ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α. v. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/2021, 9/9/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α. v. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/2021, 9/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/2021)

9 Σεπτεμβρίου, 2026

[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

1.  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

2.   ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ

Εφεσείοντες,

   ν.

ΧΡΥΣΟΥΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Εφεσίβλητης

______________________

 

Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσείοντες.

 

Μ. Αντωνίου (κα), για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

______________________

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.:  Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.: Η εφεσίβλητη αφυπηρέτησε την 1/7/2016 από την θέση Δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Είχε υπηρετήσει στην θέση αυτή από 15/11/2002. Κατά την αφυπηρέτησή της της αποδόθηκαν τα συνταξιοδοτικά της ωφελήματα, μεταξύ των οποίων και το εφάπαξ ποσό ως φιλοδώρημα λόγω αφυπηρέτησης, υπολογισμένο βάσει των ετών υπηρεσίας της. Η εφεσίβλητη διαπίστωσε πως το ποσό του εφάπαξ φιλοδωρήματος ήταν μειωμένο κατά €8.587,07 σε σχέση με το ποσό που ανέμενε, έχοντας υπόψιν της τις νομοθετικές διατάξεις οι οποίες ίσχυαν κατά τον διορισμό της. Μέρος του ποσού του εφάπαξ φιλοδωρήματος φορολογήθηκε βάσει του άρθρου 8 του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου του 2012, (Ν. 216(Ι)/2012) (στο εξής «το άρθρο 8 του Ν.216(Ι)/2012»), το οποίο προέβλεψε την φορολόγηση του εφάπαξ φιλοδωρήματος, το οποίο είχε κερδηθεί λόγω υπηρεσίας  από την 1/1/2013 και μετά.

 

 

Η εφεσίβλητη καταχώρησε προσφυγή, προσβάλλοντας τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, με κύριο λόγο ακυρώσεως ότι το ρηθέν άρθρο 8 του Ν.216(Ι)/2012 ήταν αντισυνταγματικό, ως παραβιάζον το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος.

 

Η προσφυγή έγινε δεκτή και η επίδικη σε αυτήν διοικητική πράξη ακυρώθηκε. Αποφασίστηκε πρωτόδικα, πως το άρθρο 8 του Νόμου προσέκρουε στις διατάξεις του Άρθρου 158(3) του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο: «Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού, δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμό αυτού».

 

Το ίδιο αποφασίστηκε και σε σχέση με το άρθρο 13Α του μεταγενέστερου τροποποιητικού νόμου, (Ν.183(Ι)/2015), που προνοούσε την εξαίρεση των δικαστών από τις διατάξεις του Νόμου, εκτός των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 13, οι οποίες θα συνέχιζαν να τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση τους.

 

Οι εφεσείοντες καταχώρισαν έφεση, προβάλλοντας με τον πρώτο λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε στην απόφασή του ότι το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος και η σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αφορούσε την αποκοπή ποσών από τους μισθούς των δικαστών (Φυλακτού και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (2013) 3 ΑΑΔ 565), απαγορεύουν την επιβολή φορολογίας εισοδήματος.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης εισηγούνται πως το δικαστήριο έσφαλε στην απόφασή του, ότι η επίδικη φορολογία δεν αποτελούσε φορολογικό νομοθέτημα γενικής εφαρμογής. Υποστήριξαν πως η επίδικη νομοθεσία εισήγαγε φορολογική διάταξη, αφού ρητά γινόταν πρόνοια σε αυτή ως προς την φορολόγηση του εφάπαξ, όχι μόνο των δικαστών, αλλά και όλων των εργαζομένων στο δημόσιο. Επικεντρώθηκαν στην επιχειρηματολογία τους περί του ότι επρόκειτο για φορολογική νομοθεσία,  αφού αφορούσε επιβολή χρηματικών παροχών, οριστικών και υποχρεωτικών, οι οποίες καταβάλλονταν από συγκεκριμένη ομάδα φορολογουμένων προς το κράτος, χωρίς ειδικό αντάλλαγμα, για την εκπλήρωση δημόσιου σκοπού, που ήταν αφενός ο περιορισμός των δημόσιων δαπανών, αφετέρου η αποφυγή της περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης, καθώς επίσης και η διασφάλιση της βιωσιμότητας των επαγγελματικών συστημάτων συνταξιοδότησης του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα.

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης, θεωρούν εσφαλμένη την μη αξιολόγηση από το δικαστήριο της θέσης τους, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-64/2016 Associação Sindical dos Juízes Portugueses κατά Tribunal de Contas, ημερομηνίας 27/2/2018) ένας ομοιόμορφος επηρεασμός των αποδοχών σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, όπως οι δημόσιοι λειτουργοί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ανεξαρτησία των Δικαστών στην ενάσκηση των καθηκόντων τους.

 

Οι συνήγοροι της εφεσίβλητης υποστήριξαν την ορθότητα της εκκαλούμενης δικαστικής απόφασης και επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που είχαν προβάλει πρωτόδικα, ότι παραβιάστηκε το ρητό γράμμα του Συντάγματος, επικαλούμενοι τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φυλακτού και Άλλοι (ανωτέρω), καθώς και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λαούτας ν. Δημοκρατίας (2001) 3Α Α.Α.Δ. 40, Κρονίδης ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 669, καθώς και την Γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορά Αρ. 4/20022 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 27/6/2023.

 

Σε ό,τι αφορά τον τρίτο λόγο έφεσης, οι συνήγοροι της εφεσίβλητης υποστήριξαν πως αυτός προβλήθηκε απαράδεκτα, καθ’ ότι το δικαστήριο δεν είχε επιληφθεί του λόγου ακυρώσεως που υποστήριζε την αντισυνταγματικότητα της νομοθεσίας επειδή αυτή έπληττε την συνταγματική αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, αλλά περιορίστηκε στην εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως και στην συνακόλουθη επί αυτού ακυρωτική κρίση του, ότι τα επίμαχα άρθρα της νομοθεσίας παραβίαζαν το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος. Δεν παρέλειψαν παρόλα αυτά να αφιερώσουν μεγάλο μέρος του Περιγράμματός τους αναπτύσσοντας τις αντιρρήσεις τους με την θέση των εφεσειόντων πως δεν παραβιάστηκε η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Προέχει η ενασχόλησή μας με τον τρίτο λόγο έφεσης, του οποίου το αμφισβητήθηκε το παραδεκτό της προβολής του. Συμφωνούμε με τους συνηγόρους της εφεσίβλητης πως ο τρίτος λόγος έφεσης είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορρίπτεται. Δεν μπορεί να αποτελεί παραδεκτό λόγο έφεσης η παράλειψη ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τις απόψεις των καθ’ ων η αίτηση στην προσφυγή, με τις οποίες υπερασπίστηκαν την συνταγματικότητα του επίδικου νομοθετήματος σε σχέση με ξεχωριστό λόγο ακυρώσεως, αυτόν της παράβασης των συνταγματικών αρχών της διάκρισης των εξουσιών και της διασφάλισης της ανεξαρτησίας των δικαστών.

 

Από τη στιγμή που το Δικαστήριο επιλήφθηκε ενός λόγου ακυρώσεως και έκρινε την αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών προνοιών που είχαν εφαρμοστεί προς έκδοση της επίδικης στην προσφυγή απόφασης, λόγω παράβασης του Άρθρου 158(3) του Συντάγματος, αντικείμενο της έφεσης δεν μπορεί να είναι άλλο από την ορθότητα της δικαστικής απόφασης επί του κριθέντος  ζητήματος. Θα πρέπει να σημειωθεί, ως συναφές με το επιχείρημα των εφεσειόντων, πως το γεγονός ότι το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος διά των απαγορευτικών του προνοιών σε σχέση με τους όρους υπηρεσίας των δικαστών, αποσκοπεί στην διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών, είναι ζήτημα άσχετο με την παράβαση των απαγορεύσεων που αυτό επιβάλλει και δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί το ρητό και ξεκάθαρο γράμμα του Συντάγματος, κατ’ επίκληση της κατ’ ισχυρισμό μη απόκλισης του νομοθέτη από τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη.

 

Προχωρούμε στην εξέταση του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης, οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί ως απόλυτα συναφείς.

 

Το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος απαγορεύει την μεταβολή προς το δυσμενέστερο της αντιμισθίας και των όρων υπηρεσίας των δικαστών, ως ακολούθως:

 

«ΑΡΘΡΟΝ 158

[…]

3. Νόμος θέλει προβλέψει περί της αντιμισθίας και των άλλων όρων υπηρεσίας των δικαστών κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ιδρυθησομένων δικαστηρίων. Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού, δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμό αυτού».

 

Το άρθρο 8 του Ν. 216(Ι)/2012, το οποίο κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αντισυνταγματικό, είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εξής:

«8. Οποιοδήποτε εφάπαξ ποσό ή φιλοδώρημα έχει κερδηθεί με υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά και καταβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου, υπόκειται στην επιβολή φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.»

 

Κανένας από τους δύο λόγους έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει. Είναι φανερό πως το εφάπαξ ποσό που θα δικαιούτο η εφεσείουσα να της αποδοθεί δεν θα μπορούσε να είναι μικρότερο από αυτό που όριζαν οι διατάξεις της νομοθεσίας κατά τον διορισμό της. Κατά τον διορισμό της εφεσείουσας στη θέση δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το εφάπαξ ποσό κατά την αφυπηρέτησή της εξαιρείτο του φόρου εισοδήματος. Με το επίμαχο άρθρο 8 του Ν.216(Ι)/2012, οριζόταν πως αυτό θα φορολογείτο, με αποτέλεσμα να έχει εισπράξει το ποσό του εφάπαξ φιλοδωρήματός της μειωμένο, λόγω της υπολογισθείσας αποκοπής από την νομοθετημένη μετά τον διορισμό της φορολόγηση. Τούτο κατά παράβαση του Άρθρου 158(3) του Συντάγματος, το οποίο θα πρέπει να διαβάζεται ως σύνολο. Ο νομοθέτης δύναται μεν να προβλέψει με νόμο  τους όρους υπηρεσίας των δικαστών, όμως αυτοί δεν μπορούν να  μεταβληθούν προς το δυσμενέστερο γι’ αυτούς μετά τον διορισμό τους.

 

Η εφεσίβλητη δικαιούτο κατά την αφυπηρέτησή της να λάβει το εφάπαξ ποσό απαλλαγμένο από τον φόρο εισοδήματος, ως είχε νομοθετικά ρυθμιστεί πριν τον διορισμό της και ίσχυε και κατά τη λήψη της απόφασης για τον δικό της διορισμό.

 

Το άρθρο 8(ζ) του περί της Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου του 1961 (Ν.58/1961), ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τη λήψη της απόφασης διορισμού της εφεσίβλητης την 15/11/2002   είχε ως ακολούθως κατά τον διορισμό της εφεσίβλητης:

 

«8. Απαλλάσονται του φόρου-

[…]

(ζ) οιονδήποτε κατ' αποκοπήν καθοριζόμενον ποσόν το οποίον λαμβάνεται εφ άπαξ υπό τύπον φιλοδωρήματος επί αφυπηρετήσει, μετατροπής συντάξεως, φιλοδωρήματος λόγω θανάτου ή ως εφ’ άπαξ αποζημίωσις λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης.» [1]

Η ευνοϊκή αυτή διάταξη που ίσχυε κατά τον διορισμό της εφεσίβλητης στη θέση δικαστή το 2002,  δεν θα μπορούσε πλέον για την ίδια να τροποποιείτο προς το δυσμενέστερο, είτε με μείωση του εφάπαξ ποσού, είτε λόγω αλλαγής του τρόπου υπολογισμού του, είτε λόγω αποκοπής ποσού από αυτό, είτε με φορολόγησή του, όπως έγινε με το επίδικο άρθρο 8 του Ν. 216(Ι)/2012.

 

Ορθά αποφασίστηκε πρωτόδικα, ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους εφεσείοντες σε ό,τι αφορά τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), άρθρο 8(3), [2] δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί, καθότι η διάταξη του εν λόγω νόμου, που παραπέμπει στον τρόπου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την επιφύλαξη υπέρ της υπεροχής των όσων προβλέπονται στις συνταγματικές διατάξεις, που υπερισχύουν κάθε αντίθετης ρύθμισης.

 

Αυτό που προέχει είναι κατά πρώτον η τήρηση των απαγορευτικών διατάξεων του Συντάγματος και κατά δεύτερον η ρύθμιση που γίνεται από το νομοθέτη να βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια. Οποιαδήποτε ρύθμιση εκτείνεται πέραν των ορίων αυτών, παραβιάζει το Σύνταγμα και είναι αντισυνταγματική. Τέτοια ήταν η ρύθμιση του επίδικου άρθρου 8 του Ν. 216(Ι)/2012, που μείωνε το εφάπαξ ποσό που νομοθετήθηκε πως θα λάμβανε η εφεσίβλητη κατά την αφυπηρέτησή της, διά της φορολόγησής του. Ορθά κρίθηκε ως εκ τούτου πρωτόδικα, πως τα άρθρα 8 και 13Α του Ν. 216(Ι)/2012 παραβίαζαν το Άρθρο 158(3) του Συντάγματος.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κανένας από τους λόγους έφεσης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η έφεση απορρίπτεται με €4.000  έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων.

 

                          Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

    Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.

/μσ



[1]   Σημειώνεται ότι οι περί της Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμοι 1961-2002 καταργήθηκαν με τον περί της Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο (Ν.118(Ι)/2002), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 1/1/2003.  H εν λόγω πρόνοια στον νέο νόμο προβλέπεται στο άρθρο 8(9).

 

[2] Το άρθρο 8(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) προβλέπει ότι: «Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και του παρόντος Νόμου, η σύνταξη, χορήγημα ή άλλο παρόμοιο ωφέλημα που καταβάλλεται σε δικαστή κατά την αφυπηρέτηση του καθώς και η σύνταξη που καταβάλλεται στη χήρα και τα τέκνα δικαστή, θα ρυθμίζονται από τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο που αφορά τις συντάξεις των μελών της δημόσιας υπηρεσίας της Δημοκρατίας.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο