ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 160/2023)
7 Απριλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
S. O. N.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
TOY ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
T. Mπετίτο, για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Α. Αναστασιάδη (κα), για ΒΡΥΩΝΙΔΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
-----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ημερομηνίας 24/11/2023, στην Προσφυγή Αρ. 8614/2021, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/11/2021 που έκρινε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα για διεθνή προστασία.
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης είναι σε συντομία τα ακόλουθα:
Ο Εφεσείων, ο οποίος κατάγεται από τη Νιγηρία, υπέβαλε στις 6/3/2020 αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, η οποία απερρίφθη στις 7/12/2020. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Εφεσείων καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την Προσφυγή Αρ. 1985/2021, η οποία απερρίφθη στις 27/9/2021. Στις 18/10/2021, ο Εφεσείων υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία κατόπιν αποδοχής της εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού ημερομηνίας 3/11/2021, απερρίφθη στις 23/11/2021 ως απαράδεκτη από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας. Eναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Εφεσείων προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, το οποίο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Με τρεις Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη Απόφαση.
Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι ορθά και κατόπιν δέουσας έρευνας η διοίκηση απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του και ότι δεν υπήρχε ανάγκη για περαιτέρω έρευνα ή κλήση του σε συνέντευξη. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, προβάλλει ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να τον καλέσει σε συνέντευξη, αποστερώντας του έτσι το δικαίωμα ακρόασης. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3, υποβάλλει ο Εφεσείων ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή την κατάληξη της Εφεσίβλητης ότι οι ισχυρισμοί του δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή ότι δεν προωθήθηκαν από τον ίδιο κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης λόγω δικής του υπαιτιότητος.
Εξετάζοντας τους συναφείς μεταξύ τους Λόγους Έφεσης, οι οποίοι θα τύχουν ενιαίας εξέτασης, παρατηρούμε τα εξής:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο του προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης περί ελλιπούς έρευνας, αφού παρέθεσε τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που αφορούν την απόρριψη μεταγενέστερης αίτησης αιτούντος διεθνή προστασία, κατέληξε ως ακολούθως:
«Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αρχικής του αίτησης για διεθνή προστασία, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή κινδύνευε η ζωή του από τους άντρες της φυλής Hausa, οι οποίοι σκοτώνουν ομόφυλους τους. Ωστόσο κατά το στάδιο της συνέντευξής του, αναίρεσε τον ισχυρισμό αυτό, ισχυριζόμενος ότι η δήλωση για τους άντρες της φυλής Hausa δεν σχετίζεται με τον ίδιο και δεν ευσταθούν, προσθέτοντας ότι δε συμπλήρωσε ο ίδιος την αίτησή του για διεθνή προστασία αλλά ένας φίλος του. Ισχυρίστηκε τελικώς ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σώσει τη ζωή του, λόγω κτηματικών διαφορών που είχε με ένα γείτονά του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του αυτοί κρίθηκαν ότι ήταν γενικόλογοι και αόριστοι, και δεν συνδέονται με οποιαδήποτε μορφή δίωξης.
Στο πλαίσιο της επίδικης, μεταγενέστερης αίτησης του, κατέγραψε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθώς σκοτώνονται καθημερινά συμπατριώτες του από τους άντρες της φυλής Hausa. Καταγράφει περαιτέρω ότι η ζωή του απειλείται από ένα θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς και σε περίπτωση που δεν του μεταβιβάσει την γη, θα πεθάνει όπως πέθανε και ο πατέρας του.
Εξετάζοντας την μεταγενέστερη αίτηση ασύλου του Αιτητή, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί του περί απειλών κατά της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθώς ίδιους ισχυρισμούς είχε προβάλει και κατά την προγενέστερη διαδικασία εξέτασής της αίτησής του, τους οποίους ωστόσο αναίρεσε κατά τη συνέντευξή του. Παρατήρησε επιπλέον ο λειτουργός ασύλου ότι αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι ένας γείτονας του διεκδίκησε τη γη που κληρονόμησε μετά τον θάνατο του πατέρα του και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει αν δεν του την μεταβιβάσει, αυτοί εξετάστηκαν στο πλαίσιο της αρχικής του αίτησης, ωστόσο απορρίφθηκαν ως γενικοί και αόριστοι. Παρατηρεί περαιτέρω ο λειτουργός ασύλου ότι κατά την συνέντευξή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι απειλείται από τον θείο του για κτηματική διαφορά και όχι από τον γείτονα του. Παραθέτοντας τις παρατηρήσεις του αυτές, ο λειτουργός ασύλου καταλήγει ότι οι ισχυρισμοί του περί απειλών της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa δεν αποτελούν νέα στοιχεία, ενώ αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί απειλών που δέχεται από τον θείο του λόγω εδαφικής διαφοράς, ο Αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να αναφερθεί σε αυτόν εάν το επιθυμούσε κατά την διάρκεια της συνέντευξης του, αλλά δεν το έπραξε λόγω δικής του υπαιτιότητάς. Ενόψει τούτων, η μεταγενέστερη αίτησή του Αιτητή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Εξετάζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, είναι η κατάληξή μου ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ιδιαίτερα, διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν στην (απαιτούμενη) προκαταρκτική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησής του Αιτητή και κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο, έκριναν ότι δεν πληρείτο καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται (σωρευτικώς) στο άρθρο 16Δ(3)(β)[10] ώστε να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των προβληθέντων ισχυρισμών. Με αυτή τους την κατάληξη συμφωνώ, λαμβάνοντας υπόψη την εναλλαγή των θέσεων του Αιτητή, ιδιαίτερα αναφορικά με τον ισχυρισμό περί απειλών της ζωής του από άντρες της φυλής Hausa ο οποίος ενώ προωθήθηκε αρχικώς με την αίτησή του, ακολούθως αποσύρθηκε από τον ίδιο στο πλαίσιο της συνέντευξής του, δηλώντας ότι αυτός δεν ισχύει. Η επαναφορά του ίδιου αυτού ισχυρισμού, χωρίς να επεξηγεί γιατί δεν προώθησε αυτόν στο πλαίσιο της συνέντευξής του, πλήττει, αναπόφευκτα, την αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού. Αναφορικά με τον έτερο ισχυρισμό του Αιτητή περί απειλών της ζωής του από τον θείο του λόγω κτηματικής διαφοράς, σημειώνεται η αντίφαση που παρατηρείται ως προς το πρόσωπο του κατ' ισχυρισμόν διώκτη, αφού κατά τη συνέντευξή του, ανέφερε ότι είχε κτηματικά προβλήματα και δεχόταν απειλές από τον θείο του. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι ίδιο ισχυρισμό προώθησε ο Αιτητής και με την προσφυγή την οποία καταχώρισε εναντίον της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής του αίτησης ασύλου, η οποία ωστόσο (προσφυγή) απορρίφθηκε στις 27.09.2021.
Κρίνω λοιπόν ως ορθή την κατάληξη των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκαν από τον Αιτητή κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης λόγω δικής του υπαιτιότητας.
Διαπιστώνω συνεπώς ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της γενικότητας με την οποίαν αυτοί προβάλλονται και την αναξιοπιστία που απορρέει από την καθυστέρηση στην προβολή τους (τριών περίπου χρόνων από την απόρριψη της αρχικής του αίτησης) αλλά και από την εναλλαγή των θέσεων του Αιτητή -υπενθυμίζεται η αρχική καταγραφή του περί καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα του, η οποία αναιρέθηκε κατά την διάρκεια της συνέντευξής του- δεν έχουν επίδραση στην αξιολόγηση αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας».
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου (εφεξής «Ν. 6(Ι)/2000»), μια μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται το παραδεκτό της αίτησης και το δεύτερο αφορά την επί της ουσίας εξέταση της, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού. Ειδικότερα σε σχέση με το πρώτο στάδιο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 16Δ(3)(α) του Ν. 6(Ι)/2000:
«(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Όπως δε ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας μεταγενέστερης αίτησης:
«Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[9].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»)».
Εν προκειμένω, ο Εφεσείων διατείνεται ότι στη μεταγενέστερη του αίτηση αναφέρθηκε σε νέο κίνδυνο προερχόμενο από τον θείο του λόγω περιουσιακής διαφοράς, νέο στοιχείο που, όπως ισχυρίζεται, δεν είχε εξεταστεί προηγουμένως. Κατά τον Εφεσείοντα «το Δικαστήριο όφειλε αλλά δεν το έπραξε να προχωρήσει ως δικαστήριο ουσίας σε ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών του» (παρ. 4 στο περίγραμμα αγόρευσης Εφεσείοντα). Πρόσθετα, κατά τον Εφεσείοντα, θα έπρεπε να διερευνηθούν περαιτέρω οι ισχυρισμοί του μέσω συνέντευξης. Σημειώνει επίσης, ότι αυτό που θα έπρεπε να πράξει το Δικαστήριο, ήταν να «εξετάσει μόνο κατά πόσο ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημά του» για επανάνοιγμα της υπόθεσης του (παρ. 5 στο περίγραμμα αγόρευσης Εφεσείοντα).
Καταρχάς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στη Depak Kumar ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2023, ημερομηνίας 30/10/2024 (κατά πλειοψηφία απόφαση), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στην περίπτωση απόρριψης ως απαράδεκτης υποβληθείσας μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που οφείλει να πράξει είναι «να εξετάσει τη νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού (και μόνο) τέτοιας μεταγενέστερης αίτησης σε συνάρτηση με τους σχετικούς, περί τούτου, ισχυρισμούς του Εφεσείοντα».
Εν προκειμένω, διαπιστώνουμε ότι αυτό έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι ο Εφεσείων είχε κάθε ευκαιρία να αναφερθεί στον ισχυρισμό του περί απειλών που δέχεται από τον θείο του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης του, αλλά δεν το έπραξε λόγω υπαιτιότητας του. Σημειώνεται επίσης ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι ίδιο ισχυρισμό είχε προωθήσει ο Εφεσείων και στην Προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής του αίτησης ασύλου, Προσφυγή η οποία απερρίφθη στις 27/9/2021. Με αυτά ως δεδομένα, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Εφεσείων στη μεταγενέστερη του αίτηση δεν αποτελούν νέα στοιχεία και εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκαν, λόγω δικής του υπαιτιότητας κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης.
Τέλος, αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι όφειλε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου να τον καλέσει σε συνέντευξη για το παραδεκτό της μεταγενέστερης του αίτησης. Όπως υποδείξαμε στη Mamta Rani ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, ημερομηνίας 18/3/2025, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 16Δ του Ν. 6(Ι)/2000 αυτό δεν απαιτείται.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους ουδείς εκ των Λόγων Έφεσης γίνεται αποδεκτός. Η Έφεση απορρίπτεται με 2000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο