ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Μ. A. L., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, 18/12/2025
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Μ. A. L., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, 18/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

 (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025)

 

18 Δεκεμβρίου, 2025

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

  ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

                                                                       

                                                                                                            Εφεσείουσα,

v.

 

  Μ. A. L.

 

                                                                                                          Εφεσίβλητου.

--------------------

Π. Χαραλάμπους (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.

Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Με επιστολή του ημερ. 20.6.2019, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του (συριακής καταγωγής) Εφεσίβλητου, αποκλείοντας τον από καθεστώς διεθνούς προστασίας με την εξής αιτιολογία:

 

“The Asylum Service has carefully examined your request and decided that the reason you have left from your country does not connect in any case with the conditions of the Article 3 of the Refugee Law 2000-2018, or the Article 1 of the Geneva Convention and Protocol relating to the Status of Refugees of 1951.

Based on your allegations during the interview, it has been concluded that your claim qualifies for the provisions of the Article 5 (1), (c), (i) of the Refugee Law 2000-2018 and article 1 F (a) of the Geneva Convention and Protocol relating to the Status of Refugees of 1951, concerning the exclusion from the international protection status.

Specifically, you have stated that you have fled your country due to your profession as a security guard at a hospital at the Syrian border with Israel, and your fear of persecution by the Syrian authorities because of it.  It has been concluded that you had carried individual responsibility of being involved in actions constituting war crimes and individual criminal responsibility, according to the article 25 of the Statute of the International Criminal Court.  You have committed such war crimes, as defined in article 8 of the Statute of the International Criminal Court.

Therefore, the Asylum Service has decided that you are a person not deserving of a status of international protection and therefore you are excluded from such a benefit.”.

 

Κατά της άνωθεν πράξης, ο Εφεσίβλητος καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 72/2019 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε με το εξής σκεπτικό:

 

Καταρχάς, εξετάζοντας τις συναφείς διατάξεις του Άρθρου 11(3) και (4) των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018), το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποκλεισμού υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας.

 

Εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρανόμησε, επειδή δεν χορήγησε στον Εφεσίβλητο δικαίωμα ακρόασης ως προς τους λόγους του αποκλεισμού του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, δηλαδή δεν του παρέθεσε -στο πλαίσιο της συνέντευξης την οποία διεξήγαγε μαζί του- αυτούς τους λόγους δίνοντάς του την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτών πριν η Υπηρεσία Ασύλου αποφασίσει τον αποκλεισμό του, ως απαιτεί το Άρθρο 5(6) (σε συνδυασμό με το Άρθρο 13 των περί Προσφύγων Νόμων, το Άρθρο 41(2) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ο Χάρτης») και το Άρθρο 42 των περί των Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 158(Ι) του 1999»). 

 

Κατά την πρωτόδικη κρίση, η παράλειψη χορήγησης δικαιώματος ακρόασης στον Εφεσίβλητο σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν τελικά στον αποκλεισμό του συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, αυτή δε η παράβαση συνιστούσε λόγο ακύρωσης ο οποίος προωθήθηκε από τον Εφεσίβλητο λυσιτελώς, καθότι από την πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης και την πρωτόδικη αγόρευσή του προέκυπταν ουσιώδεις ισχυρισμοί που μπορούσαν να προβληθούν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου προς αντίκρουση των λόγων αποκλεισμού στους οποίους η τελευταία προϊδεαζόταν. 

 

Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού ήταν γενική, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένα αδικήματα τα οποία ο Εφεσίβλητος διέπραξε ή στα οποία συμμετείχε, αναφερόμενη στη γενικότερη δράση παραστρατιωτικών οργανώσεων στην περιοχή διαβίωσής του Εφεσίβλητου χωρίς να προβάλλεται στοιχείο σύνδεσης και δράσης του Εφεσίβλητου με κάποιαν από αυτές.

 

Ως εκ των ανωτέρω, το πρωτόδικο  Δικαστήριο διαπίστωσε παρανομίες προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού.

 

Η Εφεσείουσα (πρωτόδικα, η καθ’ ης η αίτηση) προβάλλει την εφεσιβαλλόμενη απόφαση ως εσφαλμένη, για τους εξής λόγους:

 

Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε -προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού- ως βάσιμο τον λόγο ακύρωσης περί παράλειψης της Υπηρεσίας Ασύλου να παράσχει στον Εφεσίβλητο δικαίωμα ακρόασης σε σχέση με τους λόγους αποκλεισμού του, πριν προχωρήσει με τον αποκλεισμό του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Αυτό, διότι ο λόγος ακύρωσης δεν δικογραφήθηκε δεόντως στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης (τρίτος λόγος έφεσης) αλλά είναι και επί της ουσίας του αβάσιμος επειδή η Υπηρεσία Ασύλου δεν υπείχε τέτοια νομική υποχρέωση (δεύτερος λόγος έφεσης).

 

Περαιτέρω, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε σε έλεγχο νομιμότητας καθότι διενεργεί και έλεγχο ορθότητας, όπερ σημαίνει ότι έπρεπε να εκδώσει τελική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας  και όχι απλά να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση αποκλεισμού καίτοι προέβηκε σε δεσμευτικά ευρήματα επί των επίδικων γεγονότων (πρώτος λόγος έφεσης).

 

Με το να καταλήξει σε δεσμευτικά ευρήματα επί γεγονότων περιοριζόμενο σε έλεγχο νομιμότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέβηκε την αρχή της δίκαιης δίκης και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών (τέταρτος λόγος έφεσης).

 

Εκ προοιμίου, επισημαίνουμε ότι έχουμε τοποθετηθεί επί των ίδιων λόγων έφεσης στις σημερινής ημερομηνίας αποφάσεις  μας επί της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α. και επί της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025 Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L., αντίστοιχα, στην ανάλυση των οποίων παραπέμπουμε, περιοριζόμενοι εδώ να τοποθετηθούμε συνοπτικά επί των λόγων έφεσης.

Πρώτος Λόγος Έφεσης:

Αναφορικά με το εύρος της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

Για τους λόγους που εξηγούμε στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί έκαστης διοικητικής πράξης η οποία εμπίπτει στην καθ’ ύλην δικαιοδοσία του βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, περιλαμβανομένων των διοικητικών αποφάσεων περί αποκλεισμού αιτητών από το καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:

(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·

(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·

(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ

 

Εν προκειμένω, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αποκλεισμού αναπέμποντας την υπόθεση -εμμέσως πλην σαφώς- στην Υπηρεσία Ασύλου προς επανεξέταση, χωρίς προηγουμένως να προβληματιστεί κατά πόσο το ίδιο μπορούσε να παράσχει στον Εφεσίβλητο το δικαίωμα ακρόασης που δεν του παρείχε η Υπηρεσία Ασύλου (σελ. 41 και 42 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης).

 

Αυτό, παρότι αρχικά το πρωτόδικο Δικαστήριο (ορθά) έκρινε ότι κέκτηται εξουσία να εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση αποκλεισμού τόσο ως προς τη νομιμότητά της όσο και ως προς την ουσία της (σελ. 21 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης).

 

Λόγω της από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου εσφαλμένης άσκησης της δικαιοδοσίας του, αφού δεν αποφάνθηκε επί των προσφερόμενων σ’ αυτό επιλογών του, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει.

 

Ως εκ τούτου, κρίνουμε σκόπιμη την αποδοχή του πρώτου λόγου έφεσης, ώστε το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει εκ νέου, έχοντας το πλεονέκτημα της εφετειακής πλέον καθοδήγησης ως προς τις επιλογές του κατά τον τρόπο άσκησης της δικαιοδοσίας του.

 

Για αυτόν τον λόγο, κρίνουμε σκόπιμη και την τοποθέτησή μας επί των λοιπών λόγων έφεσης.

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

Αναφορικά με το κατά πόσο η Υπηρεσία Ασύλου υποχρεούται νομικά να παρέχει στον αιτητή διεθνούς προστασίας δικαίωμα ακρόασης ως προς τους λόγους ενδεχόμενου αποκλεισμού του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, η απάντηση είναι καταφατική για τους λόγους οι οποίοι αναλύονται στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω αλλά και στην (επίσης) σημερινή μας απόφαση επί της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025 Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L.

 

Συνοπτικά, αυτό το δικαίωμα ακρόασης απαιτείται από τα Άρθρα 5(6) και 13 των περί Προσφύγων Νόμων και το Άρθρο 41(2) του Χάρτη.  Πόσω μάλλον που η απόφαση αποκλεισμού βασίστηκε στην εκ της Υπηρεσίας Ασύλου αξιολόγηση των δηλώσεων του Εφεσίβλητου κατά τη συνέντευξή του, ως καταδεικνύει η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού (‘Based on your allegations during the interview […]’).

 

Tρίτος Λόγος Έφεσης:

Αναφορικά με το κατά πόσο ο Εφεσίβλητος δικογράφησε επαρκώς στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσής του την παράβαση του δικαιώματος ακρόασης την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε βάσιμη, η απάντηση είναι καταφατική αφού το νομικό σημείο 6 αναφέρεται (μεταξύ άλλων) σε παράβαση των Άρθρων 13 και 13Α των περί Προσφύγων Νόμων τα οποία καθιστούν υποχρεωτική τη διεξαγωγή συνέντευξης του αιτητή διεθνούς προστασίας επί των ενδεχόμενων λόγων αποκλεισμού του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Εξυπακούεται ότι αυτή η παράβαση προβλήθηκε σε σχέση με τον αποκλεισμό του Εφεσίβλητου από τη διεθνή προστασία, αφού η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης προσβάλλει ρητά αυτόν τον αποκλεισμό (αιτούμενη θεραπεία Α και νομικό σημείο 1).

 

Έπεται ότι παρείλκε η εκ της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσης (νομικό σημείο 9) επίκληση του Άρθρου 42 του Νόμου 158(Ι) του 1999 το οποίο δεν εφαρμόζεται όταν ο οικείος νόμος προβλέπει αφ’ εαυτού δικαίωμα ακρόασης, όπως εν προκειμένω (Χουλιώτη ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 524).

 

Η δε επίκληση της παράβασης του δικαιώματος ακρόασης -ως λόγου ακύρωσης- ήταν επαρκής, χωρίς η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης να χρειαζόταν περαιτέρω να αναφέρει ότι αυτό το δικαίωμα συνιστούσε ουσιώδη τύπο.  Εξυπακούεται ότι μόνο διαδικαστικές παραβάσεις ουσιώδους τύπου καθιστούν την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση νομικά τρωτή (Aristidou ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.11.2024).

 

Τέταρτος Λόγος Έφεσης:

Αναφορικά με το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου νομιμότητας και μόνο τον οποίο άσκησε, προέβηκε σε δεσμευτικά επί της Υπηρεσίας Ασύλου ευρήματα, σε σχέση με τα νομικά σφάλματα της τελευταίας κατά την υπ’ αυτής υπαγωγή του Εφεσίβλητου στη ρήτρα αποκλεισμού:

 

Ως αναφύεται από την κρίση μας επί του πρώτου λόγου έφεσης, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε σε έλεγχο νομιμότητας.

 

Έπρεπε να ασκήσει και έλεγχο ορθότητας χωρίς όμως αυτό να αποκλείει την -μετά την καταχώρηση της Προσφυγής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου- επανεξέταση θέματος από την Υπηρεσία Ασύλου με έναν από τους δύο τρόπους (κατ’ επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου) οι οποίοι προαναφέρθηκαν.

Εάν επιτρεπόταν η άσκηση δικαστικού ελέγχου νομιμότητας και μόνο, τότε ουδέν μεμπτόν θα υπήρχε στην πρωτόδικη κρίση διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενομιμοποιείτο να προβεί -όπως συμβαίνει σε κάθε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας- σε ευρήματα δεσμευτικά επί της Διοίκησης.

 

Ως υποδεικνύουμε στην σημερινή μας απόφαση στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω, αυτό δεν αναιρεί την εκ παραλλήλου υποχρέωση της Υπηρεσίας Ασύλου- άπαξ το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για επανεξέταση, είτε μεσούσης της δίκης είτε μετά το πέρας αυτής, να προβαίνει πάντα σε επικαιροποιημένη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

Η έφεση επιτυγχάνει και παραμερίζεται η απόφαση ημερ. 30.12.2024 του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της Προσφυγής Αρ. 72/2019, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα.  Η παρούσα υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο (στην ίδια δικαστή) προς κατά προτεραιότητα επανεξέταση.  Ουδεμία διαταγή για κατ’ έφεση έξοδα.

 

Παρατηρούμε ότι, πρωτόδικα, τόσο η Εφεσείουσα (σελ. 47 και 50 πρωτόδικης αγόρευσής της) όσο και ο Εφεσίβλητος (σελ 22, 110 και 124-125 της πρωτόδικης αγόρευσής του) εισηγήθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο να διενεργήσει έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού.

 

Εντούτοις, καίτοι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε φραστικά ότι όντως ασκεί αυτό τον διττό έλεγχο (σελ. 21 εφεσιβαλλόμενης απόφασης), στην πράξη άσκησε μόνο έλεγχο νομιμότητας, αφού απλώς ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Δεδομένου τούτου, κρίνουμε ορθό και δίκαιο ο Εφεσίβλητος να μην επιβαρυνθεί τα κατ’ έφεση έξοδα της Εφεσίβλητης, διότι δεν ευθύνεται για το πρωτόδικο σφάλμα για το οποίο παραμερίζουμε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση.

 

Ως εκ τούτου, ουδεμία διαταγή για κατ’ έφεση έξοδα. 

 

 

 

                                                          Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                           Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο