ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 127/2021, 16/7/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 127/2021, 16/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)                                   

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 127/2021)

 

16 Ιουλίου, 2026

 

(Τ. Θ. OIKONOMOY, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

 

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ,

 

                                                                             Εφεσείων,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

 ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

                                                                            

Εφεσίβλητης.

― ― ― ― ―

 

 

Ο Εφεσείων παρουσιάζεται αυτοπροσώπως.

Κ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη.

 

---------------

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Καρακάννα, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Αντικείμενο της έφεσης είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή υπ’ αρ. 1375/2016. Η προσφυγή στρεφόταν εναντίον της απόφασης των εφεσιβλήτων με την οποία απορρίφθηκε η απαίτησή του εφεσείοντα για καταβολή αποζημίωσης, για την υπερωριακή απασχόλησή του, κατά  την περίοδο 1.1.2000 – 30.06.2001, με βάση τις ώρες υπηρεσίας και της καταβολής, αντ’ αυτού, ενός «κατ’ αποκοπή ποσού».

 

Ο εφεσείοντας υπηρετούσε, κατά τον επίδικο χρόνο στην αστυνομική δύναμη. Τη 05.03.1998 μετατέθηκε στην Ειδική Υπηρεσία Προστασίας Προσωπικοτήτων (Ε.Υ.Π.Π.) και τοποθετήθηκε στη συνοδεία Προέδρου πολιτικού κόμματος. Υπηρέτησε στην εν λόγω θέση μέχρι την έναρξη της προαφυπηρετικής του άδειας.

 

Ο εφεσείοντας  αιτήθηκε όπως του καταβληθεί αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόλησή του κατά την περίοδο 01.01.2000 - 30.06.2001, που υπηρετούσε στην ασφάλεια του πιο πάνω πολιτικού αρχηγού.

 

Το αίτημα εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Κρίθηκε ότι ο εφεσείοντας είχε παραλείψει να τηρήσει τις βασικές οδηγίες και προϋποθέσεις που καθορίστηκαν με σχετικές εγκυκλίους σε σχέση με τη συμπλήρωση των δελτίων υπερωριών και να υποβάλει όλα τα δελτία υπερωριών του εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Ο εφεσείοντας προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο ακύρωσε την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω γενικής και αόριστης αιτιολογίας και ελλιπούς έρευνας.

 

Ακολούθησε επανεξέταση και εκ νέου απόρριψη του αιτήματος, με το σκεπτικό ότι ο εφεσείοντας, κατά την περίοδο που εκτελούσε τα επίδικα καθήκοντα, δεν  είχε υποβάλει γραπτό παράπονο για τη φύση των καθηκόντων και το ωράριο εργασίας του και ούτε είχε υποβάλει  γραπτό αίτημα για έγκριση υπερωριακής απασχόλησης. Ο εφεσείοντας προσέφυγε εκ νέου στο Δικαστήριο πετυχαίνοντας δεύτερη ακυρωτική της απόρριψης του αιτήματός του απόφαση, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας. 

 

Ακολούθησε δεύτερη επανεξέταση του αιτήματος και εκ νέου απόρριψη αυτού. Η απόφαση αποτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής υπ’ αρ. 448/2015. 

 

Ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της προσφυγής υπ’ αρ. 448/2015, ο Γενικός Ελεγκτής, με επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, ημερομηνίας 11.08.2016, εξέφρασε τη θέση πως η Αστυνομία δεν θα έπρεπε να υπεισέλθει στην εξέταση της ορθότητας των στοιχείων, που  είχαν υποβληθεί από τον εφεσείοντα σε σχέση με τις υπερωρίες, καθότι αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Ε.Υ.Π.Π. και με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 17(3)(β) της Κ.Δ.Π. 51/89, εδικαιούτο  μόνο κατ’ αποκοπή επίδομα αφού, σύμφωνα και με τα ημερολόγια καθηκόντων που αυτός υπέβαλε, εκτελούσε σταθερά υπερωριακά καθήκοντα. Πληροφόρησε επιπλέον τον Αρχηγό Αστυνομίας για το μηνιαίο ύψος του κατ’ αποκοπή επιδόματος που καταβαλλόταν στα μέλη της Αστυνομίας, μεταξύ αυτών και των μελών που υπηρετούσαν στην Ε.Υ.Π.Π., αναλόγως του βαθμού τους.

 

Ο Κανονισμός 17 αναφέρεται στο ωράριο υπηρεσίας, με την παράγραφο (3)(α) αυτού να καθορίζει πως σε μέλος της Δύναμης που παραμένει σε καθήκον πέραν του προβλεπομένου χρόνου, χορηγείται υπερωριακό επίδομα ή ανάλογος χρόνος ανάπαυσης και την παράγραφο (3)(β) ρητώς να προβλέπει πως αν μέλος της Δύναμης εκτελεί σταθερά υπερωρίες, θα του καταβάλλεται κατ’ αποκοπή επίδομα, όπως θα ήθελε εγκρίνει ο Αρχηγός.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος γνωμοδότησε επί του συγκεκριμένου θέματος,  συμφώνησε με τη θέση του Γενικού Ελεγκτή.

 

Στη συνέχεια κοινοποιήθηκε στον εφεσείοντα η επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 14.09.2016, με την οποία ο τελευταίος ενημερώθηκε ότι μετά από επανεξέταση του ζητήματος και για σκοπούς ίσης μεταχείρισης με τα υπόλοιπα μέλη που υπηρετούσαν στην Ε.Υ.Π.Π., αποφασίστηκε όπως του καταβληθεί ποσό, ύψους €2.152,80, που αντιστοιχούσε στο κατ’ αποκοπή επίδομα υπερωριών για την επίδικη περίοδο, 01.01.2000 - 30.06.2001.

 

Ο εφεσείων αποδέχθηκε με επιφύλαξη το πιο πάνω ποσό, αμφισβήτησε όμως την εν λόγω απόφαση με την υπό κρίση προσφυγή, υπ’ αρ. 1375/2016.

 

Οι  δύο προσφυγές ήτοι η υπ’ αρ. 448/2015 και η υπ’ αρ. 1375/2016, συνεκδικάστηκαν. Το Διοικητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσφυγή  υπ’ αρ. 448/2015 απώλεσε το αντικείμενο της, λόγω της έκδοσης της απόφασης στην προσφυγή υπ’ αρ. 1375/2016 και την απέρριψε ως απαράδεκτη. Η πιο πάνω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί.

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο εξέτασε στη συνέχεια την προσφυγή υπ’ αρ. 1375/2016 και αποφάνθηκε ότι ο εφεσείοντας, αιτητής σε εκείνη τη διαδικασία, απέτυχε να καταδείξει οιονδήποτε βάσιμο λόγο ακύρωσης.

 

Ο τελευταίος  αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης και προβάλλει τέσσερις λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 4 αφορούν θέματα τα οποία δεν είχαν εγερθεί στην Αίτηση, ήτοι στην προσφυγή υπ’ αρ. 1375/2016, με τρόπο σαφή, ως επιβάλλεται από τους σχετικούς Κανονισμούς και τη νομολογία και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Δήμου Λευκωσίας και Κοινοπραξία Cybarco LtdA.Aristotelous Constructions Ltd ΕΑΔΔ 19/17, ημερ. 31.10.2023, στην οποία γίνεται χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας που ρυθμίζει το εν λόγω θέμα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 

«... Ο Κανονισμός 7 του Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, επιβάλλει όπως κάθε ένας από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις του εκθέτει “τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών ταύτα πλήρως”.

 

Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 4(2) (β) του πιο πάνω Κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης του περιεχομένου της αίτησης και ως αναφέρεται αυτή δέον, «να περιλαμβάνει έκθεσιν της υποθέσεως του αιτητού διαλαμβάνουσαν - (i) κατά συνοπτικόν τρόπον όλα τα ουσιώδη γεγονότα, επί των οποίων βασίζεται η τοιαύτη αίτησις».

 

Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε 95/12, ημερ. 6.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344: «Δικαιολογείται να λεχθεί ότι ο Κανονισμός 7 είναι η αντίστοιχη στο διοικητικό δίκαιο πρόνοια της δικογράφησης στην αστική δίκη με σαφή τρόπο των ισχυρισμών του διαδίκου, καθορίζοντας έτσι τη σιδηροδρομική γραμμή επί της οποίας θα συζητηθεί η υπόθεση. Πρέπει, αντίθετα, να αναφέρεται με ακρίβεια και  πληρότητα σε τί συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση που προτείνεται στο νομικό σημείο. Η ακρίβεια βοηθά στην καθαρότητα του δικαστικού λόγου και στην τελεσφόρηση της υπόθεσης κατά τον ορθό και ταχύτερο τρόπο». Όπως δε έχει υποδειχθεί στην  Χονδρουλίδου ν. ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. κ.ά., Α.Ε. 208/12, ημερ. 8.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:C488, η δικογράφηση των ουσιωδών γεγονότων και των νομικών σημείων της αίτησης είναι απαραίτητη για να γνωρίζει η αντίθετη πλευρά καθώς επίσης και το Δικαστήριο την υπόθεση του αιτητή.  

 

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται η προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από μέρους του Διοικητικού Δικαστηρίου  των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης (Βλ. Haghilo ν. Δημοκρατίας κ.ά., Α.Ε. 156/12, ημερ. 27.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:C91, και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες) και οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

 

Σχετικά επίσης είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Zaim (2016) 3 Α.Α.Δ. 248, με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 293, ότι:

 

«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νομικά σημεία που δεν εξειδικεύονται με την απαραίτητη σαφήνεια στο δικόγραφο της προσφυγής, παραμένουν αναιτιολόγητα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης (βλ. Παυλίδης ν. ΑΗΚ, Υποθ. Αρ. 227/07, ημερ. 20.3.2008). Τυχόν χαλάρωση του συγκεκριμένου κανόνα, όπως αναφέρθηκε από τον Νικήτα, Δ., στην υπόθεση Ανθούση ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709, θα παρείχε ευχέρεια για συζήτηση σχεδόν κάθε θέματος “με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης”.

 

[ ... ]

 

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης, με γενικότητα, η παραβίαση των πιο πάνω αρχών, χωρίς καμία εξειδίκευση. Η εφεσίβλητη παρέλειψε να καθορίσει με ακρίβεια και  πληρότητα, όπως απαιτεί ο Κανονισμός 7, σε τί συνίσταντο οι συγκεκριμένες παραβιάσεις που προβάλλονται στη νομική βάση. Συνεπώς, το  πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα προχώρησε στην εξέταση των συγκεκριμένων λόγων, αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν υφίστατο η στοιχειώδης δικογράφηση στην αίτηση ακύρωσης και κατ’  επέκταση η εφεσίβλητη παρέλειψε, ως όφειλε, να στοιχειοθετήσει το έννομο συμφέρον της ώστε, να νομιμοποιείται να εγείρει τα συγκεκριμένα ζητήματα.»» 

 

Ως ορθά υπέδειξε η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας κάποια από τα θέματα που εγείρονται στους συγκεκριμένους λόγους έφεσης είχαν εγερθεί στην προσφυγή υπ’ αρ. 448/2015, τούτο όμως δεν νομιμοποιεί το Δικαστήριο να τους εξετάσει. Υπενθυμίζω ότι η προσφυγή υπ’ αρ. 448/2015 απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο και η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί.

 

Ενόψει των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 4 απορρίπτονται.

 

Ο εναπομείναντας λόγος, λόγος έφεσης 3, αφορά την παραβίαση του δεδικασμένου, των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Παραθέτουμε αυτούσια την αιτιολογία επί της οποίας εδράζεται:

 

«Τούτο γιατί:

Αποτελεί δεδικασμένο από τις προηγούμενες ακυρωτικές αποφάσεις ότι ο Αρχηγός δεν διεξήγαγε καίτοι αρμοδίως περί τούτου, καμιά έρευνα αναφορικά με τις υπερωρίες του Εφεσείοντα για την περίοδο 1.1.2000 – 3.6.2001 και ούτε έδωσε οποιαδήποτε αιτιολογία για την απόρριψη τότε του αιτήματος.

 

Άλλωστε στον ουσιώδη χρόνο υπήρχε η έκθεση του Λογιστηρίου της Αστυνομίας ημερομηνίας 21.1.2009 (Παράρτημα Χ στην αρχική Αγόρευση) που με βάση τα στοιχεία που ζήτησε από τον Εφεσείοντα, κατέληξε ορθά ότι ο Εφεσείων για όσες εργάστηκε υπερωρίες, συνολικά εδικαιούτο να του καταβληθούν €53.000.

 

Ο τότε υπολογισμός έγινε στη βάση των τότε σε ισχύ σχετικών εγκυκλίων και αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και δεν ανατράπηκε με άλλη διαφορετική έκθεση.

 

Με την προσβαλλόμενη τώρα απόφαση αποδέχθηκε μεν ο Εφεσίβλητος/Καθ’ ου η Αίτηση ότι ο Εφεσείων εργάστηκε 18 μήνες υπερωριακά αλλά αυθαίρετα του κατέβαλαν ένα κατ’ αποκοπή επίδομα (€70 μηνιαίως μείον όλες τις άλλες αποκοπές φόρου εισοδήματος κ.λ.π.) χωρίς αιτιολογία και/ή δέουσα έρευνα για αποζημιώσεις για όλες τις ώρες που εργάστηκε. Τούτο χωρίς να δοθεί αιτιολογία και κατά παραβίαση της αρχής της καλής πίστης και Χρηστής Διοίκησης.»

 

Κατά την ακρόαση της έφεσης, ο εφεσείοντας επανέλαβε τη θέση του ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο εργαζόταν  ‘υπερωριακά’, περιόρισε όμως την απαίτηση του στο ποσό των Λ.Κ.9.000. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά:

 

«Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι το πιο λίγο ποσό που πρέπει να αποζημιωθώ για συνεχόμενη υπερωριακή αποζημίωση καθημερινής βάσης με το συντετμημένο επίδομα υπερωριών για το χρονικό διάστημα από 1/2000 - 6/2001 θα ήταν γύρω στις 9.000 λίρες.»

 

Αρχίζοντας από το θέμα του δεδικασμένου, θα συμφωνήσουμε με την ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δεδικασμένου που προέκυψε από τις προηγηθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Στον εφεσείοντα ουδέποτε είχε αναγνωριστεί δικαίωμα καταβολής του χρηματικού ποσού που ο ίδιος απαιτούσε.  Οι προηγούμενες αποφάσεις ακυρώθηκαν λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. 

 

Ορθή ήταν και η κρίση  του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται, την οποία και υιοθετούμε. Επισήμανε ότι ορθά τέθηκε σε εφαρμογή ο Κανονισμός 17 (ανωτέρω) καθότι ο εφεσείων εκτελούσε «σταθερά υπερωριακά καθήκοντα» και κατ’ επέκταση το αίτημα του για καταβολή αποζημίωσης ενέπιπτε στην εν λόγω κανονιστική πρόνοια. Παραθέτουμε αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«... Ο Κανονισμός 17 αναφέρεται στο ωράριο υπηρεσίας, με την παράγραφο (3)(α) αυτού να καθορίζει πως σε μέλος της Δύναμης που παραμένει σε καθήκον πέραν του προβλεπομένου χορηγείται υπερωριακό επίδομα ή ανάλογος χρόνος ανάπαυσης και την παράγραφο (3)(β) ρητώς να προβλέπει πως αν μέλος της Δύναμης εκτελεί σταθερά υπερωρίες, θα του καταβάλλεται κατ’ αποκοπή επίδομα, όπως θα ήθελε εγκρίνει ο Αρχηγός. Στον δε αιτητή αναγνωρίστηκε, ως εξάλλου το αίτημά του, πως εκτελούσε σταθερά υπερωριακά καθήκοντα και ως εκ τούτου φαίνεται να εμπίπτει στην εν λόγω κανονιστική πρόνοια, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει αμφισβητηθεί από τον αιτητή, ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

[ ... ]

 

Η δε κατ’ επανάληψη αναφορά του αιτητή ότι οι επίδικες με τις προσφυγές του αποφάσεις λήφθηκαν κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και παρά την έκθεση του Λογιστηρίου του καθ’ ου η αίτηση που υπολόγισε ότι ο αιτητής εργάστηκε υπερωριακά συνολικά 5.581,25 ώρες αλλά και κατά παράβαση του δεδικασμένου των ακυρωτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου, δεν είναι ορθή.

 

Καταρχάς, σε συμφωνία με την πλευρά του καθ’ ου η αίτηση, είναι και η δική μου θεώρηση πως η αναφορά στην έκθεση του Λογιστηρίου (ανωτέρω) στις ώρες που ο αιτητής φαίνεται να έχει εργαστεί υπερωριακά και για τις οποίες αιτήθηκε πληρωμής, έγινε «σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε ο αιτητής και τα στοιχεία του προσωπικού του φακέλου». Εν πάση, όμως, περιπτώσει επαναλαμβάνεται πως με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε στον αιτητή ότι εκτελούσε σταθερά υπερωρίες και για το λόγο αυτό εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 17(3)(β), με τις αρχές της χρηστής διοίκησης να μην μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την υποχρέωση του καθ' ου η αίτηση να τις εφαρμόσει, στα πλαίσια της αρχής της νομιμότητας.»  

 

Για τους λόγους που παραθέσαμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβασή μας με την πρωτόδικη απόφαση.

 

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €3.500 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα.  

 

 

 

Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                            

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

/ΓΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο