ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Αναφορικά με το Άρθρο 140 του Συντάγματος
(ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΡ. 4/2026)
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ,
Καθ’ ης η αίτηση.
______________________
Γνωμάτευση κατά πόσο ο Νόμος με τίτλο «Ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» είναι αντίθετος και ασύμφωνος με τα Άρθρα 1Α, 23, 30, 61, 152, 169 και 179 του Συντάγματος, καθώς και με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
______________________
Β. Χριστοφόρου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ και Χρ. Χριστοδούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Αιτητή.
Μ. Καλογήρου για Χρ. Τριανταφυλλίδης ΔΕΠΕ, για την Καθ’ ης η αίτηση.
____________________
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η Γνωμάτευση μας είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.
____________________
Γ Ν Ω Μ Α Τ Ε Υ Σ Η
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Ο υπό Αναφορά Νόμος επιχειρεί να τροποποιήσει τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, ως εξής:
«Το άρθρο 53 του βασικού νόμου τροποποιείται με την αντικατάσταση στην επιφύλαξη αυτού, του σημείου της τελείας με το σημείο της άνω και κάτω τελείας και την προσθήκη, αμέσως μετά, της ακόλουθης νέας επιφύλαξης:
Νοείται περαιτέρω ότι, από την … (i) του 2026, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Νόμου, οποιαδήποτε εν ισχύι εγγραφή δικαστικής απόφασης που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, η οποία βρίσκεται σε κατεχόμενες περιοχές στη Δημοκρατία λόγω της τουρκικής εισβολής, καθίσταται άκυρη και αποσύρεται από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο.
Το εδάφιο (1) του άρθρου 56 του βασικού νόμου τροποποιείται με την αντικατάσταση, στο τέλος αυτού, του σημείου της άνω και κάτω τελείας με το σημείο της τελείας και τη διαγραφή της επιφύλαξης αυτού».
Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Δημοκρατίας οι συνταγματικές παραβιάσεις εστιάζονται:
· Στο Άρθρο 30 του Συντάγματος (του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας που περιλαμβάνει και την αποτελεσματική εκτέλεση της δικαστικής απόφασης).
· Στο Άρθρο 23 του Συντάγματος (του δικαιώματος στην περιουσία).
· Στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών (Άρθρα 61 και 152 του Συντάγματος), αφού σύμφωνα με τον Αιτητή, η γενική και αυτοδίκαιη διαγραφή εννόμων συνεπειών που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις παραβιάζει την ως άνω αρχή αφού αποτελεί άμεση επέμβαση της Νομοθετικής στη Δικαστική εξουσία.
Πάντοτε βεβαίως είναι σχετικό και το Άρθρο 179 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο Νόμο και πως δεν δύναται νόμος να είναι αντίθετος ή ασύμφωνος προς οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος.
Συναφώς, προβάλλονται επίσης θέσεις για παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει σθεναρά πως καμιά συνταγματική εκτροπή δεν παρατηρείται, τονίζοντας παράλληλα τον κοινωνικό σκοπό που έχει η επιχειρούμενη τροποποίηση.
Το Άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (από τώρα και στο εξής το «Κεφάλαιο 6») με τίτλο «Εγγραφή δικαστικής απόφασης» αφορά την δυνατότητα του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, «αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο», μ’ αυτό τον τρόπο «να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του …., εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους».
Σημειώνεται επίσης ότι στο Άρθρο 53 του Κεφ. 6, με τροποποιήσεις που συνετελέσθηκαν με τους Νόμους 9(Ι)/2024 και 128(Ι)/2025, περιλαμβάνεται η εξής επιφύλαξη:
«Νοείται ότι, δεν δύναται να διενεργηθεί εγγραφή δικαστικής αποφάσεως στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη, η οποία βρίσκεται σε κατεχόμενες περιοχές στη Δημοκρατία λόγω της τουρκικής εισβολής.»
Οφείλουμε πρωτίστως να παρατηρήσουμε αυτό που η νομολογία μας σαφώς και διαχρονικά έχει εδραιώσει. Δεν αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου συνταγματικότητας να εξετάσει τα κίνητρα ή τους σκοπούς του Νομοθέτη.
Όπως αναφέρθηκε στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4) (1994) 3 Α.Α.Δ. 167:
«Όπως επισημάναμε στην απόφασή μας της 28/2/94 (απόφαση πλειοψηφίας),
".... Το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος προσδιορίζει ως αποκλειστικό αντικείμενο κάθε Αναφοράς τη συνταγματικότητα του νόμου ή της απόφασης ή ορισμένης διάταξης αυτών η οποία αναφέρεται για τη γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το πεδίο ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και αποφάσεων, ή μέρους αυτών που αναφέρονται στο Ανώτατο Δικαστήριο, περιορίζεται εξ αντικειμένου στη διαπίστωση κατά πόσο υπάρχει ή όχι σύγκρουση μεταξύ των προνοιών του ελεγχόμενου νόμου ή αποφάσεως και των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος, καθώς και της αρχής της διάκρισης των Εξουσιών. Αυτό επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Οι λόγοι που οδήγησαν το νομοθέτη στη θέσπιση του νόμου, δεν ελέγχονται ούτε αποτελούν μέσο διαπίστωσης ή ελέγχου της συνταγματικότητάς τους. Η σκοπιμότητα και η σοφία των προνοιών του νόμου εκφεύγουν του συνταγματικού ελέγχου....".»
(βλ., επίσης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 10) (2017) 3 Α.Α.Δ. 513 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 2/24, ημερ. 5.2.2025)
Εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων.
Είναι πρόσφορο να ξεκινήσουμε την Γνωμάτευση μας εξετάζοντας την προτεινόμενη ασυμβατότητα του υπ’ Αναφορά Νόμου με τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών και με τα Άρθρα 61 και 152 του Συντάγματος.
Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αν και δεν κατονομάζεται στο Σύνταγμα μας ως τέτοια, στην ουσία και στο περιεχόμενό του, διέπεται, μάλιστα κατά αυστηρό τρόπο, από την αρχή αυτή.
Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 2/2017, ημερ. 5.2.2018, αναφέρθηκε:
«… η διάκριση των εξουσιών είναι όχι μόνο διάχυτη στο συνταγματικό στερέωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά έχει πλειστάκις αναγνωρισθεί και επιβεβαιωθεί ως η αναγκαία υποστήλωση αυτής τούτης της πολιτειακής λειτουργίας, (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (2009) 3 Α.Α.Δ. 23 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 3/2014, ημερ. 31.10.2014). Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών απαγορεύει και αποκλείει την άσκηση ή την ανάληψη εξουσίας εκτός της σφαίρας της αντίστοιχης αρμοδιότητας εκάστης εκ των τριών πολιτειακών εξουσίων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (1994) 3 Α.Α.Δ. 93)».
Δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία πως η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή εν παντί θέματι, δυνάμει του Άρθρου 61 του Συντάγματος. Όπως, όμως, ευρέως έχει νομολογηθεί, η εξουσία αυτή δεν είναι απεριόριστη αφού δέον να ασκείται τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και στην προκειμένη περίπτωση με σεβασμό στα όρια της δικαστικής εξουσίας, όπως καθορίζεται και στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Σίγουρα δε, δεν υφίσταται δυνατότητα να χρησιμοποιείται με τρόπο που να οδηγεί σε ακύρωση ή παραμερισμό ή εξουδετέρωση εννόμων συνεπειών από την άσκηση της δικαστικής εξουσίας (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 1/20, ημερ. 5.10.2021 και Diagoras Development v. National Bank (1985) 1 C.L.R. 581).
Θυμίζουμε το αυτονόητο. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης είναι μέτρο εκτέλεσης και συνεπώς διασφάλισης της «ολοκλήρωσης» ή της «πραγμάτωσης» προηγηθείσας δικαστικής κρίσης. Αυτό που επιχειρεί ο Νομοθέτης είναι να επέμβει – εκ των υστέρων – σε υφιστάμενα εν πολλοίς έννομα αποτελέσματα που έχουν δημιουργηθεί με έρεισμα την προηγηθείσα δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω, θα προσθέταμε πως η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δεν περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα των σχέσεων των διαδίκων, αλλά εγείρει ύψιστο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον άπτεται του κύρους και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών (βλ. Χρίστος Χριστοφόρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου (2008) 1 Α.Α.Δ. 708, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μαρίας Κωνσταντίνου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1034 και Δήμητρας Γεωργιάδου ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 127/2011, ημερ. 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:D99).
Συνεπώς τίθεται ευλόγως το ερώτημα:
Η εκ των υστέρων ακύρωση εγγραφών δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων στις κατεχόμενες περιοχές, ως εν προκειμένω, δεν αποτελεί νομοθετική επέμβαση ώστε να εξαλειφθούν τα αποτελέσματα που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις;
Κρίνουμε πως αυτό επιχειρείται με τον υπ’ Αναφορά Νόμο και ως εκ τούτου είναι η κατάληξη μας πως παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Εμμέσως σχετική με την πιο πάνω διαπίστωση παραβίασης είναι και η εισήγηση για παραβίαση του Άρθρου 30,[1] το οποίο είναι το άρθρο που κατοχυρώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας και ταυτίζεται με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Βεβαίως και πάλι είναι τα Δικαστήρια που είναι οι θεματοφύλακες του δικαιώματος κάθε πολίτη να έχει αποτελεσματική έννομη προστασία.
Δεν μπορεί να τύχει αμφισβήτησης πως η εγγραφή δικαστικής απόφασης, ως ένα νομοθετημένο μέσο εκτέλεσης, τυγχάνει δικαστικής προστασίας. Συνεπώς η εκ των υστέρων διαγραφή της εγγραφής αυτής – όπως επιχειρείται – πλήττει την ίδια την αποτελεσματικότητα της δικαστικής απόφασης, αφού της αφαιρεί τα έννομα αποτελέσματα της.
Στην Hornsby v. Greece, App. No. 18357/91, ημερ. 19.3.1997, το (τότε) ΕΔΔΑ αποφάσισε τα εξής:
«Execution of a judgment given by any court must therefore be regarded as an intergral part of the ‘trial’ for the purposes of Article 6.»
(βλ., επίσης, Burdov v. Russia, App. No. 59498/00, ημερ. 7.5.2002 και Kural v. Turkiye, App. No. 84388/17, ημερ. 19.3.2024).
Σαφώς, ο υπ’ Αναφορά Νόμος, δεν περιορίζει τις ρυθμίσεις του σε δικονομικά ζητήματα εκτέλεσης για το μέλλον αλλά προβλέπει γενικά πως εγγραφές δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων στις κατεχόμενες περιοχές καθίστανται άκυρες.
Συνεπώς διαπιστώνεται και παραβίαση του Άρθρου 30.
Εν όψει των πιο πάνω θεωρήσεων μας δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν οι λοιπές πτυχές αντισυνταγματικότητας που προβάλλονται.
Είναι λοιπόν η Γνωμάτευση μας πως ο υπ’ Αναφορά Νόμος αντίκειται και είναι ασύμφωνος προς το Σύνταγμα καθότι παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τα Άρθρα 30 και 179 του Συντάγματος.
Η Γνωμάτευση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων σύμφωνα με το Άρθρο 140.2 του Συντάγματος.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/ΕΑΠ.
[1] ΄Αρθρο 30 του Συντάγματος
1. Εις ουδένα δύναται ν’ απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.
2. Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.
Αι αποφάσεις των δικαστηρίων δέον να είναι ητιολογημέναι και ν’ απαγγέλλωνται εν δημοσία συνεδριάσει, πλην όμως ο τύπος και το κοινόν δύνανται ν’ αποκλεισθώσιν εξ ολοκλήρου ή μέρους της δίκης τη αποφάσει του δικαστηρίου, οσάκις απαιτή τούτο το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή των δημοσίων ηθών ή το συμφέρον των ανηλίκων ή η προστασία της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων ή υπό ειδικάς συνθήκας, καθ’ ας κατά την κρίσιν του δικαστηρίου η δημοσιότης θα ηδύνατο να επηρεάσει δυσμενώς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
3. Έκαστος έχει το δικαίωμα:
(α) να πληροφορηθή τους λόγους, δι’ ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου,
(β) να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή διά την προπαρασκευήν τούτων,
(γ) να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω,
(δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει,
(ε) να έχει δωρεάν συμπαράστασιν διερμηνέως, εφ’ όσον δεν δύναται να κατανοή ή ομιλή την εν τω δικαστηρίω χρησιμοποιουμένην γλώσσαν.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο