Ρ. Κ. v. KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 61/2024, 26/3/2026
print
Τίτλος:
Ρ. Κ. v. KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 61/2024, 26/3/2026
Ρ. Κ. v. KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 61/2024, 26/3/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 61/2024)

 

26 Μαρτίου, 2026

 

    [ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

                                                                Ρ. Κ.

                                                                                Εφεσείων,                                      

                                                                  v.

 

               ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

                                                                                                                   Εφεσίβλητης.

 

--------------------

Φ. Γέρου (κα),  για Εφεσείοντα.

Χ. Δημητρίου (κα), για ΚΙΤΣΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

-----------------------------

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.:  Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 23/05/2024 στην Προσφυγή Αρ. 1427/23, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα για διεθνή προστασία.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης είναι σε συντομία τα ακόλουθα:

 

Ο Εφεσείων κατάγεται από το Νεπάλ και στις 01/03/2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.  Μετά το πέρας της συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε στις 6/11/2022, η αίτηση του απερρίφθη. Την απορριπτική απόφαση πληροφορήθηκε ο Εφεσείων στις 23/04/2023 και στη συνέχεια προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, το οποίο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η πρωτόδικη Απόφαση βάλλεται με ένα Λόγο Έφεσης.

 

Ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η απόφαση της Εφεσίβλητης, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, λήφθηκε αρμόδια ή/και σύμφωνα με τα Άρθρα 15 και 17 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999).

 

Επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Εφεσείοντα προβάλλει ότι  στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν πληρείται η προυπόθεση την οποία έθεσε ο Νομοθέτης στο Άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (εφεξής «Ν.6(Ι)/2000»), ήτοι όπως το αρμόδιο πρόσωπο προς έκδοση της πράξης «να υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και να έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας».  Εν προκειμένω, συνεχίζει, ο αποσπαθείς στην Υπηρεσία  Ασύλου Ανώτερος Λειτουργός Πολεοδομίας κ. Αλκείδης, ο οποίος εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εξακολουθεί να κατέχει οργανικά τη θέση του Λειτουργού Πολεοδομίας από την οποία αποσπάστηκε (σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 47 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (εφεξής «Ν. 1/1990») και δεν θεωρείται ότι υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου.  Στερείται δε των αναγκαίων γνώσεων και εξειδίκευσης επί θεμάτων ασύλου.

 

Η πλευρά της Εφεσίβλητης απορρίπτει τη θέση του Εφεσείοντα και υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης. 

 

Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις σε σχέση με το ζήτημα της αρμοδιότητας του εκδόσαντος την πράξη οργάνου, το οποίο αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης δυνάμενο να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέθηκε προς εξέταση το πιο πάνω ζήτημα έκρινε ως ακολούθως:

 

«Στο αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, αναφέρεται ότι «"αρμόδιος λειτουργός" σημαίνει λειτουργό ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία                     Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και                        συμπληρωματικής προστασίας· [.] "Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον                  Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·[...] "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών·».

Ενόψει των ως άνω το μόνο που απομένει είναι να αποφασιστεί κατά πόσο η απόσπαση του εγκρίνοντος λειτουργού στους καθ' ων η αίτηση είναι τέτοια που να θεωρείται κατά τον χρόνο της απόσπασης του ότι «υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου» κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

Θα συμφωνήσω επί τούτου με τα όσα αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση. Τούτο γιατί κατά τον χρόνο της απόσπασης του ο λειτουργός που εξέλαβε την επίδικη απόφαση δεν μπορεί παρά να υπηρετούσε στους καθ' ων η αίτηση, ανεξαρτήτως του αν διατηρούσε την προηγούμενη οργανική του θέση ως Ανώτερος                       Λειτουργός Πολεοδομίας. Μια απλή γραμματική ερμηνεία του αρ.2 του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, σε συνδυασμό με το αρ.47 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/1990), καθιστά σαφές ότι ο αποσπασθείς                 υπάλληλος υπηρετεί αναμφίβολα στην Υπηρεσία όπου αποσπάται, αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της απόσπασης.

Η δε αναφορά στο αρ.47 (3) ότι σε περιπτώσεις που η απόσπαση γίνεται για λόγο άλλο από τον στο αρ.47 (1) (α) δεν «λογίζεται ώς υπηρεσία στη θέση αυτή» γίνεται καθαρά «για όλους τους σκοπούς του Νόμου αυτού», ως αμέσως πιο κάτω                αναφέρεται στο ίδιο εδάφιο. Είναι εκ τούτου προφανές ότι αυτό που ήθελε να ρυθμίσει ο νομοθέτης με την επίδικη ρύθμιση στην οποία κάνει αναφορά η              συνήγορος του αιτητή, είναι για τους σκοπούς υπολογισμού του χρόνου                υπηρεσίας σε θέση απόσπασης και όχι για να αποτρέψει ένα αποσπασθέντα υπάλληλο να λειτουργεί ως μέρος της υπηρεσίας όπου αποσπάται, για όσο χρόνο βρίσκεται σε απόσπαση. Αυτή λοιπόν η ρύθμιση, ως στο ίδιο εδάφιο                          διευκρινίζεται, θα πρέπει να διαβάζεται στα πλαίσια του νόμου αυτού και μόνον για τους σκοπούς αυτού.

Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε σε αντινομικά αποτελέσματα αφού κάθε         αποσπασθείς υπάλληλος δεν θα λογιζόταν κατ' ουσία ως υπηρετών στο τμήμα ή υπηρεσία όπου και αποσπάσθηκε, με συνέπεια να πράττει αναρμοδίως τα όποια καθήκοντα επωμίζεται κατά τον χρόνο της απόσπασης του σ' αυτή την υπηρεσία. Άλλωστε, ως και οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν, ο υπάλληλος αυτός, για όσο χρόνο βρίσκεται σε απόσπαση, παρά το ότι «εξακoλoυθεί να κατέχει oργαvικά τη θέση από την όποια αποσπάται, υπάγεται [.] στov ιεραρχικό διοικητικό έλεγχο του Πρoϊστάμεvoυ του Τμήματος στο οποίο αποσπάται.» [αρ.47 (2) του περί              Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/1990)].

Οι ισχυρισμοί λοιπόν περί αναρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου                απορρίπτονται».

 

 

 

Κρίνουμε ορθή την προσέγγιση και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να παρέχεται πεδίο εφετειακής παρέμβασης. 

 

Ειδικότερα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός και από τον Εφεσείοντα, ότι ο κ. Αλκείδης, Ανώτερος Λειτουργός Πολεοδομίας, αποσπάστηκε στην Υπηρεσία Ασύλου για εκτέλεση καθηκόντων και ικανοποίηση υπηρεσιακών αναγκών δυνάμει του Άρθρου 47(1)(δ) του Ν. 1/1990, στη βάση σχετικής δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 26/8/2022.  Εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων του, ο συγκεκριμένος λειτουργός εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτελώντας καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου.

Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Ν. 6(1)/2000 ορίζεται ότι, «Προϊστάμενος» σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται για να ασκεί τις εξουσίες και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου.  Ορίζεται δε ως «αρμόδιος λειτουργός» ο λειτουργός ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ο Εφεσείων αμφισβητεί ότι ο συγκεκριμένος λειτουργός υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου, επικαλούμενος τις διατάξεις του Άρθρου 47(2) του Ν. 1/1990, σύμφωνα με τις οποίες, ο αποσπασθείς υπάλληλος εξακολουθεί να κατέχει οργανικά τη θέση από την οποία αποσπάται.

 

Επικαλείται επίσης τις διατάξεις του Άρθρου 47(3) του Ν. 1/1990, σύμφωνα με τις οποίες αν η απόσπαση γίνεται για κατάληψη κενής θέσης ύστερα από επιλογή δυνάμει του Άρθρου 30 του Ν. 1/1990 (που αφορά πλήρωση θέσης, μεταξύ άλλων, με απόσπαση (Άρθρο 47(1)(α)), τότε ο χρόνος απόσπασης «θα λογίζεται ως υπηρεσία στη θέση αυτή για όλους τους σκοπούς του Νόμου αυτού».

 

 

Προς πληρέστερη κατανόηση παρατίθενται οι διατάξεις του Άρθρου 47 του Ν. 1/1990 (η έμφαση προστέθηκε):

«47.-(1)Απόσπαση υπαλλήλου μπορεί να αποφασιστεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις-

(α) Για κατάληψη κενής θέσης, ύστερα από επιλογή, δυνάμει του άρθρου 30

(β) όταν αποφασίζεται η υπεράριθμη προαγωγή ενός υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 43

(γ) όταν υπάρχει κενή θέση  ή υπηρεσιακή ανάγκη και εφόσο υπάρχει κατά το χρόvo της απόφασης ή αvαμέvεται να υπάρξει διαθέσιμο προσωπικό σε oμoειδείς θέσεις ή άλλες θέσεις οι οποίες υπάγovται στο ίδιο ή διαφορετικό Υπoυργείo, Τμήμα, Κλάδο ή Υπηρεσία

(δ) όταν απαιτείται η εκτέλεση καθηκόvτωv για ικαvoπoίηση υπηρεσιακών αvαγκώv σε Υπoυργείo, Τμήμα, Κλάδο ή Υπηρεσία

(ε) σε ειδικές περιπτώσεις όταν απαιτείται η  εκτέλεση ειδικών καθηκόvτωv και αρμoδιoτήτωv σε Υπoυργείo, Τμήμα, Κλάδο ή Υπηρεσία·

(στ)για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων σε διπλωματική ή άλλη αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό ή σε υπηρεσία ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε υπηρεσία χώρας κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή σε διεθνή οργανισμό.

(2) Με εξαίρεση την περίπτωση της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), o υπάλληλος που αποσπάται εξακoλoυθεί να κατέχει oργαvικά τη θέση από την όποια αποσπάται, υπάγεται όμως στov ιεραρχικό διοικητικό έλεγχο του Πρoϊστάμεvoυ του Τμήματος στο οποίο αποσπάται.

(3) Ο χρόvoς απόσπασης υπαλλήλου σε κενή θέση δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) θα λογίζεται ώς υπηρεσία στη θέση αυτή για όλους τους σκοπούς του Νόμου αυτού».

 

 

Το γεγονός ότι ο αποσπασθείς λειτουργός, ο κ. Αλκείδης εξακολουθεί στη βάση της σχετικής νομοθεσίας να «κατέχει οργανικά τη θέση από την οποία αποσπάται» δεν σημαίνει ότι υπηρετεί σε αυτήν και ότι δεν υπηρετεί στη θέση στην οποία αποσπάστηκε, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο Εφεσείων. 

 

Ο Μ. Στασινόπουλος στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικράτειας, σελ. 340, σημειώνει ότι:

«Απόσπασις υφίσταται οσάκις ο δημόσιος υπάλληλος απομακρύνεται της υπηρεσίας ή του γραφείου, εις ο οργανικώς ανήκει, και τίθεται εις την υπηρεσίαν άλλου γραφείου προς τον σκοπόν όπως εκτέλεση υπηρεσίαν υπαγομένην εις την αρμοδιότητα του τελευταίου τούτου».

 

 

Επομένως οργανικά ο κ. Αλκείδης ανήκει στο Τμήμα Πολεοδομίας και διά της αποσπάσεως του «τίθεται εις την υπηρεσίαν» της Υπηρεσίας Ασύλου με σκοπό να εκτελεί «υπηρεσίαν» υπαγομένη στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Ασύλου.  Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η φύση της απόσπασης έχει προσωρινό χαρακτήρα για να μην καταστρατηγείται η μονιμότητα των υπαλλήλων στη θέση τους (βλ. Φωκάς ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ.114, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Γεώργιου Χατζηστυλλή (2003) Α.Α.Δ.484). Επομένως, αυτή η σημασία πρέπει να αποδίδεται στον όρο «διατήρηση της οργανικής θέσης» του αποσπασθέντος υπαλλήλου χωρίς αυτή να διασυνδέεται με την «υπηρεσία» του αποσπασθέντος.

 

Ούτε βοηθά τη θέση του Εφεσείοντα η επίκληση της διάταξης 47(3) του Ν. 1/1990 (ανωτέρω).  Πρόκειται για περιπτώσεις που αποφασίζεται απόσπαση υπαλλήλου σε κενή θέση δυνάμει των Άρθρων 47(1)(α) και 30 του Ν. 1/1990, που δεν είναι η περίπτωση μας.  Όπως δε ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αυτή η ρύθμιση, όπως στο ίδιο εδάφιο διευκρινίζεται («για όλους τους σκοπούς του Νόμου αυτού») θα πρέπει να διαβάζεται στα πλαίσια του Νόμου 1/1990 και μόνο για τους σκοπούς αυτού.

 

Αναφορικά με τη θέση του Εφεσείοντα ότι ο συγκεκριμένος λειτουργός δεν κατέχει τις απαιτούμενες και απαραίτητες γνώσεις για να αποφασίζει επί αιτημάτων παροχής καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως η προϋπόθεση που τίθεται στο Άρθρο 6 του Ν.6(Ι)/2000,  παρατηρούμε ότι η προϋπόθεση που τίθεται στο Άρθρο 2 του Ν.6(Ι)/2000 είναι ο αρμόδιος λειτουργός «να έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης» σε θέματα ασύλου.  Δεν έχει τεκμηριωθεί από τον Εφεσείοντα, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, ότι ο συγκεκριμένος λειτουργός δεν έτυχε της απαιτούμενης εκπαίδευσης και τα όσα προβάλλονται επ’ αυτού σε σχέση με το ζήτημα αυτό κρίνουμε ότι δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο κανονικότητας που διέπει τη δράση της διοίκησης (βλ. Βασιώτης Κονστράξιονς Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο προβαλλόμενος Λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

 

Η Έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.  Επιδικάζεται το ποσό των €2000, ως κατ’ έφεση έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

 

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                          Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο