ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ο.Κ.ΥΠ.Υ.) v. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2025, 7/4/2026
print
Τίτλος:
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ο.Κ.ΥΠ.Υ.) v. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2025, 7/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

           (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2025 (i-justice))

 

7 Απριλίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π.,  ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ,  Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

  ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ο.Κ.ΥΠ.Υ.)

 

                                                                                                                        Εφεσείων,

v.

 

 CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED

  

 

                                                                                                                   Εφεσίβλητης.

--------------------

Μ. Κούρος Λοϊζίδης & Ε. Λοῒζου (κα), για  Γ. Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.

Π. Παναγιώτου, για Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ & ΣΙΑ Δ.ΕΠ.Ε., για Εφεσίβλητη.

Γ. Λεωνίδου (κα) & Φ. Λεωνίδου (κα), για Π. Α. ΛΕΩΝΙΔΟΥ & ΣΙΑ, για Ενδιαφερόμενο Μέρος.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου  θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Με την Προσφυγή Αρ. 784/2025, η Εφεσίβλητη (πρωτόδικα, η προσφεύγουσα) προσέβαλε τη νομιμότητα της κατακύρωσης συγκεκριμένου δημόσιου διαγωνισμού στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, υποβάλλοντας εκ παραλλήλου μονομερή αίτηση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για αναστολή της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε μονομερές διάταγμα ημερ. 22.7.2025 αναστολής της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, ορίζοντάς το ως επιστρεπτέο στις 28.7.2025.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο μερίμνησε για την επίδοση της μονομερούς αίτησης και του μονομερούς διατάγματος στον Καθ’ου η αίτηση (Εφεσείων στην παρούσα Έφεση) και στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, οι οποίοι ενέστησαν.   Οι διάδικοι αγόρευσαν προφορικώς και γραπτώς ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο επιφύλαξε την απόφασή του αφού προηγουμένως (ως αναφέρει η ίδια η εφεσιβαλλόμενη απόφαση) οι διάδικοι, αφενός, δεν αποδέχτηκαν την εισήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για σύντομη εκδίκαση της Προσφυγής, αφετέρου, συμφώνησαν εντούτοις όπως το μονομερές διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση την 2.10.2025 με την οποία κατέστησε απόλυτο το μονομερές διάταγμα αναστολής ημερ. 23.7.2025, μέχρι είτε την εκδίκαση της Προσφυγής είτε νεωτέρας διαταγής του, με το εξής σκεπτικό:

 

Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η εξουσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος ασκείται με φειδώ και μόνο όταν στοιχειοθετηθεί είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας στον προσφεύγοντα από την τυχόν μη έκδοση του διατάγματος. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εν συνεχεία, απέρριψε τον ισχυρισμό της Εφεσίβλητης περί ύπαρξης έκδηλης παρανομίας. 

 

Ως προς την ανεπανόρθωτη ζημία, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η προωθούμενη θέση της Εφεσίβλητης ήταν δισκελής, επικαλούμενη τόσο ζημία στα οικονομικά της συμφέροντα και στην επαγγελματική της υστεροφημία όσο και στέρηση του δικαιώματος πρόσβασής της στη δικαιοσύνη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το πρώτο σκέλος, υπό την έννοια ότι δεν υφίστατο κατά την κρίση του ανεπανόρθωτη ζημία, αφού ήταν αποτιμητέα σε χρήμα και άρα η επανόρθωσή της ήταν εφικτή.

 

Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε το δεύτερο σκέλος, αποδεχόμενο τη θέση της Εφεσίβλητης πως χωρίς την έκδοση τελικού διατάγματος αναστολής, ο Καθ’ου  η αίτηση θα υπέγραφε τη δημόσια σύμβαση με το Ενδιαφερόμενο Μέρος με αποτέλεσμα την οριστική απώλεια του δικαιώματος ανάθεσης της σύμβασης στην Εφεσίβλητη και τη συνεπακόλουθη παραβίαση του δικαιώματός της για αποτελεσματική δικαστική προστασία, το οποίο δικαίωμα -σε περίπτωση τέτοιας υπογραφής- θα καθίστατο αυτομάτως κενό περιεχομένου.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση εφεσιβάλλει την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος αναστολής με βάση το άνωθεν πρωτόδικο σκεπτικό.  Το μεν Ενδιαφερόμενο Μέρος υποστηρίζει την Έφεση, ενώ, αντιθέτως, η Εφεσίβλητη υποστηρίζει την ορθότητα της εφεσιβαλλόμενης απόφασης.

 

Οι λόγοι έφεσης είναι οι εξής (παρατίθενται άνευ της αιτιολογίας τους):

 

«1ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αν και αναφέρεται στις νομολογιακές αρχές που καθορίζονται στην απόφαση CROSS Zlin v. Urad pro ochranu hospodarske soutezeC303/22, ημερομηνίας 18.01.2024 εν τούτοις δεν προέβη σε καμία στάθμιση συμφερόντων της Εφεσίβλητης με το δημόσιο συμφέρον, όπως επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 5, της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (ως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2007/66/ΕΚ και την Οδηγία 2014/23/ΕΕ) και η απόφαση CROSS Zlin (πιο πάνω) – παράγραφος 62 και/ή οι νομολογιακές αρχές.

 

2ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο επιλεκτικά εφαρμόζει την απόφαση CROSS Zlin v. Urad pro ochranu hospodarske soutezeC303/22, ημερομηνίας 18.01.2024, αναφερόμενο μόνο στις σκέψεις που αφορούν την αποτελεσματική δικαστική προστασία και αγνοεί εντελώς και/ή παραγνωρίζει τις σκέψεις περί στάθμισης συμφερόντων, των εξουσιών σε αποζημίωση μετά τη σύναψη σύμβασης σύμβασης καθώς επίσης και τη διάκριση των περιπτώσεων αποκλεισμού ενός οικονομικού φορέα από άλλες περιπτώσεις.

 

3ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή με πλάνη και/ή αντιφατικά με τα όσα καθορίζονται στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, προέβη σε ανακριβές εύρημα ότι «τυχόν ακύρωση του προσωρινού διατάγματος θα καταστήσει ουσιαστικά την προσφυγή της αιτήτριας χωρίς αντικείμενο», καθώς επίσης εσφαλμένα και/ή με πλάνη και/ή αντιφατικά με τα όσα καθορίζονται στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου διαπίστωσε και προέβη σε εύρημα ότι «σε περίπτωση δε υπογραφής της σύμβασης μεταξύ του Καθ’ου η Αίτηση και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, το δικαίωμα αυτό καθίσταται αυτομάτως σε κενό περιεχομένου».

 

4ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κα/ή πεπλανημένα κατέστησε απόλυτο το προσωρινό μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 22.07.2025 στη βάση ότι, σε περίπτωση μη έκδοσής του, η επικαλούμενη ζημιά της Εφεσίβλητης ήταν ενεστώσα και βέβαιη ότι θα επερχόταν παράβαση του δικαιώματός της για πρόσβαση στο Δικαστήριο και αποτελεσματική δικαστική προστασία, δήθεν λόγω του ότι, εξαιτίας της φύσης της υπόθεσης, δεν μπορούσε να αποταθεί σε άλλο ένδικο μέσο ή αρμόδιο όργανο (όπως η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών) και ότι θα απωλέσει οριστικά τη δυνατότητα να διεκδικήσει την κατακύρωση της σύμβασης, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση και/ή διατήρηση προσωρινού διατάγματος, ούτε υφίστατο έκδηλη παρανομία, ούτε υφίστατο απόδειξη πραγματικής, άμεσης και ανεπανόρθωτης ζημιάς.

 

5ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα την Eυρωπαϊκή νομολογία και/ή ερμήνευσε λανθασμένα τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου CROSS Zlin v. Urad pro ochranu hospodarske soutezeC303/22, ημερομηνίας 18.01.2024 και Asociatia «Forumul Judecatorilor din Romania» (C-53/23) και Asociatia «Forumul Judecatorilor din Romania» (C-53/23), μετατρέποντας την απαίτηση για ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων προσφυγής σε απαίτηση για αυτόματη προσωρινή προστασία, χωρίς στάθμιση συμφερόντων με το δημόσιο συμφέρον, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομολογίας που επιβάλλει την ύπαρξη αποτελεσματικού συστήματος προσφυγής και όχι συγκεκριμένου αποτελέσματος.  Επίσης, παραγνώρισε και/ή λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη την ευρωπαϊκή νομολογία και/ή απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ingsteel spol. S r.o v. Urad pre verejne obstravanieC547/2022, ημερομηνίας 06.06.2024, που καθιέρωσε ότι το δικαίωμα αποζημίωσης καλύπτει και τη ζημία από απώλεια ευκαιρίας συμμετοχής ή κατακύρωσης.  Η Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 02.10.2025 πάσχει από έκδηλο νομικό σφάλμα και/ή έκδηλη πλάνη και/ή εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου και/ή εσφαλμένη εφαρμογή της ισχύουσας νομολογίας.

 

6ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέστησε απόλυτο το μονομερές Διάταγμα ημερομηνίας 22.7.2025, καθότι αξιολόγησε εσφαλμένα και/ή παρέλειψε να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς του λόγου ένστασης που πρόβαλε ο Εφεσείοντας σχετικά με τους παραπλανητικούς και/ή αναληθείς και/ή ανυπόστατους και/ή την απόκρυψη ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της Εφεσίβλητης κατά τη μονομερή εμφάνιση ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 22.07.2025.  Η Εφεσίβλητη εντελώς παραπλανητικά και παρασιωπώντας ουσιώδη γεγονότα, εξασφάλισε την έκδοση του μονομερούς διατάγματος αναστολής της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση της έκδηλης παρανομίας και το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να τηρήσει τον «εξαιρετικό» χαρακτήρα του μέτρου και/ή παρέλειψε να εξετάσει βάσει της ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας, τις προϋποθέσεις έκδοσης και οριστικοποίησης του προσωρινού μονομερές [sic] διατάγματος.

 

 

7ος Λόγος Έφεσης

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή με ουδεμία αναφορά του στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 01.10.2025 και/ή παρέλειψε να εξετάσει το λόγο ένσταση [sic] και επιχειρηματολογία του Εφεσείοντα ότι, η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 21.07.2025 είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος καθότι η Εφεσίβλητη στο δικόγραφο της Προσφυγής δεν δικογραφεί οτιδήποτε σχετικό με έκδηλη παρανομία, ούτε με ανεπανόρθωτη ζημιά και ως εκ τούτου δεν δύναται να τους προβάλει εκ των υστέρων με ενδιάμεση αίτηση.».

 

Για τους ακόλουθους λόγους, κρίνουμε ότι η Έφεση ευσταθεί υπό την έννοια ότι εσφαλμένα κρίθηκε πρωτόδικα πως η τυχόν υπογραφή της δημόσιας σύμβασης μεταξύ του Καθ’ού η αίτηση και του Ενδιαφερόμενου Μέρους θα ήρε τη δικαστική προστασία της Εφεσίβλητης και, συνεπώς, θα εξανέμιζε οποιαδήποτε πιθανότητα μελλοντικής κατακύρωσης του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού υπέρ της.  Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε αναγκαία την οριστικοποίηση της αναστολής της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της Προσφυγής:

 

Η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης στοχεύει στο να αποσοβήσει τη ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως.  Μια τέτοια δε ενέργεια συνιστά εξαιρετική δικαιοδοσία η οποία αναλαμβάνεται με φειδώ, ήτοι μόνο εφόσον καταδειχθεί πως η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι έκδηλα παράνομη ή επίκειται εξαιτίας της επαπειλούμενης ανεπανόρθωτης βλάβης σε βάρος του προσφεύγοντα (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ-ΚΥΠΡΟΣ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας (2010), 3 Α.Α.Δ. 71· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2022).

 

Το προσωρινό διάταγμα στο διοικητικό δίκαιο δεν σχετίζεται με το συντηρητικό διάταγμα του ιδιωτικού δικαίου το οποίο εκδίδεται βάσει του Άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων (ο Νόμος 14 του 1960 ως τροποποιήθηκε) (Gamage v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 463).

 

Ο αιτών την αναστολή έχει το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας, η οποία πρέπει να είναι άμεση και συγκεκριμένη, να μη στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου και να αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ-ΚΥΠΡΟΣ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).

 

Το βάρος απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι στο επίπεδο της σοβαρής πιθανότητας (Gamage ν. Δημοκρατίας ανωτέρω).   Ακόμα όμως και αν αποδειχθεί, το αναθεωρητικής δικαιοδοσίας Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής αν αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητα εμπόδια στη Διοίκηση καθότι το προσωπικό συμφέρον του προσφεύγοντα υποχωρεί έναντι του δημόσιου συμφέροντος (Λοϊζίδης ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233).

 

Τα νομολογηθέντα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ-ΚΥΠΡΟΣ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας ανωτέρω καταδεικνύουν ότι όντως η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς συνδέεται με τη διατήρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, χωρίς όμως να συνιστά διακριτή προϋπόθεση.

 

Η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη διακυβεύεται, υπό την έννοια ότι επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της Προσφυγής ενώπιον του αναθεωρητικής δικαιοδοσίας Δικαστηρίου, μόνο αν αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ανεπανόρθωτη ζημιά.  Και εδώ έγκειται η αδυναμία της επιχειρηματολογίας της Εφεσίβλητης όπως και το -με κάθε σεβασμό- σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθότι ουδέν άχθηκε ενώπιον του τελευταίου που, κατά την κρίση μας, να αποδεικνύει ανεπανόρθωτη ζημιά. 

 

Αυτό, διότι  ζημιά  η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, όσο δύσκολα και να αποκαθίσταται, δεν είναι αφ’ εαυτής και μόνο ανεπανόρθωτη.   Μόνο αν είναι αδύνατη η αποτίμηση και επανόρθωση της ζημιάς σε χρήμα, ή αν έχει άλλες συνέπειες που ανεπανόρθωτα πλήττουν τον αιτητή, μπορεί η ζημιά να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη (ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ POSEIDON GRAND MARINA OF PAPHOS κ.ά. ν. CYBARCO PLC κ.ά. (2009) 3 Α.Α.Δ.513).

 

Δεδομένου, λοιπόν, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της Εφεσίβλητης για ανεπανόρθωτη ζημιά, κρίνοντας ότι η όποια ζημιά της ήταν αποτιμητέα σε χρήμα και λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ήδη απέρριψε τον ισχυρισμό της για έκδηλη παρανομία (χωρίς οι άνωθεν πρωτόδικες κρίσεις να εφεσιβάλλονται ή αντεφεσιβάλλονται ενώπιόν μας από την Εφεσίβλητη), το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει την αιτηθείσα οριστικοποίηση της προσωρινής αναστολής της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης.

Αντ’ αυτού, εσφαλμένα το πρωτόδικο  Δικαστήριο προέταξε την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη ως σκέλος της ανεπανόρθωτης ζημιάς το οποίο στοιχειοθετείται με άλλον τρόπον από την ίδια την ανεπανόρθωτη ζημία (ήτοι, την αποτίμησή της ή μη σε χρήμα) προσθέτοντας έτσι τρίτη προϋπόθεση εκεί που η νομολογία αναγνωρίζει μόνο δύο ως προς την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής από αναθεωρητικό Δικαστήριο.

 

Επιπρόσθετα, για τους λόγους που παρατίθενται πιο κάτω, ούτε καν αυτή η τρίτη προϋπόθεση επληρούτο εν προκειμένω.

 

Κατά πρώτον, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν συνιστά αναθεωρητικό Δικαστήριο αλλά δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο το οποίο ασκεί ιεραρχικό έλεγχο επί των αποφάσεων της (πρωτοβάθμιας) αναθέτουσας αρχής (Δημοκρατία μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ανωτέρω).  Ακόμα και όταν ο προσφεύγων έχει δικαίωμα προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, η μη άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν θίγει το δικαίωμά του να προσφύγει -κατά απόφασης αναθέτουσας αρχής- κατ’ ευθείαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ως διευκρινίζει το Άρθρο 19(2) των περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμων (Νόμος 104(Ι) του 2010 ως τροποποιήθηκε).

 

Αυτό το δεδομένο ίσχυε και στην ενώπιόν μας περίπτωση καθιστώντας άσχετο το γεγονός (στο οποίο εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε σημασία) ότι η Εφεσίβλητη προσέφυγε (κατά της επίδικης κατακύρωσης του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους) κατευθείαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να δύναται να ασκήσει προηγουμένως προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, επειδή ο Νόμος δεν χορηγούσε στην Εφεσίβλητη τέτοιο δικαίωμα υπό το φως του χαμηλού ύψους των προσφορών.

 

Κατά δεύτερον, αυτό που η Εφεσίβλητη επιχειρηματολόγησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα υιοθέτησε είναι ότι η -μεσούσης της δίκης- τυχόν υπογραφή της δημόσιας σύμβασης μεταξύ του Καθ’ ου η αίτηση και του Ενδιαφερόμενου Μέρους θα καθιστούσε την εκδίκαση της Προσφυγής άνευ αντικειμένου.  Πλην όμως, ουδεμία νομολογία την οποία επικαλέστηκε η Εφεσίβλητη ή το πρωτόδικο Δικαστήριο τείνει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την άνω θέση της Εφεσίβλητης υποπίπτοντας σε αντίφαση, αφού σε προηγηθέν μέρος της εφεσιβαλλόμενης απόφασης επεσήμανε ορθά ότι η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό γεννά απλή προσδοκία κατακύρωσης και όχι δέσμευση κατακύρωσης σε συγκεκριμένο προσφοροδότη.  Αυτή η προσδοκία, λοιπόν, παρέμεινε ενεργή λόγω της καταχώρησης της Προσφυγής και της υποχρέωσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει τελική απόφαση επ’ αυτής, χωρίς να χρειαζόταν να μεσολαβήσει η εφεσιβαλλόμενη απόφαση.

 

Παρότι η υπογραφή της δημόσιας σύμβασης δημιουργεί σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του επιτυχόντος προσφοροδότη (Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2012 CYDIVE LTD ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2018), η δημιουργία τέτοιας σχέσης δεν αναιρεί την ακυρωτική δικαιοδοσία του αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

 

Ως χαρακτηριστικά λέχθηκε στη Medcon Construction v. Republic of Cyprus (1968) 3 CLR 535):

«In the result, I have no hesitation in finding for Applicants in this case, and, as already stated, the decision to award the tender to the Interested Party has to be annulled. But only such decision is annulled, because it is this decision, itself, which is part of public administration and subject to a recourse; this Judgment cannot affect the contract granted as a result of such decision (see Decision of the Greek Council of State 531(49), supra).».

 

 

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

 

 

Η έφεση επιτυγχάνει και παραμερίζεται η εφεσιβαλλόμενη απόφαση ημερ. 2.10.2025 (περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα) επί της Προσφυγής Αρ. 784/2025.

 

Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α.), ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ του Εφεσείοντα και κατά της Εφεσίβλητης.

 

 

 

                                                          Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                           Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο