ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΙΑΤΡΩΝ, ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2/2026, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΙΑΤΡΩΝ, ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2/2026, 29/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64.

 

 

(ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2/2026)

(ΤΥΠΟΣ Δ)

29 Ιουνίου, 2026

[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΙΑΤΡΩΝ, ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11.12.2025

________________

Θ. Κορφιώτης, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ και Ν. Θεοδώρου για Ν. Θεοδώρου & Σία ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.

Γ. Γεωργιάδης με Ειρ. Νικήτα (κα), για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

________________

 

 

 

 

Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας θα δώσει ο Σάντης, Δ. και με αυτή συμφωνούν οι Λιάτσος Π., Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ., Χατζηγιάννη Δ., Γεωργίου, Δ., και Καλλιγέρου, Δ. Διιστάμενη απόφαση θα δώσει η Καρακάννα, Δ.

________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Πλειοψηφίας)

 

          ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Η παρούσα Αίτηση εγείρει προς απόφαση το νομικό ζήτημα το οποίο προσδιορίστηκε στην άδεια που παραχώρησε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στις 26.3.26 προς τους Αιτητές, ήτοι το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών («το Πειθαρχικό Συμβούλιο»). [1] Το ζήτημα ανακύπτει ως εκ της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου στην Τάσος Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Ε.Δ.Δ. 196/19, ημ. 11.12.25η εφετειακή απόφαση»), και έχει ως εξής (το απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο όπως και όσα ακολουθούν):

«Το κατά πόσον, κατά τον έλεγχο νομιμότητας διοικητικής πράξης και, κατ' επέκταση, κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, δύνανται να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα γεγονότα ή στοιχεία, ως εν προκειμένω, τα οποία δεν βρίσκονταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης, χωρίς μάλιστα ανάλογη τροποποίηση του φερόμενα αφορώντος λόγου έφεσης».

 

Προτού υπεισέλθουμε στην ουσία της Αίτησης, θεωρούμε πρόσφορη μια σύντομη αναφορά στο γενικότερο ιστορικό της υπόθεσης, ώστε να καταστούν σαφέστερα τα όσα έπονται.

Το Διοικητικό Δικαστήριο την 7.11.19, στο πλαίσιο της Προσφυγής 158/19 που είχε καταχωρήσει το Ενδιαφερόμενο Μέρος (οφθαλμίατρος Τάσος Γεωργίου), εναντίον των Αιτητώνη Προσφυγή»), επικύρωσε την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου να τον καταδικάσει ομόφωνα (την 19.12.18) και να του επιβάλει κατά πλειοψηφία (την 4.2.19) ποινές επί τεσσάρων κατηγοριών για διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα.

Οι κατηγορίες αφορούσαν στη διεξαγωγή από το Ενδιαφερόμενο Μέρος κλινικής έρευνας χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση της απαιτούμενης έγκρισης από την Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου (κατηγορία 1) και διαφήμιση του εαυτού ως ασκούντος το επάγγελμα της ιατρικής, μέσω καταχώρισης σε συγκεκριμένα περιοδικά και εφημερίδα, δημοσιευμάτων με τίτλο «Νέα θεραπεία σταματά την απώλεια όρασης και τη βελτιώνει σε παθήσεις όπως της ωχράς κηλίδας και των οπτικών νευροπαθειών» (κατηγορίες 2-4).

Με απόφαση ημερομηνίας 26.9.24, το τότε Εφετείο, υπό την αναθεωρητική του δικαιοδοσία, [2] παραμέρισε την απόφαση στην Προσφυγή και ακύρωσε τις διοικητικές αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου (καταδίκης και ποινής).

Εντούτοις, στη συνέχεια, η απόφαση του Εφετείου ακυρώθηκε, στο σύνολο της, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κατόπιν σχετικής γνωμάτευσης (σε Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου), [3] κατά τις πρόνοιες του Άρθρου 9(2)(γ) του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 33/64, για λόγους και επί ζητημάτων που δεν ενδιαφέρουν άμεσα την παρούσα διαδικασία. Συνακολούθως, το Εφετείο κλήθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να προχωρήσει, το συντομότερο, με την εξέταση των εκκρεμούντων λόγων έφεσης.

Στην επανακρόαση της έφεσης στο Διοικητικό Εφετείο, η οποία οδήγησε στην εφετειακή απόφαση, τέθηκε εκ μέρους του Ενδιαφερόμενου Μέρους το ζήτημα κατά πόσον η μεταγενέστερη ανατροπή από το Ανώτατο Δικαστήριο της πρωτόδικης απόφασης στην Αγωγή 2693/07η Αγωγή»), με την απόφαση του στην Τάσος Γεωργίου ν. Φιλίππου και Άλλων, Π.Ε. 260/15, ημ. 11.9.24η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου»), [4] επηρέαζε τη νομιμότητα της πειθαρχικής διαδικασίας.

Αυτό, επειδή η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή, όπως εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταδίκης και επιβολής ποινής εις βάρος του Ενδιαφερόμενου Μέρους, είχε, κατά τη θέση του τελευταίου, συνεκτιμηθεί στο πόρισμα του διορισθέντος από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου ερευνώντος λειτουργού («το Πόρισμα»), το οποίο συγκαταλεγόταν μεταξύ των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη κατά την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας.

Το Διοικητικό Εφετείο, επιλαμβανόμενο κατά προτεραιότητα και τελικώς αποκλειστικά, του λόγου έφεσης 2, αιτιολογία 4 [5]ο λόγος έφεσης»), αποδέχθηκε πως η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή είχε ουσιώδη επίδραση επί του Πορίσματος, ιδίως ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Ενδιαφερόμενου Μέρους και την εκκίνηση της διαδικασίας στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, και ότι ο παραμερισμός της απόφασης επί της Αγωγής από το Ανώτατο Δικαστήριο εξοβέλισε, στην ολότητα τους, όσα έλαβαν χώραν στην πειθαρχική διαδικασία.

Το Διοικητικό Εφετείο, κατέγραψε σχετικώς και αυτά:

«[...] Συνεπώς, η ενδιάμεση απόφαση … για την πειθαρχική δίωξη του Εφεσείοντος βασίστηκε (βλ. Άρθρο 5(5) του Νόμου ανωτέρω,[6] «[.] εκ της υποβληθείσης εκθέσεως και των σχετικών εγγράφων.») ουσιωδώς επί πορίσματος, στο οποίο δεσπόζουσα θέση σε σχέση με την αξιοπιστία και εν γένει συμπεριφορά του Εφεσείοντος και, ταυτόχρονα, σε σχέση με την αξιοπιστία και συμπεριφορά των καταγγέλοντων αυτόν, είχε δικαστική απόφαση, η απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007, ανωτέρω, της οποίας τα σχετικά ευρήματα έχουν πλήρως ανατραπεί με την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, ανωτέρω. Αυτό, ανεξάρτητα αν ορθά ή λανθασμένα, ως άσχετες με τα επίδικα γεγονότα, ως υποστήριξε ο Εφεσείων, συμπεριλήφθηκαν στο πόρισμα οι εν λόγω αναφορές σε σχέση με την απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007, ανωτέρω, ζήτημα που ενόψει, εν πάση περιπτώσει, της ανατροπής της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 2693/2007, ανωτέρω από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, ανωτέρω δεν απαιτείται να εξεταστεί.

Σημειώνεται ότι, ως προαναφέρθηκε ανωτέρω, κατά την λήψη των επίδικων στην Προσφυγή αποφάσεων, η απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007 ήταν ακόμη σε ισχύ και είναι άγνωστο σε ποιο βαθμό δυνατό να επέδρασε (και) στη λήψη των τελικών αποφάσεων. Ο δε, ερευνών λειτουργός κλήθηκε και ως μάρτυρας, καταθέτοντας, μεταξύ άλλων και την επιστολή της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου ημερομηνίας 20.11.2014 (με μέλη του Δ.Σ. της οποίας ο Εφεσείων βρισκόταν σε δικαστική αντιπαράθεση, βλ. ανωτέρω), η οποία, ως αναφέρεται στην απόφαση του Εφεσίβλητου ημερομηνίας 19.12.2018 (βλ. εκεί σελ. 4), αποτέλεσε το έναυσμα για την διεξαγωγή της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Εφεσείοντος.

Το πόρισμα, συνεπώς, έπασχε ουσιωδώς επί του περιεχομένου του, με τρόπο που παραβίαζε τις αρχές και τα εχέγγυα της ακριβοδίκαιης δίκης, οι οποίες διατρέχουν όλη την διοικητική πειθαρχική διαδικασία, παρουσιάζοντας για τον Εφεσείοντα πεπλανημένα μια εικόνα, η οποία δεν στοιχειοθετείται από την επικληθείσα απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007, ανωτέρω και η οποία έχει συθέμελα ανατραπεί κατ' έφεση. Η πάσχουσα, ως εκ των ανωτέρω, ενδιάμεση απόφαση έναρξης πειθαρχικής δίωξης του Εφεσείοντος και η επακόλουθη επί αυτής σύνταξη κατηγορητηρίου, συμπαρασύρει τις (τελικές) επίδικες αποφάσεις σε ακυρότητα, αφού αυτές πάσχουν στο θεμέλιο τους, ήτοι από την απόφαση έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας έναντι του Εφεσείοντος.

Ενόψει των ανωτέρω και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, ο δεύτερος λόγος Έφεσης, στην αιτιολογική βάση η οποία εξετάστηκε ανωτέρω (παράγραφος 4 της αιτιολογίας του εν λόγω λόγου Έφεσης) γίνεται αποδεκτός. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων [...]».

 

Οι Αιτητές προέταξαν πως, πέραν του ότι όσα έκρινε το Διοικητικό Εφετείο δεν είχαν δεόντως δικογραφηθεί στον λόγο έφεσης - μήτε και είχε ζητηθεί σχετική τροποποίηση της ειδοποίησης έφεσης - η εφετειακή συλλογιστική αποκλίνει και από πάγια νομολογία, μια και η νομιμότητα διοικητικής πράξης κρίνεται μόνο βάσει των στοιχείων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά την έκδοση της.

Το Ενδιαφερόμενο Μέρος αντέτεινε, υιοθετώντας κατ’ ουσίαν την εφετειακή απόφαση, ότι η μετέπειτα ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης στην Αγωγή έπληξε ολοσχερώς τη νομιμότητα της πειθαρχικής διαδικασίας. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, πως η πιθανότητα μεταβολής της πρωτόδικης απόφασης ενυπήρχε εξ ορισμού, καθόσον αυτή δεν ήταν τελεσίδικη, και ότι, σε κάθε περίπτωση, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο μπορούσε να επιληφθεί του ζητήματος ως θέματος δημόσιας τάξης απτόμενου του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

          Μελετήσαμε με προσοχή τα τεθέντα.

Από τη συζήτηση που διεξήχθη κατά την Αίτηση, το ζήτημα που χρήζει πρώτιστης εξέτασης είναι αν ο συνδυασμός της εφετειακής απόφασης με τον λόγο έφεσης είναι δικονομικώς και ουσιαστικώς θεμιτός και αποδεκτός.

Επ’ αυτού, παρατηρούμε πως ο λόγος έφεσης δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά, πολλώ δε μάλλον επαρκώς εξειδικευμένη και αιτιολογημένη, σε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης ή άλλων συναφών συνταγματικών ή συμβατικών δικαιωμάτων, όπως αυτά επικλήθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο προς ενίσχυση του σκεπτικού του. Θέματα αυτής της φύσεως κατά κανόνα δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, παρά μόνο εφόσον προβάλλονται ρητώς και κατά τρόπο επαρκώς αιτιολογημένο από τον διάδικο, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ζητήματα αμιγώς νομικής φύσης, αλλά για πτυχές που συναρτώνται με την επίκληση και αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών παραμέτρων της υπόθεσης.

Η δικονομική αυτή προσέγγιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία και τη συνολική ερμηνευτική της θεώρηση, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αρχής της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, της προβλεψιμότητας της δικαιοδοτικής κρίσης και της εύρυθμης λειτουργίας της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας (Marinos Demetriou Jewellery Limited v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 58/20, ημ. 4.2.25, ΣτΕ Ολομέλεια 1438/18, ημ. 29.6.18, Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 293, 301-304, ΣτΕ Ολομέλεια 3319/10, ημ. 15.10.10, ΣτΕ Ολομέλεια 189/07, ημ. 19.1.07, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 510, 515-517).

Το Διοικητικό Εφετείο, χωρίς να εξετάσει επακριβώς το περιεχόμενο και τη βασιμότητα του λόγου έφεσης, όπως αυτός διατυπωνόταν στην ειδοποίηση έφεσης, έκρινε εσφαλμένα και κατά παρέκκλιση των προαναφερθεισών αρχών πως καταλάμβανε και κατοπινά γεγονότα απορρέοντα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ερμηνεία αυτή ήταν, ωστόσο, ασύμβατη με το ίδιο το κείμενο του λόγου έφεσης. Ο εν λόγω χειρισμός του Διοικητικού Εφετείου δεν ήταν, με κάθε σεβασμό, νομικά ορθός, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα.

Παρεμβάλλουμε, ίσως και κατά παρέκβαση, πως το Διοικητικό Εφετείο ούτε αυτεπαγγέλτως ενέταξε ούτε και κλήθηκε προς τούτο να πραγματευθεί τα καθέκαστα και τα παρεπόμενα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ζητήματα συναρτώμενα προς τη δημόσια τάξη, ώστε να καθίσταται θεμιτή, καθ’ υπόθεση, η κατ’ εξαίρεση προσέγγιση που τελικώς επελέγη. Εξάλλου, τα περί δημόσιας τάξης δεν αποτέλεσαν σημείο αναφοράς ούτε κατά το στάδιο χορήγησης της άδειας.

Εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές αιτιάσεις δεν εντάσσονται στο τεθέν νομικό ζήτημα, όπως τουλάχιστον επιχειρήθηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος να συνδεθούν με αυτό. Κατ’ ακολουθίαν, δεν τίθεται εδώ ζήτημα εξέτασης τους, έστω και αυτεπαγγέλτως.

Εκ τούτου, παρέπεται ότι η απάντηση μας στο τεθέν νομικό ζήτημα οριοθετείται από τον λόγο έφεσης, ο οποίος καθορίζει και το εύρος του αναθεωρητικού ελέγχου του Διοικητικού Εφετείου, και διατυπώνεται ως ακολούθως:

Κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, το κατά πόσον δύνανται να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα γεγονότα ή στοιχεία, ως εν προκειμένω, τα οποία δεν βρίσκονταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης, εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τη δικαστική κρίση επί ζητήματος που καλύπτεται από αποδεκτό, δικογραφημένο, λόγο έφεσης.

Η Αίτηση επιτυγχάνει.

Η εφετειακή απόφαση παραμερίζεται εν όλω (μαζί με τη διαταγή περί εξόδων), αφού εδράσθηκε επί βάσης αντίθετης προς την ανωτέρω αρχή.

Το Διοικητικό Εφετείο να επιληφθεί εκ νέου της έφεσης, με την ίδια σύνθεση, το ταχύτερο δυνατό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παρούσα, με κατά νουν τη φύση της υπόθεσης - τηρουμένης πάντοτε της ανεξαρτησίας και διακριτικής του ευχέρειας - προς οριστική επίλυση όλων των ζητημάτων που εγείρονται από την έφεση.

Τα έξοδα της Αίτησης, αλλά και της έφεσης που μας απασχόλησε, επιδικάζονται, μαζί με τον ΦΠΑ (αν υπάρχει), υπέρ των Αιτητών και κατά του Ενδιαφερόμενου Μέρους, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.

T. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.

 

 

 

/μκε

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

ΤΥΠΟΣ Δ

Αίτηση Δυνάμει Αδείας

Κανονισμός 10(1) & (2)

Αίτηση Αρ. 2/2026

 

Δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ), του Νόμου 33/64

 

29 Ιουνίου, 2026

 

[Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν. ΣΑΝΤΗΣ,

ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ,

Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(Γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΙΑΤΡΩΝ, ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019,

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΈΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 196/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11/12/2025.

________________________

Θ. Κορφιώτης, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ και Ν. Θεοδώρου, για Ν. Θεοδώρου & Σία ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.

Γ. Γεωργιάδης με Ειρ. Νικήτα (κα), για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

________________________

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Διιστάμενη)

KAΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Το νομικό ζήτημα που κληθήκαμε να αποφασίσουμε, το οποίο συναρτάται με διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ως αυτό προσδιορίστηκε στην άδεια που παραχωρήθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έχει ως εξής:

 

«Το κατά πόσον, κατά τον έλεγχο νομιμότητας διοικητικής πράξης και, κατ’ επέκταση, κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, δύνανται να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα γεγονότα ή στοιχεία, ως εν προκειμένω, τα οποία δεν βρίσκονταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης, χωρίς μάλιστα ανάλογη τροποποίηση του φερόμενα αφορώντος λόγου έφεσης».

 

Οι Αιτητές είχαν το βάρος να καταδείξουν στα πλαίσια των προϋποθέσεων του Άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν.33/64, ως έχει τροποποιηθεί, στο εξής «ο Νόμος», τα ακόλουθα:

 

(α) ύπαρξη πάγιας Νομολογίας,

(β) διαφοροποίηση από αυτή.

 

Προτού εξετάσω τη νομική πτυχή του ερωτήματος, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης και τα γεγονότα που την περιβάλλουν.

 

Ο Δρ. Τάσος Γεωργίου, οφθαλμίατρος στο επάγγελμα, στο εξής «το  Ενδιαφερόμενο Μέρος», διώχθηκε πειθαρχικά από το Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία, σε τέσσερις κατηγορίες που αφορούσαν επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης με το ιατρικό επάγγελμα.

 

Στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας κατατέθηκε, μεταξύ άλλων, το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού. Ο τελευταίος  κατέθεσε και ως μάρτυρας κατηγορίας. Στο πιο πάνω πόρισμα, γίνεται εκτενής αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Αγωγή Αρ. 2693/2007. Η αγωγή αφορούσε υπόθεση λιβέλλου που καταχωρήθηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος και στρεφόταν εναντίον τριών συναδέλφων του.

 

Τη 19.12.2018, το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών, στο εξής «το Συμβούλιο», έκρινε το Ενδιαφερόμενο Μέρος ένοχο και στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και την 4.02.2019, του επέβαλε πειθαρχική ποινή.

 

Το Ενδιαφερόμενο Μέρος αμφισβήτησε την πιο πάνω απόφαση με την προσφυγή αρ. υπ. 158/2019, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Το Διοικητικό Δικαστήριο με την απόφαση του, ημερομηνίας 7.11.2019, απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την απόφαση του Συμβουλίου. Απέρριψε, μεταξύ άλλων, την εισήγηση που ηγέρθηκε εκ μέρους του Ενδιαφερομένου Μέρους, ότι υπήρξε πλάνη ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, επί των οποίων στηρίχθηκε η καταδίκη του.

 

Η πιο πάνω απόφαση εφεσιβλήθηκε, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, με τη ΕΔΔ 196/2019. Στα πλαίσια της έφεσης, το Ενδιαφερόμενο Μέρος αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πειθαρχικής διαδικασίας. Προώθησε τη θέση ότι υπήρξε πλάνη ως προς τα πράγματα και το Συμβούλιο λανθασμένα έλαβε υπόψη την πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007 (ανωτέρω).

 

Οι νομικές διαδικασίες που στη συνέχεια ακολούθησαν, καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση της πλειοψηφίας και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι το νομικό ερώτημα που κληθήκαμε να εξετάσουμε ανακύπτει από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην υπόθεση Τάσος Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου, Ε.Δ.Δ. 196/2019, ημερομηνίας 11.12.2025.

 

Ενώπιον του  Διοικητικού  Εφετείου δηλώθηκε, εκ μέρους του Ενδιαφερόμενου Μέρους, ότι η απόφαση στην αγωγή λιβέλλου, στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω, είχε ανατραπεί με την Πολιτική Έφεση Δρ. Τάσος Γεωργίου ν. 1. Πανίκκου Φιλίππου κ.α. Αρ. 260/2015, ημερ. 11.09.2024, γεγονός που συνδεόταν και είχε επίδραση επί των ζητημάτων που εγείρονταν στην έφεση. Τόσο η πιο πάνω δήλωση όσο και το αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης κατατέθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, άνευ ενστάσεως.

 

 

Το Διοικητικό Εφετείο εξέτασε το θέμα, κατά προτεραιότητα, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης και της αιτιολογικής βάσης της παραγράφου 4. Παραθέτω το λόγο έφεσης 2 και την παράγραφο 4, αυτούσιους,  για σκοπούς εύκολης αναφοράς:

 

«2. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του ευρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πράγματα και ή προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή τους στο νόμο και/ή εσφαλμένα έκρινε πως η πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή και/ή Νομότυπη.

 

[ ...]

 

4.    Σε συνέχεια των πιο πάνω, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πως το Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού, αφορά παράθεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε αγωγή την οποία ήγειρε ο ίδιος ο Αιτητής/Εφεσείων εναντίον τριών ιατρών που είναι οφθαλμίατροι (sic) και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου, για δυσφήμιση εναντίον του και η οποία ως είναι αδιαμφισβήτητο ουδεμία σχέση (σημ. Δι.: έχει) με την εν λόγω πειθαρχική διαδικασία. Η αγωγή απορρίφθηκε αλλά η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αφού έχει εφεσιβληθεί και παραμένει προς εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκτός του ότι το πειθαρχικό δεν θα μπορούσε να χειριστεί γεγονότα μιας μη τελεσίδικης απόφασης ως μαρτυρία αντιδεοντολογική συμπεριφορά (sic), το αντικείμενο της προαναφερόμενης αγωγής και συνεπώς πορίσματος το οποίο καταπιάστηκε με το πιο πάνω θέμα, ουδόλως σχετίζεται με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση».

 

Το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψιν του, στα πλαίσια εξέτασης του πιο πάνω λόγου έφεσης, αποφάνθηκε ότι η εικόνα, που αναδύετο μέσα από την απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007 (ανωτέρω), στην οποία βασίστηκε τόσο ο ερευνών λειτουργός στο πόρισμα του, όσο και το Συμβούλιο αναφορικά με την αξιοπιστία και την εν γένει συμπεριφορά του προσφεύγοντα, ανατράπηκε άρδην, με την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015 (ανωτέρω). Κατέληξε ότι, εφόσον το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού έπασχε ουσιωδώς ως προς το περιεχόμενο του, ως συγκρουόμενο με τις αρχές της ακριβοδίκαιης δίκης και της  δίκαιης διαδικασίας, τότε συμπαρασύρθηκαν ως συμπάσχουσες και οι μεταγενέστερες ενδιάμεσες αποφάσεις που λήφθηκαν στη βάση του πορίσματος, και, κατ’ επέκταση, όλες οι ενέργειες/αποφάσεις που ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία έκρινε ένοχο το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

 

Παραθέτω αυτούσια την τελική κατάληξή του Διοικητικού Εφετείου, στην οποία συνοψίζεται το σκεπτικό της απόφασής του:

 

«Το πόρισμα, συνεπώς, έπασχε ουσιωδώς επί του περιεχομένου του, με τρόπο που παραβίαζε τις αρχές και τα εχέγγυα της ακριβοδίκαιης δίκης, οι οποίες διατρέχουν όλη τη διοικητική πειθαρχική διαδικασία, παρουσιάζοντας για τον Εφεσείοντα πεπλανημένα μια εικόνα, η οποία δεν στοιχειοθετείται από την επικληθείσα απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007, ανωτέρω και η οποία έχει συθέμελα ανατραπεί κατ’ έφεση. Η πάσχουσα, ως εκ των ανωτέρω, ενδιάμεση απόφαση έναρξης πειθαρχικής δίωξης του εφεσείοντος και η επακόλουθη επί αυτής σύνταξη κατηγορητηρίου, συμπαρασύρει τις (τελικές) επίδικες αποφάσεις σε ακυρότητα, αφού αυτές πάσχουν στο θεμέλιο τους, ήτοι από την απόφαση έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας έναντι του Εφεσείοντος.

 

Ενόψει των ανωτέρω και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, ο δεύτερος λόγος Έφεσης, στην αιτιολογική βάση η οποία εξετάστηκε ανωτέρω (παράγραφος 4 της αιτιολογίας του εν λόγω λόγου Έφεσης) γίνεται αποδεκτός. …»

 

Το Συμβούλιο εισηγείται ότι η προσέγγιση του Διοικητικού Εφετείου να λάβει υπόψη του νέα στοιχεία, ήτοι την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, τα οποία δεν ήταν ενώπιον του κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης, συνιστά διαφοροποίηση από τη θεμελιώδη αρχή ότι, «η νομιμότητα της διοικητικής πράξης κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα πραγματικά δεδομένα που υφίσταντο κατά το χρόνο έκδοσης της και όχι με αναφορά σε μελλοντική, ενδεχόμενη ή μεταγενέστερη κατάσταση». Προς υποστήριξη των θέσεων του, επικαλείται τις αποφάσεις Νίκος Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, K & P Liquor Store Ltd v. 1. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας κ.ά., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2018, ημερομηνίας 15.03.2024, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 3018.  

 

     Η πιο πάνω αρχή, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του, συνδέεται με την επίσης θεμελιώδη αρχή ότι το αναθεωρητικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των γεγονότων, αλλά περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης. Το Διοικητικό Εφετείο, ισχυρίζεται, δεν περιορίστηκε στην εξέταση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης αλλά, προέβη και σε ανεπίτρεπτη «πρωτογενή αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων», τα οποία δεν συνδέονταν με συγκεκριμένο λόγο έφεσης.

 

Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι πέραν της ουσιαστικής πτυχής, « ... ανακύπτει και δικονομική έκφανση του ζητήματος, ενόψει του ότι οι επίδικοι λόγοι έφεσης δεν αναφέροντο σε κάθε περίπτωση, στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Εφεση Αρ. 260/2015».  Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλείται τις αποφάσεις, Κυριάκος Τριανταφυλλίδης κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 429, Μυριάνθη Παναγιώτη Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1982, George Chukwudi Nzeocha v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 166/2023, ημερομηνίας 27.03.2025 και Thadeus Uchenna Omale v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/2022, ημερομηνίας 3.07.2025.

 

Το Ενδιαφερόμενο Μέρος συμφωνεί με τις αρχές που επικαλείται η άλλη πλευρά απορρίπτει όμως τη θέση ότι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ελήφθη κατά παράβαση των θεμελιωδών  αυτών αρχών. Αντιτείνει, ότι το Διοικητικό Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη τα νέα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, στο πλαίσιο εξέτασης της εισήγησης περί πλάνης ως προς τα πράγματα, που είχε ως βάση την απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007 (ανωτέρω). Ο ισχυρισμός περί πλάνης είχε προβληθεί σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, στην πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, στην προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην Ειδοποίηση  Έφεσης και στο περίγραμμα Έφεσης.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι το κρίσιμο νομικό ερώτημα δεν είναι κατά πόσο είναι ορθή ή λανθασμένη η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, ούτε εάν αυτό εφάρμοσε σωστά τις νομικές αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης. Το νομικό ερώτημα εστιάζεται σε ένα μόνο θέμα, νομικής υφής, κατά πόσο η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου να λάβει υπόψη του τη νέα μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, ήτοι την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, ανωτέρω, χωρίς τροποποίηση του φερόμενα αφορώντος λόγου έφεσης, διαφοροποιεί την πάγια νομολογία. Η εξέταση, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (ΑΣΔ), περιορίζεται επί του συγκεκριμένου ερωτήματος και όχι επί όλου του φάσματος της δευτεροβάθμιας απόφασης. Σκοπός δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Εφετείου, ούτε οποιωνδήποτε ευρημάτων του. Αντίθετη  προσέγγιση « .... θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντας του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου». (Βλέπετε Απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29.09.2025, για χορήγηση άδειας,  στην Αίτηση Αρ. 6/2025, αναφορικά με την Αίτηση των Αιτητών 1. Αθανάσιου Κωνσταντίνου κ.α. Εφεσίβλητοι στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 88/2021).

 

Όπως λέχθηκε στην Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για χορήγηση άδειας, Αίτηση αρ. 2/2023, ημερ. 31.1.2024, με αναφορά στην Σ. Ροτσίδου, Αίτηση για χορήγηση άδειας Αρ. 3/2023, ημερ. 20.11.2023:

 

«Η παροχή άδειας στη βάση του προαναφερθέντος Άρθρου 9(2)(γ) δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκδοθείσας  απόφασης. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του επίμαχου Άρθρου, αντικριζόμενου, ως ήδη λέχθηκε, υπό το πρίσμα της συνταγματικής υπόστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.»

 

Αρχίζοντας από την  εισήγηση του Συμβουλίου, ότι το Διοικητικό Εφετείο προέβη σε «πρωτογενή αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων», διαπιστώνω ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από τα ενώπιον μας στοιχεία. Το Διοικητικό Εφετείο δεν προέβη σε πρωτογενή αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων αλλά, εξέτασε την εισήγηση του Ενδιαφερόμενου Μέρους κατά πόσο υπήρξε υπό τις περιστάσεις, πλάνη περί τα πράγματα.

 

 

Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, ως ήδη ανέφερα, πειθαρχική διαδικασία. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στην υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων στην οποία προβαίνει το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο (Βλέπετε, Republic v. Mozoras (1970) 3 C.L.R. 210, Enotiadou v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 409, Solomou v. Republic (1984) 3 C.L.R. 533 και Ανδρέας Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1999) 3 A.A.Δ. 508 και Πλατρίτης και Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 571).

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο, όμως, δύναται να επέμβει όταν:

 

«…  διαπιστώνεται κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας ή πλάνη περί τα πράγματα. Χωρεί, ως εκ τούτου, επέμβαση όπου δεν υπάρχουν αντικειμενικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία άσκησαν στο πειθαρχικό όργανο ουσιώδη επιρροή ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων». (Πλατρίτης, ανωτέρω).

 

Στα Πορίσματα Νομολογίας του Σ.τ.Ε., 1929-1959, σελ. 414 -415, διαγράφεται ο ρόλος του ακυρωτικού Δικαστηρίου, στην πειθαρχική διαδικασία, ως εξής:-

 

«Περαιτέρω γίνεται δεκτόν, ότι εις την πειθαρχικήν διαδικασίαν, η εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών των συνιστώντων το πειθαρχικόν παράπτωμα και η στάθμισις της βαρύτητος αυτών προς επιβολήν της αρμοζούσης εκάστοτε ποινής ανήκουσιν εις την διακριτικήν εξουσίαν της Διοικήσεως και διαφεύγουσι τον έλεγχον του Συμβουλίου Επικρατείας δικάζοντος επί ακυρώσει, πλην εάν συντρέχη κατάχρησις ή κακή χρήσις της διακριτικής εξουσίας ή πλάνη περί τα πράγματα.

 

[ ... ]

 

Εγένετο περαιτέρω δεκτόν ότι είναι γενικώς απαράδεκτοι λόγοι ακυρώσεως πλήττοντες την ουσιαστικήν κρίσιν και εκτίμησιν του ανακριτικού συμβουλίου .... ως π.χ. εκείνοι, δι' ων προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμησις των αποδεικτικών στοιχείων ... ή εσφαλμένη κρίσις ως προς την υποκειμενικήν υπαιτιότητα του πειθαρχικώς διωκομένου αξιωματικού ... ή προς την επιμέτρησιν της ποινής ... Πλάνη όμως περί τα πράγματα, λόγω αντικειμενικής ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών, άτινα ήσκησαν ουσιώδη επιρροήν εις την διαμόρφωσιν της κρίσεως του ανακριτικού συμβουλίου, επάγεται ακυρότητα της γνωμοδοτήσεως αυτού...».

 

Καταληκτικά, το τεκμήριο υπέρ της ορθότητας της πραγματικής διαπίστωσης από τη διοίκηση κάμπτεται και κατ’ επέκταση το Δικαστήριο δύναται να επέμβει, όταν ο προσφεύγων κατορθώσει να καταστήσει πιθανή την πλάνη περί τα πράγματα, λόγω αντικειμενικής ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών, που άσκησαν ουσιώδη επιρροήν στη διαμόρφωση της κρίσης της διοίκησης.

 

Στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο πλάνης, η νομολογία αναγνωρίζει ότι νέα στοιχεία μπορούν να γίνουν δεκτά, σε όλα τα στάδια της δίκης, νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ουσιαστική προϋπόθεση είναι όπως τα νέα αυτά στοιχεία είναι σχετικά με τους λόγους ακυρώσεως. Καθοδηγητική επί του θέματος αυτού είναι η απόφαση Ράφτη (ανωτέρω), την οποία επικαλέσθηκε το ίδιο το Συμβούλιο.

 

Σχετική επί του θέματος είναι και η πρόσφατη απόφαση Χριστόδουλος Καρμιώτης Λτδ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 5/16 και 104/19, ημερομηνίας 12.05.2025, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας, αν αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα.  Αυτό μάλιστα μπορεί να επιτραπεί σε όλα τα στάδια της δίκης, τόσο κατά την πρωτοβάθμια, όσο κατά την δευτεροβάθμια δικαιοδοσία (Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 ΑΑΔ 145, 162).  Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, τους λόγους ακυρώσεως που υποστηρίχθηκαν καθώς και τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η προσφυγή, κρίνει κατά πόσο η επιδιωκόμενη να προσαχθεί η μαρτυρία είναι σχετική (Petrolina Ltd κ.ά. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, υπ. αρ. 223/2000 κ.ά., ημερ. 4/4/2002).

 

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία που αλλοιώνει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προς ενίσχυση του κύρους της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Ε. 125/14 Κ.Δ. μέσω Υπ. Συγκοινωνιών & Έργων ν.  DJ.  Karapatakis Sons Ltd Consortium, ημερ. 13/7/2015).

 

Η κρίση του Δικαστηρίου πρωτοδίκως σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας που να ανατρέπει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Είναι στους καθ' ων η αίτηση που δεν μπορεί να επιτραπεί η προσκόμιση μαρτυρίας προς συμπλήρωση των ελλείψεων του διοικητικού φακέλου ή και προς αντίκρουση των όσων προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης. Πράγματι το Δικαστήριο κρίνει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων. Αν όμως οι αιτητές σε προσφυγή επιδιώκουν να αποδείξουν λόγους ακυρώσεως περί πλάνης της Διοίκησης περί τα πράγματα ή και έλλειψης δέουσας έρευνας, μπορούν να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως.»

 

Στην υπόθεση  Χρ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228,  προέκυψε εκ των υστέρων, από έρευνα που διεξήχθη μετά τον επίδικο διορισμό, ένα νέο στοιχείο που άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο πλάνης ως προς το αν ο διορισθείς κατείχε το απαιτούμενο, από το σχέδιο υπηρεσίας, προσόν. Η Ολομέλεια έκρινε πως το νέο αυτό στοιχείο δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Όπως τονίστηκε από τον Νικήτα, Δ., σελ. 234-235:

«Το υλικό που προσκομίστηκε ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να αγνοηθεί γιατί ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με το πραγματικό καθεστώς κάτω από το οποίο λήφθηκε η  απόφαση. Το τεκμήριο της κανονικότητας κάμπτεται μπροστά σε ένα τόσο σοβαρό στοιχείο του Υπουργείου Παιδείας που προσκόμισε ο εφεσείων. Παρατηρεί σχετικά η απόφαση  Κουμής Χατζημιχαήλ και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1972) 3 Α.Α.Δ. 246, 252:

 

«According to the principles of administrative law there exists a presumption that an administrative decision is reached after a correct ascertainment of relevant facts; but such presumption can be rebutted if a litigant succeeds in establishing that there exists at least a probability that a misconception has led to the taking of the decision complained of (see, inter alia, Stasinopoulos on the Law of Administrative Acts – «Στασινοπούλου Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων», 1951, π. 304 et seq.)»

 

(Βλέπετε σχετικά Ελαιουργία Πεττεμερίδη Λτδ ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 199, Ρούσος (ανωτέρω), την οποία επικαλέσθηκε το ίδιο το Συμβούλιο  και Χαριλάου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ΕΔΔ Αρ. 10/2021, ημερομηνίας 29.05.2026).

 

Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην D.K. Windsupply Ltd κ.α. ν. Δημοκρατίας (2017) 3 Α.Α.Δ. 543, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά και στην ανάγκη για τροποποίηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 546:

« ... Ήταν επιτρεπτό στα πλαίσια της εξεταστικής/ανακριτικής διαδικασίας, ως είναι η φύση της διοικητικής δίκης, να παρουσιάζονται έγγραφα και άλλη μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα σε όλα τα στάδια της δίκης. Το εν λόγω έγγραφο μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως ενισχυτικό των λόγων ακυρώσεως, χωρίς να απαιτείται η τροποποίηση της αίτησης και η εισαγωγή πρόσθετου λόγου ακυρώσεως.»

 

Η απόφαση K & P Liquor Store (ανωτέρω), την οποία επικαλείται το Συμβούλιο προς υποστήριξη των θέσεων του, δεν διαφοροποιείται από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, εδράζεται δε σε εντελώς διαφορετικά δεδομένα.

 

Το Διοικητικό Εφετείο στην παρούσα υπόθεση, αφού πρώτα ικανοποιήθηκε  ότι τα μεταγενέστερα γεγονότα που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του από το Ενδιαφερόμενο Μέρος, χωρίς να υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους του Συμβουλίου, ήτοι η απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2015, ημερ. 11.09.2024, με την οποία ανετράπη, εκ των υστέρων, η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή Αρ. 2693/2007 (ανωτέρω), σχετίζονταν με την εισήγηση περί πλάνης του Συμβουλίου και καλύπτονταν από το λόγο έφεσης 2, αιτιολογική βάση παράγραφος 4, προχώρησε στη συνέχεια και τα έκανε δεκτά στηρίζοντας  επί αυτών την απόφαση του.  

   

     Τα θέματα που εγείρονται είναι δύο. Πρώτον, κατά πόσο τα νέα αυτά γεγονότα ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα και καλύπτονταν από τους λόγους έφεσης και δεύτερον κατά πόσο το Διοικητικό Εφετείο νομιμοποιείτο να λάβει υπόψη του μεταγενέστερα γεγονότα, δεδομένης της γενικής αρχής, επί της οποίας εδράζεται και η θέση του Συμβουλίου, ότι η νομιμότητα της διοικητικής πράξης κρίνεται με βάση τα δεδομένα που υφίσταντο κατά το χρόνο έκδοσης της.

 

Σε σχέση με το πρώτο θέμα, ήτοι κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα το Διοικητικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι η εν λόγω μεταγενέστερη μαρτυρία σχετιζόταν με το θέμα της πλάνης περί τα πράγματα, ως αυτό διατυπώνεται στο λόγο έφεσης 2, αιτιολογική βάση παράγραφος 4, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να τύχει εξέτασης  από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (ΑΣΔ), στα πλαίσια του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου. Πρόκειται για δικαστική κρίση η οποία εκπίπτει του ελέγχου του ΑΣΔ. Ως ανέλυσα ανωτέρω, η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου δεν «… άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου» και δεν  συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της απόφασης του Εφετείου (βλέπετε Αίτηση αρ. 2/2023, ανωτέρω). Το ΑΣΔ δεν  εξετάζει κατά πόσο  το  Εφετείο εφάρμοσε σωστά ή λανθασμένα τις νομικές αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης αλλά κατά πόσο η νομική του προσέγγιση διαφοροποιείται από την πάγια νομολογία. Παρενθετικά αναφέρω ότι για τους ίδιους λόγους, ούτε και η κατάληξη του Διοικητικού Εφετείου που ακολούθησε, περί παραβίασης των αρχών της ακριβοδίκαιης δίκης, μπορεί να τύχει εξέτασης.

 

Έχοντας ως δεδομένο πλέον την κατάληξη του Διοικητικού Εφετείου ότι η μεταγενέστερη μαρτυρία ήταν σχετική με τα επίδικα θέματα, συνάγεται, με βάση τη νομολογία που παρέθεσα εν εκτάσει ανωτέρω ότι, κατά τον αναθεωρητικό έλεγχο, μεταγενέστερα γεγονότα, τα οποία δεν βρίσκονταν ενώπιον του Συμβουλίου, κατά το κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης πράξης, μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε υποθέσεις όπου εγείρεται θέμα πλάνης ως προς τα πραγματικά περιστατικά, νέα στοιχεία που σχετίζονται με την πλάνη μπορούν να γίνουν δεκτά, χωρίς να προηγηθεί τροποποίηση. 

 

Καταλήγω ότι εφόσον το Διοικητικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι τα μεταγενέστερα γεγονότα, ήτοι η έκδοση της απόφασης στην Πολιτική Έφεση και τα στοιχεία που αυτή εμπεριέχει, αφορούσαν το λόγο ακύρωσης περί πλάνης περί τα πράγματα και υπήρχε, κατά την κρίση του και το αναγκαίο υπόβαθρο στην Έφεση (λόγος έφεσης 2, αιτιολογική βάση 4), η απόφασή του να τα λάβει υπόψη, χωρίς να προηγηθεί τροποποίηση, δεν συνιστά, υπό τις περιστάσεις, διαφοροποίηση από την πάγια νομολογία.

 

 

 

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ



[1] Η άδεια δόθηκε δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 33/64 (Αναφορικά με την Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Αίτηση Αρ. 2/26, ημ. 26.3.26).

[2] Τάσος Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Ε.Δ.Δ. 196/19, ημ. 26.9.24.

[3] Αναφορικά με την Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Αίτ. Αρ 3/25, ημ. 4.6.25.

[4] Η Αγωγή (για δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία) είχε εγερθεί από το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατά τριών ιατρών, Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου, σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με εκφάνσεις που συνδέονταν φερόμενα με γεγονότα που αναφέρθηκαν στην πειθαρχική δίωξη. 

[5] «[Δεύτερος Λόγος] Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του ευρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πράγματα και/ή προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή τους στο νόμο και/ή εσφαλμένα έκρινε πως η πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή και/ή Νομότυπη.

[...].

4. Σε συνέχεια των πιο πάνω, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη πως το Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού, αφορά παράθεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε αγωγή την οποία ήγειρε ο ίδιος ο Αιτητής/Εφεσείων εναντίον τριών ιατρών, που είναι οφθαλμίατροι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κύπρου, για δυσφήμιση εναντίον του και η οποία ως είναι αδιαμφισβήτητο ουδεμία σχέση [έχει] με την εν λόγω πειθαρχική διαδικασία. Η αγωγή απορρίφθηκε αλλά η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αφού έχει εφεσιβληθεί και παραμένει υπό εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκτός του ότι το πειθαρχικό δεν θα μπορούσε να χειριστεί γεγονότα μιας μη τελεσίδικης απόφασης ως μαρτυρία για αντιδεοντολογική συμπεριφορά, το αντικείμενο της προαναφερόμενης αγωγής και συνεπώς του πορίσματος το οποίο καταπιάστηκε με το πιο πάνω θέμα, ουδόλως σχετίζεται με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση».

[6] Η αναφορά παραπέμπει στον Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμο 16/67.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο