ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(΄Εφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 151/2021)
5 Οκτωβρίου, 2026
[Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ.]
DIASTASIS F.M. LIMITED
Εφεσείουσα,
και
ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εφεσίβλητης.
----------------
Γ. Τριλλίδης και Μ. Πέτρου (κα), για Πολάκης Σαρρής & Σία ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα
Χρ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη
----------------------
Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ. Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσουν οι Δικαστές Τ. Οικονόμου και Τ. Καρακάννα.
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
Τ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.Δ.: Η υπό κρίση έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή αρ. 249/2018.
Η προσφυγή αφορούσε τη νομιμότητα της απόφασης της εφεσίβλητης, καθ' ης η αίτηση στην προσφυγή, ημερομηνίας 22.11.2017, με την οποία η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη παράβασης των προνοιών του ΄Αρθρου 26 (1) (ε) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου, Ν. 7(Ι/1998 και των Κανονισμών 21 (3) και 28 (1) των περί Ραδιοφωνικώ και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Μετά την καταδίκη η εφεσίβλητη επικαλούμενη τις πρόνοιες του Άρθρου 3(2)(ζ) του Νόμου, επέβαλε στην εφεσείουσα διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους, €1.500. Η καταδίκη αφορούσε τη μετάδοση της εκπομπής "Activistas", όπως αυτή μεταδόθηκε τη 27.04.2017 από τον Ραδιοφωνικό Οργανισμό "107.4 ACTIVE".
Το δικαστήριο αφού εξέτασε τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον του, απόρριψε την προσφυγή. Η εφεσείουσα, αμφισβήτησε την πιο πάνω κατάληξη, με ένα λόγο έφεσης, που αφορά το δικαίωμα της για προφορική ακρόαση ενώπιον του διοικητικού οργάνου.
Κατά την ακρόαση της έφεσης θέσαμε στα εμπλεκόμενα μέρη ένα ζήτημα, που είχαμε εντοπίσει κατά τη μελέτη της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, κατά πόσο οι νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων εδράζεται η επίδικη διοικητική κύρωση ήτοι, το Άρθρο 26(1) του Νόμου και οι Κανονισμοί 21 (3) και 28 (1) της Κ.Δ.Π. 10/2000, δημιουργούν διοικητικό παράπτωμα. Θέσαμε προς προβληματισμό κατά πόσο εφαρμόζεται, εν προκειμένω, η αρχή, nullum crimen, nulla poena sine lege stricta et certa και κατ’ επέκταση κατά πόσο θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτεπάγγελτα το ζήτημα, εφόσον δεν είχε τεθεί και ή συζητηθεί στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 249/2018.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε, με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, ότι πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης και ως τέτοιο μπορεί να εξετασθεί από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα. Οι νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων στηρίχθηκε η διοικητική κύρωση, δεν καθιστούν, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του, τις επίδικες ενέργειες αδίκημα και κατ’ επέκταση η εφεσίβλητη ενήργησε εκτός των αρμοδιοτήτων της.
Εκ μέρους της εφεσίβλητης υποβλήθηκε η αντίθετη άποψη. Προωθήθηκε η θέση ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου το διοικητικό όργανο ενήργησε εκτός του θεσμικού του πεδίου, οι οποίες μπορούν να εξετασθούν από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, αλλά στις «... περιπτώσεις σύνθετης ερμηνευτικής αμφισβήτησης ως προς το εύρος ήδη παρεχόμενης κανονιστικής και κυρωτικής αρμοδιότητας». Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στις πρόνοιες του Άρθρου 41Α(1) του Νόμου, εισηγούμενος ότι το εν λόγω Άρθρο θεσπίζει «γενική κυρωτική εξουσία» και ότι «... η μεταγενέστερη ειδικότερη απαρίθμηση δεν δύναται να αναιρέσει ή να περιορίσει τη γενική εξουσιοδοτική διατύπωση που προηγείται». Πρόσθεσε δε, με αναφορά στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Cantoni v. France, Appl. No. 17862/91, 11.11.1996, ότι η αρχή της νομιμότητας και της προβλεψιμότητας δεν απαιτεί, «απόλυτη και εξαντλητική τυποποίηση κάθε μορφής απαγορευμένης συμπεριφοράς».
Το πρώτο θέμα που θα μας απασχολήσει, καθηκόντως, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο νομιμοποιείται να εξετάσει με δική του πρωτοβουλία το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και δεν απασχόλησε το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής. Το Δικαστήριο, με βάση τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, κέκτηται εξουσίας να εξετάσει αυτεπάγγελτα ζητήματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα, εάν κρίνει ότι αυτά αφορούν θέματα δημόσιας τάξης. Ως τέτοια, η νομολογία έχει μέχρι σήμερα αναγνωρίσει εκείνα που αφορούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και επομένως το παραδεκτό της προσφυγής (το εμπρόθεσμο, την εκτελεστότητα και το έννομο συμφέρον) και την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση, χωρίς όμως να αποκλείει την επέκταση τους (βλέπετε Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (1995) (Αρ.1) 3 Α.Α.Δ. 255 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 349).
΄Οπως αναφέρθηκε σχετικά στην απόφαση Sigma Radio TV v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 3 ΑΑΔ 130:
« ... η αυτεπάγγελτη εξέταση είναι το αποτέλεσμα εσωτερικής δικαστικής λειτουργίας επί δεδομένων που το ίδιο το Δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιολογούν, για σκοπούς δημόσιας τάξης, ανάπτυξη δικής του πρωτοβουλίας όταν τα μέρη δεν περιέλαβαν σχετικό σημείο στο θεσμικά οριοθετημένο πλαίσιο της προσφυγής. Δεν μπορεί ποτέ να είναι το αντικείμενο αιτήματος ώστε να επιβάλλεται δικαστική απάντηση στον αιτούντα. Τα μέρη διατηρούν ωστόσο τη δυνατότητα να επιχειρήσουν να κινήσουν το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου σε σχέση με το οποιοδήποτε ζήτημα δημόσιας τάξης».
Η δημόσια τάξη είναι εκείνη η οποία καθιερώνεται από το Σύνταγμα και το Νόμο, απόρροια της νόμω κρατούσας Πολιτείας.
Το υπό κρίση ζήτημα αφορά θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου, την αρχή της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Αποτελεί βασική αρχή για μια ευνομούμενη πολιτεία ότι « ... οι φορείς της δημόσιας εξουσίας κατά την άσκηση της δραστηριότητατας τους δεν αρκεί μόνο, όπως οι ιδιώτες, να μη παραβιάζουν τον νόμο, αλλά επιπλέον, για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε πράξη τους πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη διάταξη νόμου που τους επιτρέπει να ενεργήσουν με το συγκεκριμένο τρόπο» (βλέπετε σύγγραμμα Α. Σ. Γεωργιάδη «Τί είναι δίκαιο. Η νομική επιστήμη για όλους» σελ. 89).
Η πιο πάνω θεμελιώδης αρχή αντανακλάται στα Άρθρα 8 και 17(1) και (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999[1].
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί μια ειδικότερη έκφανση της αρχής της νομιμότητας, ενώ αμφότερες οι πιο πάνω αρχές αποτελούν εκφάνσεις, τις πλέον ουσιώδεις, του κράτους δικαίου.
Το υπό κρίση ζήτημα αφορά την αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου να επιβάλει κυρώσεις και κατ’ επέκταση τη νομιμότητα της εν λόγω πράξης. Η αρμοδιότητα είναι άμεση απόρροια της αρχής της νομιμότητας που είναι εν προκειμένω άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Σχετική είναι και η πιο κάτω παραπομπή από το Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Ε. Π. Σπηλιωτόπουλου και Β.Θ.Κονδύλη, τόμος 1, 16η έκδοση, σελίδα 169:
«Η έννοια της αρμοδιότητας είναι άμεση απόρροια της νομιμότητας δεδομένου ότι προβλέπονται ή επιτρέπονται από τους κανόνες δικαίου που την διέπουν (...) και συνεπώς τα διοικητικά όργαν μπορούν να εκδίδουν νομίμως διοικητικές πράξεις.»
Η αρμοδιότητα του οργάνου ήδη αναγνωρίζεται από τη νομολογία μας ως ένα από τα θέματα που το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει με δική του πρωτοβουλία, ως ζήτημα δημόσιας τάξης (βλέπετε Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 ΑΑΔ 314).
Καταλήγουμε, υπό τις περιστάσεις, ότι παρίσταται δυνατότητα και δικαιολογείται η εξέταση, αυτεπαγγέλτως, του υπό αναφορά ζητήματος.
Ως αναφέρουμε ανωτέρω, η εφεσείουσα κρίθηκε ένοχη παράβασης των προνοιών του Άρθρου 26 (1) (ε) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου, Ν. 7(Ι/1998 και των Κανονισμών 21 (3) και 28 (1) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Η εφεσίβλητη επικαλούμενη τις πρόνοιες του Άρθρου 3(2)(ζ) του Νόμου, της επέβαλε διοικητικό πρόστιμο.
Το Άρθρο 26 (1) (ε) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου, Ν. 7(Ι)/1998, (στο εξής «ο Νόμος») προβλέπει ότι:
«26 (1)Οι εκπομπές κάθε αδειούχου τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού οργανισμού πρέπει να διέπονται από τις αρχές-
[...]
(ε) του σεβασμού της προσωπικότητας, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου του ατόμου».
Οι Κανονισμοί 21 (3) και 28 (1) της Κ.Δ.Π. 10/2000 προβλέπουν τα ακόλουθα:
«21 (3) Οι σταθμοί υποχρεούνται όπως σ' όλες τις εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) διασφαλίζουν σεβασμό προς την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό βίο, την επαγγελματική, επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου μεταδίδεται από σταθμό ή γίνεται αναφορά ή μεταδίδονται γι' αυτό στοιχεία τέτοια που οδηγούν στην αναγνώριση της ταυτότητας του. Η πιο πάνω υποχρέωση επεκτείνεται αναφορικά με κάθε άτομο ή την εικόνα γενικά του ανθρώπου ως ατόμου ή μέλους ομάδας.
..................................
28 (1) Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται σε εκπομπή απολαύουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς».
Οι επίδικες κυρώσεις επιβλήθηκαν κατ’ επίκληση των προνοιών του Άρθρου 3(2) του Νόμου. Το εν λόγω Άρθρο δίδει το δικαίωμα στη διοίκηση, μεταξύ άλλων να:
«[…]
(ζ) επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ ΧΙΑ του παρόντος Νόμου·»
Το ΜΕΡΟΣ ΧΙΑ του Νόμου, στο οποίο παραπέμπει το Άρθρο 3(2)(ζ) του Νόμου και συγκεκριμένα το Άρθρο 41Α(1), ρυθμίζει το θέμα της επιβολής κυρώσεων. Το παραθέτουμε αυτούσιο, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο:
«41Α. (1) Η Αρχή επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους για παράβαση των διατάξειων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, και ειδικότερα για παράβαση:
(α) Του κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας όπως αυτός καθορίζεται σε Κανονισμούς έπειτα από σχετική αίτηση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας·
(β) του κώδικα διαφημίσεων, μηνυμάτων τηλεαγοράς και προγραμμάτων χορηγίας, όπως αυτός καθορίζεται σε Κανονισμούς·
(γ) των διατάξεων των άρθρων 29 και 30·
(δ) των διατάξεων του Άρθρου 44 που αφορούν στο δικαίωμα απάντησης του παρόντος Νόμου·
(ε) των όρων της άδειας·
(στ) των διατάξεων του Άρθρου 24 για την καταβολή οποιωνδήποτε τελών επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου·
(στ) εγκυκλίων, οδηγιών ή συστάσεων που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του Άρθρου 3 του παρόντος Νόμου.»
Διαπιστώνουμε ότι στο Άρθρο 41Α(1) γίνεται ρητή αναφορά στα Άρθρα 29, 30, 44 και 24 του Νόμου, όχι όμως στο Άρθρο 26, επί του οποίου στηρίχθηκε η καταδίκη της εφεσείουσας. Στην ίδια επισήμανση προβαίνουμε και σε σχέση με τους Κανονισμούς. Στο εν λόγω Άρθρο γίνεται ρητή αναφορά σε αριθμό Κανονισμών, όχι όμως στην Κ.Δ.Π. 10/2000.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι στο Άρθρο 3(2)(γ) του Νόμου γίνεται αναφορά στο Άρθρο 26, παρατηρούμε όμως ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια δίδει εξουσία στο διοικητικό όργανο να:-
«(γ) εξετάζει αυτεπάγγελτα ή μετά από παραστάσεις ζητήματα σχετικά με την τήρηση των αρχών που καθορίζονται στο Άρθρο 26, καθώς και παραβάσεις που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 29 και 30».
Επισημαίνουμε ότι ο νομοθέτης στη συγκεκριμένη διάταξη, ήτοι στο Άρθρο 3(2)(γ) του Νόμου, διακρίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 26 από τις πρόνοιες των Άρθρων 29 και 30. Περιγράφει τις πρόνοιες του Άρθρου 26 ως «αρχές», ενώ τις πρόνοιες των Άρθρων 29 και 30, ως «παραβάσεις».
Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι τόσο στις πρόνοιες του Άρθρου 26(1) όσο και στις πρόνοιες των δύο υπό κρίση Κανονισμών δεν περιλαμβάνεται η λέξη ‘απαγορεύεται’ ή κάποιος άλλος όρος ή φράση που να συνάδει με τη δημιουργία διοικητικού παραπτώματος, ενώ ο όρος «απαγορεύεται» και συνώνυμοι όροι αυτού όπως «οφείλουν» και «υποχρεούνται» χρησιμοποιούνται σε πληθώρα Άρθρων του Νόμου και σε Κανονισμούς της ΚΔΠ 10/2000. Εξετάζοντας τα πραναφερθέντα Άρθρα και Κανονισμούς καθίσταται πασίδηλη η πρόθεση του νομοθέτη να κατατάξει τις συμπεριφορές που περιγράφονται στις εν λόγω διατάξεις, στην κατηγορία των διοικητικών παραπτωμάτων.
Παραπέμπουμε ενδεικτικά στον Κανονισμό 28, που αποτελεί μια εκ των διατάξεων επί της οποίας εδράζονται οι επίδικες κυρώσεις. Η διοίκηση βάσισε την καταδίκη στο εδάφιον 1 του εν λόγω Κανονισμού, προσεκτική μελέτη όμως του συγκεκριμένου Κανονισμού στην ολότητα του, καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης εξειδικεύει ποιές ενέργειες, που αφορούν πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται σε εκπομπή, είναι καταδικαστέες και υπόκεινται σε κυρώσεις χρησιμοποιώντας όρους σαφείς, όπως είναι η λέξη «απαγορεύεται». Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της κρίσης μας:
«28 (1) Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται σε εκπομπή απολαύουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς
(2) Απαγορεύεται η αλλοίωση των απόψεων και θέσεων που εκφράζονται σε εκπομπή με την αλλαγή της σειράς των ερωτήσεων και απαντήσεων, τη χρησιμοποίηση ηχητικών και οπτικών τεχνασμάτων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
(3) Οι φιλοξενούμενοι σε εκπομπές αντιμετωπίζονται με τρόπο δίκαιο και αντικειμενικό. Οι πιο κάτω πληροφορίες τίθενται εκ των προτέρων υπόψη των φιλοξενουμένων: [...]».
Η αρχή της νομιμότητας της διοικήσεως επιβάλλει ότι η διοίκηση δρα αποκλειστικά βάσει κανόνων δικαίου. Προτού ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής κυρώσεων, χρειάζεται ρητή παραχώρηση εξουσίας από το νομοθέτη. Επιτρέπεται η επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται παράβασης συγκεκριμένης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης.
Το Άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εμπεριέχει την αρχή ότι μόνο ο νόμος μπορεί να ορίσει ένα αδίκημα και να προβλέψει ποινή, nullum crimen, nulla poene sine lege, καθώς και την αρχή ότι ο νόμος δεν επιτρέπεται να ερμηνεύεται επεκτατικά. Το αδίκημα πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια στο νόμο (βλέπετε απόφαση ΕΔΑΔ Kononov κατά Λετονίας, 36376/04, 17.05.2010). To πιο πάνω Άρθρο περιλαμβάνει και τον καταλογισμό διοικητικών κυρώσεων, που έχουν ποινικό χαρακτήρα, κατά την «αυτόνομη έννοια», ως αυτή εκφράζεται στην απόφαση του ΕΔΑΔ Engel and Others v. the Netherlands, 8 June 1976, §81 και 85, Series A no. 22 (βλέπετε σχετικά Ιωάννου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ΕΔΔ 55/2021, ημερομηνίας 7.09.2026).
Μια κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη βάση (βλέπετε αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Maizena Gesellschaft mbH v. Bundesanstalt fur landwirtschaftliche Marktordnung (BALM), C-137/85, ημερομηνίας 18.11.1987 και Belgisch Interventie – en Restitutiebureau v. SGS Belgium NV a.o., C-367/09, ημερομηνίας 28.10.2010). Στην απόφαση C-367/09 (ανωτέρω) και συγκεκριμένα στην παράγραφο 61, επισημαίνεται ότι: -
«61. Μια κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνον αν στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση [...]».
Όπως είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε σε πρόσφατη απόφαση μας, Ιωάννου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω), όπου αναλύουμε τις αρχές που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα:-
« ... Η αρχή της ασφάλειας δικαίου, επιβάλλει όπως οι διατάξεις που επιβάλλουν κυρώσεις είναι σαφείς και προβλέψιμες ώστε ο επηρεαζόμενος πολίτης να είναι σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες που πηγάζουν από αυτές.
[ ...]
Σε μια δημοκρατική πολιτεία είναι πολύ σημαντικό οι πολίτες να γνωρίζουν τί ακριβώς επιτρέπεται και τί απαγορεύεται από το δίκαιο, ώστε να προσαρμόζουν σε αυτό τη συμπεριφορά τους (βλέπετε σύγγραμμα Α. Σ. Γεωργιάδη «Τί είναι δίκαιο. Η νομική επιστήμη για όλους», σελίδα 80)».
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει:
«... αφενός, να είναι οι κανόνες δικαίου σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή τους να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις. Ειδικότερα, η εν λόγω αρχή απαιτεί να παρέχει η κανονιστική ρύθμιση τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει και να είναι σε θέση να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (Βλέπετε αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-504/19, σκέψη 51, C‑180/18, C‑286/18 και C‑287/18, σκέψεις 29 και 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)».
Εκ μέρους της εφεσίβλητης προβλήθηκε η θέση, με αναφορά στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Cantoni v. France, (ανωτέρω) ότι, « ... η αρχή της νομιμότητας και της προβλεψιμότητας δεν απαιτεί πάντοτε απόλυτη και εξαντλητική τυποποίηση κάθε μορφής απαγορευμένης συμπεριφοράς, ιδίως σε εξειδικευμένα κανονιστικά και επαγγελματικά πεδία».
Ασπαζόμαστε την πιο πάνω θέση. Είναι γεγονός ότι η πιο πάνω αρχή δεν εμποδίζει το νομοθέτη, κατά τη θέσπιση του νόμου, να θέσει ένα γενικό νομικό πλαίσιο και να χρησιμοποιήσει αφηρημένες νομικές έννοιες, εφόσον θα ήταν αδύνατο να εξειδικευθούν όλες οι περιπτώσεις, στις οποίες ο νόμος ενδέχεται να έχει εφαρμογή εκ των προτέρων. Ο νόμος δεν χρειάζεται να είναι απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ερμηνευτική αμφιβολία, πρέπει όμως να είναι αρκούντως σαφής, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον επηρεαζόμενο πολίτη να αντιληφθεί, όχι κατ’ ανάγκη με βεβαιότητα, αλλά σε εύλογο βαθμό, κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά καλύπτεται ή όχι από τις πρόνοιες του νόμου. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-541/20 έως C-555/20, Λιθουανία κ.λ.π. ν. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα). Παραθέτουμε αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα:
«159. Πλην όμως, οι ως άνω απαιτήσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στον ενωσιακό νομοθέτη να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο κανόνα τον οποίο θεσπίζει, αφηρημένες νομικές έννοιες, ούτε ότι επιβάλλεται να αναφέρει ένας τέτοιος αφηρημένος κανόνας τις διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να έχει εφαρμογή, εφόσον όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι αδύνατον να καθοριστούν εκ των προτέρων από τον νομοθέτη (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 224 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
160. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο η νομοθετική πράξη να διευκρινίζει η ίδια τεχνικά ζητήματα, δεδομένου ότι ο ενωσιακός νομοθέτης μπορεί κάλλιστα να θέσει ένα γενικό νομικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξειδικευθεί εν συνεχεία (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2019, Planta Tabak,C-220/17, EU:C:2019:76, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
161. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι μια νομοθετική πράξη παρέχει περιθώριο εκτιμήσεως στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της δεν σημαίνει, αυτό και μόνον, ότι δεν τηρείται η απαίτηση προβλεψιμότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η έκταση και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας αυτής καθορίζονται με επαρκή σαφήνεια, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, ώστε να εξασφαλίζεται προσήκουσα προστασία κατά της αυθαιρεσίας (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 224 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).»
Στην ιδίαν γραμμή είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ). Καθοδηγητική επί τούτου είναι η απόφαση CASE OF THE SUNDAY TIMES v. THE UNITED KINGDOM, Application no. 6538/74, 26 Απριλίου 1979.
Η υπό κρίση πρόνοια όμως δεν εμπίπτει στην κατηγορία των νομοθετημάτων που ο νομοθέτης επέλεξε να διατυπώσει με γενικό τρόπο, καθότι θα ήταν αδύνατο να τις εξειδικεύσει, δίδοντας στη διοίκηση περιθώριο εκτίμησης ως προς την εφαρμογή της. Ο νομοθέτης εν προκειμένω τόσο στο Νόμο όσο και στη ΚΔΠ 10/2000 καθόρισε, χρησιμοποιώντας σχετική ορολογία, ποιες ενέργειες των παρόχων οπτικοακουστικών μέσων είναι απαγορεύμενες με τρόπο σαφή και ρητό. Αντίθετα, στην περίπτωση του Άρθρου 26(1) περιορίστηκε σε διακήρυξη αρχών και όχι σε θεσμοθέτηση αδικημάτων. Η αντιδιαστολή είναι φανερή. Ο νόμος, ως προαναφέραμε, δεν επιτρέπεται να ερμηνεύεται με τρόπο επεκτατικό για να καλύψει περιπτώσεις που ο ίδιος ο νομοθέτης επέλεξε να μη συμπεριλάβει στη νομοθεσία.
Η απόφαση Cantoni v. France (ανωτέρω), την οποία επικαλείται η εφεσίβλητη, καμία εφαρμογή δεν έχει στην υπό κρίση υπόθεση. Στην Cantoni το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επανέλαβε την αρχή ότι ο νόμος πρέπει να είναι προβλέψιμος σε εύλογο βαθμό και ότι ο εύλογος βαθμός προβλεψιμότητας κρίνεται κατά περίπτωση. Οι επιταγές ενός νόμου μπορεί να θεωρηθούν «προβλέψιμες» ακόμη και στην περίπτωση που ο επηρεαζόμενος χρειάζεται να λάβει νομική συμβουλή, για να τις αντιληφθεί.
Στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει θέμα διατύπωσης της υπό κρίσης διάταξης με τρόπο γενικό ώστε να τίθεται ζήτημα αμφιβολίας ως προς την εφαρμογή της και κατ’ επέκταση θέμα προβλεψιμότητας και αναζήτησης νομικής συμβουλής. Στην υπό κρίση διάταξη ο νομοθέτης, ως προαναφέραμε, καθορίζει με τρόπο σαφή και ρητό τις περιπτώσεις για τις οποίες η διοίκηση δύναται να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις, στις οποίες όμως δεν συμπεριέλαβε τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις επί των οποίων εδράζεται η επίδικη κύρωση.
Έχουμε υπόψη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντέννα Λτδ, (2012) 3 ΑΑΔ 451, στην οποία κρίθηκε ότι η επιβολή κυρώσεων βάσει του Άρθρου 26(1) του Νόμου, ήταν υπό τις περιστάσεις νόμιμη. Παρατηρούμε ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το πρωταρχικό θέμα που θέσαμε αυτεπάγγελτα στην υπό κρίση περίπτωση, ήτοι την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της νομιμότητας. Εκλαμβάνοντας ως δεδομένο τέτοιο υπόβαθρο, εξέτασε ζήτημα σαφούς ή μη ερμηνείας των σχετικών διατάξεων. Ενόψει τούτου η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για το υπό κρίση ζήτημα.
Καταλήγουμε ότι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, στην παρούσα υπόθεση, ήταν παράνομη, έγινε εκτός του θεσμικού πλαισίου της διοίκησης, κατά παράβαση των αρχών της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, όπως τις αναλύσαμε ανωτέρω.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας, που είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης, με την οποία ανατρέπεται η πρωτόδικη απόφαση και ακυρώνεται η επίδικη διοικητική πράξη, δεν κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε το λόγο έφεσης, που αφορά το δικαίωμα ακρόασης.
Η έφεση γίνεται δεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της διαταγής ως προς τα έξοδα, παραμερίζεται. Επιδικάζονται €4.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, πρωτοδίκως και κατ΄έφεση, υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
[1] 8.-(1) Οι δραστηριότητες της διοίκησης προσδιορίζονται και περιορίζονται από το εκάστοτε ισχύον δίκαιο.
(2) Οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν τα όρια και την έκταση της εξουσίας της διοίκησης υπαγορεύονται από το Σύνταγμα, τους τυπικούς νόμους και τις κανονιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή άλλων διοικητικών οργάνων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση νόμου.
17.-(1) Το διοικητικό όργανο που εκδίδει μια πράξη πρέπει να είναι αρμόδιο καθ' ύλην κατά τόπο και κατά χρόνο.
(2) Η αρμοδιότητα ενός διοικητικού οργάνου καθορίζεται από το Σύνταγμα ή από το νόμο ή από κανονιστική ή διοικητική πράξη που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο