ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 78/2021, 26/6/2026
print
Τίτλος:
ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 78/2021, 26/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)                                   

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 78/2021)

 

26 Ιουνίου, 2026

 

(Τ. Θ. OIKONOMOY, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ,

 

                                                                             Εφεσείουσα,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ

                                                                            

Εφεσίβλητης.

― ― ― ― ―

 

 

Δ. Νικολετόπουλος, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.

Δ. Εργατούδη (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη.

 

---------------

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Καρακάννα, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Η εφεσείουσα είναι ιατρός. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως ιατρικός λειτουργός 2ης τάξης, στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών (ΟΚΥπΥ). Την 8.01.2019 υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα που καταρτίστηκε στα πλαίσια του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου του 2001, Ν.89(Ι)/2001, στο εξής ο «Νόμος».

 

Το άρθρο 23 του Νόμου ρυθμίζει την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας από ιατρούς, που διακρίνονται σε προσωπικούς και ειδικούς ιατρούς, στο πλαίσιο του Γενικού Συστήματος Υγείας (Γε.Σ.Υ). Ιατρός που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες ως προσωπικός ιατρός και να συμβληθεί με το Γε.Σ.Υ, πρέπει να πληροί μια ή περισσότερες των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 23(2)(α) του Νόμου.

 

Το άρθρο 23(2)(α) προβλέπει τα ακόλουθα:

«(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου-

(α) ιατροί οι οποίοι επιλέγουν να γίνουν προσωπικοί ιατροί θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις μίας από τις πιο κάτω κατηγορίες:

(i) Ιατροί με ειδικότητα στη γενική ιατρική για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους, ή

(ii) ιατροί με ειδικότητα στη γηριατρική για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους, ή

(iii) ιατροί με ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική αναγνωρισμένη από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου  για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους, ή

(iv) ιατροί οι οποίοι κατέχουν πιστοποιητικό που βεβαιώνει το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων του ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (2) του Κανονισμού 8ΣΤ των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμών ή ιατροί οι οποίοι έχουν αναγνωρισμένο πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σε υπηκόους τους, παρέχοντάς τους το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων του ιατρού γενικής ιατρικής στη Δημοκρατία στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με  τις πρόνοιες της παραγράφου (3) του Κανονισμού 8ΣΤ των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμών για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους,  ή

(v) ιατροί με ειδικότητα στην παθολογία για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους, ή

(vi) ιατροί με ειδικότητα στην παιδιατρική για δικαιούχους μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, ή

(vii) ιατροί οι οποίοι αποδεδειγμένα έχουν παρακολουθήσει προγράμματα επιμορφωτικών μαθημάτων για ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική, τα οποία καταρτίζει ο Οργανισμός σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο και με την έγκριση του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου, το περιεχόμενο, η διάρκεια και οι όροι παρακολούθησης των οποίων καθορίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς και η διεξαγωγή των οποίων καθορίζεται με απόφαση του Οργανισμού που δημοσιεύεται με τη μορφή Γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για δικαιούχους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους.

 

Ιατροί που δεν ενέπιπταν στις κατηγορίες (i) – (vi), είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να συμβληθούν με το Γενικό Σύστημα Υγείας. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 23(2)(β) του Νόμου, που παραθέτουμε αμέσως πιο κάτω:

 

«(β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της υποπαραγράφου (vii) της παραγράφου (α), για μια μόνο φορά πριν την ημερομηνία εφαρμογής του Συστήματος, ιατροί οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των υποπαραγράφων (i) έως (vi) της παραγράφου (α), έχουν το δικαίωμα να συμβληθούν με τον Οργανισμό ως προσωπικοί ιατροί κατόπιν παρακολούθησης ειδικού εκπαιδευτικού προγράμματος που δύναται να εισηγηθεί ο Οργανισμός προς το Υπουργείο Υγείας και το οποίο θα καταρτιστεί από το Υπουργείο Υγείας σε συνεργασία με τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο και τον Οργανισμό και με την έγκριση του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου.»

 

Για σκοπούς υλοποίησης του πιο πάνω προγράμματος, πραγματοποιήθηκε αριθμός συναντήσεων με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς που καταγράφονται στο σχετικό άρθρο και συμφωνήθηκε η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε, η οποία περιλάμβανε τα πιο κάτω:

 

(i)       Προϋποθέσεις συμμετοχής στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

(ii)      Αξιολόγηση των αιτήσεων.

(iii)     Περιεχόμενο και διάρκεια εκπαίδευσης.

(iv)    Υλοποίηση του προγράμματος.

(v)      Τελική Αξιολόγηση.

 

Το ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα καταρτίστηκε από Επιτροπή την οποία όρισε ο Υπουργός Υγείας.

 

Η εφεσείουσα δεν κατείχε τα προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 23(2)(α) του Νόμου και ως εκ τούτου αιτήθηκε, ως προαναφέραμε, να συμμετάσχει στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που καταρτίσθηκε, στα πλαίσια του άρθρου 23(2)(β) του Νόμου. Η αίτηση της εξετάσθηκε και απορρίφθηκε καθότι, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για συμμετοχή στο προαναφερόμενο πρόγραμμα. Συγκεκριμένα, υπολείπετο της αναγκαίας εργασιακής πείρας. Σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 25.02.19, Παράρτημα Β στην Αίτηση Ακυρώσεως, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της προσφυγής. Δικαίωμα συμμετοχής, με βάση το πρόγραμμα, είχαν ιατροί που πληρούσαν τις πιο κάτω προϋποθέσεις:  

 

(i)       Ιατροί εγγεγραμμένοι από την 1η Μαΐου 2004 στο Μητρώο Ιατρών Κύπρου, με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο (όσοι αποφοίτησαν και εγκαταστάθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 εμπίπτουν στο Άρθρο 23(2)(α)(i)-(vi)) και

 

(ii)      Εργασιακή πείρα έξι (6) χρόνων ως κλινικός ιατρός κατά τα τελευταία δέκα (10) έτη, από τα οποία τα τρία (3) συναπτά έτη της τελευταίας 6ετίας στον τομέα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας σε ιατρείο ή/και σε Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών μέχρι τη λήξη της προθεσμίας. 

 

Η εφεσείουσα αμφισβήτησε την πιο πάνω απόφαση, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την προσφυγή, με αρ. υπ. 604/2019. Προέβαλε τη θέση ότι η συμπερίληψη των πιο πάνω προϋποθέσεων που καταγράφονται στην παράγραφο (ii), ανωτέρω, αντίκειτο στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης και η διοικητική απόφαση έπασχε λόγω έλλειψης αιτιολογίας, επαρκούς έρευνας και υπέρβασης εξουσίας.

 

Μετά την καταχώριση της προσφυγής, το επίδικο εκπαιδευτικό πρόγραμμα ολοκληρώθηκε. Αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Η  ακριβής ημερομηνία ολοκλήρωσης του παραμένει άγνωστη, τεκμαίρεται όμως, με βάση τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν, ότι ολοκληρώθηκε πριν τη 31.05.2019 και προτού η προσφυγή ορισθεί για διευκρινίσεις.

 

Η εφεσίβλητη, στη γραπτή αγόρευση που καταχώρισε στα πλαίσια της προσφυγής, εισηγήθηκε ότι, λόγω της ολοκλήρωσης του εκπαιδευτικού προγράμματος και της ρητής πρόνοιας ότι η δυνατότητα παρακολούθησης του ήταν για μια μόνο φορά, το αντικείμενο της προσφυγής είχε εκλείψει. Κατ’ επέκταση, σύμφωνα με την εισήγηση, η εφεσείουσα στερείτο εννόμου συμφέροντος να προωθήσει  τη διαδικασία. Η εφεσείουσα διαφώνησε με την πιο πάνω θέση.

 

Η εισήγηση της εφεσίβλητης έγινε δεκτή από το Διοικητικό Δικαστήριο. Αποφάνθηκε ότι τυχόν επιτυχία της υπό εξέταση προσφυγής δεν θα επέφερε κανένα όφελος στην εφεσείουσα, δεδομένου ότι η συμμετοχή της στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα ήταν πλέον αδύνατη. Περαιτέρω δεν είχε καταδείξει, έστω εκ πρώτης όψεως, κατάλοιπο ζημιάς. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά:

 

«Ταυτόχρονα, δεν έχει καταδειχθεί, έστω εκ πρώτης όψεως, εκ μέρους των αιτητριών οποιοδήποτε κατάλοιπο ζημίας από την επίδικη απορριπτική απόφαση των καθ' ων η αίτηση, η οποία θα επέτρεπε,  κατ' εξαίρεση, τη συνέχιση της δίκης.

 

Είχαν, ωστόσο, τη δυνατότητα και όφειλαν οι αιτήτριες μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων και με κατάλληλη και ανάλογη αναφορά σε συγκεκριμένα δεδομένα και στοιχεία υποστηρικτικά της θέσης τους, να καταδείξουν δυσμενή επηρεασμό και να στοχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο για σκοπούς διοικητικής δίκης βαθμό την ύπαρξη, έστω και εκ πρώτης όψεως, ζημίας από την απόρριψη της αίτησής τους για συμμετοχή στο υπό αναφορά εκπαιδευτικό πρόγραμμα».

 

Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση, περί μη στοιχειοθέτησης εννόμου συμφέροντος, με τους λόγους έφεσης 1 και 2. Με το λόγο έφεσης 3 προσβάλλει την παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους ακύρωσης, που αφορούσαν την ουσία της προσφυγής.

 

Το Άρθρο 146 του Συντάγματος οριοθετεί την ακυρωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ο πολίτης δικαιούται να προσβάλει τη νομιμότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης όταν έννομο ενεστώς συμφέρον του έχει ευθέως προσβληθεί από την απόφαση, πράξη, ή παράλειψη οργάνου, αρχής ή προσώπου, που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Η προσφυγή δεν είναι λαϊκή αγωγή. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο της καταχώρισης της προσφυγής όσο και κατά τη διάρκεια της ακρόασης μέχρι το τέλος της δίκης. (Βλ.μεταξύ άλλωνKyriakos Chrysostomides and The Greek Communal Chamber through The Disciplinary Council of The Elementary School-Teachers (1964) C.L.R. 397Christofides v. CY.T.A. (1979) 3 C.L.R. 99Avgoloupi v. Minister of Interior α.ο. (1985) 3 C.L.R. 1525Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others (1986) 3 C.L.R. 322Papaleontiou v. Educational Service Commission (1987) 3 C.L.R. 1341).

 

Η δίκη καταργείται, όταν το αντικείμενο της προσφυγής εκκλείψει, καθότι η συνέχιση της δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Όπου όμως διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι παρέμεινε ζημιογόνο κατάλοιπο για το οποίο ενδεχομένως να προκύπτει θέμα αποζημίωσης, με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, ο προσφεύγων διατηρεί το έννομο συμφέρον του (βλέπετε Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 973 και Στράκκα Λτδ. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 643).  Η αόριστη επίκλησή ζημιάς και η απώλεια της προσδοκίας δεν αρκεί, η ζημιά πρέπει να είναι υπαρκτή. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Οικονόμου ν. Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας κ.α., ΑΕ 57/2013, ημερ. 31.05.2019, ECLI:CY:AD:2019:C208:

 

«Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει την έκταση των ζημιών, αλλά ερευνά υπό μορφή εκ πρώτης όψεως διαπίστωσης αν παραμένει ζημιά ή βλάβη η οποία δεν εξαλείφθηκε για να αποφασίσει αν η δίκη καταργείται ή συνεχίζεται. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να είναι πραγματική και να δικογραφείται από τον εκάστοτε αιτητή (Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 973, Καμένος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 25, Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Σάββα (2006) 3 Α.Α.Δ. 435)».  

 

Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν.  Σάββα (2006) 3  Α.Α.Δ. 435, στην οποία τονίσθηκε ότι δεν ήταν αρκετό για τον προσφεύγοντα να δείξει ότι δυνητικά μπορούσε να υποστεί ζημιά λόγω της προσβαλλομένης απόφασης αλλά απαιτείτο η προσκόμιση στοιχείων.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, το αντικείμενο της διαφοράς, ως προαναφέραμε,  εξέλιπε δεδομένου ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ολοκληρώθηκε και δεν υπήρχε προοπτική επανάληψης του. Η εφεσείουσα έφερε το βάρος να αποδείξει ότι είχαν προκύψει, εκ πρώτης όψεως,  ζημιογόνες γι' αυτή συνέπειες.

 

Αυτή εισηγήθηκε ότι, μετά τη συμμετοχή της στο εν λόγω πρόγραμμα,  θα είχε «... δικαίωμα εργασίας ως Ιατρός του ΓεΣΥ». Αυτό υποστήριξε και ο ευπαίδευτος συνήγορος κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον μας. Εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι η ζημιά της εφεσείουσας, έγκειται στο γεγονός ότι, «στερήθηκε του δικαιώματος να συμβληθεί με το Γε.Σ.Υ».

 

Παρατηρούμε, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, ακόμη και εάν επιτρεπόταν στην εφεσείουσα η ευκαιρία να παρακολουθήσει το υπό κρίση εκπαιδευτικό πρόγραμμα, η συμμετοχή της, από μόνη της, δεν ήταν αρκετή για την απόκτηση δικαιώματος εργασίας ως προσωπικός ιατρός στο Γε.Σ.Υ. Με την ολοκλήρωση της προαναφερόμενης εκπαίδευσης, απαιτείτο επιπρόσθετα η επιτυχία της  στη γραπτή εξέταση και εξέταση κλινικών δεξιοτήτων. Επιτυχόντες εθεωρούνταν οι υποψήφιοι που εξασφάλιζαν βαθμολογία πάνω από το 50% και στις δύο εξετάσεις.  Σχετικό είναι το Παράρτημα Χ, που επισύναψε η εφεσείουσα στη γραπτή της αγόρευση, στα πλαίσια της προσφυγής. Κατ’ επέκταση η εφεσείουσα δεν είχε κεκτημένο δικαίωμα να εργασθεί ως προσωπικός ιατρός στο Γε.Σ.Υ, ή ως εισηγήθηκε ο συνήγορος της «να συμβληθεί με το Γε.Σ.Υ», αλλά απλή προσδοκία.

 

Η απλή προσδοκία  δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση ζημιάς. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεστώς, ήτοι να είναι  ήδη υπαρκτό κατά το χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ή να απειλείται με βεβαιότητα στο άμεσο μέλλον. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Γλυκερία Σιούτη στο σύγγραμμα της, «Το Έννομον Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως», σελίδα 158:

 

«Η νομολογία παγίως δέχεται ότι “όταν δεν υπάρχει η ειδικώς καθορισμένη νομική κατάσταση του αιτούντος ή ο λόγω της ιδιαίτερης ιδιότητας του σύνδεσμος με την πράξη και η συναφής βλάβη δεν έχει επέλθει αλλά εμφανίζεται ως μέλλουσα και ενδεχόμενη, υπάρχει έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που καθιστά την αίτηση ακυρώσεως απαράδεκτη”. Το έννομον συμφέρον χαρακτηρίζεται ως ενδεχόμενο και στην περίπτωση, που αποτελεί απλή προσδοκία, εφόσον τυχόν ακύρωση της πράξης που προσβάλλεται δεν θα είχε ως άμεση συνέπεια την επίτευξη του στόχου του αιτούντος. Δεν θεωρείται, επίσης ενεστώς το έννομο συμφέρον, όταν από την προσβαλλόμενη πράξη δεν προκύπτει συγκεκριμένη βλάβη, αλλά προβάλλονται ενδεχόμενες συνέπειες, οι οποίες θα επέλθουν κατά την άποψη του αιτούντος”.

 

Καθοδηγητικές επί τούτου είναι και οι κυπριακές αποφάσεις,    Παπαδόπουλος (ανωτέρω) και Οικονόμου (ανωτέρω) και οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΣτΕ 2638/86, ΣτΕ 740/84 και ΣτΕ 2446/92.

 

Ενεστώς θεωρείται και το συμφέρον που είναι αμέσως επικείμενο και η βλάβη που θα επέλθει είναι λογικώς αναπόφευκτη. Στο σύγγραμμα του Δημήτριου Πυργάκη, «Το Έννομο Συμφέρον στη Δίκη Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», σελίδα 262, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω:

 

«Βλάβη που θα επέλθει με βεβαιότητα στο άμεσο μέλλον (αναπόφευκτη βλάβη) καθιστά επίσης το συμφέρον ‘ενεστώς’. Με άλλα λόγια ‘ενεστώς’ θεωρείται και το συμφέρον που απειλείται με βεβαιότητα στο άμεσο μέλλον. Στην περίπτωση αυτή η βλάβη δεν θεμελιώνεται σε γεγονότα μελλοντικά και ενδεχόμενα [ΣτΕ 338/2004, 2484/2000], αλλά σε καταστάσεις υπαρκτές, οι οποίες λόγω της φύσης τους και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα επιφέρουν αναπόφευκτα βλάβη στο μέλλον. Το χαρακτήρα του έννομου συμφέροντος ως ενεστώτος δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ικανοποίηση του αιτούντος δεν επέρχεται αμέσως από την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά αναβάλλεται για ορισμένο χρονικό  διάστημα για την εκπλήρωση διατυπώσεων επιβαλλόμενων από τον νόμο [ΣτΕ 42/1961].»

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, η βλάβη δεν ήταν υπαρκτή κατά το χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, αλλά ούτε και το συμφέρον της εφεσείουσας απειλείτο με βεβαιότητα στο άμεσο μέλλον. Για τους λόγους που αναλύσαμε ανωτέρω, το μόνο που η εφεσείουσα είχε ήταν μια απλή προσδοκία. Καταλήγουμε ότι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι εξέλιπε το απαιτούμενο ενεστώς έννομο συμφέρον της εφεσείουσας, προς συνέχιση προώθησης της προσφυγής της, είναι ορθή.

 

Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €3.000 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.

 

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

/ΓΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο