ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
(Αναφορά Αρ. 3/2026)
20 Οκτωβρίου, 2026.
[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,
ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 140 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Αιτητής
v.
ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ,
Καθ΄ ης η αίτηση.
____________________
Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τον Αιτητή.
Α. Χρίστου (κα) και Α. Χρίστου Γιασεμή (κα), για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, για την Καθ΄ ης η Αίτηση.
____________________
Η Γνωμάτευση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη
και θα δοθεί από τον Λιάτσο, Π.
Γ Ν Ω Μ Α Τ Ε Υ Σ Η
ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Με την παρούσα Αναφορά επιζητείται η γνωμάτευση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά πόσο «Ο περί της Συγκρισιμότητας των Τελών, της Αλλαγής Λογαριασμού Πληρωμών και της Πρόσβασης σε Λογαριασμούς Πληρωμών από τις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμος του 2026», (ο Νόμος, ο υπό Αναφορά Νόμος), βρίσκεται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνος με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών από την οποία διαπνέεται το Σύνταγμα της Δημοκρατίας, τα Άρθρα 52 και 56 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), την Οδηγία 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και τα Άρθρα 25, 26, 28, 35, 61 και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο υπό Αναφορά Νόμος διαβιβάστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, την 20.3.2026, για έκδοση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δυνάμει του Άρθρου 52 του Συντάγματος. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον ανέπεμψε, στις 3.4.2026, προς επανεξέταση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ασκώντας τις εξουσίες που του χορηγούνται, δυνάμει του Άρθρου 51.1 του Συντάγματος. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, στις 6.4.2026, αφού επανεξέτασε τον πιο πάνω Νόμο, αποφάσισε να εμμείνει στην προηγούμενη θέση της. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε το δικαίωμα της Αναφοράς στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ως ορίζεται από το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος.
Με τον υπό Αναφορά Νόμο, ουσιαστικά αντιγράφονται οι πρόνοιες του «περί της Συγκρισιμότητας των Τελών, της Αλλαγής Λογαριασμού Πληρωμών και της Πρόσβασης σε Λογαριασμούς Πληρωμών Νόμου του 2017», Ν. 64(Ι)/2017, ο οποίος μετέφερε στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία (ΕΕ) 2014/92 και καλύπτει μόνο τους καταναλωτές, ήτοι:
«…κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα·»
Με τον υπό Αναφορά Νόμο επεκτείνεται η εφαρμογή και στους «επιχειρηματικούς πελάτες», όρος, που, όπως ορίζεται από το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου, σημαίνει:
«… πολύ μικρή επιχείρηση, η οποία απασχολεί λιγότερους από δέκα (10) εργαζομένους και της οποίας ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια ευρώ (€2.000.000), όπως ορίζεται στη Σύσταση 2003/361/ΕΚ, και περιλαμβάνει …..».
Οι, κατά το Νόμο, υπόχρεοι είναι τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΑΠΙ) που λειτουργούν στη Δημοκρατία.
Ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής του υπό Αναφορά Νόμου καθορίζονται από το Άρθρο 3, σύμφωνα με το οποίο:
«3(1) Ο παρών Νόμος θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη διαφάνεια και τη συγκρισιμότητα των τελών που χρεώνονται στους επιχειρηματικούς πελάτες για τους λογαριασμούς πληρωμών τους, καθώς και κανόνες αναφορικά με την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών εντός της Δημοκρατίας.
(2) Ο παρών Νόμος ορίζει επίσης το πλαίσιο στο οποίο διασφαλίζεται το δικαίωμα των επιχειρηματικών πελατών για το άνοιγμα και τη χρήση λογαριασμών πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά.
(3) ……..»
Ο υπό Αναφορά Νόμος υποχρεώνει, μέσα από σειρά διατάξεών του τα ΑΠΙ να παρέχουν στους επιχειρηματικούς πελάτες, μεταξύ άλλων, δελτίο πληροφόρησης περί τελών πριν από τη σύναψη σύμβασης, δήλωση τελών σε ετήσια βάση, του επιτοκίου του ακάλυπτου χρέους και αναλυτική κατάσταση χρεώσεων που πράγματι επιβλήθηκαν. Προνοεί ακόμη ως προς την κατάρτιση από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καταλόγων αντιπροσωπευτικών υπηρεσιών και έκδοση οδηγιών για τη μορφή και το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων. Καθορίζει επιπρόσθετα τη διασφάλιση από το Υπουργείο Οικονομικών της λειτουργίας ενός τουλάχιστον διαδικτυακού τόπου σύγκρισης τελών, δωρεάν προσβάσιμου. Πέραν τούτων, καθορίζεται η διαδικασία αλλαγής λογαριασμού και κατοχυρώνεται το δικαίωμα των επιχειρηματικών πελατών για μεταφορά του λογαριασμού τους από ένα ΑΠΙ σε άλλο εντός της Δημοκρατίας, μέσω απλοποιημένης διαδικασίας, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Επίσης καθορίζεται το πλαίσιο και κατοχυρώνεται το δικαίωμα κάθε επιχειρηματικού πελάτη να ανοίγει, χωρίς αναίτια καθυστέρηση των ΑΠΙ και να χρησιμοποιεί Λογαριασμό Πληρωμών με Βασικά Χαρακτηριστικά (ΛΠΒΧ) σε ΑΠΙ της Δημοκρατίας. Ο λογαριασμός αυτός επιτρέπει στους επιχειρηματικούς πελάτες να διενεργούν απεριόριστο αριθμό συγκεκριμένων πράξεων και περιλαμβάνει, όπως βασικές υπηρεσίες, π.χ. κατάθεση και ανάληψη μετρητών και εκτέλεση πράξεων πληρωμής, να παρέχονται έναντι «ευλόγου τέλους». Η πρόσβαση δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την αγορά πρόσθετων υπηρεσιών και καθορίζονται περιορισμένοι λόγοι άρνησης ή καταγγελίας. Στον υπό Αναφορά Νόμο ορίζεται ως αρμόδια Αρχή η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς διασφάλισης της εφαρμογής και επιβολής των διατάξεων του. Η Κεντρική Τράπεζα ασκεί εποπτεία και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης του υπό Αναφορά Νόμου και έχει την εξουσία έκδοσης συμπληρωματικών οδηγιών εφαρμογής του.
Θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως αναπτύχθηκε από την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, είναι ότι ο Νόμος, όπως θεσπίσθηκε, εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και, ως εκ τούτου, καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Πέραν τούτου, επικαλείται παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβάλλοντας διάκριση υπέρ των κυπριακών επιχειρήσεων έναντι των προσώπων καταγωγής άλλου κράτους μέλους και παραβίαση της επιχειρηματικής ελευθερίας. Τίθεται επίσης ζήτημα παραβίασης του Άρθρου 25 του Συντάγματος, ήτοι του δικαιώματος άσκησης επαγγέλματος, λόγω της υποχρεωτικής διασφάλισης για τους επιχειρηματικούς πελάτες ανοίγματος και χρήσης ΛΠΒΧ. Κατά ταυτόσημο τρόπο προωθείται και η εισήγηση περί παραβίασης του Άρθρου 26 του Συντάγματος, του δικαιώματος του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», στη βάση ότι μέσα από τις πρόνοιες του υπό Αναφορά Νόμου επιβάλλεται υποχρέωση στα ΑΠΙ παροχής ΛΠΒΧ στους επιχειρηματικούς πελάτες, καθώς επίσης και υποχρέωση επιβολής ευλόγων τελών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πολιτική τους σε σχέση με ποιες δραστηριότητες επιχειρήσεων επιθυμούν να δώσουν πρόσβαση σε λογαριασμούς και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση, αναγνωρίζοντας την εκ του Νόμου «υποχρέωση παροχής ΛΠΒΧ σε όσους το αιτηθούν», προέβαλε ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν επεμβαίνει στον τρόπο λειτουργίας, οργάνωσης ή χρηματοδότησης των ΑΠΙ. Έθεσε ότι ουδεμία διάταξή του σχετίζεται με τις αποφάσεις χορήγησης πίστωσης, τη διαχείριση κινδύνου, την κεφαλαιακή επάρκεια, τα επιτόκια ή τις εμπορικές στρατηγικές επιλογές των ΑΠΙ. Προέβαλε, περαιτέρω, ότι ο Νόμος δεν υπαγορεύει και δεν τροποποιεί οποιαδήποτε πτυχή της τραπεζικής δραστηριότητας. Θεσπίζει κανόνες συμπεριφοράς και ρυθμίζει αποκλειστικά τον τρόπο επικοινωνίας και συναλλαγής των ΑΠΙ με μια συγκεκριμένη κατηγορία πελατών, ήτοι των μικρών επιχειρήσεων. Είναι ταυτόσημος με το Ν. 64(Ι)/2017, επιβάλλοντας στα ΑΠΙ ακριβώς τις ίδιες υποχρεώσεις διαφάνειας, πρόσβασης και αλλαγής λογαριασμού στους επιχειρηματικούς πελάτες. Μοναδική διαφορά είναι ότι ο Ν. 64(Ι)/2017 προστατεύει μόνο τους καταναλωτές. Με τον υπό Αναφορά Νόμο «ουσιαστικά επεκτείνεται η εφαρμογή του Ν. 64(Ι)/2017 και στους επιχειρηματικούς πελάτες».
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ερεύνησε το ενώπιόν του ζήτημα, αντιπαραβάλλοντας τις διατάξεις του κρινόμενου Νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Όπως επαναλάβαμε και στην Αναφορά Αρ. 1/2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (ΑΡ. 3) (2014) 3 ΑΑΔ 487, «τούτο είναι το καθοριστικό στοιχείο ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός Νόμου». Προστίθεται, ακολούθως:
«Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συναρτηθεί ο έλεγχος αυτός με αναφορές σε άλλα νομοθετήματα, στα οποία έγινε μνεία κατά τις αγορεύσεις, ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον πρόκειται για Νόμους των οποίων η συνταγματικότητα δεν έχει κριθεί. Για τον ίδιο λόγο, εκφεύγει του συνταγματικού ελέγχου και η σκοπιμότητα και η σοφία του, υπό Αναφορά, νομοθετήματος.»
Στην πιο πάνω Γνωμάτευση συζητήθηκε σε έκταση η εμβέλεια του δικαιώματος του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», όπως αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος και σε αναφορά με τη διαχρονική ερμηνεία του από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Το υπό συζήτηση δικαίωμα συνδέεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος, που ρυθμίζεται από το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος, αλλά και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνεται από το Άρθρο 23.1 του Συντάγματος.
Ρητά ορίζονται από το ίδιο το Άρθρο 26.1, ως μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που δύνανται να επιβληθούν στην άσκηση του δικαιώματος αυτοί οι οποίοι τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι «Νόμος θέλει προβλέψει δια την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσι ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν».
Το Κράτος μπορεί να παρέμβει ρυθμιστικά, με σχετική νομοθεσία, θεσπίζοντας περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος, νοουμένου ότι οι όποιοι περιορισμοί είναι συμβατοί με τους περιορισμούς που επιτρέπονται από το Άρθρο 26.1. Οι εξαιρέσεις πρέπει να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που το ίδιο το Σύνταγμα επιτρέπει και οι περιορισμοί του δικαιώματος δεν μπορεί να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του.
Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλομένου στην προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης, καθώς και την καταγγελία της. Ο φορέας του δικαιώματος, ήτοι το κάθε άτομο, φυσικό ή νομικό, έχει το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα και να αποφασίσει κατά πόσον θα καταρτίσει ή όχι μια σύμβαση, όπως και με ποιο πρόσωπο, ως αντισυμβαλλόμενο μέρος, θα συμβληθεί. Απόρροια τούτου είναι ότι δεν εξαναγκάζεται κανένας να συνάψει σύμβαση, υποκείμενος σε όρους που δεν συμφωνεί και δεσμευόμενος από αυτούς.
Οι πρόνοιες των Άρθρων 15, 16, 17 και 18(2) του υπό Αναφορά Νόμου, επιβάλλουν την υποχρέωση στα ΑΠΙ παροχής ΛΠΒΧ σε όσους επιχειρηματικούς πελάτες το αιτηθούν, ρυθμίζοντας το εύρος των τελών και δικαιωμάτων και περιορίζοντας το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, παρεμβαίνοντας υπό τις συνθήκες αυτές σε συμβατικές σχέσεις των μερών, υφιστάμενες ή μελλοντικές. Τούτο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οτιδήποτε περαιτέρω και παρά τη γενικότητα του ορισμού «επιχειρηματικός πελάτης» στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου.
Τα ΑΠΙ εξαναγκάζονται σε κατάρτιση συμφωνίας, στην απουσία αξιολόγησης εκ μέρους τους οποιωνδήποτε δεδομένων σε σχέση με τα όσα καλύπτουν το αντισυμβαλλόμενο μέρος, προκειμένου να είναι σε θέση να διαπιστώσουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν ή να προσμετρήσουν οποιονδήποτε άλλο παράγοντα σχετικό με τη συγκεκριμένη φύση της συμφωνίας και την πολιτική τους ως προς τα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρουν.
Περαιτέρω, οι υποχρεωτικοί όροι που εκ του Νόμου επιβάλλονται σε σχέση με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ ΑΠΙ και επιχειρηματικών πελατών, καλύπτουν, οριζόντια, το σύνολο των επιχειρήσεων, ασχέτως οποιουδήποτε άλλου αξιολογικού κριτηρίου, της οικονομικής και επιχειρηματικής τους ευρύτητας. Χωρίς αιτιολογημένη αναφορά και επαρκή αιτιολόγηση ως προς την κατεύθυνση ανάδειξης άμεσης ανάγκης και ως προς το αναλογικά αναγκαίο της ρύθμισης, προκειμένου να επιτευχθεί η προστασία που επιδιώκεται, δεδομένης της καταφανούς επέμβασης στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι.
Στην Γνωμάτευσή μας επί των Αναφορών 11/2016 κ.ά., Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (2017) 3 ΑΑΔ 242, γίνεται εκτεταμένη ανάλυση των παραμέτρων όπου με Νόμο χωρεί περιορισμός συνταγματικού δικαιώματος. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 254, 255 και 256:
«Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο και μόνο που επιτρέπει και για τους λόγους που το ίδιο το Σύνταγμα καθορίζει. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο και στο βαθμό που η ανάγκη το επιβάλλει. Κάθε είδους περιορισμοί που είναι δυνατό να επιβληθούν στα συνταγματικά δικαιώματα, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από νόμο, νοουμένου όμως, ότι υπάρχει επιφύλαξη στο ίδιο το Σύνταγμα υπέρ αυτού. Επιφύλαξη υπέρ του νόμου υπάρχει όταν ο συντακτικός νομοθέτης αναθέτει στον κοινό νομοθέτη τη διαμόρφωση περιορισμών συνταγματικού δικαιώματος. Ο κοινός νομοθέτης δεν είναι ανεξέλεγκτος κατά τη θέσπιση περιορισμών στα συνταγματικά δικαιώματα. Ενεργεί εντός συγκεκριμένων παραμέτρων. Σε αυτό το πλαίσιο ισχύουν οι λεγόμενοι «περιορισμοί των περιορισμών», μεταξύ των οποίων η αρχή της αναλογικότητας και η απαγόρευση καταχρηστικής επιβολής περιορισμών (Α. Δημητρόπουλος «Συνταγματικά Δικαιώματα» σελ. 207).
Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος. Η ανάγκη θα πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Υπό το πρίσμα αυτό, η Βουλή των Αντιπροσώπων υποχρεούται «.. πρώτο, να προσδιορίσει τον τομέα προς το συμφέρον του οποίου γίνεται η επέμβαση. και, δεύτερο, να στοιχειοθετήσει την ανάγκη για την οποία γίνεται η επέμβαση στον προσδιορισθέντα τομέα ή τομείς. .... Για να δικαιολογείται η επέμβαση πρέπει να προκύπτει «πιεστική κοινωνική ανάγκη» ενόψει της οποίας επιβάλλεται να υποχωρήσει το ατομικό δικαίωμα για χάρη του συνόλου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Για την προστασία της από διακριβωθέντα σοβαρό κίνδυνο στους τομείς που εξειδικεύονται στο Άρθρο. ... Η στάθμιση αγαθών φέρει από τη φύση της εγγενείς δυσκολίες. Ενόψει των οποίων παρέχονται λογικά περιθώρια εκτίμησης. Πάντως η θυσία του ενός αγαθού πρέπει να δικαιώνεται από τη διαφύλαξη του άλλου. Κι αυτό με αναφορά στο σκοπό και στη μεταξύ τους αναλογία» (Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ανωτέρω), σελ. 262).
Στα ενώπιόν μας νομοθετήματα, η αιτιολογική έκθεση που τα καλύπτει, ουσιαστικά πανομοιότυπη, καθορίζει ότι σκοπός της θέσπισής τους είναι «. η διασφάλιση της διαφάνειας και η πρόληψη της διαφθοράς .. με την ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων που αφορούν τον έλεγχο που ασκείται σε σχέση με την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων .. («πόθεν έσχες»). Δεν γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, είτε στην Αιτιολογική Έκθεση είτε στο προοίμιο των Νόμων, τα οποία και να τεκμηριώνουν την ανάγκη, ούτε και στοιχειοθετείται, με αναφορά σε οποιοδήποτε από τους τομείς που προβλέπονται, πιεστική κοινωνική ανάγκη, τέτοιας μορφής που να δικαιολογεί, ως ανάλογο μέτρο, την επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος.
Η υποχρέωση για επαρκή αιτιολόγηση και για κατάδειξη άμεσης και πιεστικής ανάγκης - προς τεκμηρίωση της αναλογικότητας μεταξύ ρύθμισης και ανάγκης - καθίστατο απαρέγκλιτα επιτακτική, δεδομένου ότι τα υπό κρίση νομοθετήματα είναι περιοριστικά ανθρώπινου δικαιώματος, ήτοι της ιδιωτικής ζωής. Λαμβανομένου, μάλιστα, περαιτέρω, υπόψη ότι οι σκοπούμενες επεμβάσεις είναι ιδιαιτέρως δραστικές: Καλύπτουν, σωρηδόν, άτομα, χωρίς αιτιολογημένη αναφορά, με μόνο μέτρο (πλην των εξαιρέσεων των Μελών της Αστυνομίας και του Στρατού που συμμετέχουν σε διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων) τη μισθοδοτική κλίμακά τους ή τον βαθμό τους και εκτείνονται σε πρόσωπα πέραν των άμεσα ενδιαφερομένων, ήτοι στους/στις συζύγους και σε ανήλικα τέκνα, επίσης χωρίς οποιοσδήποτε συσχετισμό προς κατάδειξη αναλογικότητας μεταξύ ρύθμισης και ανάγκης.
Θα πρέπει να υπομνησθεί, περαιτέρω, ότι ακόμη και στις περιπτώσεις επιτρεπτής κατ' ακολουθία της παραγράφου 2 του Άρθρου 15 του Συντάγματος ρύθμισης, ο νομοθέτης οφείλει να τεκμηριώσει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Θα πρέπει δηλαδή να θεμελιώσει γιατί κατά την κρίση του η ρύθμιση αυτή είναι «απολύτως αναγκαία» για να επιτευχθεί η προστασία που επιδιώκεται. Η απουσία αιτιολογίας και τεκμηρίωσης του ισχυρισμού ότι η υπό εξέταση ρύθμιση αποτελεί επιτρεπτή ρύθμιση, καθιστά αδύνατο και τον δικαστικό έλεγχο σε σχέση με την αναλογικότητα.»
Στη βάση των πιο πάνω τα υπό Αναφορά Άρθρα 15, 16, 17 και 18(2) κρίνονται ως αντισυνταγματικά, επειδή καταστρατηγούν το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι συνιστούν ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Κατά προέκταση αντίκεινται και στο Άρθρο 179 του Συντάγματος.
Ενόψει των πιο πάνω και κατά πάγια νομολογία, παρέλκει η διερεύνηση των υπολοίπων λόγων που προβάλλονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η διαπίστωσή μας ότι οι βασικές διατάξεις του υπό Αναφορά Νόμου είναι αντισυνταγματικές, αναπόδραστα οδηγεί στην κρίση ότι ο εν λόγω Νόμος στερείται συνοχής και ουσιαστικού περιεχομένου, δεδομένου ότι οι υπόλοιπες διατάξεις του δεν μπορούν να διαχωριστούν και να λειτουργήσουν αυτόνομα, αποσυναρτημένες από τον πυρήνα και το πεδίο εφαρμογής της υπό εξέταση νομοθεσίας.
Η Γνωμάτευση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 140.2 του Συντάγματος.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
ΣΦ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο