ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 17/2025 (i-justice))
10 Μαρτίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
S. Β.
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Π. Πιερίδης, για Περίδης & Πιερίδης, για την Εφεσείουσα.
Χ. Καστάνας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 23/6/2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 564/2025 (Κ) i-justice που η Εφεσείουσα καταχώρησε εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 16/5/2025 να την κηρύξει απαγορευμένη μετανάστρια και να εκδώσει εναντίον της διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης καταγράφονται στην πρωτόδικη Απόφαση και προς αποφυγή επαναλήψεων μεταφέρονται αυτούσια:
«Η Αιτήτρια, υπήκοος Νεπάλ, αφίχθη στη Δημοκρατία στις 23.02.2024 με άδεια εισόδου ως οικιακή βοηθός προσώπου στη Λάρνακα. Στις 31.01.2025 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής προκειμένου να εργαστεί σε νέα εργοδότη στη Λάρνακα κατόπιν αποδέσμευσής της στις 22.05.2024 από τον πρώτο της εργοδότη και ακύρωσης της προηγούμενης άδειας παραμονής της.
Σε σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης («ΥΑΜ») Λευκωσίας ημερ. 16.05.2025 (Παράρτημα 3 σε Ένσταση), αναφέρεται ότι στις 09.04.2025 παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια επιστολή αποδέσμευσης από την νέα εργοδότη της και στις 16.05.2025 όταν συνελήφθη στη Λευκωσία δεν εκκρεμούσε στο σύστημα οποιαδήποτε νέα αίτηση της, κατά δε την προφορική συνέντευξη ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα της και ότι σκοπό έχει να βρει νέο εργοδότη. Στη βάση εισήγησης της ΥΑΜ, οι Καθ' ων η αίτηση κήρυξαν την Αιτήτρια απαγορευμένη μετανάστρια και εναντίον της εξέδωσαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, με αιτιολογία ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 09.05.2025 όταν έληξε η προθεσμία να εξεύρει νέο εργοδότη. Πράξεις που προσβάλλονται με την παρούσα».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τους εγερθέντες από την Εφεσείουσα λόγους ακύρωσης και απέρριψε την Προσφυγή επικυρώνοντας τις προσβαλλόμενες αποφάσεις της διοίκησης.
Με τέσσερις Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση.
Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 ισχυρίζεται η Εφεσείουσα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν από αρμόδιο πρόσωπο. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθά τα ενώπιον του στοιχεία, καταλήγοντας σε λανθασμένα συμπεράσματα σε σχέση με τη δέουσα έρευνα, αιτιολογία και πλάνη. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3 υποστηρίζει η Εφεσείουσα ότι, εντός του διοικητικού φακέλου δεν υπήρχαν τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η απόρριψη του ισχυρισμού της Εφεσείουσας, περί παράβασης της προβλεπόμενης στη σχετική νομοθεσία διοικητικής διαδικασίας αποτελεί τον Λόγο Έφεσης Αρ. 4.
Κατά λογική προτεραιότητα θα εξετάσουμε τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, για τον οποίο δόθηκε η δυνατότητα και στις δύο πλευρές να επιχειρηματολογήσουν με συμπληρωματικά περιγράμματα αγορεύσεων. Η Εφεσείουσα υποστηρίζει (ως τελική της θέση επί του ζητήματος της αρμοδιότητας) ότι από τις 14/2/2025, εξουσία να εκδίδει διατάγματα κράτησης και απέλασης βάσει του Άρθρου 14 και 18ΠΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (εφεξής «ο Νόμος») έχει το Υπουργικό Συμβούλιο. Κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν υπήρχε εξουσιοδότηση του Υπουργικού Συμβουλίου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης. Επομένως, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την εξουσιοδότηση του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 8/1/2021 προς τη Διευθύντρια, η οποία δεν είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ισχύ.
Αντιτείνει η Εφεσίβλητη ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν από την κα Μ. Αδαμίδου, Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, η οποία ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη στη βάση της εκχώρησης εξουσιών του Υπουργικού Συμβουλίου προς τη Διευθύντρια και Ανώτερους Λειτουργούς του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 26/3/2025 και κατ’ επέκταση οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν από το αρμόδιο όργανο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας περί αρμοδιότητας του εκδόσαντος την πράξη οργάνου, σημείωσε τα ακόλουθα:
«Ως προς το θέμα της ισχυριζόμενης αναρμοδιότητας, κατατέθηκε σχετικό έγγραφο εξουσιοδότησης ημερ. 08.01.2021 του τότε Υπουργού Εσωτερικών, με το οποίο εξουσιοδοτεί τον εκάστοτε Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να ασκεί τις εξουσίες του δυνάμει των άρθρων του Κεφ. 105 περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν τις εδώ προσβαλλόμενες. Ως εκ τούτου δε διαπιστώνω ότι εξεδόθηκαν από αναρμόδιο όργανο».
Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις σε σχέση με το ζήτημα της αρμοδιότητας, το οποίο αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο από το Δικαστήριο, νοουμένου βεβαίως ότι όλα τα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του και δεν χρειάζεται να αναζητηθούν (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314 και Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134).
Αποτελεί πραγματικό γεγονός, ότι η Εφεσείουσα προσέβαλε τα εναντίον της εκδοθέντα διατάγματα κράτησης και απέλασης καθώς επίσης και την απόφαση της Εφεσίβλητης να την κηρύξει απαγορευμένη μετανάστρια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 16/5/2025, η Εφεσίβλητη «είναι απαγορευμένη/ος μετανάστης, δυνάμει των παραγράφων (Κ), του εδαφίου (1), του άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), καθότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 09/05/2025, όταν έληξε η προθεσμία να εξεύρει νέο εργοδότη».
Τα εν λόγω διατάγματα υπογράφονται από την κα Μ. Αδαμίδου, Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, στη βάση εξουσιών που, όπως αναφέρεται στα σχετικά διατάγματα, της εκχωρήθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Έχει ήδη αναφερθεί, ότι η πλευρά της Εφεσίβλητης επικαλείται το έγγραφο εκχώρησης εξουσιών του Υπουργικού Συμβουλίου προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης ημερομηνίας 26/3/2025. Η πιο πάνω εκχώρηση εξουσιών δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28/3/2025 (Παράρτημα Τέταρτο, Μέρος Ι). Σύμφωνα με αυτή, το Υπουργικό Συμβούλιο «ασκώντας τις εξουσίες που παρέχονται σ’ αυτό από το άρθρο 4(1)(α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και Νόμων του 1972 έως 2025» αποφάσισε να εκχωρήσει στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης (και στον Αναπληρωτή Διευθυντή) «τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 6(2) και (3), 7,14, 18ΣΤ, 18 ΚΣΤ(4) και (5) και (5Α), 18 Π(1) και (3), 18ΠΑ, 18ΠΓ και 18ΠΣΤ των πιο πάνω Νόμων όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με ισχύ από τις 26.3.2025.»
Είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με το ζήτημα του κατά πόσο η συγκεκριμένη εκχώρηση εξουσιών καλύπτει και τις περιπτώσεις αποφάσεων κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση του Άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, στις υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025, ημερομηνίας 4/12/2025 και S.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 34/2025 i-justice, ημερομηνίας 27/2/2026.
Κρίναμε καταρχάς, ότι η απόφαση με την οποία διακηρύσσεται για πρώτη φορά ως απαγορευμένος μετανάστης υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά απόφαση επιστροφής εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου όταν του επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής διά των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης προς αυτόν τον σκοπό. Είχαμε υποδείξει ότι «ως εκ της φύσης της διαπιστωτικής απόφασης ότι κάποιος κατατάσσεται ως παράνομος μετανάστης, αυτή επιδρά στο νομικό καθεστώς του και, συνεπώς, παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα». Καταλήξαμε δε, μεταξύ άλλων, ότι η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση δεν καλύπτει τις περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση κήρυξης απαγορευμένου μετανάστη στη βάση του Άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 λαμβάνεται από Λειτουργό του Τμήματος, ο οποίος από τον διοικητικό φάκελο δεν προέκυπτε ότι αναπληρούσε τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης.
Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι επίδικες αποφάσεις, περιλαμβανομένης και της απόφασης κήρυξης της Εφεσείουσας ως απαγορευμένης μετανάστριας, λήφθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος. Πρόκειται για απόφαση επιστροφής επί της οποίας βασίστηκε η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων απέλασης και κράτησης.
Στο Άρθρο 18ΟΗ(1) του Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί με τον Τροποποιητικό Νόμο του 2025 (Ν. 4(Ι)/2025), προνοείται ότι «Ο Διευθυντής εκδίδει απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) μέχρι (5)».
Συνεπώς σε σχέση με την κήρυξη της Εφεσείουσας ως απαγορευμένης μετανάστριας δεν απαιτείτο οποιαδήποτε εκχώρηση εξουσιών του Υπουργικού Συμβουλίου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, όπως απαιτείτο για την έκδοση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, για τα οποία εκχωρήθηκε εξουσία από το Υπουργικό Συμβούλιο προς τη Διευθύντρια, όπως σαφώς αναφέρεται στα σχετικά διατάγματα.
Κατά συνέπεια απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1.
Οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης θα εξεταστούν σωρευτικά λόγω της συνάφειας τους, αφού άπτονται των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ενδεχόμενου πλάνης λόγω μη επαρκούς έρευνας και αιτιολογίας των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.
Επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων της η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων βασίστηκε στην υπογραφή της Συμφωνίας Αποδέσμευσης, χωρίς αυτή να βρίσκεται στον διοικητικό φάκελο και άρα χωρίς να ήταν σε γνώση της Διευθύντριας του Τμήματος η ημερομηνία έναρξης του τερματισμού της σύμβασης απασχόλησης. Πρόσθετα ισχυρίζεται ότι, ουδέποτε της κοινοποιήθηκε η λήξη της προθεσμίας για εξεύρεση νέου εργοδότη (9/5/2025) και ότι η πιο πάνω ημερομηνία είναι αυθαίρετη και αβάσιμη, αφού η προθεσμία των 30 ημερών που αναφέρεται στη Συμφωνία Αποδέσμευσης προς εξεύρεση εργοδότη εκκινεί από την ημερομηνία που υπογράφεται και από τα δύο μέρη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η 1/5/2025 και όχι η 9/4/2025. Επίσης, κατά την Εφεσείουσα, η διοίκηση ενεργώντας κακόπιστα, της αποστέρησε το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για εξεύρεση εργασίας σε άλλο εργοδότη. Τέλος προβάλλεται η θέση ότι, δεν της κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε απόφαση κήρυξης της ως απαγορευμένης μετανάστριας και απόφασης επιστροφής και δεν της δόθηκε προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τους συναφείς με τους πιο πάνω εγειρόμενους Λόγους Έφεσης, ισχυρισμούς της Εφεσείουσας σημείωσε τα ακόλουθα:
«Οι προσβαλλόμενες δεν είναι ούτε αναιτιολόγητες ή προϊόν πλημμελούς έρευνας και πλάνης. Η επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 16.05.2025 (Παράρτημα 3 σε Ένσταση) περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για σκοπούς δικαστικού ελέγχου τόσο της έρευνας όσο και της αιτιολογίας και δε θεωρώ ότι απαιτείτο οτιδήποτε περαιτέρω ή άλλο προπαρασκευαστικό έγγραφο για σκοπούς διερεύνησης ή αιτιολόγησής ή πλήρωσης των νομοθετικών προνοιών, τις οποίες επικαλείται η Αιτήτρια (άρθρα 6 και 18ΟΔ-18ΠΘ) τόσο της κήρυξής της ως απαγορευμένης μετανάστριας όσο και για την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Εκεί συγκεκριμένα καταγράφεται το ιστορικό της Αιτήτριας και ότι από τις 09.04.2025, δεν υπάρχει στο σύστημα οποιαδήποτε αίτηση της άλλωστε και η ίδια, στην προφορική της συνέντευξη, ανέφερε μόνο αορίστως ότι «σκοπός της είναι να βρει νέο εργοδότη», άρα δεν είχε οτιδήποτε απτό. Επίσης εκεί αναφέρεται η πιθανότητα διαφυγής της εφόσον δε συναινεί στον επαναπατρισμό της κάτι που υποδηλώνει πρόθεση μη συμμόρφωσής σε απόφαση επιστροφής καθώς και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων.
Συμφωνώ δε με τους Καθ΄ων η αίτηση ότι δεν ήταν υποχρέωση τους να είχαν οι ίδιοι αναζητήσει την επιστολή/συμφωνία αποδέσμευσης ή των όποιων «διαβημάτων» της Αιτήτριας για σκοπούς εξεύρεσης νέου εργοδότη ώστε να ενημερώσουν τον φάκελο της Αιτήτριας αλλά υποχρέωση της Αιτήτριας να υποβάλει όλα τα σχετικά έγγραφα για ενημέρωση του φακέλου της καθώς και να διευθετήσει έγκαιρα τη νομιμότητα της παραμονής της. Η επιστολή/συμφωνία αποδέσμευσης φέρει ημερομηνία υπογραφής της από την εργοδότη της Αιτήτριας την 09.04.2025 και ορθά άρα οι Καθ΄ων η αίτηση κατέγραψαν και αιτιολόγησαν ότι η παραμονή της στις 16.05.2025 όταν ελέγχθηκε και συνελήφθη, είχε καταστεί παράνομη εφόσον δε διευθέτησε την εργοδότησή της σε νέο εργοδότη. Παρά δε το γεγονός ότι η επιστολή/συμφωνία αποδέσμευσης τέθηκε στην προσφυγή της Αιτήτριας, χωρίς να φαίνεται να είχε υποβληθεί από την ίδια ή την εργοδότη της στον φάκελο της στους Καθ' ων η αίτηση, από την Έκθεση της ΥΑΜ ημερ. 16.05.2025, η οποία προηγήθηκε της προσφυγής, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενημερωθεί ότι η αποδέσμευση εκ μέρους του εργοδότη έγινε στις 09.04.2025 όπερ και κατεγράφη στην Έκθεση-Παράρτημα 3 σε ένσταση. Άρα ορθώς, δεδομένης και της καταγραφής επί της ίδιας της επιστολής/συμφωνίας της ημερομηνίας «09.04.2025» οι Καθ' ων η αίτηση αιτιολόγησαν τις προσβαλλόμενες.
Σημειώνω εξάλλου παρενθετικά ότι, στο Παράρτημα 2 στην Ένσταση παρατίθεται επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 03.07.2024 (ερ. 32) που αφορούσε την προηγούμενη αποδέσμευση της Αιτήτριας ημερ. 22.05.2024 και φαίνεται ότι η όποια ενημέρωση των Καθ΄ων η αίτηση, προήλθε από επιστολή ημερ. 25.06.2024 του προηγούμενου εργοδότη της (Ερ. 31), δηλαδή ένα και πλέον μήνα μετά και όχι της ίδιας της Αιτήτριας και οι Καθ' ων η αίτηση έδιδαν άμεσα, δηλαδή στις 03.07.2024 οδηγίες για εντοπισμό και σύλληψή της δεδομένου ότι δεν είχε και πάλι υποβάλει αίτηση για διευθέτηση της παραμονής της. Συνεπώς φαίνεται ότι αφενός η Αιτήτρια δε συνήθιζε να ενημερώνει τους Καθ' ων η αίτηση για τις ενέργειές της αφετέρου ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακολουθούσαν σταθερή αντιμετώπιση σε τέτοιες περιπτώσεις και αφ' ης στιγμής λάμβαναν γνώση της αποδέσμευσής, δεν ανέμεναν 3 μήνες για λήψη μέτρων. Αυτό ουσιαστικά απαντά και σε όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται στα πλαίσια του τελευταίου λόγου ακύρωσης ως προς την ισχυριζόμενη πρακτική των Καθ΄ων η αίτηση να πιστώνουν με 3 μήνες για σκοπούς εξεύρεσης νέου εργοδότη.
Δε θεωρώ βάσιμο ούτε τον λόγο ακύρωσης ότι η Αιτήτρια δεν έλαβε ειδοποίηση σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, για την κήρυξή της ως απαγορευμένης μετανάστριας. Η εδώ προσβαλλόμενη κήρυξη της Αιτήτριας ως απαγορευμένης μετανάστριας είναι δέουσα ειδοποίηση και, μπορούσε να δοθεί, ως και έγινε, ταυτόχρονα με τα προσβαλλόμενα διατάγματα. Σχετική είναι η απόφαση C-166/13 Mukarubega (σκ. 58) όπου αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη δεν εμποδίζονται να εκδίδουν απόφαση όσον αφορά τη λήξη της νόμιμης παραμονής ταυτοχρόνως με απόφαση περί επιστροφής και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση όλων των πράξεων διαπιστώθηκαν την ίδια ημέρα με την έκδοσή τους, λόγω δεδομένων που αφορούσαν την Αιτήτρια και διαπιστώθηκαν κατά τη σύλληψή και εξέτασής της.
Απορριπτέο τέλος κρίνω και τον λόγο ακύρωσης περί άνισης μεταχείρισης της Αιτήτριας έναντι άλλων αιτούντων άδειας παραμονής και εργασίας. Η αναφορά αορίστως σε «άλλες περιπτώσεις που δίδονται μέχρι και 3 μήνες» για εξεύρεση νέου εργοδότη δεν είναι επαρκής για στοιχειοθέτηση ενός τέτοιου ισχυρισμού και περαιτέρω, δεν παρατίθεται οποιαδήποτε νόμιμη βάση που να δικαιολογείται η παραχώρηση του εν λόγω χρονικού διαστήματος για το συγκεκριμένο σκοπό».
Έχουμε εξετάσει τα όσα προβάλλονται από την Εφεσείουσα σε συνάρτηση με τις διαπιστώσεις και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Καταρχάς σημειώνεται ότι η υπόθεση αφορά στο δικαίωμα κάθε χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφος της. Σύμφωνα με τη νομολογία η διακριτική ευχέρεια του κράτους στα πλαίσια του σχετικού Νόμου είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη. Όρια θέτει η υποχρέωση για καλόπιστη άσκηση της. Εάν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, τότε το δικαστήριο δεν αμφισβητεί περαιτέρω την απόφαση (βλ. Moyo and another v. Republic CLR 1203, Reyes v. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.A.Δ. 401).
Εν προκειμένω, η νομιμοποιητική βάση των εναντίον της Εφεσείουσας εκδοθέντων διαταγμάτων, ήταν η διαπίστωση ότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 9/5/2025, όταν έληξε η προθεσμία να εξεύρει νέο εργοδότη. Αποτελεί γεγονός ότι η πιο πάνω διαπίστωση στηρίχθηκε στην Έκθεση της ΥΑΜ ημερομηνίας 16/5/2025 και συγκεκριμένα στην αναφορά ότι «Στις 09/04/2025 της (Εφεσείουσας) παραχωρήθηκε εκ νέου αποδεσμευτική επιστολή με σκοπό να εξεύρει νέο εργοδότη». Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι η Συμφωνία Αποδέσμευσης τέθηκε στην Αίτηση Ακυρώσεως, χωρίς να περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο.
Έχουμε ανατρέξει στην εν λόγω επιστολή, η οποία φέρει τον τίτλο «RELEASE AGREEMENT/ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗΣ». Σύμφωνα με το περιεχόμενο της (παράγραφος 2), «Ο εργαζόμενος υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας να αναζητήσει και να βρει νέο εργοδότη. Σε διαφορετική περίπτωση υποχρεούται να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία».
Η Συμφωνία Αποδέσμευσης υπογράφεται από την Εργοδότρια και φέρει ημερομηνία 9/4/2025 και από την εργαζόμενη και φέρει ημερομηνία 1/5/2025. Υπογράφεται επίσης από ένα μάρτυρα, χωρίς να προσδιορίζεται η ημερομηνία υπογραφής.
Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω Συμφωνία Αποδέσμευσης δεν αποτελεί μέρος του διοικητικού φακέλου, αλλά επισυνάφθηκε στην Αίτηση Ακυρώσεως της Εφεσείουσας, εντούτοις όπως έχει αναφερθεί, στην Έκθεση της ΥΑΜ γίνεται αναφορά σε αυτή και εκλαμβάνεται ως στοιχείο το οποίο διαδραμάτισε ουσιαστικό και καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κρίσης της διοίκησης αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της παράνομης παραμονής της Εφεσείουσας στη Δημοκρατία.
Ανακύπτει επομένως το ερώτημα: Αν εκληφθεί ως ημερομηνία αποδοχής της Συμφωνίας Αποδέσμευσης η 1/5/2025 και όχι η 9/4/2025, τότε η αναφορά στα προσβαλλόμενα διατάγματα, ότι η Εφεσείουσα κατέστη παράνομη από τις 9/5/2025 (ενώ θα έπρεπε από την 1/6/2025), ενδεχομένως να είναι πεπλανημένη, αφού σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Άρθρο 7, για να μετατραπεί μια πρόταση σε υπόσχεση, πρέπει να εκδηλωθεί αποδοχή της πρότασης και εν προκειμένω η αποδοχή της πρότασης φέρεται να εκδηλώθηκε την 1/5/2025 και όχι την 9/4/2025. Επομένως, στις 16/5/2025 που η Εφεσείουσα κηρύχθηκε απαγορευμένη μετανάστρια και εκδόθηκαν εναντίον της τα επίδικα διατάγματα, ενδεχομένως να μην είχε εκπνεύσει ο χρόνος των 30 ημερών (της προθεσμίας αρχομένης από την 1/5/2025) εντός του οποίου εδικαιούτο η Εφεσείουσα να εξεύρει νέο εργοδότη.
Κατά την κρίση μας, τα πιο πάνω δημιουργούν στο Δικαστήριο εύλογη αμφιβολία. Σύμφωνα με τη νομολογία, καθιερώνεται τεκμήριο υπέρ της ορθότητας των πραγματικών διαπιστώσεων της διοίκησης. Το τεκμήριο αυτό όμως κάμπτεται από τη στιγμή που η δραστηριότητα του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανή ουσιώδη πλάνη και να δημιουργήσει αμφιβολίες για την ορθότητα των διαπιστώσεων του πραγματικού εκ μέρους της διοίκησης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, καθιστώντας πιθανή τη πλάνη ως αποτέλεσμα ελλιπούς έρευνας από μέρους της διοίκησης.
Σχετικό με το ζήτημα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τον Μιχ. Δ. Στασινόπουλο στο «Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών» έκδοση 4η , σελ. 222:
«η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους των διοικητικών οργάνων, εκ μέρους των οποίων η αντικειμενική εξακρίβωση των πραγμάτων θεωρείται ορθή, μέχρις ότου ο διάδικος κατορθώσει να αποδείξει το εσφαλμένον αυτής».
(βλ. επίσης Δημήτρης Τζιακούρης κ.ά. ν. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υπόθ. Αρ. 966/99, ημερομηνίας 8/12/2000, Χριστόφορος Αβραάμ και Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 895/00, ημερομηνίας 3/6/2002).
Για τους πιο πάνω λόγους γίνονται αποδεκτοί οι συναφείς Λόγοι Έφεσης.
Η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται. Επιδικάζονται €2500 (πλέον Φ.Π.Α.) ως κατ’ έφεση έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο