ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Εφέσεις Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 147/21 & 154/21)
10 Ιουνίου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΔΔ 147/2021
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα
ν.
ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Εφεσίβλητου
______________________
ΕΔΔ 154/2021
ΕΡΑΤΩ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΧΙΝΗ
Εφεσείουσα
ν.
ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Εφεσίβλητου
______________________
Δ. Εργατούδη, (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα στην ΕΔΔ 147/2021
Ξ. Ευγενίου (κα), για Α.Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο στην ΕΔΔ 147/2021
Καμία εμφάνιση, για το ΕΜ 1 στην ΕΔΔ 147/2021, Σάββα Σάββα
Θ. Κουσπή (κα), για το ΕΜ 2 στην ΕΔΔ 147/2021, Ερατώ Αντωνίου-Χίνη
Η Εφεσείουσα Ε. Αντωνίου-Χίνη (κα), εμφανίζεται προσωπικά στην ΕΔΔ 154/2021
Ξ. Ευγενίου (κα), για Α.Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο στην ΕΔΔ 154/2021
______________________
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Καλλιγέρου, Δ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.: Μετά την προκήρυξη δύο κενών θέσεων Βοηθού Διευθυντή Κλινικής /Τμήματος, Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, για το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής (Κλ. Α15), υποβλήθηκαν δεκαπέντε αιτήσεις, μεταξύ των οποίων οι αιτήσεις του εφεσίβλητου Ανδρέα Κυριάκου, του Ε/Μ Σάββα Σάββα και της εφεσείουσας στην έφεση αρ.154/21 Ερατώς Αντωνίου-Χίνη.
Ο εφεσίβλητος Ανδρέας Κυριάκου δεν επιλέγηκε για προαγωγή. Aντ’ αυτού προήχθησαν οι προαναφερόμενοι Σάββα και Αντωνίου-Χίνη. Η νομιμότητα της απόφασης αμφισβητήθηκε από τον εφεσίβλητο με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την διοικητική πράξη, κρίνοντας πως η απόφαση της ΕΔΥ να επιλέξει τους Σάββα και Αντωνίου-Χίνη, αντί του αιτητή στην προσφυγή Κυριάκου (εφεσίβλητου εδώ), έπασχε λόγω έλλειψης ειδικής και νόμιμης αιτιολογίας.
Ειδικότερα, πρωτοδίκως είχε αποφασιστεί ότι ο εφεσίβλητος είχε υπεροχή σε αρχαιότητα και είχε συστηθεί από την Διευθύντρια του Τμήματος, της οποίας η σύσταση δεν έπασχε ακυρότητας, αλλά συνήδε με τα στοιχεία του φακέλου. Επομένως η παράκαμψη της σύστασης της Διευθύντριας, που κρίθηκε νόμιμη, με επιλογή του υποψηφίου Σάββα, ο οποίος έπετο πολλά χρόνια σε αρχαιότητα του εφεσίβλητου Κυριάκου και ο οποίος είχε επίσης, (ως ο Σάββα), συστηθεί από την Διευθύντρια ως καταλληλότερος των άλλων υποψηφίων που δεν συστήθηκαν, έπασχε ακυρότητας, ως φέρουσα πάσχουσα αιτιολογία.
Κρίθηκε επίσης πρωτόδικα, πως έπασχε ακυρότητας και η επιλογή της εφεσείουσας Αντωνίου-Χίνη, αντί του εφεσίβλητου Κυριάκου, αφού η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη δεν είχε υπέρ της την σύσταση της Διευθύντριας και έπετο επίσης σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, κατά πολλά χρόνια του εφεσίβλητου, παρά το γεγονός ότι αυτή κατείχε πρόσθετο προσόν διδακτορικό τίτλο, στον οποίο η ΕΔΥ απέδωσε σημασία, ως στοιχείο υπεροχής της έναντι του εφεσίβλητου. Το Δικαστήριο κατέγραψε ότι το πρόσθετο αυτό ακαδημαϊκό προσόν δεν προβλεπόταν ως πλεονέκτημα στο Σχέδιο Υπηρεσίας.
Τόσο η Δημοκρατία όσο και η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη καταχώρησαν εφέσεις, προσβάλλοντας την ορθότητα της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης.
Στην έφεση αρ. 147/2021 υποστηρίχθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα εκ μέρους της Δημοκρατίας, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου έπασχε ως λανθασμένη σε σχέση με το ΕΜ Σάββα, καθ’ ότι το Δικαστήριο δεν απέδωσε την νενομισμένη βαρύτητα στο θεσμοθετημένο κριτήριο της απόδοσης των υποψηφίων στην προφορική συνέντευξη, στην οποία Σάββα χαρακτηρίστηκε «Εξαίρετος», ενώ ο εφεσίβλητος ως «Πάρα Πολύ Καλός». Με τον δεύτερο λόγο έφεσης υποστηρίζουν ότι λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο ότι το ΕΜ Σάββα υπερείχε σε αξία, «λόγω της σύστασης της Διευθύντριας υπέρ του», αλλά και της αξιολόγησής του στη συνέντευξη, ως «Εξαίρετος», δείχνοντας να παραγνωρίζουν το γεγονός ότι και ο ίδιος ο εφεσίβλητος είχε επίσης «υπέρ του» τη σύσταση της Διευθύντριας. Ο εφεσίβλητος συμπληρώνουν, με παράλληλη αναφορά στη νομολογία, απέτυχε να αποδείξει «έκδηλη υπεροχή», καθότι η υπεροχή του σε αρχαιότητα δεν μπορούσε να του προσδώσει υπεροχή, λόγω του ότι η θέση ήταν ψηλά στην ιεραρχία, όπου δύναται να αποδοθεί βαρύτητα στην αξιολόγηση κατά την προφορική συνέντευξη. Περαιτέρω υποστήριξαν με άλλο λόγο έφεσης, ότι η σύσταση της Διευθύντριας έπασχε ως «μη νόμιμη» και ως εκ τούτου «ορθά η ΕΔΥ δεν την υιοθέτησε».
Η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη στην έφεση αρ. 154/21 υποστήριξε πως είναι λανθασμένη η πρωτόδικη δικαστική απόφαση, καθότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλη την πείρα της και στις κατώτερες θέσεις, ειδικότερα στη θέση Ιατρικού Λειτουργού 2ης Τάξης, αλλά και ως έκτακτη στη θέση 1ης Τάξης, όπου εργάστηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, όπως το απαιτεί (κατά την αντίληψή της) και το Σχέδιο Υπηρεσίας, σε σχέση με την απαιτούμενη αποκτηθείσα στο Τμήμα αυτό πείρα. Περαιτέρω υποστήριξε πως δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία για παραγνώριση της σύστασης, αφού αυτή «συγκρούετο κατάφορα» με τα στοιχεία των φακέλων.
Εξετάζοντας τους λόγους ακυρώσεως υπό το φως των δεδομένων ενώπιον της ΕΔΥ, διαπιστώνουμε πως το Σχέδιο Υπηρεσίας, που αποτελεί το κανονιστικό πλαίσιο των εν λόγω προαγωγών, απαιτούσε για σκοπούς προαγωγής στην επίδικη θέση ως απαραίτητα προσόντα τα ακόλουθα (τα οποία τονίζονται):
«Απαιτούμενα προσόντα:
Α. Για Πρώτο Διορισμό:
(1) Εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ιατρών Κύπρου
(2) Κάτοχος πιστοποιητικού ειδικότητας σύμφωνα με τον περί Εγγραφής Ιατρών Νόμο.
(3) Δωδεκαετής τουλάχιστον πείρα στην ειδικότητα που καθορίζεται κατά τη δημοσίευση της θέσης περιλαμβανομένου του χρόνου εκπαίδευσης για απόκτηση του διπλώματος ή τίτλου ειδικότητας.
Β. Για Προαγωγή:
(1) Τα ίδια προσόντα όπως το (1) και (2) του Α πιο πάνω.
(2) (α) Πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία ως Ιατρικός Λειτουργός 1ης Τάξης, στην ειδικότητα που καθορίζεται κατά τη δημοσίευση της θέσης.
(β) στην περίπτωση των Τμημάτων Πρώτων Βοηθειών, πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία ως Ιατρικός Λειτουργός 1ης Τάξης, σε Τμήμα Πρώτων Βοηθειών.
Γ. Και για τα δύο Α και Β:
(1) Πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και καλή γνώση της Αγγλικής ή της Γαλλικής ή της Γερμανικής γλώσσας.
Σημειώσεις:
[…]
(2) Ακεραιότητα χαρακτήρα, οργανωτική και διοικητική ικανότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία και ευθυκρισία.»
Μελετώντας τον φάκελο προκύπτει, πως, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, ο εφεσίβλητος Κυριάκου είχε προαχθεί σε Ιατρικό Λειτουργό 1ης Τάξης την 1/1/1999, με υπηρεσία 12 έτη στα ΤΑΕΠ και 24 έτη πείρα, ότι το Ε/Μ Σάββα είχε προαχθεί στην ίδια θέση την 1/6/2006 με 7½ έτη μικρότερη σε διάρκεια υπηρεσία στη θέση από τον Κυριάκου, έχοντας 11 χρόνια πείρα στα ΤΑΕΠ και 25 χρόνια επαγγελματικής πείρας. Παράλληλα, η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη είχε προαχθεί στην ίδια θέση στις 16/8/2011, έχοντας υπηρετήσει σε αυτήν 12 έτη και 7½ μήνες λιγότερα από τον εφεσίβλητο Κυριάκου, με 7 έτη στα ΤΑΕΠ στη θέση Ιατρικού Λειτουργού 1ης Τάξης και 20 έτη πείρας. Επίσης χαρακτηρίστηκαν στη συνέντευξη, τόσο ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής όσο και ενώπιον της ΕΔΥ, ως «Εξαίρετοι» οι τελευταίοι δύο και ως «Πάρα Πολύ Καλός» ο εφεσίβλητος Κυριάκου. Όσον αφορά τη σύσταση της Διευθύντριας, αυτή έκρινε ως καταλληλότερους, και ως εκ τούτου τους σύστησε για προαγωγή, τον εφεσίβλητο Κυριάκου και το Ε/Μ Σάββα, οι οποίοι δύο, όπως προκύπτει ανωτέρω, προηγούνταν σε αρχαιότητα και πείρα των υπολοίπων. Η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη κατείχε, πρόσθετα από τα προσόντα που λήφθηκαν υπόψη ως απαραίτητο προσόν, και το προσόν του διδακτορικού τίτλου, το οποίο δεν προβλεπόταν ως πλεονέκτημα στο Σχέδιο Υπηρεσίας. Σημειώνεται, πως όλοι οι υποψήφιοι είχαν στις ετήσιες βαθμολογίες χαρακτηριστεί ως «Εξαίρετοι» σε όλα τα στοιχεία κρίσης.
Δεν εντοπίσαμε οποιοδήποτε λάθος στην εκκαλούμενη δικαστική απόφαση, με την οποία η επίδικη στην προσφυγή απόφαση της ΕΔΥ ακυρώθηκε. Ως η πάγια νομολογία έχει υποδείξει, η ΕΔΥ έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα να επιλέξει τους καταλληλότερους υποψηφίους για τις δύο κενές θέσεις, προκρίνοντας ως αποφασιστικά, κατά την κρίση της, κάποια από τα κριτήρια προαγωγής, τηρώντας όμως ίσο μέτρο κρίσεως για όλους τους υποψηφίους, και ενεργώντας πάντοτε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, παρέχοντας αιτιολογία και αιτιολογώντας ειδικά την απόφασή της, στην περίπτωση που απαιτείται ειδική αιτιολογία, όπως για την παράκαμψη της σύστασης του Διευθυντή ή του προσόντος που καταγράφεται ως πλεονέκτημα στο Σχέδιο Υπηρεσίας.
Το Δικαστήριο δεν υποκατέστησε την κρίση του στην κρίση του Διοικητικού οργάνου. Έλεγξε τη νομιμότητα της απόφασης της ΕΔΥ και κατέληξε ότι έπασχε, λόγω έλλειψης ειδικής αιτιολογίας για παραγνώριση της σύστασης της Διευθύντριας, που συνήδε με τα στοιχεία των φακέλων και η οποία, βεβαίως, δεν κρίθηκε από την ΕΔΥ ως «μη συνάδουσα» με τα στοιχεία των φακέλων, όπως λανθασμένα υποστηρίχθηκε από τους εφεσείοντες.
Τόσο η έφεση της Δημοκρατίας, όσο και η έφεση της εφεσείουσας Αντωνίου-Χίνη επικεντρώνονται στην, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς, λανθασμένη κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν υπήρξε ειδική αιτιολογία για «παραγνώριση» της σύστασης. Εισηγούνται πως υπήρξε αιτιολογία από την ΕΔΥ, που ήταν αυτή που καταγράφηκε στο Πρακτικό και αφορούσε στην υπεροχή των δύο επιλεγέντων στην συνέντευξη, τόσο της Συμβουλευτικής όσο και της ΕΔΥ, αλλά και λόγω της κατοχής του διδακτορικού διπλώματος της εφεσείουσας Αντωνίου-Χίνη. Η τελευταία υποστηρίζει, όπως προαναφέρθηκε, πως είχε μεγαλύτερη σε διάρκεια πείρα από αυτήν του εφεσίβλητου στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, αφού, εκτός από την υπηρεσία της κατά την κατοχή της θέσεως Ιατρικού Λειτουργού 1ης Τάξης (όπως απαιτούσε το Σχέδιο Υπηρεσίας), υπηρέτησε στο Τμήμα αυτό και ως έκτακτη και ως Ιατρικός Λειτουργός 2ης Τάξης. Ο ισχυρισμός βεβαίως προβάλλεται απαράδεκτα, εκτός του επίδικου πρακτικού της ΕΔΥ. Το Ε/Μ σε προσφυγή, ως εδώ η εφεσείουσα Αντωνίου-Χίνη, δεν μπορούν να στρέφονται με τους ισχυρισμούς τους κατά της νομιμότητας της απόφασης της ΕΔΥ, και ούτε βεβαίως να ζητούν από το Δικαστήριο εξέταση ουσίας, με υποκατάσταση της κρίσης ή της αιτιολογίας της ΕΔΥ ή συμπλήρωσή της, καταλογίζοντας μάλιστα σφάλμα του Δικαστηρίου που δεν τα έλαβε υπόψη κατά τον έλεγχο νομιμότητας.
Το επόμενο που πρέπει να σχολιαστεί, είναι η αναφορά της Δημοκρατίας, ότι η επιλογή του Σάββα ήταν αιτιολογημένη, καθότι υπερείχε στην αξιολόγηση στη συνέντευξη, και είχε υπέρ του και τη σύσταση της Διευθύντριας. Όμως τη σύσταση αυτή, την είχε υπέρ του και ο εφεσίβλητος Κυριάκου. Επομένως, η σύσταση αποτέλεσε νόμιμο στοιχείο κρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 34 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, στο οποίο αποδόθηκε σημασία σύμφωνα και με το Πρακτικό της ΕΔΥ, ειδικά για τον ένα εκ των συστηθέντων, τον Σάββα. Έγινε μάλιστα αναφορά πως αυτός υπερείχε σε αρχαιότητα, «εκτός δύο υποψηφίων» εκ των οποίων ο ένας ήταν ο εφεσίβλητος Κυριάκου, ο οποίος υπερείχε αυτού κατά 7½ χρόνια σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση.
Κατά την επιλογή της εφεσείουσας Αντωνίου-Χίνη, έγινε αναφορά από την ΕΔΥ στο γεγονός ότι αυτή δεν είχε υπέρ της τη σύσταση της Διευθύντριας, την οποία είχε υπέρ του ο εφεσίβλητος Κυριάκου, αλλά η πλειοψηφία της Επιτροπής «δεν μπόρεσε να υιοθετήσει την υπέρ του Κυριάκου σύσταση της Διευθύντριας» και αντ’ αυτού επέλεξε την Αντωνίου-Χίνη, η οποία αξιολογήθηκε ως «Εξαίρετη», στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης […]. Επιπλέον δόθηκε σημασία στο γεγονός της κατοχής του διδακτορικού τίτλου που, κατά την κρίση της ΕΔΥ, την καθιστούσε καταλληλότερη για προαγωγή έναντι όλων, τόσο αυτών που προηγούνταν σε αρχαιότητα, όπως ο εφεσίβλητος Κυριάκου, που είχε και τη σύσταση της Διευθύντριας υπέρ του (όπως και ο Σάββα που επιλέγηκε), όσο και όσων έπονταν σε αρχαιότητα.
Η αποσπασματική καταγραφή στην αιτιολογία της απόφασης της ΕΔΥ στα στοιχεία που υπερέχει ο κάθε υποψήφιος που επιλέγεται έναντι άλλων, χωρίς να τηρείται ίσο μέτρο κρίσεως και χωρίς αναφορά στις διαβαθμίσεις υπεροχής σε σχέση και σε συνάρτηση πάντοτε του κανονιστικού πλαισίου, εκφεύγει των εύλογων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ΕΔΥ. Ο εφεσίβλητος Κυριάκου υπερείχε κατά 7½ έτη στην προηγούμενη θέση του Σάββα και κατά 12 έτη και 7½ μήνες της Αντωνίου-Χίνη. Επρόκειτο για υπεροχή σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση Ιατρικού Λειτουργού 1ης Τάξης, η πενταετής υπηρεσία στην οποία, στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, αποτελούσε απαραίτητο προσόν (για σκοπούς προαγωγής), σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας. Ο ίδιος δε, έπετο κατά μίας μόνο βαθμίδας στην κλίμακα βαθμολογίας κατά τη συνέντευξη έναντι των Σάββα και Αντωνίου-Χίνη. Κρίθηκε «Πάρα Πολύ Καλός», ενώ οι δύο επιλεγέντες «Εξαίρετοι». Επιπλέον, ο κανονιστικός νομοθέτης, που είναι στην καταλληλότερη θέση να ορίσει τις απαιτήσεις για να είναι κάποιος υποψήφιος, αλλά και για να προηγείται των άλλων υποψηφίων με τον καθορισμό πλεονεκτήματος, δεν όρισε τον διδακτορικό τίτλο ως προσόν πλεονέκτημα.
Αποτιμώντας τη συνολική εικόνα των προσόντων, της αξίας, της αρχαιότητας, της πείρας, της υπεροχής λόγω σύστασης και της υπεροχής στη βαθμολογία της συνέντευξης, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν δόθηκε ειδική αιτιολογία για την παράκαμψη της υπέρ του εφεσίβλητου Κυριάκου υπεροχής, λόγω σύστασης, που προσμετρά στην αξία, ενώ παράλληλα δεν δόθηκε και επαρκής αιτιολογία για μη επιλογή του εφεσίβλητου λόγω της υπεροχής κατά τόσα έτη σε αρχαιότητα και πείρα (η οποία προσμετρά επίσης στην αξία), καθώς και των Εξαίρετων ετήσιων βαθμολογιών (όπως και των άλλων υποψηφίων), και ότι η αιτιολογία με αναφορά στην υπεροχή των Σάββα και Αντωνίου-Χίνη στη συνέντευξη («Εξαίρετοι» έναντι «Πάρα Πολύ Καλού») και στον διδακτορικό τίτλο (για την Αντωνίου-Χίνη), δεν μπορούσε να θεωρηθεί ειδική αιτιολογία, λόγω της οριακής διαφοράς στην εν λόγω αξιολόγηση και λόγω της μη πρόβλεψης του διδακτορικού τίτλου ως πλεονεκτήματος στο Σχέδιο Υπηρεσίας.
Θα πρέπει να επαναληφθεί εδώ, προς τονισμό, πως η ΕΔΥ δεν έκρινε πως έπασχε κατά οποιονδήποτε τρόπο η σύσταση υπέρ των δύο συστηθέντων Κυριάκου και Σάββα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι βάσιμα προτείνεται κάτι τέτοιο εκ των υστέρων στις εφέσεις και στα Περιγράμματα των εφεσειόντων.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι δύο εφέσεις απορρίπτονται με €2.600 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειουσών στην κάθε μία έφεση ξεχωριστά.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/μσ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο