ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
(Δικαιοδοσία Δυνάμει του Άρθρου 10(7), του Νόμου 33/64)
(Ένσταση Αρ. 1/26)
30 Ιουλίου, 2026
[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ,
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, ΜΕΛΗ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 10(7), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2025
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (ΥΠΟΒΟΛΗ ΈΝΣΤΑΣΗΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 2025
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΗΜΕΡ. 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΗΜΕΡ. 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026 ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ Χ.M.
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 10(7) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ Χ.M. ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ.
-------------------------
Ν. Κυριακίδης, για την Ενισταμένη.
Ενισταμένη απούσα.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η απόφαση του Συμβουλίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Μ.
---------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Μ.: Με την παρούσα Ένσταση ζητείται η ακύρωση της πειθαρχικής καταδίκης και της πειθαρχικής ποινής που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Κύπρου (ΑΔΣ) επέβαλε στην Ενισταμένη στις 17.2.2026 και 26.2.2026 αντιστοίχως.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Επειδή η παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα γεγονότα που συνδέονται αναπόσπαστα με, αλλά και ακολουθούν την εκδίκαση της ποινικής έφεσης αρ. 111/2025, ημερ. 29.5.2025, θα επεκταθούμε εξ αρχής στο σχετικό ιστορικό ώστε να στρωθεί το έδαφος για την αναγκαία νομική συζήτηση.
Όλα ξεκίνησαν σε σχέση ή μετά την απόφαση που εξέδωσε στις 29.5.2025 το Εφετείο Κύπρου, ασκώντας ποινική δικαιοδοσία στην ποινική έφεση αρ. 111/2025. Το Εφετείο ομόφωνα διαπίστωσε αριθμό σφαλμάτων αναφορικά με απόφαση που είχε εκδώσει η Ενισταμένη, ως επαρχιακή δικαστής, με την οποία απέρριψε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση της κατηγορούμενης στην υπόθεση εκείνη μέχρι την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης που αντιμετώπιζε.
Το αίτημα για κράτηση ενώπιον της Ενισταμένης και το διάταγμα κράτησης που εξέδωσε (Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ΕΔ)
Κατά τον επίδικο χρόνο η Ενισταμένη υπηρετούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και εκδίκαζε ποινικές υποθέσεις. Στις 8.4.2025 τέθηκε ενώπιον της η υπόθεση υπ’ αρ. 1394/2025 για απάντηση στις κατηγορίες.
Η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε έξι κατηγορίες: (α) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «Π.Κ.»), (β) Δύο κατηγορίες για Κλοπή κατά παράβαση του Άρθρου 262 του Π.Κ., (γ) Κακόβουλη βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 324(α) του Π.Κ., και (δ) Κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του Άρθρου 4(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54.
Η κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε, οπότε η υπόθεση θα έπρεπε να οριστεί για ακρόαση. Προτού οριστεί, το ΕΔ εξέτασε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση της κατηγορούμενης μέχρι την μη καθορισθείσα ημερομηνία ακρόασης, το οποίο και απέρριψε. Στη συνέχεια είναι που όρισε την υπόθεση για ακρόαση, ένα σχεδόν χρόνο μετά, στις 20.3.2026.
Η Έφεση και η απόφαση του Εφετείου
Η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε έφεση, στα πλαίσια της οποίας το Εφετείο διαπίστωσε ότι το ουσιαστικότερο σφάλμα του ΕΔ έγκειτο στο γεγονός ότι εξέτασε το αίτημα κράτησης πριν από τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Τούτο κατά παράβαση του Άρθρου 48 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο ορίζει ότι όταν το Δικαστήριο αναβάλει υπόθεση που είναι ενώπιον του «βάσει της αναβολής αυτής» δύναται, είτε να απολύσει τον κατηγορούμενο υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους, είτε να προφυλακίσει αυτόν. Κατ’ επέκταση, κατέληξε επί του σημείου αυτού το Εφετείο ότι η διαδικασία που ακολούθησε το ΕΔ οδήγησε στην εξέταση του αιτήματος χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη ουσιώδες στοιχείο.
Τούτων δοθέντων το Εφετείο, νοουμένου ότι το αίτημα για κράτηση είχε στηριχθεί μόνο στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, αφού ανέφερε ότι ζητούμενο με βάση την σχετική νομολογία ήταν το κατά πόσον από τα γεγονότα της υπόθεσης δημιουργείται ισχυρή εντύπωση περί της ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, κατέγραψε ως σχετικά γεγονότα τα ακόλουθα:
«Η Εφεσίβλητη, γεννηθείσα τον [ ], βαρύνεται με αριθμό προηγούμενων καταδικών. Ειδικότερα:
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 3507/20 που αφορούσε σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις διαρρήξεων και κλοπής, αδικήματα διαπραχθέντα τον Απρίλιο 2020.
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 329/19 για αδικήματα κακόβουλης ζημιάς και κλοπής διαπραχθέντα τον Αύγουστο 2017.
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 4218/18 για αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής διαπραχθέντα επίσης τον Αύγουστο 2017.
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 1120/19 για αδικήματα κλοπής, διάρρηξης αποθήκης και απόπειρας διάρρηξης κατοικίας διαπραχθέντα τον Σεπτέμβριο 2017.
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 902/19 για τρία αδικήματα κλοπής διαπραχθέντα τον Ιούλιο 2015 (ήτοι ενώ η Εφεσίβλητη ήταν 16 χρονών).
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ.6799/20 για το αδίκημα της ψευδορκίας που διαπράχθηκε τον Απρίλιο 2017, και
- Στην υπόθεση Υπ' Αρ. 866/19 για αδικήματα κλοπής διαπραχθέντα τον Οκτώβριο 2017.
Εκκρεμούν εναντίον της επιπλέον οι υποθέσεις με αρ. 769/23 και 1160/19 που αφορούν, μεταξύ άλλων, σε κατηγορίες για κλοπή και κλεπταποδοχή για αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο 2023 και Οκτώβριο-Νοέμβριο 2016 αντίστοιχα.
Από τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων των πιο πάνω προηγούμενων καταδικών προκύπτει ότι σε όλες τις περιπτώσεις, πλην της 902/19, η Εφεσίβλητη ήταν ενήλικη κατά τη διάπραξη αυτών. Ομοίως, στα όσα της καταλογίζονται με την εκκρεμούσα υπόθεση αρ. 1160/19. Η σχετική αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη ήταν ανήλικη κατά τη διάπραξη των αδικημάτων στις υποθέσεις υπ' αρ. 329/19, 4218/18, 1120/19, 6799/20 και 866/19 δεν ήταν ορθή.»
Εν τέλει το Εφετείο, ως είχε εξουσία, κατέληξε ότι τα δεδομένα ενώπιον του ΕΔ οδηγούσαν ξεκάθαρα στη δημιουργία ισχυρής εντύπωσης περί της ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων από την εφεσίβλητη σε περίπτωση που αυτή αφήνετο ελεύθερη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πραγματικότητα η θεώρηση αυτή ήταν κοινή εφόσον ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσίβλητης δέχθηκε ενώπιον του Εφετείου ότι με τα δεδομένα της υπόθεσης θα μπορούσε να διαταχθεί η κράτηση της, αλλά η ένσταση του προέκυπτε λόγω του ορισμού της υπόθεσης σε τόσο μακρινή ημερομηνία, έστω και αν το αίτημα απερρίφθη.
Ακολούθως το Εφετείο, με δεδομένη πλέον την κράτηση μέχρι τη δίκη, ασχολήθηκε με το πρόβλημα ότι η υπόθεση είχε οριστεί σε ιδιαίτερα μακρινή ημερομηνία. Άφησε τη διαχείριση του προβλήματος αυτού στο ΕΔ ώστε, όπως ρητά κατέγραψε, να μην επέμβει στην εξουσία του ΕΔ να ορίσει την υπόθεση στα πλαίσια του δικού του προγραμματισμού, υποδεικνύοντας όμως ότι η ακρόαση θα έπρεπε να επαναπρογραμματιστεί το συντομότερο, λαμβανομένου πλέον υπόψη ότι η κατηγορούμενη θα βρισκόταν υπό κράτηση. Για τον σκοπό αυτό έδωσε οδηγίες όπως η υπόθεση τεθεί ενώπιον της πρωτόδικης δικαστού το αργότερο μέχρι 6.6.2025, ώστε να επαναπρογραμματιστεί για ακρόαση.
Σε σχέση δε, με το μακρύ διάστημα που το ΕΔ είχε ορίσει την υπόθεση αρχικά για ακρόαση, σχεδόν ένα χρόνο μετά, το Εφετείο εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του, σημειώνοντας ότι επρόκειτο για μια σχετικά απλή υπόθεση με επτά μάρτυρες εκ των οποίων έξι ήταν αστυφύλακες, που δεν αναμενόταν να χρειαστεί πολλές δικασίμους να εκδικαστεί.
Τέλος, το Εφετείο διαπίστωσε εκτροπή από το επίδικο ζήτημα, ήτοι το κατά πόσον από τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων εν όψει της καταγραφής από το ΕΔ του ακόλουθου προβληματισμού:
«Η συνολική εικόνα που εισπράττει το Δικαστήριο μέσα από το σύνολο των δεδομένων είναι ότι η Κατηγορούμενη που σήμερα είναι σε ηλικία [ ] περίπου ετών, εν' όσο (sic) ήταν ανήλικη για ένα χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το 2015 έως και το 2020 με την μετεφηβεία της απασχόλησε έντονα τις αρχές με αδικήματα κατά της περιουσίας. Όλοι γνωρίζουμε ότι όταν μιλούμε για αυτήν την ηλικιακή περίοδο η πάροδος του χρόνου επιδρά ως προς το να διαμορφωθεί η συμπεριφορά και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου».
Οι μετέπειτα ενέργειες της Ενισταμένης υπό την ιδιότητα της ως η δικαστής της υπόθεσης
Η Ενισταμένη, όπως προκύπτει, ενημερώθηκε χωρίς καθυστέρηση και ενεργώντας, ως όφειλε, με ταχύτητα έθεσε την υπόθεση ενώπιον της στις 30.5.2025, αφού ειδοποίησε τους δικηγόρους. Τότε εξέδωσε ex tempore απόφαση με την οποία ακύρωσε την προηγηθείσα ορισθείσα δικάσιμο και όρισε την υπόθεση εντός Αυγούστου 2025, διατάσσοντας όπως η κατηγορούμενη παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία της δίκης της. Την ίδια ημέρα απέστειλε στο Τμήμα Δημοσιεύσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ηλεκτρονικό μήνυμα για δημοσίευση της εν λόγω ex tempore απόφασης και κοινοποίηση της προς ανάρτηση στις διαδικτυακές πλατφόρμες Cylaw και Leginet. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, διαβίβασε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το CyLaw και Leginet για αφαίρεση της απόφασης αυτής.
Στην επίδικη απόφαση του ΑΔΣ γίνεται αναφορά στην εν λόγω ex tempore απόφαση, ημερ. 30.5.2025, ως ακολούθως:
«Εx tempore απόφαση ημερ. 30.5.2025
Στις παραγράφους 1 – 5 της εν λόγω απόφασης γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπου επεξήγησε η Δικαστής και τους λόγους που την ώθησαν να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια υπέρ της μη έγκρισης του αιτήματος προσωρινής κράτησης της κατηγορούμενης στην υπόθεση, καθώς και τους λόγους που το Εφετείο στην Ποινική Έφεση 111/2025, έκρινε διαφορετικά.
Στις παραγράφους 6 – 8 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα:
«6. Υπενθυμίζεται ότι η προσωρινή κράτηση αποτελεί έσχατο μέτρο, με σκοπό κυρίως την πρόληψη. Η επιβολή της προϋποθέτει ισχυρή αιτιολόγηση, σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας και αναλογική στάθμιση των στοιχείων που τεκμηριώνουν τον κίνδυνο. Η απλή αναφορά σε αριθμό προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων δεν αρκεί. Αντιθέτως, απαιτείται πλήρης αξιολόγηση της φύσης των αδικημάτων, του χρόνου που έχει παρέλθει, των προσωπικών χαρακτηριστικών και της ωριμότητας του κατηγορουμένου, όπως και η συγκεκριμενοποίηση του κινδύνου.
7. Το Δικαστήριο επισημαίνει, με πλήρη σεβασμό προς την απόφαση του Εφετείου, ότι η διαφορετική και αυστηρότερη κρίση του εδράζεται σε επί της ουσίας ερμηνεία των ίδιων πραγματικών στοιχείων από διαφορετική οπτική, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του εύρους της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα δικαστήρια. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις κρίσεων δεν πρέπει είτε να διατυπώνονται είτε να ερμηνεύονται με τρόπο έντονο, που εξωτερικεύει ή να δημιουργεί ενδεχόμενο να εξωτερικεύσει έλλειψη σεβασμού ή απαξίωση προς την πρωτοβάθμια δικαστική κρίση, και όχι ως θεμιτή και αναμενόμενη έκφραση διαφορετικής νομικής αξιολόγησης.
8. Το πρόγραμμα του Δικαστηρίου καταρτίζεται με βάση τον αριθμό εκκρεμών υποθέσεων και, κατά τον παρόντα χρόνο, εκτείνεται, δυστυχώς, έως τον Απρίλιο του 2026. Με δεδομένο ότι στις πλείστες ημερομηνίες υπάρχουν περισσότερες από μία ακροάσεις, θα μπορούσε να εκτείνεται, ρεαλιστικά, σε πιο μακρινή ημερομηνία. Υποθέσεις με προσωρινά κρατούμενους τυγχάνουν προτεραιότητας. Η πρακτική κατά την οποία, με δεδομένη την ανάγκη για αναβολή της δίκης σε μεταγενέστερη ημερομηνία, εξετάζονται πρώτα τυχόν αιτήματα κράτησης και, αναλόγως της έκβασής τους, τότε προσδιορίζεται και η ακριβής ή η συγκεκριμένη ημερομηνία ακρόασης, ώστε σε περίπτωση έγκρισής τους, και χωρίς αυτό να εκφράζεται πως προδικάζεται με εκ των προτέρων σύντομο ορισμό, να οριστούν κατά προτεραιότητα, αποτελούσε, τουλάχιστον πριν από την απόφαση του Εφετείου, ευρέως καθιερωμένη πρακτική. Εφόσον το Εφετείο εισηγείται εναλλακτική προσέγγιση, με ορθότερη ερμηνεία του νόμου, κατά την οποία να προηγείται ο καθορισμός και της συγκεκριμένης ημερομηνίας της δικάσιμου και να έπεται η εξέταση τυχόν αιτήματος κράτησης, ώστε να λαμβάνεται υπόψη και συγκεκριμένος χρόνος που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη, η προτροπή αυτή τυγχάνει σεβασμού. Τυγχάνει, επίσης, σεβασμού η εκτίμησή του ότι μία υπόθεση με επτά μάρτυρες, επειδή οι περισσότεροι εξ αυτών είναι μέλη της Αστυνομίας, είναι σύντομη. Δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτή την πρόβλεψη ή να ενεργήσω βάσει αυτής. Κατ' ακρίβεια, οι περισσότερες υποθέσεις που είναι για συνοπτική εκδίκαση δεν έχουν πολύ διαφορετική εμβέλεια ως προς την έκταση της μαρτυρίας τους· ορισμένες εξ αυτών είναι σοβαρότερες από αυτή την υπόθεση που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, ωστόσο, όλες οι υποθέσεις θα πρέπει να εκδικαστούν, κατά τις ημερομηνίες που καταλαμβάνουν, προς το παρόν, μέχρι και τον Απρίλιο του 2026.»
(Ο τονισμός είναι του ΑΔΣ).
Οι ενέργειες της Ενισταμένης εκτός της δικαστικής της αρμοδιότητας
1. Την ίδια πάντα ημέρα, 30.5.2025, η Ενισταμένη δημοσίευσε στο ιστολόγιο που διατηρεί, judren.online, άρθρο με τίτλο, «Μια χρήσιμη ερμηνευτική παρέμβαση». Ο σύνδεσμος του εν λόγω άρθρου (link) κοινοποιήθηκε στο Facebook στην ιδιωτική ομάδα «Λειτουργοί της Δικαιοσύνης», από το διαχειριστή της εν λόγω ομάδας.
Στην απόφαση του το ΑΔΣ παραθέτει τα ακόλουθα από το εν λόγω άρθρο στο ιστολόγιο judren.online:
«Το εν λόγω άρθρο αρχίζει με την ακόλουθη αναφορά:
«Το Εφετείο, με την απόφασή του ημερομηνίας 29.05.2025 στην Ποινική Έφεση 111/2025 προέβη σε ορθότερη και, εν πολλοίς, εξορθολογιστική ερμηνεία του άρθρου 48 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προς ανασχηματισμό και διόρθωση της μέχρι πρότινος ακολουθούμενης, σε κάποια έκταση, πρακτικής. Η ερμηνεία αυτή αξίζει να τεθεί στο επίκεντρο μίας ανάλυσης κειμένου, διότι, αν και θεμελιώνεται στο γράμμα του νόμου, δύναται, κατά την ανάγνωση της απόφασης, να προκαλέσει περίσκεψη ως προς τις συνέπειες της εφαρμογής της στην πράξη.»
Η καταληκτική παράγραφος του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα εξής:
«Ως συλλογισμός, σε νομικό επίπεδο, με δεδομένο, ότι μία απόφαση περί κράτησης ή απόλυσης, ορθά, πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένο και σαφώς προσδιορισμένο χρονικό πλαίσιο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 48 Κεφ. 155 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δεν υφίσταται τέτοιο χρονικό πλαίσιο νομότυπα ή πρακτικά, μία ενδεχόμενη ασφαλής λύση του προβλήματος, είναι η εξής: μετά την αναγκαστική αναίρεση / ακύρωση της απόφασης, η παραπομπή της υπόθεσης για νέα κρίση, με την υποχρέωση ορισμού προηγούμενης δικασίμου και λήψης υπόψη του παράγοντα χρόνου, κατά τις επιταγές της ερμηνείας που τίθενται. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται η αναπαραγωγή ή διατήρηση του προβλήματος (της αποσύνδεσης της απόφασης περί κράτησης ή απόλυσης από την προϋπόθεσή της, δηλαδή την νόμιμη και επαρκώς προσδιορισμένη αναβολή), διασφαλίζεται η ενότητα και η συνέπεια της δικονομικής τάξης, αλλά και αποφεύγεται ό,τι θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρέμβαση στην οργανική και λειτουργική αυτονομία άλλου δικαστηρίου.»»
2. Περαιτέρω, την επόμενη ημέρα, 31.5.2025, η Ενισταμένη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη Δικαστή M.Π., μέλος του Ποινικού Εφετείου που εκδίκασε την ποινική έφεση αρ. 111/2025, με τίτλο «Σκέψεις σχετικά με νομικό/διαδικαστικό ζήτημα». Με το μήνυμα αυτό επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στο άρθρο που είχε δημοσιεύσει την προηγούμενη ημέρα, αναδιατυπώνοντας όμως την τελευταία παράγραφο ως εξής:
«Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί και το εξής, ως συλλογισμός σε νομικό επίπεδο: με δεδομένο ότι η απόφαση περί κράτησης, ορθά, πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένο και σαφώς προσδιορισμένο χρονικό πλαίσιο, σε περίπτωση που εφετειακά διαπιστώνεται πλημμελής εφαρμογής του άρθρου 48 Κεφ.155 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενδεχομένως να μην είναι ορθό να προχωρά το ίδιο, το δικαιοδοτικά ανώτερο όργανο, σε ουσιαστική κρίση επί του αιτήματος προσωρινής κράτησης χωρίς τέτοιο χρονικό πλαίσιο, εφόσον αυτό δεν υφίσταται νομότυπα ή πρακτικά. Σε τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει κατ΄ ανάγκη περιπλοκή, απλώς το μόνο συνταγματικά και δικονομικά ορθό βήμα φαίνεται να είναι να αναιρέσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, λόγω πλημμελούς εφαρμογής του άρθρου 48 Κεφ.155, και στη συνέχεια να παραπέμψει την υπόθεση πίσω σε αυτό, για νέα κρίση, με την υποχρέωση ορισμού προηγούμενης δικασίμου σε σύντομη ημερομηνία ενόψει του αιτήματος κράτησης και λήψης υπόψη του παράγοντα χρόνου, κατά τις επιταγές της ερμηνείας που έχουν τεθεί. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται η αναπαραγωγή της θεσμικής και δικονομικής πλημμέλειας που αποδίδεται στον πρώτο βαθμό (αποσύνδεση της απόφασης περί κράτησης από την προϋπόθεσή της, δηλαδή την νόμιμη και επαρκώς προσδιορισμένη αναβολή), διασφαλίζεται η ενότητα και συνέπεια της δικονομικής τάξης, αλλά και – σημαντικό – αποφεύγεται ό,τι θα μπορούσε να εκληφθεί υπέρβαση των ορίων και παρέμβαση στην οργανική και λειτουργική αυτονομία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δεν μπορεί να ακολουθηθεί άλλη εναλλακτική (π.χ. να ζητηθεί προηγούμενος ορισμός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συντομότερης δικασίμου και να δοθεί στο Εφετείο το νέο χρονοδιάγραμμα για να εξετάσει εκείνο το αίτημα κράτησης, ή άλλως πώς), που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βολική για να εξοικονομηθεί χρόνος. Το Εφετείο, ως όργανο, δεν διαθέτει εποπτική ή διοικητική αρμοδιότητα επί του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μια τέτοια παράμετρος, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εμπλέκει το Εφετείο σε διαχειριστικές πτυχές του προγράμματος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με κίνδυνο να εκληφθεί ως παρέμβαση, ακόμα και δια της προτροπής επιτάχυνσης στον προσδιορισμό της δικασίμου συγκεκριμένης υπόθεσης. Η μόνη θεσμικά καθαρή λύση παραμένει βασικά η αναίρεση της πρωτοβάθμιας απόφασης και η παραπομπή της υπόθεσης για νέα κρίση, με σαφή τήρηση των ερμηνευτικών οδηγιών που έχει θέσει το ίδιο το Εφετείο. Αν υπάρχει ανάγκη για πιο συστημική λύση, αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω νομοθετικής μεταρρύθμισης ή ρητής πρόβλεψης στο πλαίσιο εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας των δικαστηρίων.»
(Ο τονισμός είναι του ΑΔΣ).
Η ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Στις 2.6.2025 απεστάλη επιστολή από τους δικαστές του Ποινικού Εφετείου προς την Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία διαβίβασαν αντίγραφο της απόφασης στην ποινική έφεση αρ. 111/2025, του ηλεκτρονικού μηνύματος προς την Δικαστή Π., καθώς και αντίγραφο του πιο πάνω δημοσιεύματος, προς εξέταση κατά πόσο αυτά «ενδεχομένως να συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα». Στις 4.6.2025, τα προαναφερόμενα μέλη του Εφετείου διαβίβασαν δεύτερη επιστολή προς την Πρόεδρο και τα Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία επισύναψαν τη δημοσιευμένη στο CyLaw απόφαση της Ενισταμένης, ημερ. 30.5.2025.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
Ακολουθήθηκε η διαδικασία όπως διέπεται από τον περί Ενάσκησης της Πειθαρχικής Εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 2023 (31/2023) (εν τοις εφεξής αναφερόμενος ως «ο Κανονισμός» ή «ο Κανονισμός του 2023»).
Αρχικά διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με τους Καν. 3 και 4 που έχουν ως ακολούθως:[1]
«3. Οποτεδήποτε περιέρχεται σε γνώση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοσίας, αρμοδιοτήτων και εξουσιών του ή κατόπιν παραπόνου, ότι Δικαστικός Λειτουργός δυνατό – (α) Να έχει καταστεί ανίκανος, (β) να έχει επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά, (γ) να έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, θέτει υπόψη του Δικαστικού αυτού Λειτουργού τα εις χείρας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στοιχεία ή τους προβληθέντες ισχυρισμούς και ζητά τις απόψεις του μέσα σε καθορισμένη προθεσμία.
4. Αφού λάβει τις απόψεις του Δικαστικού Λειτουργού ή, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έχει οριστεί, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψής του να τις καταθέσει, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν τη διεξαγωγή έρευνας ως προς το ενδεχόμενο ο Δικαστικός Λειτουργός να έχει καταστεί ανίκανος ή να έχει επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά ή να έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα.»
Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή έρευνας. Αυτή σε περίπτωση που ο Δικαστικός Λειτουργός ο υποκείμενος σε έρευνα είναι Δικαστής κατωτέρου Δικαστηρίου, διενεργείται από Δικαστή του Εφετείου (Καν. 6 και 7). Εν προκειμένω ως ερευνών λειτουργός ορίστηκε ο τότε Πρόεδρος του Εφετείου Δικαστής Π..
Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ο ερευνών Δικαστής έχοντας την άποψη ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας ετοίμασε κατηγορητήριο ως ακολούθως:
«ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Πρώτη Κατηγορία
Έκφραση, δια της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δημόσιου σχολιασμού και διαφωνίας με δικαστική απόφαση, κατά παράβαση των Άρθρων 6.3, 6.4 και 7 του Κεφαλαίου Δ (Επιμέρους Περιπτώσεις), του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη στις 30/05/2025 σε άρθρο της με τίτλο «Μια Χρήσιμη Ερμηνευτική Παρέμβαση» στο προσωπικό της ιστολόγιο υπό τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο https://judren.online, που κατά τους επίδικους χρόνους ήταν ελεύθερης πρόσβασης στο κοινό, το οποίο αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Λειτουργοί Κυπριακής Δικαιοσύνης» που επίσης ήταν ελεύθερης πρόσβασης στο κοινό, εξέφρασε δημοσίως την διαφωνία της στην απόφαση του Εφετείου ημ. 29/05/2025 στην ποινική έφεση 111/2025, με την οποία ανατράπηκε η δική της πρωτόδικη απόφαση ημ. 08/04/2025 στην ποινική υπόθεση 1394/25 του Ε.Δ Πάφου να αφεθεί ελεύθερη με όρους η κατηγορούμενη, χαρακτηρίζοντας μεταξύ άλλων ως λανθασμένη την δικονομική προσέγγιση του Εφετείου να διατάξει το ίδιο πριν τον επαναπρογραμματισμό της υπόθεσης την κράτηση της κατηγορούμενης, και αμφισβητώντας την εξουσία του Εφετείου να δώσει οδηγίες ως προς επαναπρογραμματισμό της υπόθεσης σε συντομότερο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω απόφαση του Εφετείου, θα μπορούσε να εκληφθεί ως «παρέμβαση στην οργανική και λειτουργική αυτονομία άλλου Δικαστηρίου».
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Δεύτερη Κατηγορία
Ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους Δικαστικού Λειτουργού κατά παράβαση των Άρθρων 157.3 και 153.7(4) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και του Άρθρου 7 του Κεφαλαίου Β (Γενικές Πρόνοιες) του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη, ενεργώντας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ήρθε σε δημόσια αντιπαράθεση με ανώτερο της Δικαστήριο, με τρόπο που υπονομεύει την αμεροληψία και την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος, ήτοι έκρινε δημοσίως σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ως λανθασμένη την απόφαση του Εφετείου στην ποινική έφεση 111/2025, αμφισβητώντας την εξουσία του να ανατρέψει την πρωτόδικη της κρίση, αναφορικά με την κράτηση της κατηγορουμένης πριν τον επαναπρογραμματισμό της υπόθεσης, καθώς και την εξουσία του Εφετείου να δώσει οδηγίες επαναπρογραμματισμού της υπόθεσης σε πιο σύντομη ημερομηνία, επιδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο, ανάρμοστη συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε δικαστικό λειτουργό, και η οποία την καθιστά ανίκανη να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος της.
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Τρίτη Κατηγορία
Έκφραση μέσω απόφασης από έδρας δημόσιας διαφωνίας με δικαστική απόφαση, κατά παράβαση του Άρθρου 6.3 του Κεφαλαίου Δ (Επιμέρους Περιπτώσεις) του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη στις 30/05/2025 κατά τον επαναπρογραμματισμό της ποινικής υπόθεσης 1394/25 του Ε.Δ Πάφου, εξέφρασε δημοσίως από έδρας στην παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων, την διαφωνία της με την απόφαση του Εφετείου ημ. 29/05/2025 στην ποινική έφεση 111/2025, με την οποία ανατράπηκε δική της απόφαση να μην εγκρίνει αίτημα κράτησης της κατηγορούμενης, χαρακτηρίζοντας μεταξύ άλλων ως λανθασμένη την απόφαση του Εφετείου να διατάξει το ίδιο την κράτηση της κατηγορούμενης, και αμφισβητώντας την εξουσία του Εφετείου να δώσει οδηγίες ως προς τον επαναπρογραμματισμό της υπόθεσης σε συντομότερο χρόνο, ενώ υποστήριξε ταυτόχρονα ότι δεν συμμερίζεται την θέση του Εφετείου ότι πρόκειται για μια απλή υπόθεση, και υπέδειξε ότι η διαφορετική κρίση του Εφετείου δεν πρέπει να διατυπώνεται με «έντονο τρόπο που να εξωτερικεύει ή να δημιουργεί ενδεχόμενο να εξωτερικεύσει, έλλειψη σεβασμού ή απαξίωση προς την πρωτόδικη κρίση.»
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Τέταρτη Κατηγορία
Ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους Δικαστικού Λειτουργού κατά παράβαση των Άρθρων 157.3 και 153.7(4) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και του Άρθρου 7 του Κεφαλαίου Β (Γενικές Πρόνοιες) του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη, ενεργώντας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, ήτοι με την απόφαση της από έδρας στις 30/05/2025 κατά τον επαναπρογραμματισμό της ποινικής υπόθεσης 1394/25 του Ε.Δ Πάφου, προέβηκε σε δημόσια κριτική της απόφασης του Εφετείου στην ποινική έφεση 111/2025, χαρακτηρίζοντας την ως λανθασμένη αλλά και σε σχολιασμό ως προς τον τρόπο διατύπωσης της απόφασης από το Εφετείο στην ποινική υπόθεση 111/25, επιδεικνύοντας με τρόπο που υπονομεύει την αμεροληψία και την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος, ανάρμοστη συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε δικαστικό λειτουργό, και η οποία την καθιστά ανίκανη να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος της.
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Πέμπτη Κατηγορία
Έκφραση μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, διαφωνίας με δικαστική απόφαση κατά παράβαση του Άρθρου 6.3 του Κεφαλαίου Δ (Επιμέρους Περιπτώσεις) του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη στις 31/05/2025 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Δικαστή του Εφετείου κυρία Μ.Π., η οποία συμμετείχε στην σύνθεση που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου ημ. 29/05/2025 στην ποινική έφεση 111/2025, με την οποία ανατράπηκε η δική της πρωτόδικη απόφαση ημ. 08/04/2025 στην ποινική υπόθεση 1394/25 του Ε.Δ Πάφου να αφεθεί ελεύθερη με όρους η κατηγορούμενη, εκφράζοντας την διαφωνία της με την εν λόγω απόφαση του Εφετείου, χαρακτηρίζοντας μεταξύ άλλων ως λανθασμένη την δικονομική προσέγγιση του Εφετείου να διατάξει το ίδιο την κράτηση της κατηγορούμενης πριν τον επαναπρογραμματισμό της υπόθεσης, και αμφισβητώντας την εξουσία του Εφετείου να δώσει οδηγίες ως προς την ακρόαση της υπόθεσης σε συντομότερο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω απόφαση του Εφετείου, θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρέμβαση αφού «εμπλέκει το Εφετείο σε διαχειριστικές πτυχές του προγράμματος του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου».
ΕΚΘΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Έκτη Κατηγορία
Ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους Δικαστικού Λειτουργού κατά παράβαση των Άρθρων 157.3 και 153.7(4) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και του Άρθρου 7 του Κεφαλαίου Β (Γενικές Πρόνοιες) του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022).
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ
Η διωκόμενη, ενεργώντας σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πέμπτης κατηγορίας, ήτοι με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στην Δικαστή του Εφετείου Μ.Π., με το οποίο αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του Εφετείου στην Ποινική Έφεση 111/2025, επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε δικαστικό λειτουργό, με τρόπο που υπονομεύει την αμεροληψία και την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος και η οποία την καθιστά ανίκανη να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος της.»
Παρατηρούμε ότι οι κατηγορίες τέθηκαν ανά ζεύγη με βάση τα γεγονότα τους, αλλά σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, ήτοι πειθαρχικό αδίκημα και ανάρμοστη συμπεριφορά. Εάν ο δικαστικός λειτουργός κριθεί ένοχος πειθαρχικού παραπτώματος, μπορεί να του επιβληθεί η ποινή της (α) επίπληξης ή (β) επίπληξης η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Εάν κριθεί ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς, απολύεται ως προβλέπει το Σύνταγμα (Καν. 24).
Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΔΣ
Στις 17.2.2026, αφού προηγήθηκε ακρόαση στα πλαίσια της οποίας έδωσε μαρτυρία, προσφερθείσα για αντεξέταση, η Ενισταμένη, το ΑΔΣ με ομόφωνη απόφαση του κατέληξε ότι αποδείχθηκε η διάπραξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 3 που αφορούσαν παράβαση του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022) («ο Οδηγός»), στις οποίες η Ενισταμένη κρίθηκε ένοχη. Στις κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούσαν ανάρμοστη συμπεριφορά η Ενισταμένη αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Το ίδιο και για την κατηγορία 5 η οποία αφορούσε σε διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος κατά παράβαση του Οδηγού.
Στις 26.2.2026, αφού ακούστηκε ο δικηγόρος της Ενισταμένης, επιβλήθηκε ποινή επίπληξης η οποία να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τα δύο πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία βρέθηκε ένοχη. Η απόφαση αυτή του ΑΔΣ υπόκειται σε αναστολή έως την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης (επιφύλαξη του εδαφίου (7) του Άρθρου 10 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 έως 1991, Ν. 33/1964, όπως τροποποιήθηκε).
Η ΕΝΣΤΑΣΗ
Ακολούθησε η παρούσα Ένσταση με την οποία ζητείται η ακύρωση της καταδίκης και της ποινής για τους λόγους που ακολουθούν και τους οποίους θα εξετάσουμε με τη σειρά όπως παρατίθενται.
ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας, έλλειψη επαρκών θεσμικών εγγυήσεων, δίκαιης πειθαρχικής διαδικασίας με βάση το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 12 του Συντάγματος, (α) διότι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο σύμφωνα με το Άρθρο 10(2) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/1964, συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας με το διορισμό ερευνώντος Δικαστή και τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με τη συμπεριφορά της Ενισταμένης και στη συνέχεια κλήθηκε να αποφασίσει επί της ουσίας των κατηγοριών και της ενοχής ή μη της Ενισταμένης ως ΑΔΣ και (β) λόγω της θεσμικής και ιεραρχικής σχέσης μεταξύ του ερευνώντος Δικαστή (Πρόεδρος του Εφετείου και διοικητικός προϊστάμενος) με τους καταγγέλλοντες Δικαστές, οι επιστολές των οποίων αποτέλεσαν την αφετηρία της διαδικασίας και τις οποίες στη συνέχεια κλήθηκε να αξιολογήσει.»
Ως προς το υπό (α) ανωτέρω ζήτημα το ΑΔΣ αποφάσισε τα ακόλουθα:
«Εν προκειμένω, η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι αυτή που προνοείται από τον Κανονισμό του 2023. Σύμφωνα με τον Κανονισμό, η εμπλοκή του Ανώτατου Δικαστηρίου περιορίζεται στο να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η διεξαγωγή έρευνας εναντίον του δικαστικού λειτουργού και να ορίσει ερευνώντα Δικαστή με βάση τις πρόνοιες του Καν. 7[2]. Κατά πόσο δικαιολογείται η διεξαγωγή Πειθαρχικής Διαδικασίας εναπόκειται στον ερευνώντα Δικαστή, ο οποίος ετοιμάζει το κατηγορητήριο και το παρουσιάζει προς καταχώριση στον Γραμματέα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Παρεμβάλλεται ότι σε μικρές δικαιοδοσίες, όπως είναι η Κύπρος, δεν μπορούν να εφαρμοστούν πολύ αυστηροί κανόνες αναφορικά με τέτοιου είδους ενστάσεις οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν, σε υπέρμετρο βαθμό, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. A and B v. Malta Αίτηση αρ. 49986/24 ημερ. 24.6.2025)
Στην υπόθεση Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ.ά. ν. Παναγή κ.α. Αναθ. Έφ. Αρ. 47/14 ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C71, όπου εξετάστηκε ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας σε πειθαρχική διαδικασία αστυνομικών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε:
«Η γενική αρχή σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υποδηλώνει ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το γεγονός και μόνο ότι ο δικαστής που μεταγενέστερα επιλαμβάνεται της ουσίας της υπόθεσης ή έφεσης είχε προβεί σε κάποια ενέργεια ή είχε λάβει κάποια απόφαση στο προδικαστικό στάδιο. Τούτο όμως σε συνάρτηση πάντα με τα γεγονότα της υπόθεσης. ….»
Για να καταλήξει το Δικαστήριο, μετά την παράθεση σχετικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ, ως ακολούθως:
«Συνεπώς, ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ είναι ότι εκείνο που έχει σημασία είναι ο σκοπός και η φύση των προηγουμένων αποφάσεων ή ενεργειών του δικαστή. Όταν δεν είναι καθοριστικές του τελικού αποτελέσματος και όπου το νομικό κριτήριο είναι διαφορετικό, δεν μπορεί να προκαλούνται δικαιολογημένες ανησυχίες για εξ αντικειμένου έλλειψη αμεροληψίας (βλ. επίσης Saraiva de Carvalho v. Portugal, Appl. No. 15651/89 (1994) 18 EHRR 534, Werner v. Poland, Appl. No. 26760/95 [2001] ECHR 760, Bulut v. Austria (1), Appl. No. 17358/90 (1997) 24 EHRR 84).»»
Δεν τέθηκε υπόψη μας οποιοσδήποτε λόγος ώστε να διαφοροποιηθούμε από την παραπάνω προσέγγιση του ΑΔΣ. Απλώς τέθηκε το ζήτημα όπως το έχουμε καταγράψει υπό (α) ανωτέρω.
Η προσέγγιση αυτή του ΑΔΣ μας βρίσκει σύμφωνους, εφόσον στηρίζεται σε αποκρυσταλλωμένη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως αυτή αναφέρεται στην υπόθεση Παναγή (ανωτέρω). Στην τελευταία αυτή υπόθεση έγινε αναφορά, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark (1990) 12 EHRR 266 όπου κρίθηκε ότι η συμμετοχή δικαστή, ο οποίος σε προδικαστικό στάδιο, για τις ανάγκες αιτήματος προσωποκράτησης, ικανοποιήθηκε, όπως απαιτείτο από τη σχετική εθνική νομοθεσία, ότι υπήρχε υψηλός βαθμός υπόνοιας («a particularly confirmed suspicion») ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα εγκλήματα για τα οποία εκατηγορείτο, στοιχειοθετούσε εξ αντικειμένου έλλειψη αμεροληψίας. Για σκοπούς αντιδιαστολής έγινε, από την άλλη, αναφορά στην Νortier v. Netherlands (Αppl. No. 13924/88) (1994) 17 EHRR 273, όπου η προηγούμενη, προδικαστική, διαπίστωση του δικαστή για τις ανάγκες προσωρινής κράτησης του κατηγορούμενου ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως μαρτυρίας, δεν θεωρήθηκε ικανό στοιχείο έλλειψης αμεροληψίας, εφόσον το ζήτημα που θα έπρεπε να αποφασιστεί στο τελικό στάδιο ήταν διαφορετικό και δεν προκαθοριζόταν από το ζήτημα που υπήρχε στο προδικαστικό στάδιο.
Εν προκειμένω, ό,τι θα έπρεπε τα Μέλη του ΑΔΣ να εξετάσουν ως Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με τον Καν. 4 (Προκαταρκτική Εξέταση), το κατά πόσον συνέτρεχαν λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούσαν τη διεξαγωγή έρευνας ως προς το ενδεχόμενο ο Δικαστικός Λειτουργός να έχει καταστεί ανίκανος ή να έχει επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά ή να έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Περί εύλογου διεξαγωγής έρευνας ως προς ένα ενδεχόμενο, ο λόγος. Τέτοια κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου βασίζεται σε εντελώς διαφορετικό νομικό κριτήριο από το ζητούμενο στη διαδικασία ενώπιον του ΑΔΣ και οπωσδήποτε δεν είναι καθοριστικό του τελικού της αποτελέσματος. Αποτελεί απλώς μια προκαταρκτική και εκ πρώτης όψεως θεώρηση, η οποία στη συνέχεια θα πρέπει να περάσει καταρχάς από πλήρη διερεύνηση, με καταθέσεις και συλλογή στοιχείων, στα πλαίσια της προνοούμενης έρευνας, περιλαμβανομένων υπό προειδοποίηση καταθέσεων του υπό διερεύνηση Δικαστικού Λειτουργού εάν αυτός το επιθυμεί. Ειδικότερα ο τελευταίος δύναται να δώσει κατάθεση κατά τη διάρκεια της έρευνας, αλλά και στο τέλος όταν οι καταθέσεις οι οποίες λαμβάνονται και τα στοιχεία τα οποία συλλέγονται τίθενται υπόψη του, οπότε και του παρέχεται η ευκαιρία να έχει τον τελικό λόγο (Καν. 10 και Καν.11). Είναι στη συνέχεια που ο ερευνών λειτουργός αποφασίζει εάν θα συντάξει κατηγορητήριο και αν δικαιολογείται η διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας οπότε ετοιμάζει το κατηγορητήριο. Τότε είναι που υπεισέρχεται στην εικόνα το ΑΔΣ για να εξετάσει τα γεγονότα, ως ο κριτής της υπόθεσης, σε μια κατ’ αντιμωλία διαδικασία με διασφάλιση όλων των δικονομικών δικαιωμάτων του Δικαστικού Λειτουργού όπως αναγνωρίζονται σε κατηγορούμενο, κατά τα προβλεπόμενα από τον Καν. 17.
Η διατύπωση κατηγορητηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο και ακολούθως η διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας κατ’ ουσίαν από το ίδιο ως ΑΔΣ κρίθηκε ότι συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας, Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ (Kamenos v. Cyprus, Appl. No. 147/07, Judgment final on 31.01.2018). Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε στις 25.5.2022 τον περί Ενάσκησης της Πειθαρχικής Εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022 (29/2022), με τρόπο ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να συμμορφωθεί στην εν λόγω απόφαση.[3] Ακολούθως, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, υπέβαλε προς την Επιτροπή Υπουργών, συμφώνως προς το Άρθρο 46.2 της ΕΣΔΑ, σχετικό Action Report (05/01/2023) με την εξής επί της ουσίας παρατήρηση:
«The new procedural rules therefore remedied the functional defect identified by the European Court given that there is no longer any confusion between the functions of bringing charges (they now rest with the investigating judge and not the Supreme Court) and those conducting the disciplinary proceedings and determining the issues (the SCJ). The new procedural rules provide sufficient safeguards for similar proceedings and will prevent similar violations in the future.»[4]
Η Επιτροπή Υπουργών αφού μελέτησε το εν λόγω έγγραφο κατέληξε ως εξής:
«Having examined the action report provided by the government, indicating the measures adopted to give effect to the judgment including the information provided regarding the payment of the just satisfaction awarded by the Court (see document DH-DD(2023)33); Having satisfied itself that all the measures required by Article 46, paragraph 1, have been adopted, DECLARES that it has exercised its functions under Article 46, paragraph 2, of the Convention in this case and DECIDES to close the examination thereof.»[5]
Έστω και αν τα δεδομένα της υπόθεσης Κamenos ήταν διαφορετικά, σημασία έχει ότι έχουν καταστεί διακριτοί οι ρόλοι του ερευνώντος λειτουργού ο οποίος αποφασίζει τη δίωξη και συντάσσει το κατηγορητήριο, του κατήγορου ο οποίος παρουσιάζει την υπόθεση ενώπιον του ΑΔΣ και του ΑΔΣ ως του κριτή της υπόθεσης.
Το υπό (β) ανωτέρω ζήτημα πρωτοδίκως τέθηκε στα πλαίσια προδικαστικής ένστασης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο το οποίο περιελάμβανε όχι μόνο τον ισχυρισμό ότι «η εικόνα που δίδεται προς τα έξω είναι ότι ο Πρόεδρος του Εφετείου επιλαμβανόμενος παραπόνου που προέρχεται από συναδέλφους του δεν θα ήθελε να τους εκθέσει, αλλά να προστατεύσει το Εφετείο», αλλά και άλλους ισχυρισμούς τόσο αναφορικά με τον ερευνώντα λειτουργό ως Πρόεδρο του Εφετείου, ο οποίος θα κριθεί από τους Δικαστές του ΑΔΣ που απαρτίζουν και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο για σύσταση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για διορισμό στη θέση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο αναφορικά και με τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος εμφανίζεται ενώπιον της δικαστικής λειτουργού σε ποινικές υποθέσεις και είχε παράπονο κατά της δικαστού για τις αποφάσεις της. Επίσης δε, μετέχει στο εν λόγω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο.
Τα πιο πάνω στοιχεία συνολικά ιδωμένα, σύμφωνα με τον τότε δικηγόρο της Ενισταμένης, ο οποίος παρέπεμψε στην υπόθεση Kamenos, δίδουν μια εικόνα φαινομενικής μεροληψίας.
Το ΑΔΣ αφού αναφέρθηκε στο διακριτό των ρόλων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Προκαταρκτική Εξέταση), του ερευνώντος Δικαστή (Διεξαγωγή Έρευνας και σύνταξη κατηγορητηρίου), του Γενικού Εισαγγελέα ως κατήγορου (Δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου) ως κατήγορου και του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και στην πρόνοια του Καν. 7(α) ότι σε περίπτωση που ο Δικαστικός Λειτουργός που υπόκειται σε έρευνα είναι Δικαστής κατωτέρου Δικαστηρίου η έρευνα ανατίθεται σε Δικαστή του Εφετείου, κατέληξε ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Ενισταμένης προς υποστήριξη φαινομενικής μεροληψίας είτε ιδωμένα χωριστά, είτε συνολικά, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα (Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 29 Οκτωβρίου 2025).
Ο ορισμός του Προέδρου του Εφετείου ως ερευνώντα Λειτουργού αποτέλεσε ενώπιον μας ένα από τα κρίσιμα ζητήματα, όπως το χαρακτήρισε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης. Κλήθηκε, είπε, να αξιολογήσει καταγγελίες προερχόμενες από Δικαστές οι οποίοι τελούν υπό τη διοικητική του εποπτεία και ανήκουν στον ίδιο δικαστικό σχηματισμό, του οποίου προεδρεύει. Ο ρόλος του δεν ήταν τυπικός αλλά προώθησε την υπόθεση στο επόμενο στάδιο. Μπορεί να μην υπάρχει η σύγχυση ρόλων όπως διαπιστώθηκε στην υπόθεση Kamenos, εν προκειμένω όμως εγείρεται ισχυρισμός για μια διαφορετική πτυχή της αντικειμενικής αμεροληψίας, ήτοι τη θεσμική και ιεραρχική εγγύτητα μεταξύ ερευνώντος Δικαστή και των καταγγελλόντων Δικαστών. Ακόμα και αν γίνει δεκτό πως ο Κανονισμός του 2023 αντιμετώπισε τα ζητήματα που απασχόλησαν το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Kamenos, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο ένας αντικειμενικός και ενημερωμένος παρατηρητής θα μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι υφίσταται πραγματική πιθανότητα επηρεασμού της κρίσης του ερευνώντος Δικαστή όταν αυτός καλείται να αξιολογήσει καταγγελίες που προέρχονται από Δικαστές του ιδίου Δικαστηρίου των οποίων είναι διοικητικός προϊστάμενος.
Ο ερευνών λειτουργός έχει σημαντικό ρόλο. Είναι το πρόσωπο που διεξάγει την έρευνα και αποφασίζει εάν το αποτέλεσμα αυτής θα είναι η καταχώριση ή μη πειθαρχικού κατηγορητηρίου το οποίο συντάσσει ο ίδιος. Πέραν τούτου όμως δεν έχει άλλη εμπλοκή στην υπόθεση, όπως υπέδειξε και το ΑΔΣ. Δεν μετέχει στη συνέχεια ως κριτής της υπόθεσης, όπως είναι οι περιπτώσεις των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, τις οποίες επικαλέστηκε το ΑΔΣ, ώστε να τίθεται θέμα παράβασης του Άρθρου 6.1 σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνάρτηση πάντα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης σε σχέση με τυχόν μεταγενέστερη ενέργεια του Δικαστή σε άλλο στάδιο της ίδιας υπόθεσης.
Ως προς το ζήτημα της «θεσμικής ιεραρχίας ή εγγύτητας», όπως τέθηκε, που προκύπτει κατ’ ισχυρισμόν από τον ορισμό του Προέδρου του Εφετείου, σημειώνουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τον Καν. 7(α) θα έπρεπε να είχε διορίσει στη θέση Ερευνώντος Δικαστή Εφέτη. Νοουμένου ότι οι αναφέροντες ήταν Μέλη του Εφετείου, οι μόνες επιλογές, με βάση τον Κανονισμό, θα ήταν ένας άλλος Εφέτης ή ο Πρόεδρος του Εφετείου. Έκρινε ορθό να ορίσει τον τελευταίο. Η κρίση μας δεν είναι ότι δεν τίθεται θέμα έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας επειδή η επιλογή προέκυψε με βάση τον Κανονισμό. Η αντίληψη μας είναι ότι δεν θα μπορούσε να προκληθεί εύλογος εξ αντικειμένου φόβος ή ανησυχία για έλλειψη της αναγκαίας αμεροληψίας από την εφαρμογή του Καν.7(α). Ο Πρόεδρος του Εφετείου δεν διαφοροποιείται δικαστικά από τα Μέλη του Εφετείου. Είναι προϊστάμενος υπό την έννοια ότι έχει διοικητικές αρμοδιότητες. Δεν υπάρχει «θεσμική και ιεραρχική σχέση» με τους καταγγέλλοντες Δικαστές. Πρόκειται για Δικαστές που υπηρετούν στο ίδιο Δικαστήριο ασκώντας την ίδια δικαιοδοσία. Εάν θα επρόκειτο να μην οριστεί ο Πρόεδρος, έτι περαιτέρω με βάση αυτή τη λογική δεν θα έπρεπε να οριστούν ούτε τα άλλα Μέλη του Εφετείου λόγω «μεγαλύτερης εγγύτητας». Τότε θα εδημιουργείτο αδιέξοδο. Δεν έχουμε ακούσει εισήγηση ότι επρόκειτο για περίπτωση καταφυγής σε εξαιρετικά μέτρα ανάγκης. Ούτε υπάρχει τέτοια ανάγκη.
Τονίζουμε όσα έχουμε προαναφέρει για τον σημαντικό μεν, περιορισμένο δε, ρόλο του Ερευνώντος Λειτουργού, η έρευνα και το κατηγορητήριο του οποίου θα υποστεί τον έλεγχο του ίδιου του υπό διερεύνηση Δικαστή με την παράδοση του μαρτυρικού υλικού και όλων των στοιχείων και με την διαδικασία ενώπιον του ΑΔΣ και κυρίως θα υποστεί τον έλεγχο και θα δεχθεί την τελική κρίση του ΑΔΣ. Πολλώ δε μάλλον όταν τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα εφόσον προκύπτουν από γραπτά κείμενα, όπως εν προκειμένω, η ευχέρεια του Ερευνώντος Δικαστή είναι περιορισμένη.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση ουσιωδών δικονομικών εγγυήσεων, ασάφεια της δίωξης και θεσμική ανισορροπία της διαδικασίας.»
Στο Δεύτερο Λόγο Ένστασης σωρεύτηκαν οι ακόλουθες επιμέρους ενστάσεις:
Α. Έλλειψη προηγούμενης ακρόασης σε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας.
Το παράπονο της Ενισταμένης εν προκειμένω είναι ότι η κρίση ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί ακρόαση της επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Παρότι η διαδικασία προέβλεπε τη λήψη των γραπτών θέσεων της, ουδέποτε της δόθηκε η δυνατότητα να ακουστεί ειδικά επί του κρίσιμου ζητήματος κατά πόσον τα ενώπιον του Συμβουλίου στοιχεία δικαιολογούσαν την παραπομπή σε πλήρη πειθαρχική διαδικασία.
Όπως έχουμε αναφέρει ο Καν.19 προβλέπει ότι η διαδικασία εκδίκασης είναι δικαστικής φύσεως και διενεργείται mutatis mutantis ως η ποινική δίκη. Σύμφωνα με το Άρθρο 74(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«(β) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο»
Εν προκειμένω μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορία, στην παρουσία της Ενισταμένης, ο τότε δικηγόρος της δήλωσε απλώς ότι θα χρειαζόταν μια ημέρα για να ολοκληρώσει την υπεράσπιση της. Δεν τέθηκε θέμα εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ώστε να εκαλείτο η Ενισταμένη να ακουστεί.
Β. Αβεβαιότητα ως προς τη φύση της δίωξης και αποδυνάμωση των δικαιωμάτων υπεράσπισης
Προέβαλε η Ενισταμένη ενώπιον του ΑΔΣ ότι συμπεριλήφθηκαν στο ίδιο κατηγορητήριο «αμοιβαίως αποκλειόμενες κατηγορίες». Η απόδοση για τα ίδια γεγονότα δύο διαφορετικών κατηγοριών, ήτοι του «πειθαρχικού παραπτώματος» και της «ανάρμοστης συμπεριφοράς» συνιστά, σύμφωνα με την εισήγηση αυτή, αντιφατική ενέργεια, ενώ συγχρόνως προσβάλλει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Το ΑΔΣ, επί της εισήγησης αυτής, έκρινε ότι από τις πρόνοιες του Κανονισμού του 2023 προκύπτει ότι μία πειθαρχική διαδικασία μπορεί να προωθηθεί στη βάση του ότι ο Δικαστικός Λειτουργός έχει επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά ή ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Στο επίδικο κατηγορητήριο τα γεγονότα στα οποία αφορά η πρώτη κατηγορία είναι τα ίδια με τη δεύτερη, της τρίτης με την τέταρτη και της πέμπτης με την έκτη. Εν πάση περιπτώσει αποδίδονται διαφορετικά αδικήματα και περιέχονται διαφορετικές λεπτομέρειες αδικήματος.
Το ζήτημα επανήλθε ενώπιον μας με την εισήγηση ότι παρέμεινε ασαφές ποια ακριβώς ήταν η νομική βάση της δίωξης και ποια συγκεκριμένα στοιχεία έπρεπε να αντιμετωπίσει η Ενισταμένη. Δεν υπάρχει σαφής και σταθερή διάκριση μεταξύ των εννοιών αυτών με αποτέλεσμα να αδυνατεί να γνωρίζει με ακρίβεια ποια ακριβώς κατηγορία αντιμετώπιζε και ποια ήταν τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων έπρεπε να οργανώσει την υπεράσπιση της. Ως αποτέλεσμα, κατά την εισήγηση ενώπιον μας, τελούσε για οκτώ και πλέον μήνες υπό την απειλή σοβαρών πειθαρχικών συνεπειών αναφορικά με τρεις κατηγορίες για «ανάρμοστη συμπεριφορά» οι οποίες τελικά κρίθηκαν αβάσιμες.
Το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου ή πειθαρχικώς διωκομένου προσώπου να πληροφορείται λεπτομερώς τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα (Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και Άρθρο 6.3 της ΕΣΔΑ). Εν προκειμένω, οι κατηγορίες τέθηκαν ανά ζεύγη ώστε τα ίδια γεγονότα να τεθούν σε δύο διαφορετικές βάσεις, αφενός της παράβασης Άρθρων του Οδηγού, υπό την έννοια διάπραξης πειθαρχικού αδικήματος και αφετέρου της ανάρμοστης συμπεριφοράς κατά παράβαση των σχετικών Άρθρων του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 7 του Μέρους Β (Γενικές Πρόνοιες) του Οδηγού. Συνεπώς με το κατηγορητήριο είχαν τεθεί πλήρως οι ισχυρισμοί γεγονότων που αποδίδονταν στην Ενισταμένη και αποκαλύφθηκαν οι δύο νομικές βάσεις της υπόθεσης που θα αντιμετώπιζε, με δεδομένη πάντοτε την ευχέρεια το ΑΔΣ, επί των γεγονότων που θα αποδειχθούν, να κρίνει τον υπό δίωξη Δικαστικό Λειτουργό ένοχο ανάρμοστης συμπεριφοράς ή πειθαρχικού παραπτώματος. Δεν θεωρούμε ότι έχουν επηρεαστεί τα θεμελιώδη, ως άνω, δικαιώματα της Ενισταμένης.
Γ. Εισαγωγή εξωτερικού θεσμικού παράγοντα στην πειθαρχική διαδικασία
Τέθηκε ενώπιον μας ο ισχυρισμός από πλευράς Ενισταμένης ότι ενώ η πειθαρχική διαδικασία αφορούσε εσωτερικό ζήτημα της δικαστικής εξουσίας, η πειθαρχική διαδικασία ανατέθηκε σε εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας οι οποίοι δεν ανήκουν στη δικαστική υπηρεσία. Ως αποτέλεσμα η Ενισταμένη βρέθηκε στη θέση να καλείται να εκθέσει πλήρως τις θέσεις της και σαφώς και ζητήματα που άπτονται της προσωπικής και επαγγελματικής της σφαίρας, ενώπιον προσώπων εκτός του δικαστικού σώματος. Δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω στην επιχειρηματολογία που προβλήθηκε γιατί διαπιστώνουμε ότι το ζήτημα αυτό δεν είχε τεθεί ενώπιον του ΑΔΣ. Η δικαιοδοσία του παρόντος Συμβουλίου δεν ασκείται σε πρώτο βαθμό. Όπως ορίζεται στο Άρθρο 10(7) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/1964, σε περίπτωση υποβολής ένστασης από οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο, η απόφαση του ΑΔΣ «…υπόκειται σε έλεγχο από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο σε τέτοια περίπτωση ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου». Εν προκειμένω, εφόσον το ζήτημα δεν τέθηκε ενώπιον του ΑΔΣ, στερούμαστε αντικειμένου να ενεργήσουμε ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο για το ζήτημα αυτό.
Εν πάση περιπτώσει, απλώς υπό την έννοια υπενθύμισης, επαναλαμβάνουμε ότι ο μηχανισμός της πειθαρχικής διαδικασίας αναφορικά με Δικαστικούς Λειτουργούς και ειδικά ο ρόλος του Γενικού Εισαγγελέα ως κατήγορος, ήταν το αποτέλεσμα συμμόρφωσης προς την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Kamenos.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση του Άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».
Μια αναγκαία διάκριση
Υπό τον τίτλο αυτό ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης, περιέλαβε αδιακρίτως τις ενέργειες της Ενισταμένης τόσο επί της έδρας, όσο και σε σχέση με την ανάρτηση του άρθρου στο διαδίκτυο και αδιακρίτως επίσης επιχειρηματολόγησε επί αμφοτέρων, υπό το πρίσμα του Άρθρου 10 ΕΣΔΑ (αντιστοίχως Άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και Άρθρο 19 του Συντάγματος).
Το δικαίωμα έκφρασης, όμως, είναι ατομικό δικαίωμα το οποίο προστατεύει τους δικαστές ως πολίτες και όχι ως δικαστικούς λειτουργούς. Η νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών, όπως αυτή προστατεύεται από το Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, εξετάζει σταθερά ζητήματα που αφορούν τις ενέργειες του Δικαστή όταν εκφράζεται εκτός της δικαιοδοτικής του λειτουργίας ως άτομο, μέσω δημοσίων δηλώσεων, διαλέξεων, συνεντεύξεων, άρθρων κλπ., ασκώντας δημόσια κριτική ή γενικότερα εκφράζοντας την άποψη του για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος (Βλ. Wille v. Λιχτενστάιν, 28396/95, 28.10.1999, Αlbayrak v. Τουρκίας, Appl. No. 38406/97, 31.1.2008, Kudeshkina v. Ρωσίας, Appl. No. 29492/05, 14.9.2009, Baka v. Ουγγαρίας, Appl. No. 20261/12, 23.6.2016, Guz v. Πολωνίας, Appl. No. 965/12, 15.1.2021, Zurek v. Πολωνίας, Appl. No. 39650/18, 10.10.2022, Danilet ν. Ρουμανίας, Appl. No. 16915/21, 15.12.2025). Η νομολογία δεν αναφέρεται στο δικαιοδοτικό λόγο του Δικαστή επί της έδρας, υπό την στενή έννοια του όρου. Τούτο δεν σημαίνει ότι ο δικαστής δεν έχει ελευθερία έκφρασης από έδρας. Το αντίθετο. Στα πλαίσια της δικαστικής του ανεξαρτησίας έχει πλήρη ελευθερία έκφρασης και καθήκον να εκφράζεται ελεύθερα, στα δικαιοδοτικά όρια του ρόλου του, όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα, τους Νόμους και τη δεοντολογία. Ούτε, βέβαια, στερείται δικαστικής προστασίας σε διαφορετική όμως βάση. Αναφερόμαστε στα θεμελιακά δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30 του Συντάγματος, όπως και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τα εχέγγυα μιας ακριβοδίκαιης δίκης, οι οποίες αφορούν και σε πειθαρχικής φύσεως διαδικασίες (Petrou v. The Republic (1980) 3 CLR 203, Παπαφώτη ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Γ) ΑΑΔ 1302, Μαλλιώτης κ.ά. ν. ΕΔΥ κ.ά. (1996) 4 ΑΑΔ 227, Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ.ά ν. Παναγή κ.ά, Α.Ε. Αρ. 47/14, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C71). Άλλωστε, όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, ρητώς προβλέπεται από τον Καν. 17 ότι η πειθαρχική διαδικασία διενεργείται με διασφάλιση όλων των δικονομικών δικαιωμάτων του δικαστικού λειτουργού, όπως αναγνωρίζονται σε κατηγορούμενο.
Ο λόγος ενός προσώπου το οποίο έχει δικαστική ιδιότητα μπορεί να εκφέρεται υπό διαφορετικές περιστάσεις, όπως η κάτωθι διάκριση στην οποία προέβη ο επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Δημήτριος Σκαλτσούνης («Τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους», ΔτΑ 107/2026, σελ.36):
«Ο λόγος του δικαστή μπορεί να είναι επίσημος ή ανεπίσημος.
Ο επίσημος μπορεί να διακριθεί στον:
- Ένδικο: κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας (κυρίως δικαιοδοτικός)
- Και στις λοιπές περιπτώσεις επίσημοι λόγοι, ανακοινώσεις συνδικαλιστικών οργάνων.
Ο ανεπίσημος μπορεί να διακριθεί στον:
- Όχι κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας πλην κατ’ επίκληση της δικαστικής ιδιότητας (π.χ. αρθρογραφία στον τύπο ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης)
- Και στον αμιγώς ιδιωτικό λόγο (π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τεχνολογία).»
Στη σημασία της διάκρισης αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας στην συνεισφορά του στη συλλογική έκδοση «Δικαστική Δεοντολογία, Ελευθερία του Λόγου και Προστασία της Προσωπικότητας», 2016, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, με τίτλο «Υπάρχουν όρια στην ελευθερία έκφρασης των Δικαστών και στην κριτική του δημόσιου λόγου τους;»:
«Πρέπει όμως να γίνει η εξής διάκριση. Το δικαίωμα αυτό έχουν οι δικαστές ως πολίτες και όχι ως δημόσιοι λειτουργοί. Διότι με την τελευταία αυτή ιδιότητα ασκούν συγκεκριμένη, οριοθετημένη από το Σύνταγμα, εξουσία. Κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους οι δικαστές δεν δικαιούνται να εκφράζουν τις προσωπικές τους απόψεις, αλλά οφείλουν να περιορίζονται στην διακρίβωση των δεδομένων της κρινόμενης υπόθεσης και να εφαρμόζουν το Νόμο, […] Για το λόγο αυτό η έκφραση δημοσίως από δικαστικό λειτουργό προσωπικής γνώμης για υπόθεση την οποία χειρίζεται ή είχε χειριστεί στο παρελθόν ο ίδιος, δεν συνάδει με τη θεσμική θέση του.»
Η ίδια διάκριση γίνεται και από τον νυν Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας Καθηγητή Μ. Πικραμένο σε ομιλία του με τίτλο «Δικαίωμα έκφρασης και δεοντολογίας στο δημόσιο και υπηρεσιακό λόγο των δικαστών»:[6]
«Δημόσιος και υπηρεσιακός λόγος
Ο υπηρεσιακός λόγος των δικαστών, ως έκφραση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και άσκηση δημόσιας εξουσίας, κατά ακριβολογία δεν συνιστά δημόσιο λόγο υπό την έννοια της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά θεσμικό λόγο, δεσμευόμενο από την αρχή της νομιμότητας και τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η προστασία του δεν αντλείται από το άρθρο 14 Σ ή το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, αλλά από τις διατάξεις που κατοχυρώνουν τη λειτουργική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Ο Habermas στο θεμελιώδες έργο του για τον δημόσιο λόγο, The Structural Transformation of the Public Sphere, αναλύει πώς ο λόγος στη "δημόσια σφαίρα" διαφέρει από τον κρατικό-διοικητικό λόγο. Ο υπηρεσιακός λόγος, ως στοιχείο του συστήματος, υπόκειται σε αυστηρότερους περιορισμούς στο πλαίσιο της νομιμότητας και της ορθολογικότητας. …»
Παραπέμπουμε επίσης στα λεχθέντα υπό του Καθηγητή Παναγιώτη Μαντζούφα («Τα όρια του δημοσίου λόγου και της ελευθερίας έκφρασης των δικαστικών λειτουργών. Ο δημόσιος λόγος των Δικαστικών Ενώσεων, σε: ΔτΑ 100/2024, σ. 353-372»):
«Περαιτέρω, η άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων δεν εμπίπτει στην ελευθερία του λόγου που έχουν οι δικαστές ως πολίτες, διότι αποτελεί συμμετοχή σε άσκηση κρατικής αρμοδιότητας, καλύπτεται από τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας και δεν συνιστά δικαίωμα που υπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του φορέα του ως προς την άσκησή του. Ότι είχε να πει ο δικαστής το λέει με την δικαιοδοτική του κρίση και το αποτυπώνει στην απόφασή του η οποία και κρίνεται σε τυχόν επόμενους δικαιοδοτικούς βαθμούς και από την δημόσια κριτική (επιστημονική ή άλλη). Το ήθος του δικαστή αποκτά κατεξοχήν έκφραση μέσω των επιχειρημάτων και της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Η εμπεριστατωμένη αιτιολογία αποτελεί το βασικό κριτήριο του κύρους της δικαστικής κρίσης (άρθρο 93 παρ. 3 Σ), η οποία ως έκφραση της εξουσίας της δικαιοδοτικής λειτουργίας υπόκειται σε κριτική.
Γι’ αυτό άλλωστε το λόγο, ο δικαστής δεν επιτρέπεται να εκφράζεται δημόσια, απαντώντας σε τυχόν κριτικές, για υπόθεση την οποία χειρίστηκε ή/και χειρίζεται, διότι αυτό δεν συνάδει με την θεσμική του θέση. Έτσι για παράδειγμα, η εκφορά του δημοσίου λόγου από δικαστικούς λειτουργούς σε σχέση με ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου πρέπει να είναι αποσυνδεδεμένη από υποθέσεις που χειρίζονται, ακόμα και όταν προκαλούνται δημόσια να τοποθετηθούν, απάντηση που συνίσταται να δώσουν, εφόσον κριθεί αναγκαίο, τα θεσμικά όργανα της δικαιοσύνης και ενδεχομένως οι συνδικαλιστικοί τους εκπρόσωποι.»
Εν προκειμένω ζητήθηκε η προστασία του Άρθρου 10 ΕΣΔΑ για αμφότερες τις ενέργειες της Ενισταμένης αδιακρίτως. Σε αυτή τη βάση εξέτασε την υπόθεση το ΑΔΣ, παρέχοντας τοιουτοτρόπως ευρύτερα πλαίσια υπεράσπισης, πέραν των αυστηρότερων περιορισμών που θέτει η νομιμότητα η οποία και καθορίζει το πλαίσιο λειτουργίας και έκφρασης δικαιοδοτικού λόγου από τον δικαστή.
Η Ένσταση δεν μπορεί παρά να εξεταστεί υπό το πρίσμα της λειτουργικής φύσης των ενεργειών της Ενισταμένης, η οποία εκδίδοντας την ex tempore απόφαση της, δεν εκφραζόταν ως πολίτης, δεν ασκούσε ατομικό δικαίωμα. Ασκούσε δικαστικό καθήκον, δικαιοδοτική λειτουργία, έχοντας ανεξαρτησία σκέψης, έκφρασης και δράσης, περιοριζόμενη μόνο από το Σύνταγμα, τους συνάδοντας αυτώ Νόμους και τη δεοντολογία. Αυτά είναι τα πλαίσια εξέτασης των ενεργειών της Ενισταμένης από έδρας (3η κατηγορία). Ενώ η δημοσίευση του άρθρου στο ιστολόγιο (1η κατηγορία) εξετάζεται υπό το πρίσμα του Άρθρου 10 ΕΣΔΑ.
Το Άρθρο 10 ΕΣΔΑ προβλέπει τα πιο κάτω:
1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης, καθώς και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς παρέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων…
2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, όμως, δεδομένου ότι συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη της διατάραξης της δημόσιας τάξης και του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή των ηθών, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων, την παρεμπόδιση κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Η ex tempore απόφαση
Το ΑΔΣ ανέφερε τα εξής επί του προκειμένου:
«Στην απόφαση της η Δικαστής, στις πρώτες πέντε παραγράφους εξηγεί το ιστορικό της υπόθεσης, επαναλαμβάνοντας τα στοιχεία που η ίδια έλαβε υπόψη κατά την πρώτη απόφαση της, ημερ. 8.4.2025, όπου εξέτασε το αίτημα για κράτηση της κατηγορούμενης, καθώς και τους λόγους που το Εφετείο στην Ποινική Έφεση 111/2025 έκρινε διαφορετικά. Στις παραγράφους 6-8 αυτό που αναδύεται, είναι ο σχολιασμός και η κριτική της απόφασης του Εφετείου, με προφανή όμως διάθεση «αντιπαράθεσης» με αυτή. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση που εξέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ότι τα σχόλια στις επίδικες παραγράφους αφορούσαν απαντήσεις που έδωσε σε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Κάτι τέτοιο ουδόλως αναδύεται από την απόφαση, ούτε συνάδει με τη θέση που η ίδια εξέθεσε στην επιστολή της ημερ. 5.6.2025 προς την Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου (Τεκμ. 9Β), την οποία υιοθέτησε στην κατάθεση της προς τον ερευνώντα Δικαστή. Είναι προφανές ότι η Δικαστής θεώρησε ότι διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα να εκφέρει τη νομική της άποψη μέσω σχετικής απόφασης για ζήτημα που έχει ήδη κριθεί από ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο. Η μόνη αναφορά που γίνεται στην απόφαση για τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι στην τελευταία παράγραφο 11, μετά τον επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και την παραμονή της κατηγορούμενης υπό κράτηση, όπου αναφέρονται τα εξής: «Σημειώνεται πως έχει αναφερθεί, σήμερα, από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, μέχρι τότε, ενδέχεται να υπάρξει αποκατάσταση σε σχέση με ορισμένες προηγούμενες καταδίκες της Κατηγορούμενης, συνεπώς και πιθανή διαφοροποίηση όσον αφορά το αίτημα για εξακολούθηση της κράτησής της.».
Εν πάση περιπτώσει, αυτό που εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, είναι η συμπεριφορά της Δικαστού, ως αντικειμενικά αναδεικνύεται, μέσω της συγκεκριμένης απόφασης, όπως έχουμε εξηγήσει ανωτέρω.
Σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου πρόκειται για απόφαση σε υπόθεση όπου προηγήθηκε απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο με συγκεκριμένες οδηγίες, η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου περιορίζεται στο να εφαρμόσει τα διαλαμβανόμενα στην εφετειακή απόφαση, εντός των παραμέτρων της δικής του δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του Εφετείου είναι δεσμευτικές για τα πρωτόδικα Δικαστήρια. Αποτελεί τούτο θεμελιώδη αρχή στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης.
Κριτική ή «σχολιασμός» της απόφασης, στο πλαίσιο μάλιστα της ίδιας της υπόθεσης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμούσε, την αμέσως επόμενη ημέρα της έκδοσης της, δεν χωρούσε. Η υπόδειξη από πλευράς της Δικαστού, ως προκύπτει από την απόφαση, ότι η διαφορετική κρίση του Εφετείου σε τέτοιες υποθέσεις δεν πρέπει να διατυπώνεται με «έντονο τρόπο που να εξωτερικεύει ή να δημιουργεί ενδεχόμενο να εξωτερικεύσει έλλειψη σεβασμού ή απαξίωση προς την πρωτόδικη κρίση», υποδηλοί σαφώς τη διαφωνία της έως και τη δυσφορία της με την απόφαση.
Είναι προφανές ότι η Δικαστής, συμμορφούμενη, ως όφειλε, με την απόφαση του Εφετείου, επεδίωξε να δικαιολογήσει τη δική της ανατραπείσα απόφαση, ασκώντας εμμέσως, πλην σαφώς, κριτική στην απόφαση του Εφετείου, δηλώνοντας ουσιαστικά τη διαφωνία της με αυτή και επιχειρώντας ταυτόχρονα να την εκθεμελιώσει. Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας στην παρουσία της κατηγορούμενης η οποία επηρεαζόταν δυσμενώς από την Εφετειακή απόφαση. Η συμπεριφορά αυτή, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, υπονομεύει τα θεμέλια του οικοδομήματος απονομής της δικαιοσύνης και το κύρος των δικαστικών αποφάσεων.
Η όλη συμπεριφορά της Δικαστού, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω, προσκρούει στις πρόνοιες της παραγράφου 6.3, του Μέρους Δ, του ΟΔΣ. […]
Ως εκ των ανωτέρω, δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η εν λόγω συμπεριφορά της δικαστικής λειτουργού εμπίπτει στον ορισμό του πειθαρχικού παραπτώματος, ως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κανονισμού.»
Έχουμε την ίδια θεώρηση με το ΑΔΣ. Το τι όφειλε και θεσμικά εδικαιούτο η Ενισταμένη να πράξει στις 30.5.2025 ήταν απλώς να επαναπρογραμματίσει την υπόθεση για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη τελούσε πλέον υπό κράτηση. Αυτό επέβαλλε το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Αντ’ αυτού, επικαλούμενη φραστικά και μόνο «πλήρη σεβασμό προς την απόφαση του Εφετείου», εξέδωσε μια «ex tempore απόφαση» μη προνοούμενη και μη αναγκαία, δια της οποίας κατ’ ουσίαν προέβη σε δριμεία κριτική της απόφασης του Εφετείου «υπενθυμίζοντας», προδήλως προς το Εφετείο, ενώπιον της κατηγορουμένης και των δικηγόρων, τις «ισχύουσες αρχές», υπονοώντας έτσι ότι το Εφετείο, σε αντίθεση με την ίδια, είτε τις αγνοούσε, είτε παρέλειψε να τις εφαρμόσει. Σημειώνουμε εδώ ότι κατά την ενώπιον του ΑΔΣ μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η «υπενθύμιση» ήταν προς την κατηγορούσα αρχή και όχι προς το Εφετείο και ότι η κατηγορούσα αρχή δεν επιδεικνύει σεβασμό προς το Δικαστήριο γι’ αυτό παραγνωρίζοντας την κρίση του επανέρχεται με νέα δεδομένα για να «ξαναδοκιμάσει» την τύχη της. Το ΑΔΣ δεν έδωσε, γενικά, βαρύτητα στις εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει εκ των υστέρων ως μάρτυρας η Ενισταμένη, αλλά βασίστηκε στο στέρεο εξ αντικειμένου νόημα των επίμαχων φράσεων.
Η Ενισταμένη περαιτέρω, χαρακτήρισε τη δική της ελεγχόμενη απόφαση και την απόφαση του ανώτερα ιεραρχικά οργάνου, το οποίο ήταν ταγμένο εκ του νόμου να ελέγξει την απόφαση της, ως «διαφοροποιήσεις κρίσεων». Δεν επρόκειτο, όμως, για «διαφοροποιήσεις κρίσεων» ή για «διαφορετική νομική αξιολόγηση», αλλά για άσκηση εφετειακής αρμοδιότητας με βάση το Άρθρο 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/1960, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, με βάση το εδάφιο (3) του Άρθρου 25, το Εφετείο έχει ευρύτατες αρμοδιότητες και δύναται, μεταξύ άλλων, να δώσει οποιαδήποτε απόφαση ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος περί επανακροάσεως της υποθέσεως υπό του εκδικάσαντος αυτήν ή άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το Εφετείο εξέδωσε διάταγμα κράτησης και «χωρίς να επεμβαίνει στην εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ορίσει την υπόθεση», σεβόμενο τον προγραμματισμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου, παρέπεμψε την υπόθεση για τον σκοπό αυτό στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
Η δεοντολογία αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις ενδοδικαστικές σχέσεις και ειδικότερα στις σχέσεις μελών κατωτέρων Δικαστηρίων με μέλη ιεραρχικά ανώτερων Δικαστηρίων και το αντίστροφο. Ο σεβασμός προς τους τελευταίους δεν ταυτίζεται με την άκριτη συμμόρφωση, ούτε όμως και η ανεξαρτησία νομιμοποιεί την απαξίωση ή τη δημόσια αμφισβήτηση του κύρους των ανώτερων δικαστών (Μ. Πικραμένος, ανωτέρω).
Σύμφωνα με το Άρθρο Β.5 του Οδηγού:
«5. Για την ερμηνεία και την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Οδηγού θα εφαρμόζονται τα Bangalore Principles of Judicial Conducts και το Commentary on the Bangalore Principles of Judicial Conduct. …»
Σύμφωνα με τις Αρχές Bangalore:
«1.6. A judge shall exhibit and promote high standards of judicial conduct in order to reinforce public confidence in the judiciary, which is fundamental to the maintenance of judicial independence.
...
2.2. A judge shall ensure that his or her conduct, both in and out of court, maintains and enhances the confidence of the public, the legal profession and litigants in the impartiality of the judge and of the judiciary.
...
3.1. A judge shall ensure that his or her conduct is above reproach in the view of a reasonable observer.
3.2. The behaviour and conduct of a judge must reaffirm the people’s faith in the integrity of the judiciary. Justice must not merely be done but must also be seen to be done.»
Κεντρικές αξίες στον Οδηγό είναι η αξιοπρέπεια του δικαστικού λειτουργήματος, η αμεροληψία και η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Ο Οδηγός εισάγεται με μια γενική, αυτονόητη διάταξη ότι «αποτελεί αξίωμα ότι ο δικαστής οφείλει να επιδεικνύει κατά πάντα χρόνο συμπεριφορά που αρμόζει στο λειτούργημα του.» (Β.7)
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο Δ.6.3, που αποτέλεσε τη νομική βάση της 3ης κατηγορίας:
«6.3. Οι δικαστές δεν θα σχολιάζουν δημοσίως ή δια του τύπου επί συγκεκριμένων υποθέσεων ούτε θα απαντούν σε δημόσια κριτική αναφορικά με αποφάσεις τους, ούτε θα εκφράζουν τη διαφωνία τους με δικαστικές αποφάσεις.
Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης εισηγήθηκε ότι οι επίμαχες αναφορές έγιναν αποκλειστικά κατά την αιτιολόγηση δικαστικής απόφασης στο πλαίσιο της άσκησης δικαιοδοτικής λειτουργίας. Η σημασία αυτής της δήλωσης είναι ότι δημιουργεί κοινό τόπο στην αντίληψη ότι εν προκειμένω η Ενισταμένη δεν ενεργούσε ως άτομο. Δεν μας βρίσκει όμως σύμφωνους το μέρος εκείνο της εισήγησης σύμφωνα με το οποίο επρόκειτο για αιτιολόγηση δικαστικής απόφασης. Με όσα έχουμε αναφέρει ανωτέρω δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για παράβαση του Άρθρου Δ.6.3 του Οδηγού, χωρίς να της παρέχεται, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, το ευρύτερο πλαίσιο προστασίας του Άρθρου 10 ΕΣΔΑ, επί του οποίου, ως άνω, ο κ. Κυριακίδης αδιακρίτως επιχειρηματολόγησε.
Η παράβαση όμως από μόνη της δεν αρκεί, όπως ορθά σημείωσε το ΑΔΣ. Σύμφωνα με την γνωμάτευση υπ΄ αρ. 27/2024 του CCJE,[7] «Ethical standards should be clearly distinguished from misconduct that justifies disciplinary sanctions. Since the purpose of a code of ethics is different from that achieved by a disciplinary procedure, a code of ethics should not be used as a tool for disciplining judges». Αυτή η προσέγγιση έχει υιοθετηθεί στον Οδηγό όπου προβλέφθηκε ότι:
«Β.3. Συνεπώς η μη συμμόρφωση στις πρόνοιες του Οδηγού δεν αποτελεί κατ΄ανάγκη πειθαρχικό αδίκημα, αλλά εξαρτάται από παράγοντες όπως είναι η σοβαρότητα της παράβασης, τα αποτελέσματά της σε τρίτους ή στο δικαστικό σύστημα ως σύνολο ή το κατά πόσο υπάρχει συστηματική διαγωγή αυτού του είδους. Παρά ταύτα τονίζεται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του Οδηγού είναι δεσμευτικές, αποτελούν την πεμπτουσία της δικαστικής συμπεριφοράς και η παράβασή τους μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχική ευθύνη η οποία σε ότι αφορά τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσδιορίζεται από τα Άρθρα 133 και 153 του Συντάγματος και σε ότι αφορά τους δικαστικούς Λειτουργούς, από το Άρθρο 157 του Συντάγματος. Η δε διαδικασία ρυθμίζεται αντιστοίχως από τους αντίστοιχους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 και του 2000.»
Εν προκειμένω η συμπεριφορά της Ενισταμένης καθιστά την παράβαση ιδιαιτέρως σοβαρή, εφόσον, παρά την λεκτική προσπάθεια της, έθεσε δημοσίως και ενώπιον των διαδίκων σε αμφισβήτηση την απόφαση του Εφετείου και επέδειξε εμμονή και συμπεριφορά τέτοια που να αποκαλύπτει ιδιαίτερη προσωπική ενόχληση από την απόφαση του Εφετείου. Μόνο έτσι εξηγείται η ενέργεια της να εκδώσει «ex tempore απόφαση», ενέργεια που δικαστικά δεν προβλεπόταν και δεν απαιτείτο, ώστε να προβεί σε σχολιασμό σε σχέση με δική της προηγούμενη απόφαση, σε συνάρτηση με την απόφαση του Εφετείου που μόλις προηγουμένως την είχε ανατρέψει.
Ποια η εμπιστοσύνη των διαδίκων στη δικαστική διαδικασία, στη δικαστική ιεραρχία, στην απόφαση του Εφετείου; Ποια ήταν πλέον η εικόνα αμεροληψίας της Ενισταμένης όταν είχε επιδείξει προφανή διάθεση αντιπαράθεσης με την απόφαση του Εφετείου, όπως έκρινε το ΑΔΣ, απορρίπτοντας την μαρτυρία της ότι τα σχόλια της αφορούσαν την Κατηγορούσα Αρχή και όταν επεδείκνυε εμμονή στην ανατραπείσα απόφαση της; Με ποια εχέγγυα αμεροληψίας θα μπορούσε να εξετάσει ένα νέο αίτημα κράτησης εάν απαιτείτο, ή να σταθεί ως ο αμερόληπτος κριτής τής ενώπιον της ποινικής υπόθεσης; Η αμεροληψία του Δικαστή κλονίζεται και όταν δημιουργούνται σε βάρος του υπόνοιες ότι διακατέχεται από άκαμπτες υποκειμενικές πεποιθήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του (βλ. Μενουδάκος, ανωτέρω).
Αλλά το ζήτημα είναι ευρύτερο και πιο σοβαρό: Αφενός, ποια θα είναι, γενικότερα, η εικόνα προς την κοινωνία εάν οι δικαστές επανέρχονται με σχόλια και δη απαξιωτικά από έδρας σε σχέση με αποφάσεις τους οι οποίες ανατράπηκαν και μάλιστα όταν οι υποθέσεις τέθηκαν ενώπιον τους για συγκεκριμένο, περιορισμένο, άλλο σκοπό; Αφετέρου, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα τέτοιας κατάστασης στην ίδια τη λειτουργικότητα των Δικαστηρίων;
Σε μια εποχή που οι θεσμοί πλήττονται η διατήρηση και η προστασία της θεσμικής λειτουργίας της δικαιοσύνης από τους λειτουργούς της σε όλες τις βαθμίδες είναι ζωτικής σημασίας. «Σε εποχές έντασης, κοινωνικής πόλωσης και αμφισβήτησης των θεσμών, η δεοντολογική ετοιμότητα του δικαστή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. … Το ύφος και το περιεχόμενο του δημόσιου και του υπηρεσιακού λόγου από πρόσωπα που ασκούν το δικαστικό λειτούργημα επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη και εν τέλει επιδρούν στην ποιότητα της δημοκρατίας.» (Μ. Πικραμένος, ανωτέρω).
Για τους παραπάνω λόγους θεωρούμε ότι η «έκδοση ex tempore απόφασης» αποτελούσε όχι απλώς παράβαση κατευθυντήριας αρχής του Οδηγού, αλλά διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος, υπό επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις.
Η ανάρτηση του άρθρου
Η σχετική κατηγορία βασίστηκε στα ακόλουθα Άρθρα του Οδηγού:
«6.3. […] (ως ανωτέρω).
6.4. Οι δικαστές δεν θα προβαίνουν δημοσίως ή δια του τύπου σε σχόλια κατά τρόπο που υπονομεύει την αμεροληψία και την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος ή που είναι δυνατό να εγείρει ζήτημα για εξαίρεσή τους στο μέλλον.
7. Ενώ η χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής, επισύρεται η προσοχή των δικαστών που ασκούν τέτοια δραστηριότητα σε σχέση με τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την προσωπική και οικογενειακή ασφάλεια αλλά και για την ανεξαρτησία, την αμεροληψία, την ακεραιότητα και την αξιοπρεπή εικόνα των ιδίων και του δικαστικού σώματος ως σύνολο.
Οι δικαστές δεν πρέπει να αναρτούν αλλά αντίθετα πρέπει να βεβαιώνονται ότι δεν είναι διαθέσιμές στο διαδίκτυο πληροφορίες για την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή, όπως λ.χ. η διεύθυνση της κατοικίας τους, ο προγραμματισμός των διακοπών τους, φωτογραφίες των ιδίων, της οικογένειας τους και των παιδιών τους, ή πληροφορίες για τα σχολεία και τις δραστηριότητες των παιδιών τους που θα μπορούσαν να τα θέσουν ενδεχομένως σε κίνδυνο.
Πέραν τούτων δικαστές που ασχολούνται με blogging ή που σχολιάζουν σε blogs άλλων, δεν πρέπει να προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως μέλη του δικαστικού σώματος. Επίσης πρέπει να αποφεύγουν την έκφραση απόψεων οι οποίες, αν αποκαλυφθεί ότι είναι δικαστές, θα μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιά στην αμεροληψία των ιδίων ή του δικαστικού σώματος.
Εν πάση περιπτώσει η χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης είτε σε προσωπική βάση είτε υπό την επίσημη ιδιότητα του δικαστή, θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να συνάδει, να προάγει και να εξυπηρετεί τις Αρχές περί Δικαστικής Συμπεριφοράς γνωστές ως Αρχές Bangalore (Bangalore Principles of Judicial Conduct) και λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όπως αυτές έχουν δημοσιοποιηθεί τον Νοέμβριο του 2018 από το Διεθνές Δίκτυο Δικαστικής Ακεραιότητας (Global Judicial Integrity Network) που λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Άνευ βλάβης της προαναφερθείσας γενικής αρχής ότι η παραβίαση των κατευθυντηρίων αρχών του Οδηγού ενδέχεται να οδηγήσει σε πειθαρχικές συνέπειες, ρητά τονίζεται εν προκειμένω ότι η μη συμμόρφωση στις συγκεκριμένες κατευθυντήριες αρχές σε σχέση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι δυνατό να έχει τέτοιες συνέπειες.»
Ο κ. Κυριακίδης παρέπεμψε σε σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ τις οποίες είχε υπόψη του το ΑΔΣ και στις οποίες βασίστηκε. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του ΑΔΣ:
«Δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης
Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του δικαιώματος αυτού, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης, καθώς και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς παρέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων.
Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, όμως, δεδομένου ότι συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων, την παρεμπόδιση κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (παράγραφος 2 του Άρθρου 10).
Η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος δεν αποστερεί από τους δικαστές το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Με δεδομένο, όμως, ότι το δικαίωμα αυτό συνοδεύεται από όρους και προϋποθέσεις, ήτοι «καθήκοντα και ευθύνες», αναμένεται από τους δικαστικούς λειτουργούς όπως επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκεί όπου η υπόληψη και το κύρος του δικαστικού σώματος και η αμεροληψία αυτού δύναται να τεθούν υπό αμφισβήτηση (Wille v. Liechtenstein, 28396/95, 28.10.1999, παράγρ. 64). Ως εκ τούτου, οφείλουν, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, να είναι ιδιαίτερα φειδωλοί και ευπρεπείς (Kudeshkina v. Russia, 29492/05, 26.2.2009, παράγρ. 93).
Παρέμβαση επιτρέπεται εκεί όπου αποτελεί αναγκαίο μέτρο, αναλογικό προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και αναγκαίο σε μία δημοκρατική κοινωνία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»), όταν καλείται να εξετάσει κατά πόσο η παρέμβαση εμπίπτει εντός των ανωτέρω παραμέτρων, προβαίνει σε ενδελεχή εξέταση όλων των απτών δεδομένων της υπόθεσης, υπό το πρίσμα, τεσσάρων κριτηρίων. Πρώτον, λαμβάνει υπόψη την καταληφθείσα από τον αιτητή θέση. Και αυτό διότι η δικαστική θέση περιβάλλεται από ειδικά καθήκοντα και ευθύνες, συμφυή και αναπόσπαστα προς το δικαστικό λειτούργημα (Wille, ανωτέρω, παράγρ. 63 και 64, Βaka v. Hungary, 20261/12, 23.6.2016, παράγρ. 165). Δεύτερο, εξετάζει το περιεχόμενο του εγγράφου ή της δήλωσης κτλ (Pitkevich v. Russia (dec.), 47936/99, 8.2.2001), δηλαδή κατά πόσο η έκφραση γνώμης που διατυπώθηκε ή λέχθηκε αποτελεί μέρος ή ακόμη, συνεισφέρει σε «διάλογο δημόσιου ενδιαφέροντος» (Wille και Kudeshkina, ανωτέρω). Τοιουτοτρόπως, το ΕΔΔΑ, κατά την εξέταση της αναλογικότητας της παρέμβασης, λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη οποιασδήποτε πρόθεσης από μέρος του αιτητή, καθότι, «μία πράξη η οποία παρακινείται από προσωπικό παράπονο ή ανταγωνισμό ή προσδοκία για προσωπικό κέρδος, περιλαμβανομένου και του οικονομικού κέρδους, δεν δικαιολογεί υψηλό επίπεδο προστασίας», στο πλαίσιο του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (Kudeshkina, ανωτέρω, παραγρ. 95). Στην υπόθεση Wille, ανωτέρω, το ΕΔΔΑ εξέτασε κατά πόσο δικαιολογείτο ως επιτακτική κοινωνική ανάγκη η άρνηση του Πρίγκιπα του Λιχτενστάιν να επαναδιορίσει τον αιτητή ως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγω απόψεων που εξέφρασε κατά τη διάρκεια μίας σειράς διαλέξεων σε ένα ερευνητικό ινστιτούτο επί θεμάτων συνταγματικού δικαίου. Το ΕΔΔΑ, διαπιστώνοντας παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, επεσήμανε ότι ο αιτητής δεν είχε προβεί σε σχολιασμό εκκρεμουσών υποθέσεων, ούτε εξαπόλυε κριτική επί ατόμων και θεσμών, αλλά ούτε προέβη σε προσβολή ατόμων που κατείχαν υψηλό αξίωμα. Κατά συνεπεία, το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι οι απόψεις που εξέφρασε κατά τις διαλέξεις, δεν επηρέασαν καθ΄ οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα άσκησης των καθηκόντων του ως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά ούτε είχαν αντίκτυπο σε οποιεσδήποτε εκκρεμούσες ή επικείμενες υποθέσεις.
Εν συνεχεία, ως τρίτο κριτήριο στην εξέταση της αναλογικότητας της παρέμβασης, αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα (Kudeshkina, ανωτέρω, παραγρ. 87) και τέλος, η φύση και η δριμύτητα της επιβληθείσας ποινής (Kudeshkina, ανωτέρω, παραγρ. 98, Baka, ανωτέρω, παράγρ. 167). Παρεμβάλλεται ότι δεν διέφυγε της προσοχής του ΕΔΔΑ ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται (Kudeshkina, ανωτέρω, παραγρ. 96, Saygili και Seyman v. Turkey, 51041/99, 27.6.2006, παραγρ. 24 και 25).
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Danilet v. Romania, 16915/21, 15.12.2025 δικαστής με ενεργή συμμετοχή σε δημόσιες συζητήσεις επί θεμάτων που αφορούν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, δημοσίευσε, στον προσωπικό λογαριασμό του στο Facebook, τον οποίον ακολουθούσαν περίπου 50.000 άτομα, δύο μηνύματα με τα οποία εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο που οι πολιτικοί στη Ρουμανία ασκούν έλεγχο στους θεσμούς της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής εξουσίας. Παράλληλα, εισηγείτο στρατιωτική παρέμβαση για τη διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, κάνοντας επίσης χρήση έντονων εκφράσεων. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Ρουμανίας, αφού έκρινε ότι η συμπεριφορά του αιτητή αποτελούσε υπέρβαση των ορίων της αναμενόμενης δικαστικής ευπρέπειας, επέβαλε σ’ αυτόν πειθαρχική ποινή μισθολογικής μείωσης κατά 5% για δύο μήνες, απόφαση που επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Ο αιτητής προσέφυγε στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ, αφού εξέτασε τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των νομολογιακών αρχών, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 καθότι τα δύο κρινόμενα μηνύματα αφορούσαν θέματα δημοσίου συμφέροντος για τα οποία το ευρύτερο κοινό είχε έννομο συμφέρον στην ενημέρωση. Το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι το εθνικό δικαστήριο δεν παρέθεσε πειστικούς λόγους πώς τα σχόλια του αιτητή διατάραξαν την εύρυθμη λειτουργία του εγχώριου δικαστικού συστήματος, την αξιοπρέπεια και την τιμή του δικαστικού λειτουργήματος ή την εμπιστοσύνη που οφείλει να εμπνέει το δικαστικό λειτούργημα, στο κοινό. Τα υπό κρίση μηνύματα, κατέληξε, δεν ήταν τέτοιας φύσης που να διαταράσσουν την απαραίτητη, εύλογη ισορροπία μεταξύ, αφενός, του βαθμού κατά τον οποίον ένας δικαστικός λειτουργός δύναται να συμμετέχει στην κοινωνία ώστε να υπερασπίζεται τη συνταγματική τάξη και τους θεσμούς του Κράτους και αφετέρου, της ανάγκης όπως αυτός να είναι και να φαίνεται ότι είναι, ανεξάρτητος και αμερόληπτος κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του.»
Ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι οι δηλώσεις της Ενισταμένης εμπίπτουν στη λειτουργία της δικαιοσύνης κατά την έννοια της νομολογίας του ΕΔΔΑ διότι αφορούσαν πρώτον, την εφαρμογή του Άρθρου 48 του Κεφ. 155, δεύτερο, τη διαδικασία προσωρινής κράτησης η οποία άπτεται άμεσα της προσωπικής ελευθερίας κατηγορουμένου, τρίτον, τη δυνατότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να επανεξετάζει αποτελεσματικά το ζήτημα της κράτησης μετά από εφετειακή παρέμβαση, τέταρτο, τη συνοχή της ποινικής δικονομίας και τη σχέση μεταξύ πρωτοβάθμιας και εφετειακής δικαιοδοσίας και πέμπτο τη λειτουργική αυτονομία του πρωτοβάθμιου δικαστή κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του κρίσης. Πρόκειται, πρόσθεσε, για ζητήματα που αφορούν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο απονέμεται η ποινική δικαιοσύνη και όχι για προσωπική, εξωδικαστική ή άσχετη δημόσια τοποθέτηση, πολλώ δε μάλλον για τοποθέτηση που υποσκάπτει το κύρος των δικαστών του Εφετείου ή το θεσμό της δικαιοσύνης. Αντιθέτως αποτέλεσε μια προσπάθεια της Ενισταμένης για να τον ενισχύσει. Οι Δικαστές δεν αποτελούν, συνέχισε, απλούς παρατηρητές όταν τίθενται ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά δύνανται ακόμα και να έχουν θεσμικό καθήκον να εκφράζονται παραπέμποντας στην Zurek. Το άρθρο της Ενισταμένης, κατέληξε, συνιστούσε μια προσπάθεια για θεσμικό και νομικό προβληματισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της αποστολής των Δικαστών ως λειτουργών της δικαιοσύνης, εν σχέσει με τη λειτουργία της ποινικής διαδικασίας, την εφαρμογή του Άρθρου 48 του Κεφ. 155 και την σχέση μεταξύ πρωτοβάθμιου και εφετειακού Δικαστηρίου, κατά τη διαχείριση ζητημάτων προσωρινής κράτησης. Παρέπεμψε επίσης στα κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Danilet, τα οποία πρέπει να εφαρμόζονται κατά την στάθμιση των αντίρροπων δικαιωμάτων και συμφερόντων ειδικά σε ότι αφορά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήτοι (i) το περιεχόμενο και τη μορφή των σχολίων ή άλλων εκδηλώσεων της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, (ii) το όλο πλαίσιο εντός του οποίου έγιναν τα επίμαχα σχόλια και η ιδιότητα υπό την οποία έγιναν, (iii) οι συνέπειες των επίμαχων σχολίων, (iv) η σοβαρότητα των κυρώσεων και (v) το κατά πόσον παρασχέθηκαν αποτελεσματικές και επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός εκ μέρους της Ενισταμένης ότι το ΑΔΣ δεν εξέτασε τα κριτήρια αυτά.
Ειδικότερα, ο κ. Κυριακίδης παραπέμποντας στις ίδιες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε και το ΑΔΣ, τόνισε την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει το ΕΔΔΑ στον κίνδυνο πρόκλησης «αποτρεπτικού αποτελέσματος» (chilling effect) στο δικαστικό σώμα από την επιβολή κυρώσεων σε δικαστές λόγω της συμμετοχής τους σε δημόσιο διάλογο.
Στον Οδηγό αναγνωρίζεται η ελευθερία έκφρασης, αλλά τίθενται και τα όρια που επιβάλλονται λόγω της ιδιότητας του δικαστή:
«Γ.4.6 Ο δικαστής, όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης, έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, θρησκευτικής πίστης και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, αλλά κατά την άσκηση τέτοιων δικαιωμάτων θα πρέπει πάντοτε να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρεί την αξιοπρέπεια του δικαστικού λειτουργήματος και την αμεροληψία και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.»
Περιέχεται επίσης κατευθυντήρια αρχή ως προς το δικαίωμα Δικαστικού Λειτουργού να συγγράφει, να δίδει διαλέξεις κλπ., ως κατωτέρω:
«Γ.4.11 Τηρουμένης της δέουσας εκτέλεσης των δικαστικών του καθηκόντων, ο δικαστής δύναται
Γ.4.11.1 να συγγράφει, να δίνει διαλέξεις και να συμμετέχει σε δραστηριότητες που αφορούν το νόμο, το νομικό σύστημα, την απονομή της δικαιοσύνης ή άλλα σχετικά θέματα.
[…]»
Σε σχέση με την χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικό είναι το Άρθρο Δ.7 του Οδηγού, το οποίο παραθέσαμε ανωτέρω.
Το δικαίωμα έκφρασης μπορεί να περιοριστεί, κατά τα προβλεπόμενα από το Άρθρο 10.2 της ΕΣΔΑ και από το Άρθρο 52(1) του Χάρτη Θεμελιακών Δικαιωμάτων της ΕΕ, μόνο εάν ο περιορισμός προβλέπεται από το νόμο, επιδιώκει ένα θεμιτό σκοπό από όσους περιοριστικά αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και αποτελεί αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, υπό την έννοια ότι υφίσταται μια επιτακτική ανάγκη ώστε να προβλεφθεί ένας περιορισμός που να οδηγεί σε περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, ο οποίος να είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (Ι.Δ. Ιγγλεζάκης, «Ελευθερία Έκφρασης και Ανωνυμία στο Διαδίκτυο: το παράδειγμα των ιστολογίων», ΔιΜΕΕ, 2011, 320).
Οι αρχές είναι αδιαμφισβήτητες, τόσο μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όσο και από σχετικές κατευθυντήριες αρχές ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών. Οι αρχές από πλευράς νομολογίας συνοψίζονται στην απόφαση Baka, παρ.162 – 167, ως κατωτέρω και επαναλαμβάνονται στην Danilet:
«162. While the Court has admitted that it is legitimate for a State to impose on civil servants, on account of their status, a duty of discretion, civil servants are individuals and, as such, qualify for the protection of Article 10 of the Convention (see Vogt, cited above, § 53, and Guja, cited above, § 70). It therefore falls to the Court, having regard to the circumstances of each case, to determine whether a fair balance has been struck between the fundamental right of the individual to freedom of expression and the legitimate interest of a democratic State in ensuring that its civil service properly furthers the purposes enumerated in Article 10 § 2. In carrying out this review, the Court will bear in mind that whenever a civil servant’s right to freedom of expression is in issue the ‘duties and responsibilities’ referred to in Article 10 § 2 assume a special significance, which justifies leaving to the national authorities a certain margin of appreciation in determining whether the impugned interference is proportionate to the above aim (see Vogt, cited above, § 53, and Albayrak v. Turkey, no. 38406/97, § 41, 31 January 2008).
163. Given the prominent place among State organs that the judiciary occupies in a democratic society, the Court reiterates that this approach also applies in the event of restrictions on the freedom of expression of a judge in connection with the performance of his or her functions, albeit the judiciary is not part of the ordinary civil service (see Albayrak, cited above, § 42, and Pitkevich, cited above).
164. The Court has recognised that it can be expected of public officials serving in the judiciary that they should show restraint in exercising their freedom of expression in all cases where the authority and impartiality of the judiciary are likely to be called in question (see Wille, cited above, § 64; Kayasu, cited above, § 92; Kudeshkina, cited above, § 86; and Di Giovanni, cited above, § 71). The dissemination of even accurate information must be carried out with moderation and propriety (see Kudeshkina, cited above, § 93). The Court has on many occasions emphasised the special role in society of the judiciary, which, as the guarantor of justice, a fundamental value in a law‑governed State, must enjoy public confidence if it is to be successful in carrying out its duties (ibid., § 86, and Morice, cited above, § 128). It is for this reason that judicial authorities, in so far as concerns the exercise of their adjudicatory function, are required to exercise maximum discretion with regard to the cases with which they deal in order to preserve their image as impartial judges (see Olujić, cited above, § 59).
165. At the same time, the Court has also stressed that having regard in particular to the growing importance attached to the separation of powers and the importance of safeguarding the independence of the judiciary, any interference with the freedom of expression of a judge in a position such as the applicant’s calls for close scrutiny on the part of the Court (see Harabin (dec.) 2004, cited above; see also Wille, cited above, § 64). Furthermore, questions concerning the functioning of the justice system fall within the public interest, the debate of which generally enjoys a high degree of protection under Article 10 (see Kudeshkina, § 86, and Morice, § 128, both cited above). Even if an issue under debate has political implications, this is not in itself sufficient to prevent a judge from making a statement on the matter (see Wille, cited above, § 67). Issues relating to the separation of powers can involve very important matters in a democratic society which the public has a legitimate interest in being informed about and which fall within the scope of political debate (see Guja, cited above, § 88).
166. In the context of Article 10 of the Convention, the Court must take account of the circumstances and overall background against which the statements in question were made (see, mutatis mutandis, Morice, § 162). It must look at the impugned interference in the light of the case as a whole (see Wille, § 63, and Albayrak, § 40, both cited above), attaching particular importance to the office held by the applicant, his statements and the context in which they were made.
167. Finally, the Court reiterates the ‘chilling effect’ that the fear of sanction has on the exercise of freedom of expression, in particular on other judges wishing to participate in the public debate on issues related to the administration of justice and the judiciary (see Kudeshkina, cited above, §§ 99-100). This effect, which works to the detriment of society as a whole, is also a factor that concerns the proportionality of the sanction or punitive measure imposed (ibid., § 99).»
Ειδικότερα η ανάγκη για επίδειξη της μέγιστης διακριτικότητας σε σχέση με υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται ένας δικαστής έχει τονιστεί ήδη στην υπόθεση Buscemi ν. Ιταλίας, Appl. No. 29569/95, 16.9.1999:
«67. The Court stresses, above all, that the judicial authorities are required to exercise maximum discretion with regard to the cases with which they deal in order to preserve their image as impartial judges. That discretion should dissuade them from making use of the press, even when provoked. It is the higher demands of justice and the elevated nature of judicial office which impose that duty.»
Σαφείς είναι και οι κατευθυντήριες γραμμές από Ευρωπαϊκούς και Διεθνείς Οργανισμούς.
Στις Αρχές Bangalore διαβάζουμε:
«4.6. A judge, like any other citizen, is entitled to freedom of expression, belief, association and assembly, but, in exercising such rights, a judge shall always conduct himself or herself in such a manner as to preserve the dignity of the judicial office and the impartiality and independence of the judiciary.»
Βοηθητική είναι η σύνοψη στην έκθεση της Επιτροπής Βενετίας (European Commission for Democracy through Law) (CDL-AD(2015)018:[8]
«80. European legislative and constitutional provisions and relevant case-law show that the guarantees of the freedom of expression extend also to civil servants, including judges. But, the specificity of the duties and responsibilities which are incumbent to judges and the need to ensure impartiality and independence of the judiciary are considered as legitimate aims in order to impose specific restrictions on the freedom of expression, association and assembly of judges including their political activities.
81. However the ECtHR [European Court of Human Rights] has considered that, having regard in particular to the growing importance attached to the separation of powers and the importance of safeguarding the independence of the judiciary, any interference with the freedom of expression of a judge calls for close scrutiny. ...»
Στην παράγρ. 84 δίδεται ως παράδειγμα πεδίου ελεύθερης έκφρασης η συζήτηση θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος με ειδική αναφορά σε περιόδους κρίσης της δημοκρατίας ή κλονισμού της συνταγματικής τάξης:
«84. … A democratic crisis or a breakdown of constitutional order are naturally to be considered as important elements of the concrete context of a case, essential in determining the scope of judges’ fundamental freedoms.»
Άλλο, όμως, είναι το ζήτημα της απαγόρευσης ή της σύστασης προς τους δικαστές να αποφεύγουν να σχολιάζουν δημοσίως δικές τους υποθέσεις ή υποθέσεις άλλων δικαστών (Opinion No. 25 (2022) of the CCJE to the attention of the Committee of Ministers of the Council of Europe on freedom of expression of judges), ή όπως το θέτει το Άρθρο 6.3 του Οδηγού να σχολιάζουν δημοσίως ή δια του τύπου επί συγκεκριμένων υποθέσεων, ή να απαντούν σε δημόσια κριτική ή να εκφράζουν τη διαφωνία τους με δικαστικές αποφάσεις. Τέτοιες περιπτώσεις ρητά δεν καλύπτονται από την προστασία την οποία το Άρθρο 10 ΕΣΔΑ επιφυλάσσει για διάλογο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος.
Πολύ περισσότερο όταν αυτό γίνεται έναντι απόφασης ανώτερου ιεραρχικά Δικαστηρίου το οποίο ακύρωσε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του την απόφαση του σχολιάζοντος δικαστή. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης η οποία παραβλέφθηκε πλήρως από την υπεράσπιση της Ενισταμένης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η δεδομένη παράβαση της δεοντολογίας και όχι ένας υγιής νομικός διάλογος και προβληματισμός.
Σημασία έχουν τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Διαφοροποιείται ασφαλώς η παρούσα από την Baka (ανωτέρω) στην οποία παραπεμφθήκαμε, όπου είχε απομακρυνθεί από τη θέση του ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας μετά από δημόσια κριτική που άσκησε σε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες επηρέαζαν τη λειτουργία της δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των δικαστών. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι είχε περιοριστεί η ελευθερία έκφρασης του προσφεύγοντος επί ζητήματος που αφορούσε τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, ένα ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, ο διάλογος σε σχέση με το οποίο γενικώς τυγχάνει υψηλού βαθμού προστασίας από το Άρθρο 10 της Σύμβασης.
Διαφοροποιείται επίσης η παρούσα από την υπόθεση Kudeshkina, όπου η προσφεύγουσα δικαστής απολύθηκε λόγω δημοσίων δηλώσεων και συνεντεύξεων στις οποίες εξέφρασε ανησυχίες για τον τρόπο λειτουργίας της δικαιοσύνης στη Ρωσία και για πιέσεις που ασκούνταν επί δικαστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ένα από τα καυστικά της σχόλια ήταν και τούτο: «If all judges keep quiet this country may soon end up in a [state of] judicial lawlessness.» Το ΕΔΔΑ δεν είχε αμφιβολία ότι η δικαστής είχε εγείρει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος το οποίο θα έπρεπε να είναι ανοικτό για ελεύθερο διάλογο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αντίθετα διασαφηνίστηκε ότι «μια πράξη που παρακινείται από προσωπικό παράπονο … δεν δικαιολογεί υψηλό επίπεδο προστασίας» στο πλαίσιο του Άρθρου 10 (Kudeshkina, παρ. 95).
Οι υποθέσεις Baka και Kudeshkina, παραπέμπουν αμέσως στην σύσταση υπ΄ αρ. 2, από το Opinion 25/2022, of the CCJE,[9] αναφορικά με καταστάσεις όπου η δημοκρατία, η διάκριση των εξουσιών ή το κράτος δικαίου βρίσκονται υπό απειλή, οπότε οι δικαστές «πρέπει να είναι ανθεκτικοί και να έχουν καθήκον να εκφρασθούν υπέρ της δικαστικής ανεξαρτησίας, της συνταγματικής τάξης και της αποκατάστασης της δημοκρατίας». Ποια η σχέση με την παρούσα υπόθεση στην οποία η Ενισταμένη δημοσίευσε στο ιστολόγιο της ένα κείμενο το οποίο, πρώτα απ’ όλα, αφορούσε σε υπόθεση που εκκρεμούσε ενώπιον της, έχοντας οριστεί για ακρόαση; Η ενέργεια της αυτή θέτει από μόνη της ζήτημα σε σχέση με την κατευθυντήρια αρχή υπό Δ.6.3 του Οδηγού.[10]
Η ελευθερία έκφρασης του δικαστή δεν περιορίζεται βέβαια σε περιπτώσεις που η δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση και το κράτος δικαίου υπό απειλή, αλλά αφορά θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος ευρύτερα, όπως επαναλήφθηκε πιο πρόσφατα στην Danilet. Η παρούσα όμως διαφοροποιείται και από την Danilet. Όπως υπέδειξε το ΑΔΣ στην υπόθεση εκείνη είχε κριθεί πως τα επίμαχα μηνύματα αφορούσαν σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος για τα οποία το ευρύτερο κοινό είχε έννομο συμφέρον στην ενημέρωση και ότι στην υπόθεση εκείνη το ΕΔΔΑ έκρινε πως το εθνικό Δικαστήριο δεν παρέθεσε πειστικούς λόγους πώς τα σχόλια του αιτητή διατάραξαν την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, την αξιοπρέπεια και την τιμή του δικαστικού λειτουργήματος και την εμπιστοσύνη που οφείλει να εμπνέει το δικαστικό λειτούργημα στο κοινό. Ούτε μας βρίσκει σύμφωνους ότι το ΑΔΣ παραγνώρισε τα κριτήρια της Danilet. Αυτά προκύπτουν από το σύνολο της απόφασης και από τα ίδια τα γεγονότα.
Το επίμαχο άρθρο περαιτέρω δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο, χωρίς την περίσκεψη που επιβάλλει η σχετική κατευθυντήρια αρχή του Οδηγού.[11] Η ανάγκη για ιδιαίτερη προσοχή στην άσκηση του αναγνωρισμένου δικαιώματος του δικαστή για έκφραση δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οδήγησε στην ειδική ρύθμιση στον Οδηγό ότι παρά τη γενική αρχή ότι η μη συμμόρφωση στις πρόνοιες του Οδηγού δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη πειθαρχικό αδίκημα (Β.3), η μη συμμόρφωση στις συγκεκριμένες κατευθυντήριες αρχές σε σχέση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι δυνατό να έχει τέτοιες συνέπειες (Δ.7). Η κατευθυντήρια αυτή αρχή του Οδηγού σκοπό έχει την επίστηση της προσοχής που απαιτείται στην χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους Δικαστές, μια τόσο διαδεδομένη συνήθεια. Ενδεικτική για την προσοχή που απαιτείται είναι η σύσταση στην γνωμάτευση Opinion 25/2022, CCJE, ότι «Judges should be aware of the benefits as well as the risks of media communication» και ότι «when posting on social media, anything they publish becomes permanent, even after they delete it, and may be freely interpreted or even taken out of context.» Επίσης σχετικές είναι οι καθοδηγητικές αρχές που εκδόθηκαν αναφορικά με την χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους Δικαστές (Non-Binding Guidelines on the use of social media by Judges που εκδόθηκε από το Global Judicial Integrity Network, United Nations Office on Drugs and Crime, January 2019) όπου αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα στα σημεία 5 και 6:
«5. Use of social media by individual judges should maintain the moral authority, integrity, decorum, and dignity of their judicial office.
6. Judges should be aware of, and take into consideration, practical aspects of online forms of expression and association. These aspects include a potentially greater reach in terms of publicity or amplification to larger networks, and greater permanence of statements, as well as the potentially significant implications of relatively small and casual actions (such as ‘liking’) or otherwise relaying information presented by others.»
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι το ΑΔΣ:
Αναφορικά με τις ενέργειες της Ενισταμένης επί της έδρας εφάρμοσε τον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς και τις αρχές που διέπουν την πειθαρχική ευθύνη των Δικαστών και ως το αρμόδιο όργανο έκρινε, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, ότι η αδιαμφισβήτητη παράβαση του Οδηγού υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα. Δεν εντοπίζουμε κανένα βάσιμο λόγο ώστε να παρέμβουμε στην κρίση αυτή του ΑΔΣ.
Αναφορικά με τις ενέργειες της Ενισταμένης σε σχέση με την ανάρτηση του άρθρου και πάλι ήταν δεδομένη η παράβαση του Άρθρου 6.3 του Οδηγού. Για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξήγησε το ΑΔΣ έκρινε, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, ότι η παράβαση ήταν τέτοιας φύσεως και τόσο σοβαρή ώστε να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Ούτε ως προς την κρίση αυτή βρίσκουμε βάσιμο λόγο παρέμβασης.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση του Άρθρου 8 ΕΣΔΑ – Δυσανάλογη επέμβαση στην επαγγελματική ζωή και επαγγελματική υπόσταση της Ενισταμένης».
Ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενισταμένης ότι η σχετική επέμβαση δεν προκύπτει μόνο από το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας αλλά και από τον τρόπο διεξαγωγής της, τη διάρκεια της, την αβεβαιότητα που τη συνόδεψε και τις επαγγελματικές συνέπειες που δημιούργησε για την Ενισταμένη. Για χρονικό διάστημα που υπερέβη του οκτώ μήνες η Ενισταμένη τελούσε υπό τη διαρκή απειλή παύσης από το δικαστικό λειτούργημα αντιμετωπίζοντας τρεις κατηγορίες για ανάρμοστη συμπεριφορά οι οποίες τελικώς απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Καθόλη αυτή την περίοδο όφειλε να συνεχίσει να ασκεί τα δικαστικά της καθήκοντα υπό συνθήκες έντονης επαγγελματικής αβεβαιότητας και θεσμικής έκθεσης. Η έννοια της ιδιωτικής ζωής είναι ευρεία και δεν αποκλείει επαγγελματικές δραστηριότητες και επαγγελματικές σχέσεις (Denisov v. Ουκρανίας, Appl. No. 76639/11, 25.9.2018, paras 100-104).
Κάτω από τον ισχυρισμό για παράβαση του Άρθρου 8 ΕΣΔΑ η πλευρά της Ενισταμένης ενέταξε και την κατ’ ισχυρισμόν έλλειψη σαφήνειας μεταξύ των κανόνων δεοντολογίας και πειθαρχικών αδικημάτων και παρέπεμψε στην αρχή ότι η παράβαση που δύναται να οδηγήσει σε πειθαρχική ευθύνη πρέπει να περιγράφεται από το νόμο με επαρκή ακρίβεια.
Δεν θεωρούμε ότι η εκκρεμοδικία της πειθαρχικής δίωξης έλαβε τη μορφή αδικαιολόγητης, σοβαρής επέμβασης στην ιδιωτική της Ενισταμένης, υπό την έννοια της επαγγελματικής της ζωής. Ασφαλώς δεν ήταν μια θετική εμπειρία για την ίδια και από ανθρώπινης πλευράς δεν μπορεί παρά να έχει την συμπάθεια κάθε συναδέλφου, όμως ήταν μια διαδικασία που κατέστη θεσμικά αναγκαία λόγω της δικής της συμπεριφοράς. Πέραν τούτου δεν έχει τεθεί ζήτημα παράβασης του δικαιώματος της για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Ως προς δε τη διάκριση μεταξύ κατευθυντήριας αρχής δεοντολογίας και πειθαρχικού παραπτώματος και υπό ποιες προϋποθέσεις η πρώτη μετουσιώνεται σε τέτοιο παράπτωμα, έχουμε ήδη αναφερθεί εξηγώντας ότι το θέμα καλύπτεται από τον Οδηγό.
ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect)».
Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης παρέπεμψε στις υποθέσεις Baka, Koudeshkina, Zurek και Danilet για να υποδείξει ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ότι πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών δύνανται να δημιουργήσουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα, όχι μόνο για τον άμεσα ενδιαφερόμενο δικαστή, αλλά και για το σύνολο του δικαστικού σώματος. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Η αναστολή, η ανησυχία ή ακόμα και ο φόβος που μπορεί να προκαλέσει η αδικαιολόγητη επιβολή κύρωσης ή η αδικαιολόγητα σοβαρή, υπό τις περιστάσεις, επιβολή κύρωσης σε σχέση με την ελευθερία έκφρασης ενός δικαστή, δεν αφορά μόνο τον ίδιο, ούτε, ακόμα, το σύνολο του δικαστικού σώματος, αλλά το επίπεδο της δημοκρατίας.
Για να υποστηρίξει όμως το επιχείρημα του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης έλαβε ως δεδομένο ότι η ίδια η διαδικασία από μόνη της και η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η διατύπωση νομικών προβληματισμών, η συμμετοχή σε επιστημονικό διάλογο ή ακόμα και η αιτιολόγηση δικαστικών κρίσεων μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο πειθαρχικού ελέγχου. Για τους λόγους όμως που ήδη εξηγήσαμε, αυτό το υπόβαθρο δεν υπάρχει. Το επιχείρημα παραμένει στο κενό.
ΕΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας και της θεσμικής διαφάνειας της πειθαρχικής διαδικασίας».
Ισχυρίζεται η Ενισταμένη ότι εγείρεται ζήτημα θεσμικής διαφάνειας επειδή το ΑΔΣ έδωσε οδηγίες να μη δημοσιευθεί η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση. Τούτο παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε συναινέσει στη μη δημοσίευση. Τώρα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η συναίνεση αυτή δεν εξαντλεί τις θεσμικές διαστάσεις του ζητήματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δημοσιότητα της αιτιολογίας δεν εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των εμπλεκομένων προσώπων αλλά και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον για διαφάνεια, λογοδοσία και προβλεψιμότητα των εφαρμοζομένων κριτηρίων.
Πέραν του ότι η προβαλλόμενη θέση δεν συνιστά λόγο ένστασης προς όφελος της Ενισταμένης, επιπρόσθετα, εφόσον η Ενισταμένη είχε συμφωνήσει να μην δημοσιευθεί η απόφαση του ΑΔΣ, δεν νομιμοποιείται να εγείρει ένσταση επειδή δεν δημοσιεύθηκε. Εν πάση περιπτώσει o σκοπός της διαφάνειας αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης θα επιτελεστεί με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.
ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: «Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Δυσανάλογη βαρύτητα της επιβληθείσας ποινής της δημοσίας επίπληξης».
Εν προκειμένω ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενισταμένης αναφέρθηκε στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά και στην υποχρέωση η βαρύτητα της κύρωσης να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην παράγει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Εισηγήθηκε ότι η κύρωση της επίπληξης είναι ικανή να επηρεάσει ουσιωδώς το επαγγελματικό κύρος ενός δικαστικού λειτουργού, την επαγγελματική του υπόληψη, τη θεσμική εικόνα και τη θέση της Ενισταμένης εντός του δικαστικού σώματος αλλά και έναντι της κοινωνίας. Η βαρύτητα αυξάνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι το ΑΔΣ διέταξε τη δημοσίευση της επίπληξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Η δημόσια αυτή διάσταση της κύρωσης της προσδίδει μόνιμες και διαρκείς συνέπειες για την επαγγελματική εικόνα της Ενισταμένης, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα αποτελέσματα μιας εσωτερικής πειθαρχικής σύστασης. Παρά ταύτα το ΑΔΣ δεν εξήγησε γιατί η δημόσια επίπληξη κρίθηκε αναγκαία για την επίτευξη οποιουδήποτε θεμιτού πειθαρχικού σκοπού και γιατί δεν μπορούσε η παράβαση να αντιμετωπιστεί με ηπιότερο μέτρο. Η επιβληθείσα ποινή εμφανίζεται να εξυπηρετεί πρωτίστως τιμωρητικό και παραδειγματικό σκοπό και όχι πραγματική πειθαρχική ανάγκη. Η δημόσια φύση της επίπληξης ενισχύει περαιτέρω τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του «στιγματισμού» της Ενισταμένης.
Πέραν τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του, δεν προέβη σε επαρκή και εξατομικευμένη στάθμιση των περιστάσεων που συνηγορούσαν υπέρ ηπιότερης αντιμετώπισης. Ειδικότερα δεν φαίνεται να συνεκτιμήθηκαν επαρκώς (α) το γεγονός ότι η Ενισταμένη ουδέποτε προηγουμένως απασχόλησε πειθαρχικά το δικαστικό σώμα, (β) η μέχρι τότε επαγγελματική της πορεία και το επαγγελματικό της ήθος, (γ) η απουσία οποιεσδήποτε κακής πίστης ή δόλου, (δ) η πλήρης συμμόρφωση της προς την απόφαση του Εφετείου, (ε) η απουσία οποιασδήποτε πραγματικής ή ουσιαστικής βλάβης στην απονομή της δικαιοσύνης, (στ) η απαλλαγή της από τέσσερις εκ των έξι κατηγοριών που αντιμετώπιζε, (ζ) η διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας η οποία υπερέβη τους οκτώ μήνες και (η) οι ήδη σημαντικές επαγγελματικές και προσωπικές επιπτώσεις που προκάλεσε η ίδια η διαδικασία.
Περαιτέρω, στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη στοιχεία τα οποία ουδέποτε διαπιστώθηκαν κατά την πειθαρχική διαδικασία. Ειδικότερα κατά την επιμέτρηση της ποινής αποδόθηκε στην Ενισταμένη ότι «αμφισβήτησε την ορθότητα ή υπονόμευσε το κύρος άμεσα ή έμμεσα της εφετειακής απόφασης», κάτι το οποίο δεν διαπιστώθηκε από το ΑΔΣ στην απόφαση του ημερ. 17.2.2026, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου ή των τοποθετήσεων της από έδρας. Ως προς το σημείο αυτό έχουμε ήδη αναφέρει ότι το Συμβούλιο είχε ενώπιον του τις δηλώσεις της Ενισταμένης και την εξ αντικειμένου έννοια τους. Η αμφισβήτηση της ορθότητας και η υπονόμευση του κύρους του Εφετείου, παρά την προσπάθεια να δοθεί διαφορετική εικόνα στη συνέχεια, είναι εξ αντικειμένου προφανής.
Το ΑΔΣ είχε ενώπιον του τα γεγονότα και σημείωσε ότι η Ενισταμένη δεν είχε απασχολήσει προηγουμένως το ΑΔΣ κατά την ενάσκηση της πειθαρχικής του εξουσίας. Θεώρησε όμως τα αδικήματα σοβαρά με το εξής σκεπτικό:
«Η απονομή της δικαιοσύνης έχει ως βασικό πυλώνα την ιεράρχηση των Δικαστηρίων. Η εφετειακή απόφαση, ή όπως αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη δικαιοδοσία του ως τριτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι καθοριστική των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών στις δικαστικές διαδικασίες και εν προκειμένω της κατηγορούμενης στην ποινική υπόθεση που εκδίκαζε η κυρία … (αναφέρεται το όνομα). Η αμφισβήτηση της ορθότητας ή η υπονόμευση του κύρος άμεσα ή έμμεσα της εφετειακής απόφασης από τον Δικαστή ενώπιον του οποίου συνεχίζεται η διαδικασία αναφορικά με την οποία εξεδόθη η εφετειακή απόφαση, και δη από έδρας, πλήττει την απονομή της δικαιοσύνης και μπορεί να δημιουργήσει αισθήματα αδικίας, πικρίας και απογοήτευσης στα μέρη στη διαδικασία, αλλά και τρίτου. Όπως, εν προκειμένω, της κατηγορούμενης στην ενώπιον της κυρίας … (αναφέρεται το όνομα) υπόθεση της οποίας την κράτηση διέταξε με την απόφαση του το Εφετείο. Τέτοιες συμπεριφορές από Δικαστές είναι απαράδεκτες.
Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στην παρούσα περίπτωση εξυπηρετούνται με την επιβολή επίπληξης η οποία να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδας της δημοκρατίας. Η επιλογή δικαιολογείται απόλυτα από τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη φύση των παραπτωμάτων και τον αντίκτυπο στην απονομή της δικαιοσύνης.
Η δημοσιοποίηση της κύρωσης υπερβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο της δικαστικής υπηρεσίας καθιστώντας κοινωνό το σύνολο της κοινωνίας ως προς τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.
Επιβάλλεται στην κα …. (αναφέρεται το όνομα) επίπληξη η οποία να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με το εξής περιεχόμενο:
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το Άρθρο 157.2 του Συντάγματος, κατόπιν προηγηθείσας καταδικαστικής απόφασης, επέβαλε με απόφαση του ημερ. 26 Φεβρουαρίου 2026, στην Επαρχιακή Δικαστή …. (αναφέρεται το όνομα) ποινή επίπληξης η οποία να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για δύο πειθαρχικά παραπτώματα αναφορικά με δημόσιο σχολιασμό και διαφωνία, από έδρας και δια της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με απόφαση Εφετείου που αφορούσε σε εκκρεμούσα ενώπιον της υπόθεση.»
(η σύσταση προς δημοσίευση περιλαμβάνει το πλήρες όνομα της Ενισταμένης)
Καταρχάς διαπιστώνουμε ότι το ΑΔΣ επέβαλε σωρευτική ποινή στα δύο πειθαρχικά αδικήματα, προφανώς λόγω της φύσης της κύρωσης της επίπληξης.
Συνεπώς, για να κριθεί η επιβληθείσα κύρωση υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και της σοβαρότητας των συνεπειών της, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή αφορά σωρευτικά σε δύο διαφορετικά πειθαρχικά αδικήματα, τα οποία κρίθηκαν από το ΑΔΣ σοβαρά σε βαθμό που να έχουν αντίκτυπο στην απονομή της δικαιοσύνης ευρύτερα. Εκ των προβλεπόμενων δύο κυρώσεων επέλεξε την επίπληξη με δημοσίευση καθότι, ως έκρινε, αυτή εδικαιολογείτο απόλυτα από τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη φύση των παραπτωμάτων και τον αντίκτυπο στην απονομή της δικαιοσύνης. Υπό το πρίσμα αυτό η κύρωση «… πρέπει να ιδωθεί όχι ως τιμωρία για την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης (όπως συνάγεται από τη Baka v. Hungary) αλλά ως ένα μέσο προστασίας του κράτους δικαίου, βασικό στοιχείο του οποίου αποτελεί η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.»[12]
Ως προς τις επιμέρους εισηγήσεις περί μη συνεκτίμησης περιστάσεων που συνηγορούσαν υπέρ ηπιότερης αντιμετώπισης σημειώνουμε τα ακόλουθα. Η εισήγηση ότι το ΑΔΣ δεν έλαβε υπόψη πως δεν υπήρξε βλάβη στην απονομή της δικαιοσύνης συγκρούεται με την περί αντιθέτου διαπίστωση του ΑΔΣ. Η κακή πίστη ή ο δόλος ουδέποτε τέθηκαν στο προσκήνιο. Η σοβαρότητα της συμπεριφοράς της Ενισταμένης και οι συνέπειες της, όπως εξηγήθηκαν με λεπτομέρεια στην απόφαση του ΑΔΣ, ήταν το κρίσιμο στοιχείο, ανεξάρτητα από τις προθέσεις. Εάν ενεργούσε με κακή πίστη ή δόλο τότε θα αντιμετώπιζε αντίστοιχη κατηγορία, η απόδειξη της οποίας θα στοιχειοθετούσε ανάρμοστη συμπεριφορά και θα οδηγούσε σε απόλυση της. Η μη διάπραξη σοβαρότερου αδικήματος δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά ότι συμμορφώθηκε πλήρως προς την απόφαση του Εφετείου. Η μη συμμόρφωση θα είχε την έννοια ότι παρά την απόφαση του Εφετείου να διατάξει την κράτηση της κατηγορουμένης, η ίδια θα διέτασσε την απελευθέρωση της. Αυτό θα συνιστούσε ακραία μορφή ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ούτε η απαλλαγή από τις υπόλοιπες κατηγορίες μπορεί να είναι μετριαστικός παράγοντας. Εάν καταδικαζόταν σε αυτές τότε δεν θα ετίθετο θέμα επιλογής της ολιγότερον δραστικής ποινής. Η διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας και οι επιπτώσεις που η διαδικασία αυτή της προκάλεσε ήταν το αναγκαίο αποτέλεσμα μιας πειθαρχικής διαδικασίας που ξεκίνησε ώστε να ελεγχθούν οι ενέργειες της. Κατά τα άλλα στο τέλος το ΑΔΣ έλαβε υπόψη την προηγούμενη της συμπεριφορά.
Η σοβαρή ευθύνη της Ενισταμένης αναδεικνύεται μέσα από το ακόλουθο εύστοχο σχόλιο του Προέδρου Μ. Πικραμένου (ανωτέρω):
«Ο πρωτοβάθμιος δικαστής βρίσκεται στην πρώτη επαφή του πολίτη με τη Δικαιοσύνη. Είναι συχνά η μόνη εικόνα που ο πολίτης θα σχηματίσει για το σύστημα συνολικά. Και γι’ αυτό, η προσωπική στάση, ο λόγος, η θεσμική συμπεριφορά έχουν βαρύνουσα σπουδαιότητα.»
Η KATAΛΗΞΗ
Θα απορρίψουμε την Ένσταση στο σύνολο της, σημειώνοντας τη δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενισταμένης ο οποίος εισήγαγε την τελική προφορική του αγόρευση τονίζοντας ότι σκοπός δεν είναι η αντιπαράθεση με το ΑΔΣ, του οποίου η απόφαση είναι απολύτως σεβαστή, αλλά η ανάγκη να διαφυλαχθούν αρχές που βρίσκονται στον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας.
Η Ένσταση απορρίπτεται.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Μ.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Μ.
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Μ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Μ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Μ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Μ.
/φκ
[1] Παραθέτουμε τους Κανονισμούς στο βαθμό που είναι σχετικοί με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν.
[2] 7.Το Ανώτατο Δικαστήριο ορίζει Ερευνώντα Δικαστή, στον οποίο ανατίθεται η διερεύνηση του θέματος και ο οποίος προχωρεί σε έρευνα το ταχύτερο δυνατό και διεκπεραιώνει το έργο του χωρίς χρονοτριβή.
(α) Στην περίπτωση που ο Δικαστικός Λειτουργός, ο υποκείμενος σε έρευνα, είναι Δικαστής κατώτερου Δικαστηρίου, η έρευνα ανατίθεται σε Δικαστή του Εφετείου.
(β) Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζεται ως Ερευνώντας Δικαστής μόνο εφόσον ο Δικαστικός Λειτουργός ο υποκείμενος σε έρευνα είναι Δικαστής του Εφετείου. Σε τέτοια περίπτωση, ο Ερευνών Δικαστής εξαιρείται της συνθέσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, ο Ερευνών Δικαστής βοηθάται στο έργο του από μέλος ή μέλη της Γραμματείας των Δικαστηρίων.
[3] Ο Κανονισμός του 2023 δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τον Κανονισμό 29/2022. Όσα λέγονται για τον Κανονισμό του 2022 ισχύουν ανάλογα και σε σχέση με τον Κανονισμό του 2023.
[4] Meeting: 1459th meeting (March 2023) (DH) Item reference: Action Report (05/01/2023) Communication from Cyprus concerning the case of Kamenos v. Cyprus (Application No. 147/07), - DH-DD(2023)33.
[5] Resolution CM/ResDH(2023)118 Execution of the judgment of the European Court of Human Rights Kamenos against Cyprus (Adopted by the Committee of Ministers on 7 June 2023 at the 1468th meeting of the Ministers’ Deputies).
[6] Διεθνές συνέδριο για το κράτος δικαίου στη Βραζιλία, ιστοσελίδα ΣΤΕ, 16.2.2026.
[7] to the attention of the Committee of Ministers of the Council of Europe on the disciplinary liability of judges.
[8] The Report on the freedom of expression of judges, adopted by the Venice Commission at its 103rd Plenary Session held in Venice on 19 and 20 June 2015 (CDL-AD(2015)018).
[9] 2. In situations where democracy, the separation of powers or the rule of law are under threat, judges must be resilient and have a duty to speak out in defence of judicial independence, the constitutional order and the restoration of democracy, both at national and international level. This includes views and opinions on issues that are politically sensitive and extends to both internal and external independence of individual judges and the judiciary in general. Judges who speak on behalf of a judicial council, judicial association or other representative body of the judiciary enjoy a wider discretion in this respect.
[10] 6.3. Οι δικαστές δεν θα σχολιάζουν δημοσίως ή δια του τύπου επί συγκεκριμένων υποθέσεων ούτε θα απαντούν σε δημόσια κριτική αναφορικά με αποφάσεις τους, ούτε θα εκφράζουν τη διαφωνία τους με δικαστικές αποφάσεις.
[11] Δ.7. Ενώ η χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής, επισύρεται η προσοχή των δικαστών που ασκούν τέτοια δραστηριότητα σε σχέση με τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την προσωπική και οικογενειακή ασφάλεια αλλά και για την ανεξαρτησία, την αμεροληψία, την ακεραιότητα και την αξιοπρεπή εικόνα των ιδίων και του δικαστικού σώματος ως σύνολο. […]
[12] Exercise of freedom of expression by Judges: social media, speech by María Encarnació Roca Trias (πρώην Αντιπρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας) Annual Judicial Seminars 2021 of the ECHR, Salsburg, 10th September 2021: «should be seen not as a penalty for the exercise of freedom of expression (as can be inferred from Baka v. Hungary) but as a means of protecting the rule of law, one of the components of which is the independence of the judiciary.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο