ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΝΌΜΟΥ Ν.33/64
(Αίτηση Αρ. 9/2026)
(Τύπος Γ)
15 Οκτωβρίου, 2026
[Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ,
Ν. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΛΕΛΛΟΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΕΠΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΓΙΑ
1) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΙΤΣΕΡΟΥ,
2) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ,
3) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ,
4) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗΣ,
5) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΕΔΙΟΥ,
6) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ,
7) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ,
8)ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ,
ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝΤΑ ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΕΠΗΡΕΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΕΣ/ ΑΙΤΗΤΕΣ/ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 15/2026.
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 ΣΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜΟ 15/2026 («ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ»)
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
Ν. Ιακώβου (κα) με Π. Ευαγόρου (κα) για Λ.Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ, για Αιτητές.
Θ. Πιπερή (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας και Θ. Χατζηλούκας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Μ. Κλεάνθους (κα) με Ε. Πέτρου (κα) και Ν. Νικολαΐδου (κα) ασκούμενη δικηγόρο για Χαβιαράς και Φιλίππου ΔΕΠΕ, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
------------------
Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Λιάτσο, Π.
------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Γενεσιουργός αιτία σειράς δικαστικών διαδικασιών ήταν η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής, ημερ. 24.3.2022, να εγκρίνει την αίτηση για πολεοδομική άδεια και να επιτρέψει τη μεταφορά εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου στα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιτσερού. Το εργοστάσιο λειτουργούσε προηγουμένως στην περιοχή Τσερίου και διαχειρίστρια εταιρεία είναι η PROMETHEAS ASPHALT LTD, ενδιαφερόμενο μέρος.
Η έγκριση της αίτησης για πολεοδομική άδεια πυροδότησε την αντίδραση των κοινοτικών συμβουλίων της γύρω περιοχής. Η αντίδραση εκδηλώθηκε με την καταχώριση προσφυγής, μέσω της οποίας αξίωναν δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη η απόφαση έγκρισης της αίτησης για πολεοδομική άδεια. Τελικά, στις 5.2.2026, πρωτοδίκως, κρίθηκε ότι κανένας από τους λόγους ακύρωσης δεν είχε περιθώριο επιτυχίας και, κατά προέκταση, η προσφυγή απορρίφθηκε.
Ακολούθησε η καταχώριση της Έφεσης υπ’ αρ. 15/2026, στα πλαίσια της οποίας οι Εφεσείοντες-Αιτητές υπέβαλαν, στις 6.3.2026, αίτηση αναστολής εκτέλεσης της προσβληθείσας πολεοδομικής άδειας. Πιο συγκεκριμένα της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής ημερ. 24.3.2022 να εγκρίνει την αίτηση για πολεοδομική άδεια και/ή να επιτρέψει τη μεταφορά εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου στα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιτσερού. Τούτο μέχρι εκδικάσεως της Έφεσης ή, βεβαίως, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Παράλληλα, προωθήθηκε αίτημα προς έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών προς υλοποίηση της προαναφερθείσας άδειας.
Η ενδιάμεση απόφαση του Διοικητικού Εφετείου εκδόθηκε στις 16.6.2026. Ήταν ομόφωνη ως προς την κατάληξη, όχι όμως ως προς το σκεπτικό της. Η Πλειοψηφία έκρινε ότι το Διοικητικό Εφετείο είχε τη δικαιοδοσία αναστολής της εν λόγω πράξης στη βάση του Κανονισμού 41.12(1) των περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2025, αλλά και των συμφυών εξουσιών του. Στη συνέχεια, επί της ουσίας, έκρινε ότι τα υποβληθέντα από τους Εφεσείοντες στοιχεία δεν επαρκούσαν για τεκμηρίωση του ενδεχόμενου «πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον, τουλάχιστον στο επίπεδο της σοβαρής πιθανολόγησης, από τη λειτουργία του επίδικου εργοστασίου». Συνακόλουθα, οδηγήθηκε στην απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης.
Το σκεπτικό της διιστάμενης απόφασης της Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου εδράζεται στη θέση ότι η αναζήτηση αναστολής με προσωρινό διάταγμα της διοικητικής απόφασης ουσιαστικά οδηγούσε στην αναστολή της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, που εν προκειμένω επικύρωσε τη διοικητική απόφαση. Με αναφορά δε στον Κανονισμό 41.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής, κατ’ αναλογίαν στην κατ’ έφεση αναθεωρητική δικαιοδοσία, ως προνοείται από τους περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2025, κατέληξε ότι αίτηση για αναστολή υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.
Είναι το αποτέλεσμα της απόρριψης από την Πλειοψηφία της πιο πάνω αίτησης αναστολής εκτέλεσης, που αποτελεί το υπόβαθρο της υπό συζήτηση ενώπιόν μας Αίτησης. Αξιώνεται η χορήγηση άδειας δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/1964, ως τροποποιήθηκε. Προβλέπει για τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να:
«(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας:»
Τίθεται από την πλευρά των Αιτητών ότι από την ενδιάμεση απόφαση του Διοικητικού Εφετείου προκύπτουν νομικά θέματα τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ειδικότερα από την, ας σημειωθεί, πρωτόδικη απόφαση Κοινότητα Πυργών κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (1991) 4 ΑΑΔ 3498, σε ότι αφορά την ερμηνεία των προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Επιπλέον προωθείται η θέση ότι το Διοικητικό Εφετείο εισήγαγε νέα προϋπόθεση, συμπλέκοντας την πιθανολόγηση ανεπανόρθωτης βλάβης με την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Μάλιστα, χωρίς τούτο να εγερθεί από τα μέρη και να συζητηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, κατά παράβαση προς τις καθιερωμένες αρχές της δίκαιης δίκης. Επικαλούνται επιπρόσθετα ζήτημα μείζονος σημασίας ή δημοσίου συμφέροντος, προωθώντας την εισήγηση ότι η ενδιάμεση απόφαση προσκρούει στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σχετική νομολογία του ΔΕΕ. Τούτο, λόγω, επικαλούμενης, παρεμπόδισης των Αιτητών στη λήψη προσωρινής προστασίας, αλλά και αποτελεσματικής ενάσκησης των δικαιωμάτων τους και δη σε υπόθεση που αφορά περιβαλλοντικές επιπτώσεις και συνέπειες στη ζωή και υγεία των πολιτών.
Τόσο η πλευρά της Δημοκρατίας, όσο και του ενδιαφερόμενου μέρους, εισηγούνται ότι στην Αίτηση δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα νομικά θέματα. Ούτε και οι νομοθετικές/συνταγματικές διατάξεις που συναρτώνται με τη συγκεκριμένη πράξη της Διοίκησης και προκύπτουν από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, επί των οποίων θα κληθεί να αποφασίσει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε περίπτωση που παραχωρηθεί η σχετική άδεια. Κεντρικό πυρήνα των θέσεων τους συνιστά η προσέγγιση ότι δεν τεκμηριώνονται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου, καθότι, τα όσα εγείρουν οι Αιτητές αφορούν ουσιαστικά τη διαφωνία τους με την κρίση του Διοικητικού Εφετείου και αναζήτηση ελέγχου της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 16.6.2026.
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, όπως αυτές αναπτύχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνήγορους μέσα από τις εκτενείς γραπτές τους αγορεύσεις, αλλά και ενώπιόν μας κατά τη συζήτηση της Αίτησης. Προέχει να τονίσουμε ότι η παρούσα περίπτωση αφορά και θα κριθεί στη βάση των διαλαμβανομένων από το Άρθρο 9(2)(γ) του Νόμου και της σχετικής δικαιοδοσίας που παρέχεται στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως έχει νομολογιακά αναπτυχθεί. Κατά συνέπεια τα όσα εκφεύγουν των συγκεκριμένων παραμέτρων και τα οποία καλύπτουν σειρά άλλων πτυχών της μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών δικαστικής διαμάχης δεν πρέπει να απασχολήσουν.
Στις θεμελιακές επί του θέματος της εμβέλειας του Άρθρου 9(2)(γ) αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Σωτηρούλλα Ροτσίδου, Αίτηση για Χορήγηση Άδειας Αρ. 3/2023, ημερ. 20.11.2023 και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Αίτηση για Χορήγηση Άδειας Αρ. 2/2023, ημερ. 31.1.2024, εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου και επιβεβαιώθηκε το αυστηρό πλαίσιο που πρέπει να διέπει το όλο ζήτημα, υπό το πρίσμα της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Σκοπός δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του υπό συζήτηση Άρθρου προϋποθέτει την θεμελίωση νομικών θεμάτων, τα οποία, επιπρόσθετα, να καλύπτουν τις προϋποθέσεις της υπό συζήτηση νομοθετικής διάταξης. Η εναρμόνιση ή μη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου με την κρίση του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι καθοριστική προς ανάληψη δικαιοδοσίας στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ). Είναι αποκλειστικά και μόνο η συνδρομή των προϋποθέσεων του υπό αναφορά Άρθρου που συνιστά τον αποφασιστικό παράγοντα, προκειμένου να είναι η επιτρεπτή η ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου προς παροχή άδειας και εξέτασης, επί της ουσίας, της Αίτησης.
Μετά την υπόμνηση των πιο πάνω αρχών, επανερχόμαστε στα δεδομένα της ενώπιόν μας περίπτωσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την απόφαση της Πλειοψηφίας, εξετάζοντας την Αίτηση υπό το πρίσμα των λόγων που την καλύπτουν. Λόγοι που δεν αφορούν στο ζήτημα της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Εφετείου προς έκδοση διατάγματος αναστολής διοικητικής πράξης.
Είναι η διαπίστωση μας ότι το Δικαστήριο, αποφασίζοντας επί της ουσίας το αίτημα για παροχή προσωρινής προστασίας, προς διαφύλαξη των όποιων μελλοντικών δικαιωμάτων των Αιτητών, κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος.
Στην απόφαση του το Διοικητικό Εφετείο αναγνωρίζοντας ως ύψιστο αγαθό την αξία της ανθρώπινης ζωής, αλλά και της προστασίας του περιβάλλοντος, αναφέρθηκε στην προσθήκη του Άρθρου 7Α στο Σύνταγμα και παρέθεσε εκτεταμένη νομολογία σε σχέση με το ζήτημα της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και το επίπεδο απόδειξης της για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Νομολογία την οποία υιοθέτησε, χωρίς να διαπιστώνεται να έχει αποστεί από τις αρχές που τέθηκαν.
Εν τέλει, με αναφορά στα ενώπιον του δεδομένα, τα οποία κάλυπταν πεδία διαφορετικών προσεγγίσεων των εμπλεκομένων μερών ως προς τα γεγονότα, αξιολογώντας σχετικά υπό το πρίσμα των αρχών που η νομολογία καθόρισε, κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, λόγω αδυναμίας των Αιτητών να τεκμηριώσουν το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον, «τουλάχιστον στο επίπεδο της σοβαρής πιθανολόγησης».
Η κρίση περί θεμελίωσης ή μη των προϋποθέσεων προς έκδοση διατάγματος, με αναφορά στα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, δεν ταυτίζεται με τη διαφοροποίηση από πάγια νομολογία ή με την αποστέρηση πρόσβασης σε αποτελεσματική δικαιοσύνη.
Συνεπώς, δεν εντοπίζεται διαφοροποίηση από πάγια νομολογία, αλλά ούτε και σύγκρουση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου την οποία έθεσαν ενώπιόν μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών. Νομολογία που δεν σχετίζεται με τη φύση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Καλύπτει, ουσιαστικά, την ανάγκη εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη διασφάλιση της δυνατότητας παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας. Δεν επιβάλλει υποχρεωτική χορήγηση προστασίας ανεξαρτήτως των δεδομένων της κάθε περίπτωσης. Βρισκόμαστε ενώπιον εφαρμογής καθιερωμένων νομικών αρχών στα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση των Αιτητών αξιολογώντας το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του υπό το πρίσμα, ως ήδη λέχθηκε, της σταθερής επί του θέματος νομολογίας. Ως εκ τούτου, υπό τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν αναφύεται ούτε και ζήτημα μείζονος σημασίας ή δημοσίου συμφέροντος, προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου.
Προτού ολοκληρώσουμε είναι χρήσιμο να παρεμβάλουμε ότι η παρούσα διαδικασία, υπό τα δεδομένα που την καλύπτουν, δεν αφορά και δεν καθορίζει τα ουσιαστικά δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών. Αυτά θα κριθούν στα πλαίσια της Έφεσης υπ’ αρ. 15/2026, που εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, το οποίο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα των μερών, έδωσε, δικαιολογημένα, σχετικές οδηγίες για σύντομη εκδίκασή της.
Είναι η κατάληξη μας ότι με την ενώπιόν μας Αίτηση, αυτό που στην πραγματικότητα επιχειρείται είναι μια περαιτέρω Έφεση σε τρίτο βαθμό, υπό τη μορφή Αίτησης στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ), με προσβολή της ορθότητας της κρίσης του Διοικητικού Εφετείου μέσω μιας νέας κρίσης επί των γεγονότων της υπόθεσης.
Ως απόρροια των πιο πάνω δεν τεκμηριώνονται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €3.500 πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, εις βάρος των Αιτητών.
Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.
/φκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο