ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ ΚΑΝΤΟΥΝΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑ, Αίτηση Αρ. 8/2026, 30/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ ΚΑΝΤΟΥΝΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑ, Αίτηση Αρ. 8/2026, 30/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(Γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64

 

(Αίτηση Αρ. 8/2026)

 

30 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΛΙΑΤΣΟΣ Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022 (Ν.33/1964)

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023,

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ ΚΑΝΤΟΥΝΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 153/2020

 

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗ ΚΑΝΤΟΥΝΑ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 84/2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΙΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 153/2020 ΚΑΙ 84/2022, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.05.2026

 

________________________

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

 

 

 

Αλ. Λυκούργου (κα) για Κ. Καντούνας για Κ. Καντούνας ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές 1 και 2 και Αλ. Λυκούργου (κα), προσωπικά, για την Αιτήτρια 2.

Θ. Πιπερή, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ ης η Αίτηση Κυπριακή Δημοκρατία.

Α. Παπαμιχαήλ (κα),  Σ. Παφίτης, Α. Αυξεντίου και Π. Επιφανίου (κα) για Αιμιλιανίδης, Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Καθ΄ης η Αίτηση Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου.

Μ. Χριστοφή (κα) και Ε. Γεωργίου για Ηλίας Νεοκλέους ΔΕΠΕ, για την Καθ΄ ης η Αίτηση Mahema Ltd.

Α. Χαραλάμπους (κα) και Μ. Κωνσταντή (κα) για Μ. Κυριακίδης ΔΕΠΕ, για τον Καθ΄ ου η Αίτηση Δήμος Αγίας Νάπας.

 

____________________

 

 

ΛΙΑΤΣΟΣ, Π:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.:  Το επίδικο ζήτημα, στην υπό κρίση αίτηση, συνίσταται στο κατά πόσον, από την απόφαση του Εφετείου, προκύπτουν νομικά θέματα, τα οποία συναρτώνται: (i) με την ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης, (ii) με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων κατά την υπ’ αυτού ενασκουμένη αναθεωρητική δικαιοδοσία και, τέλος, (iii) με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, ώστε να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, στη βάση του άρθρου 9(2)(γ) [1] του περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμου του 1964 (Ν.33/64 – στο εξής «ο Νόμος»).

 

   Η ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη βάση του πιο πάνω άρθρου του Νόμου και η προς τούτο παροχή άδειας, αφορά αποκλειστικά στις περιοριστικά καθορισμένες από τον  Νόμο περιπτώσεις (βλ. Αίτηση 10/24, ημερ. 19.7.2024 και  Αίτηση αρ. 3/23, ημερ. 20.11.2023, ECLI:CY:AD:2023:D33).

 

   Κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί ότι η  παροχή άδειας στη βάση του προαναφερθέντος άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της απόφασης του Εφετείου. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του πιο πάνω άρθρου, αντικριζόμενου, υπό το πρίσμα της συνταγματικής υπόστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. Αίτηση 10/24, ανωτέρω). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Αρ. Αιτ. 2/2023, ημερ. 31.1.2024:

 

«Το Άρθρο 9(2)(γ) είναι ιδιαίτερου χαρακτήρα ….. η δικαιοδοσία που παρέχεται από το πιο πάνω Άρθρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της εγγενούς ιδιότητας και της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Έργο του οποίου, εξ ορισμού, είναι ο καθορισμός και η διαμόρφωση αρχών δικαίου. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντάς του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου, καλούμενο να κρίνει επί όλου του φάσματος τη δευτεροβάθμια απόφαση.»

 

 

Στο στάδιο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η σύντομη παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης.

 

Οι Αιτητές, με την αίτηση ακύρωσης, αμφισβητούσαν τη νομιμότητα της απόφασης του Κράτους να προβεί: (i) στον διαχωρισμό κρατικής γης, από τον οποίο προέκυψε συγκεκριμένο ακίνητο (τεμάχιο 555), το οποίο βρίσκεται σε όμορη θέση προς το τεμάχιό τους και (ii) στην ανταλλαγή του τεμαχίου, αρ. 555, με εκκλησιαστική γη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του, ημερ. 21.09.2020,  απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση της προσφυγής με αρ. 1/2016 και, επίσης, με απόφαση του,  ημερ. 03.05.2022,  απέρριψε την  αίτηση ακύρωσης, ως απαράδεκτη, καθότι κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του. 

 

Οι πιο πάνω αποφάσεις αποτέλεσαν το αντικείμενο των εφέσεων με αρ.153/20 και 84/22, οι οποίες συνεκδικάστηκαν ενόψει του γεγονότος ότι στρέφονταν εναντίον αποφάσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο εκδίκασης της ίδιας προσφυγής.

 

Το Εφετείο, απορρίπτοντας τις εφέσεις που καταχωρίστηκαν εναντίον της πιο πάνω απόφασης, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ο διαχωρισμός κρατικής γης αποτελεί περίπτωση «… αμιγούς διαχείρισης κρατικής περιουσίας, δηλαδή απόφασης του Κράτους ενεργούντος ως fiscus, κατά τα επεξηγηθέντα στη Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων (1992) 1 ΑΑΔ 882, ενώ η περίπτωση της ανταλλαγής κρατικής περιουσίας με ιδιώτη στο αυστηρό πλαίσιο για σκοπό της παροχής μέρους της οφειλόμενης αποζημίωσης, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω, εμπίπτει στον ίδιο κανόνα…». 

 

   Έχουμε εξετάσει το σύνολο των θέσεων που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, στις οποίες θα αναφερθούμε ειδικότερα κατά το μέτρο που τούτο κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση των ζητημάτων που τίθενται προς κρίση.

 

Εισήγηση ότι υφίσταται ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης

 

Ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών, ότι υφίσταται ανάγκη ορθής ερμηνείας των Άρθρων 23 και 146 του Συντάγματος και των άρθρων 2 και 20 επόμενα του περί  Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν. 90/72), καθώς και το άρθρο 2, στην έκταση που ερμηνεύει τον όρο «ακίνητη ιδιοκτησία» του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224).  Ως προβλήθηκε, ο λόγος που απαιτείται ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων εστιάζεται στον ορθό χαρακτηρισμό μιας διοικητικής απόφασης ως πράξης δημοσίου δικαίου, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της εκτελεστής διοικητικής πράξης και, ως εκ τούτου, υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας από το Διοικητικό Δικαστήριο. Ως αναφέρθηκε, η απόφαση ότι οι προσβαλλόμενες διοικητικές αποφάσεις εντάσσονται στο ιδιωτικό δίκαιο παραγνωρίζει κρίσιμες νομικές παραμέτρους. Ειδικότερα, παραγνωρίστηκε ότι τα επίδικα ζητήματα αφορούν στην τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας και ότι οι αιτητές, ως ιδιοκτήτες γειτονικής ακίνητης ιδιοκτησίας, πλήττονται από την ανάπτυξη της κρατικής γης.  Συνεπώς, κατά τη θέση τους, κρίσιμο ζήτημα προς επίλυση είναι κατά πόσον το Κράτος, προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρέωση του για καταβολή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος τεμαχίου, δύναται να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία του ως ιδιώτης και όχι ως δημόσια αρχή και κατά πόσον, ενεργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, απαλλάσσεται από την υποχρέωση τήρησης της αυστηρής πολεοδομικής νομοθεσίας.

 

   Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αναφορικά με την Αίτηση αρ. 3/23 (ανωτέρω), ως προς την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, «…η σχετική αίτηση για παροχή άδειας, πάντα κατ΄ ακολουθίαν της ως άνω πρώτης επιφύλαξης, θα πρέπει να εμπεριέχει την υπό αναφορά ουσιαστική νομοθετική διάταξη, που χρήζει ερμηνείας, τον προσδιορισμό του λάθους και τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την ερμηνεία από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο».

 

   Εν προκειμένω, ως ορθά υποδεικνύουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση, το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των προαναφερθεισών  διατάξεων του Συντάγματος και των Νόμων. Εκείνο που ουσιαστικά έπραξε ήταν να εφαρμόσει την πάγια νομολογία που διέπει το συγκεκριμένο ζήτημα, καταλήγοντας ότι οι προσβαλλόμενες, με την αίτηση ακύρωσης, πράξεις εκπίπτουν από τη σφαίρα του δημοσίου διακαίου.

 

  Δεν ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής νοµοθετικής διατάξεως υπό την έννοια της αβεβαιότητας ή ασάφειας των υπό αναφορά διατάξεων του Συντάγματος και των Νόμων (βλ. απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αρ.2/23 (ανωτέρω)).

 

   Υπό τις περιστάσεις, ακόμη και ενδεχόμενη εσφαλμένη εφαρμογή δεν εγείρει θέμα αμφισβήτησης της ορθής ερμηνείας που δόθηκε.  Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται, για τον προβαλλόμενο αυτό λόγο, παρεμβολή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

 

Το εγερθέν ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου

 

Ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι, από την απόφαση του Εφετείου, ανακύπτει ζήτημα ουσιώδους απόκλισης από την πάγια διαμορφωμένη νομολογία ως προς το κριτήριο διάκρισης μεταξύ των αποφάσεων της διοίκησης δημοσίου χαρακτήρα και αποφάσεων ιδιωτικού χαρακτήρα. Ως αναφέρεται, «Παρά τις αναφορές σε πάγια σχετική νομολογία, εντούτοις, η εφαρμογή των κριτηρίων στην προκείμενη περίπτωση παρεκκλίνει από τις καθιερωμένες αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί με συνέπεια επί σειρά ετών.».

 

   Όπως, κατ’ επανάληψη, έχει νομολογηθεί, η  αίτηση προς παροχή άδειας θα πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τα νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και τα οποία συναρτώνται με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων και αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου. Όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω λόγου για παροχή άδειας, η σχετική αίτηση θα πρέπει να εξειδικεύει, με καταγραφή λεπτομερειών, τις συγκρουόμενες ή αντιφατικές αποφάσεις δευτεροβάθµιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. Αίτηση αρ. 3/2023 (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, τέτοια εξειδίκευση ελλείπει.

 

   Πέραν τούτου, στην υπό εξέταση περίπτωση, το Εφετείο αναφέρθηκε στη νομολογία που διέπει το συγκεκριμένο ζήτημα και ειδικότερα στις αποφάσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Aρχής Λιμένων (1992) 1 ΑΑΔ 882, Δημοκρατία v. Τόκα (1995) 3 ΑΑΔ 218, Ζέμπασιης κ.ά v Δημοκρατίας, Α.Ε. 136/07, ημερ. 20.7.2010, καθώς και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ALLISON FASHION LTD v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 28/20, ημερ. 12.5.25, στην οποία επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων,  ότι «Κατά τη νομολογία, σύγχρονη και παλαιότερη - πλην όμως σταθερή - το πεδίο του δημοσίου δικαίου διακρίνεται από εκείνο του ιδιωτικού, αναλόγως του σκοπού στον οποίο αποβλέπει να προάγει η εκάστοτε νομοθεσία, αλλά και του ενδιαφέροντος του κοινού στην αφορώσα λειτουργία».

 

  Οι αιτητές, παρά το ότι αναγνωρίζουν ότι το Εφετείο αναφέρθηκε στην πάγια σχετική νομολογία, ισχυρίζονται πως η εφαρμογή των κριτηρίων στην προκείμενη περίπτωση παρεκκλίνει από τις καθιερωμένες αρχές. Η θέση αυτή υποδεικνύει ότι το παράπονο τους, κατ’ ουσία, αφορά τον τρόπο εφαρμογής των υφιστάμενων νομολογιακών αρχών στα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης και όχι την ύπαρξη συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.

 

 Εν προκειμένω, το Εφετείο δεν διαμόρφωσε νέα αρχή δικαίου αντίθετη προς την υφιστάμενη νομολογία, αλλά εφάρμοσε τις ήδη διαμορφωμένες νομολογιακές αρχές στα δεδομένα της υπόθεσης. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθµιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.

 

   Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές, μέσα από τη νομολογία του, ότι, στο πλαίσιο αίτησης για παροχή άδειας δυνάμει του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η εν λόγω διάταξη.

 

   Για τους λόγους που εξηγηθήκαν δεν στοιχειοθετείται, για τους σκοπούς του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, νομικό θέμα συναρτώμενο με συγκρουόμενες ή αντιφατικές αποφάσεις δευτεροβάθµιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.  Συνεπώς, δεν συντρέχει η σχετική προϋπόθεση ώστε να παρασχεθεί άδεια.

 

 

Εισήγηση ότι υφίσταται μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας

 

Οι αιτητές προβάλλουν ότι, εν προκειμένω, υφίσταται μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, ουσιαστικά, για δύο λόγους:

 

Κατά πρώτον, η σημασία του εντοπισμού του ορθού κριτηρίου για τη διάκριση μεταξύ αποφάσεων της Διοίκησης, οι οποίες εντάσσονται στη σφαίρα του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, δεν περιορίζονται στο ατομικό συμφέρον των αιτητών.  Ο εσφαλμένος δε εντοπισμός του κριτηρίου αυτού και ο συνακόλουθος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του Άρθρου 146 του Συντάγματος επιτρέπει στο Κράτος να διαφεύγει του δικαστικού ελέγχου, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του ακυρωτικού ελέγχου και περιορίζει το δικαίωμα στην πρόσβαση στο Δικαστήριο και τη δικαστική προστασία.

 

Κατά δεύτερον, ενόψει έρευνας που διεξήχθη από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς (στο εξής «η Αρχή»), η οποία έκρινε ότι η επίδικη ανταλλαγή κρατικής γης δεν αποτέλεσε προϊόν νόμιμης διοικητικής λειτουργίας, αλλά, αντιθέτως, υπήρξε το αποτέλεσμα παράνομων αποφάσεων και πράξεων. Συνεπώς, ως προβάλλεται, τα επίδικα ζητήματα υπερβαίνουν τα όρια μιας ατομικής διαφοράς.

 

   Κατά το άρθρο 9(2)(γ) του Νόμου, από την απόφαση του Εφετείου θα πρέπει να ανακύπτουν νομικά ζητήματα τα οποία συναρτώνται είτε με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος είτε με ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας. Πρόκειται, συνεπώς, για δύο διαζευκτικές προβλεπόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή οποιασδήποτε εκ των οποίων αρκεί για την πλήρωση του σχετικού νομοθετικού κριτηρίου.

 

   Οι έννοιες του μείζονος ζητήματος δημοσίου συμφέροντος και του ζητήματος γενικής δημόσιας σημασίας, ως αναφέρθηκε, είναι διακριτές, έστω και αν ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται. Ειδικότερα, κάθε μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ενέχει, εκ της φύσεως και της αυξημένης βαρύτητάς του, διάσταση γενικής δημόσιας σημασίας. Δεν ισχύει,  όμως, κατ’ ανάγκην το αντίστροφο, αφού ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας δεν συνιστά, άνευ ετέρου, μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος.

 

   Το «μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος» συναρτάται με τη φύση και τη βαρύτητα του διακυβευόμενου δημοσίου συμφέροντος.

 

   Αντιθέτως, ως ζήτημα  «γενικής δημόσιας σημασίας» νοείται εκείνο του οποίου η σημασία υπερβαίνει τα στενά όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης, στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτει. Πρόκειται, κατά κανόνα, για ζήτημα που αφορά ή επηρεάζει το κοινό ευρύτερα ή σημαντικό μέρος αυτού. Η σχετική κρίση προϋποθέτει αξιολόγηση της ευρύτερης εμβέλειάς του ζητήματος περιλαμβανομένων τυχόν συνεπειών ή επιπτώσεων που δύναται να έχει πέραν της συγκεκριμένης διαφοράς.

 

    Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεγάτες ΔΕΠΕ, αρ. 16/24, ημερ. 5.2.25, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, παραχωρώντας σχετική άδεια, επισήμανε ότι  «… δικαιολογείται η παρεμβολή του … προς καθορισμό της φύσης των πράξεων του Συμβουλίου ως Εποπτικής Αρχής υπό το πρίσμα και εν τη εννοία των Άρθρων 2 και 59(ε) του Νόμου [2]  και του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Κατά προέκταση, το όλο θέμα συνιστά και ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, δεδομένου ότι αφορά το σύνολο των μελών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και, ιδίως, αφού άπτεται του δικαιώματος παροχής ένδικου μέσου προς αμφισβήτηση καταδίκης και ποινής που επιβάλλεται από το Συμβούλιο».

 

   Στην Αίτηση 3/23 (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι «…η σχετική αίτηση για παροχή άδειας θα πρέπει να συγκεκριμενοποιεί τέτοιας μορφής ζήτημα και να τεκμηριώνει το σημαντικό του δημοσίου συμφέροντος και το γενικό της δημόσιας σημασίας του, σε συνάρτηση με τα γεγονότα και τη νομική πτυχή της υπόθεσης».

  

   Τα κριτήρια, βάσει των οποίων προσδιορίζεται κατά πόσον πράξη της Διοίκησης εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία, στην οποία γίνεται αναφορά και από το Εφετείο. Οι ίδιοι οι Αιτητές αναγνωρίζουν ότι το Εφετείο αναφέρθηκε στην πάγια επί του ζητήματος νομολογία. Το παράπονό τους, ως αναφέθηκε, εστιάζεται, ωστόσο, στον τρόπο εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων από το Εφετείο, ο οποίος, κατά τη θέση τους, αποκλίνει από τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές.

   Η δε επίκληση των ευρύτερων συνεπειών που, κατά τους Αιτητές, απορρέουν από την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων, ως προς το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 146 του Συντάγματος, την έκταση του ακυρωτικού ελέγχου και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, δεν μεταβάλλει τη φύση του εγειρόμενου ζητήματος. Αυτό εξακολουθεί να αφορά την εφαρμογή παγίως διαμορφωμένων νομολογιακών αρχών στα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης και όχι τον προσδιορισμό ή την αποσαφήνιση του εφαρμοστέου νομικού κριτηρίου.

 

   Η παροχή άδειας, ως προαναφέραμε, βάσει του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνδρομή των προβλεπόμενων σε αυτό προϋποθέσεων και δεν συναρτάται με την ορθότητα ή μη της απόφασης του Εφετείου, η οποία δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, αυτοτελές κριτήριο για τη χορήγηση της.

 

   Αναφορικά δε με την επίκληση, από τους Αιτητές, του πορίσματος της Αρχής, τούτο δεν αρκεί για την πλήρωση της συγκεκριμένης προϋπόθεσής  του άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου. Το γεγονός ότι τα περιστατικά της υπόθεσης αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της Αρχής και ενδέχεται, ως εκ τούτου, να προσλαμβάνουν ευρύτερη δημόσια διάσταση, δεν μετατρέπει το επίδικο ζήτημα σε νομικό θέμα μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας. Εκείνο που απαιτείται είναι να προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου συγκεκριμένο νομικό θέμα, το οποίο να συναρτάται με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας. Τέτοια συνάφεια δεν καταδεικνύεται. Συνεπώς, δεν συντρέχει η συγκεκριμένη προϋπόθεση για την παροχή άδειας.

 

   Η αίτηση συνιστά, κατ’ ουσίαν, συγκεκαλυμμένη έφεση, δια της οποίας επιδιώκεται ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Εφετείου, ζήτημα που εκφεύγει του δικαιοδοτικού μας πλαισίου.

 

Κατάληξη

Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με € 3.500 έξοδα εναντίον των Αιτητών. 

 

 

 

 

 

                                                               

Α.Ρ. Λιάτσος, Π.

 

Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

 

Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.

 

                                                     

Στ. Χατζηγιάννη, Δ.

                                                              

Τ. Καρακάννα, Δ.

 

                                                               Η. Γεωργίου, Δ.

 

                                                                   Μ. Καλλιγέρου, Δ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/μσ     



[1] «( 2) Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγµατικό ∆ικαστήριο έχει- ….

 

(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθµό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της ∆ηµοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουµένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νοµικών θεµάτων προκυπτόντων την απόφαση του ∆ιοικητικού Εφετείου, τα οποία συναρτώνται µε τη διαφοροποίηση πάγιας νοµολογίας ή µε την ανάγκη ορθής ερµηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νοµοθετικής διατάξεως, ή µε µείζον ζήτηµα δηµοσίου συµφέροντος ή γενικής δηµόσιας σηµασίας ή µε ζήτηµα συνοχής του δικαίου επί συγκρουοµένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθµιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας:

 

Νοείται ότι, η συµφώνως των πιο πάνω, υποβαλλοµένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την απόφαση του ∆ιοικητικού Εφετείου νοµικά θέµατα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα αυτήν, προκειµένου το Ανώτατο Συνταγµατικό ∆ικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει ή όχι την απαιτούµενη άδεια:

 

 Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, η απόφαση του ∆ιοικητικού Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγµατικού ∆ικαστηρίου·».

 

[2]. Πρόκειται για τον περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007( Ν. 188(1)/2007).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο