµπίπτει σε µία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (4) µπορεί να προσκοµίσει στοιχεία προκειµένου να αποδείξει ότι τα µέτρα που έλαβε επαρκούν για να αποδείξουν την αξιοπιστία του, παρότι συντρέχει ο σχετικός λόγος αποκλεισµού. Εάν τα στοιχεία κριθούν επαρκή, ο εν λόγω οικονοµικός φορέας δεν αποκλείεται από τη διαδικασία σύναψης σύµβασης.».

 

Επ' αυτού, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι η Αναθέτουσα Αρχή παρέλειψε να ζητήσει από την αιτήτρια τις θέσεις της αναφορικά με «τυχόν μέτρα self-cleaning που ενδεχομένως είχε λάβει για να αποδείξει την αξιοπιστία της και/ή για να αποδείξει τον αποχωρισμό ή/και την εξάρτηση της από τον κύριο Χρυσοχό», ο οποίος κρίθηκε, εσφαλμένα κατά την σχετική εισήγηση, ότι διατηρούσε εξουσίες ελέγχου και/ή λήψης αποφάσεων για την αιτήτρια.

 

Δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τις πιο πάνω θέσεις.

          […]

…η Αναθέτουσα Αρχή, στο πλαίσιο της παροχής διευκρινίσεων-διασαφήσεων από τους οικονομικούς φορείς, ως προβλέπεται στα έγγραφα του Διαγωνισμού (Τόμος Α-Μέρος Ι, «Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς»), παρέσχε στην αιτήτρια τη δυνατότητα να θέσει γραπτώς τις θέσεις της, δι' επιστολής ημερομηνίας 13.10.2016 που εστάλη σε αυτήν (Επισύναψη 4 στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση). Διά της εν λόγω επιστολής, με θέμα «ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΩΝ/ΔΙΑΣΑΦΗΣΕΩΝ», η οποία εστάλη στη διεύθυνση της αιτήτριας εταιρείας, ζητείτο από τον κ. Χρυσοχό να ενημερώσει την Αναθέτουσα Αρχή εντός πέντε εργάσιμων ημερών για τη σχέση του (συγγένεια) με συγκεκριμένα πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή, τα οποία διαπιστώθηκε, σύμφωνα πάντα με την επιστολή, ότι ήσαν μέτοχοι στην εν λόγω εταιρεία. Με επιστολή του ημερομηνίας 19.10.2016, η οποία γνωστοποιήθηκε στην Αναθέτουσα Αρχή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του κ. Χρυσοχού, ο Διευθυντής της αιτήτριας, κ. xxxxx Χρίστου, απάντησε στην προηγηθείσα επιστολή του Δήμου, παρέχοντας πληροφορίες και/ή διευκρινίσεις, μεταξύ άλλων και για τη συγγένεια του κ. Χρυσοχού με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, τη μετοχική σύνθεση και τα ονόματα των μετόχων της αιτήτριας, καθώς και τον αριθμό των μετοχών, ενώ τονιζόταν ότι «ο xxxxx Χρυσοχός δεν έχει καμία μετοχή στην εταιρεία Cyfield Development Public Ltd», καθώς και ότι αυτός δεν είναι Διευθυντής της αιτήτριας και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα αξιωματούχου στην εν λόγω εταιρεία.

 

Συνεπώς, από τη στιγμή που η ίδια η αιτήτρια, μέσω του Διευθυντή της, δήλωσε ότι ουδεμία σχέση είχε με τον κ. Χρυσοχό, δεν μπορεί να εγείρεται ισχυρισμός περί παράλειψης της Αναθέτουσας Αρχής να ζητήσει τις θέσεις της αιτήτριας αναφορικά με «τυχόν μέτρα self-cleaning που ενδεχομένως είχε λάβει για να αποδείξει την αξιοπιστία της και/ή για να αποδείξει τον αποχωρισμό ή/και την εξάρτησή της από τον κύριο Χρυσοχό». Και εν πάση περιπτώσει, και ανεξάρτητα από το κατά πόσον πράγματι λήφθηκαν ή όχι από την αιτήτρια τέτοια μέτρα, είχε η αιτήτρια τη δυνατότητα και/ή της παρασχέθηκε η ευκαιρία να παραθέσει τις όποιες θέσεις της επί του υπό συζήτηση θέματος, στο πλαίσιο της παροχής διευκρινίσεων-διασαφήσεων, μέσω της επιστολής της, ημερομηνίας 19.10.2016

 

Η εφεσείουσα επαναφέρει τώρα τα ίδια ζητήματα.  Έχουμε παραθέσει την σχετική αιτιολογία του πρωτόδικου δικαστηρίου θεωρώντας ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος παρέμβασης κατ’  έφεση.  Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, αλλά και από την ίδια την πρωτόδικη απόφαση διαπιστώνεται, ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 57(6) του Νόμου, πλην όμως τα στοιχεία που παρουσίασε η εταιρεία εύλογα δεν κρίθηκαν επαρκή, εντός της διακριτικής ευχέρειας των εφεσιβλήτων.  Οι σχετικοί λόγοι έφεσης 11, 12, 13, 14 απορρίπτονται. 

 

Κατάληξη

         

Η έφεση απορρίπτεται.  Λαμβανομένου υπόψη ότι αριθμός λόγων έφεσης κρίθηκε βάσιμος τα έξοδα περιορίζονται σε €3.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας.

                                                                   Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

                                                                   Τ. Καρακάννα, Δ.

                                                                   Μ. Καλλιγέρου, Δ.

 

/φκ



[1] Ο περί Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος (Ν.73(Ι)/2016).

[2] CASE OF ENGEL AND OTHERS v. THE NETHERLANDS (Application no. 5100/71; 5101/71; 5102/71; 5354/72; 5370/72) 8.6.1976.  Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Demand Ship Co. Ltd (1994) 3 AAΔ.260.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο