ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.95/21)
(Υποθ. αρ. 860/2017)
23 Ιουνίου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΤΟΚΟΣ,
Εφεσείων,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,
Εφεσίβλητης
_________________
Ν. Τσικλαούρι (κα), για Εφεσείοντα
Π. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
_________________
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Στ. Χατζηγιάννη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.: Ο Εφεσείων είναι Έλληνας υπήκοος, έγγαμος και διαμένει με τη σύζυγο του στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στις 29.7.2014 υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (Υ.Δ.Ε.Π.) για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, (Ε.Ε.Ε.), ως λήπτης δημόσιου βοηθήματος. Η αίτηση του απορρίφθηκε λόγω του ότι τα εισοδήματα της οικογενειακής μονάδας του υπερέβαιναν τα ποσά που ορίζονται από τον περί Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου του 2014 (Ν.109(Ι)/2014), ως παρεχόμενο Ε.Ε.Ε. Προς τούτο ενημερώθηκε γραπτώς με επιστολή της προϊσταμένης της Υ.Δ.Ε.Π., ημερ. 5.8.2016.
Στις 24.3.2017 ο Εφεσείων υπέβαλε ένσταση στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.109 (Ι)/2014.
Κατά την διαδικασία εξέτασης της ένστασης και την ετοιμασία σχετικής έκθεσης, λήφθηκαν υπόψη τα δεδομένα που ήταν διαθέσιμα στο φάκελο της αίτησης του Εφεσείοντα, ως και πληροφορίες από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Κατ’ εφαρμογή των περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου (Ελάχιστο Καλάθι Διαβίωσης) Κανονισμών του 2014 (ΚΔΠ 338/2014), το ελάχιστο καλάθι διαβίωσης για την οικογενειακή μονάδα του Εφεσείοντα υπολογίστηκε στο ποσό των €720 μηνιαίως (€480 για τον Εφεσείοντα και €240 για τη σύζυγο).
Στην περίπτωση του Εφεσείοντα, η διαφορά των εισοδημάτων της οικογένειας του από το ελάχιστο καλάθι διαβίωσης ήταν €631.36. Εάν συνυπολογιζόταν και το ποσό επιδότησης αναπηρίας ύψους €368.38, ως και το επίδομα ενοικίου που λάμβανε ο Εφεσείων ύψους €235.20, τα εισοδήματα της οικογένειας του εξακολουθούσαν να υπερβαίνουν το ελάχιστο καλάθι διαβίωσης.
Ως εκ τούτου, με δεδομένο ότι τα εισοδήματα του Εφεσείοντα υπερέβαιναν το ελάχιστο καλάθι διαβίωσης που είχε υπολογιστεί βάσει της ΚΔΠ 338/2014, δεν κατέστη δικαιούχος για παροχή Ε.Ε.Ε.
Ως αποτέλεσμα, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατ’ εξουσιοδότηση της Υπουργού, (σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.109(Ι)/2014) στις 19.4.2017 απέρριψε την ένσταση του Εφεσείοντα, επικυρώνοντας την απόφαση της Προϊσταμένης της ΥΔΕΠ.
Ο Εφεσείων ενημερώθηκε για την εν λόγω απόφαση, με επιστολή ημερ. 21.4.2017, την νομιμότητα της οποίας προσέβαλε με την καταχώριση της Προσφυγής αρ. 860/2017.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τους προβληθέντες ενώπιον του λόγους ακύρωσης, κατέληξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν προϊόν επαρκούς έρευνας, συνοδεύτετο από δέουσα αιτιολογία, και είχαν εφαρμοσθεί ορθά οι σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, χωρίς να τίθεται ζήτημα πλάνης περί το Νόμο ή τα πράγματα. Ως εκ τούτου, η Προσφυγή απορρίφθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε.
Ο Εφεσείων θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση και επεδίωξε την ανατροπή της στη βάση δύο (2) λόγων Έφεσης.
Ειδικότερα, εισηγείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν προϊόν επαρκούς έρευνας και είχε δοθεί η δέουσα αιτιολογία (1ος λόγος Έφεσης), ως και ότι δεν ετίθετο ζήτημα πλάνης όσον αφορά τη μισθοδοσία της συζύγου του για σκοπούς συνυπολογισμού της στα εισοδήματα της οικογενειακής μονάδας του (2ος λόγος Έφεσης).
Προχωρούμε σε σωρευτική εξέταση των λόγων Έφεσης, λόγω της σχετικότητας και συνάφειας των ζητημάτων που εγείρονται. Και τούτο, με δεδομένο ότι όλοι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα, περιστρέφονται γύρω από την εισήγηση του περί εσφαλμένου υπολογισμού εκ μέρους της Εφεσίβλητης, των πραγματικών εισοδημάτων της συζύγου του και κατά συνέπεια, του εισοδήματος της οικογενειακής του μονάδας.
Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, υπό το πρίσμα των εισηγήσεων του Εφεσείοντα, ως και την αντίθετη θέση της Εφεσίβλητης η οποία υποστηρίζει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.
Συμφωνούμε πλήρως με την πρωτόδικη απόφαση ως προς το εγερθέν ζήτημα και παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από αυτή, το οποίο υιοθετούμε:
«Ακρογωνιαίος λίθος όλων των ισχυρισμών του αιτητή, ως ορθά διέγνωσε και ανέφερε και η πλευρά του καθ' ου η αίτηση κατά τις διευκρινήσεις της υπόθεσης, συνιστά η εισήγηση του αιτητή ότι, λανθασμένα υπολογίστηκε από την καθ' ης η αίτηση το εισόδημα της συζύγου του αιτητή και, κατά συνέπεια, το εισόδημα της οικογενειακής μονάδας του αιτητή.
Δεν θα συμφωνήσω με την πλευρά του αιτητή σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό. Από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 2 , εκεί ερ. 13 και ερ.6), προκύπτει, κατ' αρχάς ότι, σε αντίθεση με ότι διατείνεται η πλευρά του αιτητή (βλ. ανωτέρω), η καθ' ης η αίτηση έχει αφαιρέσει από τα εισοδήματα της οικογενειακής μονάδας του αιτητή το ποσό €512,00 από τα εισοδήματα της εργασίας της συζύγου του αιτητή (βλ. ερ. 13, Τεκμήριο 2). Όσον αφορά στα εισοδήματα της συζύγου του αιτητή, τα οποία υπολογίστηκαν από την καθ' ης η αίτηση στα €1821, αυτό το ποσό προκύπτει από τα δηλωθέντα από τον εργοδότη της συζύγου του αιτητή στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ερ. 6, Τεκμήριο 2) ως μισθός της για τον μήνα Δεκέμβριο του 2016 (βλ. ερ. 33, Τεκμήριο 2), ο οποίος καταβλήθηκε από τον εργοδότη ως ενιαίος μισθός και όχι ως 12ος και 13ος μισθός. Ορθά, πρόσθετα, επισημαίνει η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ότι, ο αιτητής, στην ένσταση του, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε πιστοποιητικό/ στοιχείο, από το οποίο να προέκυπτε τέτοιος διαχωρισμός του καταβληθέντος μισθού στη σύζυγο του αιτητή για τον μήνα Δεκέμβριο του 2016 σε 12ο και 13ο, κάτι που ενδεχομένως θα επέτρεπε διαφορετικό χειρισμό από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, η οποία ελλείψει αποδεικτικού περί του αντιθέτου, θεώρησε την εν λόγω μισθοδοσία, εύλογα, κρίνω, ως ενιαία. Ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτητής επεδίωξε την προσκόμιση τέτοιας σχετικής μαρτυρίας, αλλά η θέση του ότι η οικονομική κατάσταση του με την σύζυγο του δεν έχει μεταβληθεί από τους μήνες που ελάμβανε ΕΕΕ, παρέμεινε στο επίπεδο απλών ισχυρισμών στη γραπτή αγόρευση του. Διευκρινίζεται ότι, τίποτε δεν εμποδίζει τον αιτητή ακόμη και σήμερα, προς αναθεώρηση της απόφασης της καθ' ης η αίτηση, να προσκομίσει στοιχεία στην καθ' ης η αίτηση, εάν τέτοια υφίστανται, προς απόδειξη ότι ο μισθός της συζύγου της αιτήτριας για το Δεκέμβριο του 2016 δεν ήταν ενιαίος αλλά αφορούσε μαζί σε 12ο και 13ο μισθό της. Ωστόσο, η εδώ επίδικη απόφαση, με τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη της καθ' ης η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι, κρίνω, εύλογη και ορθή. Με αυτό ως δεδομένο, δεν διακρίνω οποιαδήποτε παραβίαση, ως αυτές που ισχυρίζεται η πλευρά του αιτητή (βλ. ανωτέρω). Η επίδικη απόφαση είναι προϊόν επαρκούς έρευνας, δόθηκε η δέουσα αιτιολογία, ενώ, κρίνω, εφαρμόστηκαν ορθά και όχι λανθασμένα ή ελλιπώς οι οικείες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις περί του θέματος, με βάση τα δεδομένα που η καθ' ης η αίτηση είχε ενώπιον της. Συνεπώς, δεν τίθεται βάσιμα και θέμα οποιασδήποτε πλάνης περί το νόμο, ενώ όσον αφορά τη μισθοδοσία της συζύγου της αιτήτριας, για σκοπούς συνυπολογισμού της στα εισοδήματα της οικογενειακής μονάδας του αιτητή, δεν διακρίνω πλάνη περί τα πράγματα, στη βάση των στοιχείων, τα οποία τέθηκαν ενώπιον της καθ' ης η αίτηση και ευλόγως ερμηνεύθηκαν και λήφθηκαν υπόψη».
Ό,τι επισημαίνουμε σχετικά με το ουσιαστικό παράπονο του Εφεσείοντα για τον κατ’ ισχυρισμό ακατανόητο τρόπο υπολογισμού των εισοδημάτων της συζύγου του στο ποσό των €1821, είναι η ορθή προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πως αυτό προκύπτει «από τα δηλωθέντα από τον εργοδότη της συζύγου του αιτητή στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ερ. 6, Τεκμήριο 2) ως μισθός της για τον μήνα Δεκέμβριο του 2016 (βλ. ερ. 33, Τεκμήριο 2), ο οποίος καταβλήθηκε από τον εργοδότη ως ενιαίος μισθός και όχι ως 12ος και 13ος μισθός». Και τούτο, με αναφορά στα συγκεκριμένα στοιχεία το διοικητικού φακέλου (ερ. 6 και ερ. 33 τεκμ. 2), όπως αναφέρεται και στο έντυπο Αξιολόγησης της Ένστασης (Παράρτημα 4 στην Ένσταση), τα οποία και έχουμε διεξέλθει. Είναι δε σημαντικό πως ο Εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος τεκμηρίωσης της ένστασης του, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε που να καταδεικνύει και υποστηρίζει τη θέση του περί εσφαλμένου υπολογισμού του εισοδήματος της συζύγου του. Όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και ενώπιον του ο Εφεσείων επεδίωξε την προσκόμιση οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας, προκειμένου να τεκμηριώσει τυχόν έλλειψη δέουσας έρευνας και/ή πλάνη περί τα πράγματα.
Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε πως οι λόγοι Έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.
Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Εφεσίβλητης και σε βάρος του Εφεσείοντα ύψους €1.500.-.
Τ. ΨΑΡΑ – ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Α.Λ.Ο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο