ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΕΙΑΣ v. AMV HEALTHCARE LTD, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 67/2022, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΕΙΑΣ v. AMV HEALTHCARE LTD, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 67/2022, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 67/2022)

 

30 Απριλίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΕΙΑΣ                                                                                           

       Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη,

     v.

 

AMV HEALTHCARE LTD

 

 

 

    Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας.

 

-------------------

Δ. Μ. Εργατούδη (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη.

Ρ. Ευγενίου (κα), για Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η υπό εξέταση Έφεση και Αντέφεση (εφεξής η «Έφεση» και «Αντέφεση», αντιστοίχως) στρέφονται έκαστη εναντίον μέρους της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 15.3.2022 στην Προσφυγή Αρ. 1288/2018 (εφεξής η «Προσφυγή»), την οποία άσκησε με επιτυχία η Εφεσίβλητη ως προς την αιτούμενη με το δικόγραφο θεραπεία (Β) της Προσφυγής, ενώ η θεραπεία (Α) αυτής απορρίφθηκε:

 

Οι αιτούμενες θεραπείες (Α) και (Β) της Προσφυγής ήταν, συγκεκριμένα, οι ακόλουθες:

 

«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 4/7/2018 («Συνημμένο 1»), σύμφωνα με την οποία η Προσφορά για την Προμήθεια, Εγκατάσταση και Συντήρηση Ψηφιακών Ακτινογραφικών Συστημάτων για τις Ανάγκες των Κρατικών Νοσηλευτηρίων, Αρ. Διαγωνισμού 26/17, κατακυρώθηκε στην εταιρεία A. Papaetis Services Ltd, για το ποσό των €4.240.937,00, αντί στην αιτήτρια εταιρεία, είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς κανένα νόμιμο αποτέλεσμα.

 

Β. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια εταιρεία με επιστολή  των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20/6/2018 («Συνημμένο 2»), σύμφωνα με την οποία η προσφορά της αιτήτριας εταιρείας για την Προμήθεια Εγκατάσταση και Συντήρηση Ψηφιακών Ακτινογραφικών Συστημάτων για τις Ανάγκες των Κρατικών Νοσηλευτηρίων, Αρ. Διαγωνισμού 26/17, κρίθηκε ως μη αποδεκτή κατά το στάδιο ελέγχου των δικαιολογητικών συμμετοχής και δεν αξιολογήθηκε περαιτέρω με αποτέλεσμα τον παράνομο και ή πεπλανημένο αποκλεισμό της από τη διαδικασία, είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς κανένα νόμιμο αποτέλεσμα.»

 

 

Ως προς την πιο πάνω θεραπεία (Α) της Προσφυγής, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ως ακολούθως:

 

«Στις παραγράφους 2 και 5 της ένστασης του καθ' ου η αίτηση αναφέρεται ότι η προσφορά που υπέβαλε η εταιρεία A. Papaetis Services Ltd ήταν η χαμηλότερη ενώ η προσφορά που υπέβαλαν οι αιτητές ήταν η τέταρτη χαμηλότερη. Συνεπώς, σε ότι αφορά στην πρώτη αιτούμενη θεραπεία που προβάλλουν οι αιτητές και αφορά στην κατακύρωση του διαγωνισμού σε άλλη εταιρεία αυτή προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον και αλυσιτελώς εφόσον ακόμα και εάν η προσφορά των αιτητών αξιολογείτο ως έγκυρη, δεν ήταν η πλέον οικονομικά συμφέρουσα αλλά μεταξύ της προσφοράς των αιτητών και της επιτυχούσας εταιρείας μεσολαβούσαν άλλες τρείς φθηνότερες προσφορές και επομένως τυχόν ακύρωση της κατακύρωσης στην επιτυχούσα εταιρεία, δεν θα επέφερε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στους αιτητές.

 

Επομένως, η πρώτη αιτούμενη θεραπεία απορρίπτεται ως απαράδεκτη και προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης που αφορούν στον αποκλεισμό των αιτητών και αφορούν στην αιτούμενη θεραπεία (β).»

 

Ως προς την πιο πάνω θεραπεία (Β) της Προσφυγής, η πρωτόδικη απόφαση κατέληξε ως εξής:

 

«Οι αιτητές εισηγούνται ότι ο καθ' ου η αίτηση ενήργησε κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης επειδή η προσφορά των αιτητών στηρίχτηκε στις δυνατότητες άλλης εταιρείας η οποία αυτή εταιρεία σε άλλους διαγωνισμούς αποκλείστηκε αλλά αργότερα η αναθέτουσα αρχή δέχτηκε ακύρωση της ενέργειάς της αυτής αποδεχόμενη λάθος. Εισηγούνται, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 57(4) και (6) του περί Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, Ν. 73(Ι)/2016 (στο εξής ο «Νόμος»), της αρχής της προηγούμενης ακρόασης, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.

 

Ο προϊστάμενος της διεύθυνσης αγορών και προμηθειών με επιστολή του προς όλους τους λειτουργούς της διεύθυνσης ημερομηνίας 30.4.2018 ενημέρωσε για τα ακόλουθα:

 

 

«Ενημερωτικά σας αναφέρω ότι, το Υπουργείο Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος προέβηκε σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας της εγκατάστασης διαχείρισης αποβλήτων της εταιρείας Vitaemed Ltd. Η προσωρινή αναστολή λειτουργίας επήλθε μετά από επιθεώρηση που πραγματοποίησε το Υπουργείο Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντας στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Vitaemed Ltd στην Κοφίνου, στις 20 και 21 Φεβρουαρίου 2018 κατά την οποία διαπίστωσε σημαντικές παραβάσεις των όρων της Άδειας Διαχείρισης Αποβλήτων. Συγκεκριμένα, κατά την επιθεώρηση διαπιστώθηκε ότι τα απόβλητα δεν επεξεργάζονταν με αποτέλεσμα τη συσσώρευσή τους με τρόπο κατά το οποίο δεν τηρούνταν οι σχετικοί όροι που για τον τρόπο φύλαξης των μη επεξεργασμένων και επεξεργασμένων κλινικών αποβλήτων μολυσματικού χαρακτήρα. Επισυνάπτονται σχετικές επιστολές με αρ. φακέλων 02.12.010.011.001 και 02.12.020.13.94 και ημερ. 23/02/2018 και 15/03/2018 αντίστοιχα, του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (επισυνημμένο 1) και Έκθεση Γεγονότων της Διεύθυνσης Αγορών και Προμηθειών σχετική με το θέμα (επισυνημμένο 2).

 

Τα πιο πάνω τίθενται υπόψη των λειτουργών που καλούνται ως μέλη Επιτροπών Αξιολόγησης να προβούν σε αξιολόγηση προσφορών που υποβάλλονται δυνάμει του Νόμου 73(Ι)/2016. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 57(4)(γ) και (ζ) του Ν.73(Ι)/2016 αναφέρεται ότι:

 

«Οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης σύμβασης οποιοδήποτε οικονομικό φορέα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις:

 

(γ) όταν η Αναθέτουσα Αρχή μπορεί να αποδείξει με κατάλληλα μέσα ότι ο οικονομικός φορέας έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, το οποί θέτει εν αμφιβόλω την ακεραιότητα του,

 

(ζ) όταν ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις.»

 

Τα ως άνω τίθενται για σκοπούς ενημέρωσής σας και ενάσκηση των εκ του Νόμου 73(Ι)/2016 και των σχετικών Κανονισμών αρμοδιοτήτων σας για σκοπούς αξιολόγησης προσφορών που υποβάλλονται δυνάμει του εν λόγω Νόμου.»

 

Στην έκθεση αξιολόγησης ημερομηνίας 24.5.2018 έγινε αναφορά στην πιο πάνω επιστολή, όπως φαίνεται από το απόσπασμα που παρέθεσα στη σελίδα 2 πιο πάνω, και αιτιολογήθηκε ο λόγος αποκλεισμού των αιτητών.

 

Στις ιεραρχικές προσφυγές ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών στις οποίες αναφέρονται οι αιτητές, αιτητές δεν ήταν οι ίδιοι αλλά η εταιρεία τις δυνατότητες της οποίας επικαλέστηκαν οι αιτητές. Πρόσθετα, οι δηλώσεις που έγιναν κατά τη διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και αφορούσαν σε αναγνώριση παράβασης του Άρθρου 57(6) του Νόμου κατά τη λήψη απόφασης αποκλεισμού των αιτητών εκείνων ακολούθησαν χρονικά της λήψης της επίδικης απόφασης και τέλος, η προσφορά των αιτητών αξιολογήθηκε με τα δικά της δεδομένα η ορθότητα της οποίας κρίνεται με την παρούσα προσφυγή. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με την εισήγηση των αιτητών περί παράβασης της αρχής της χρηστής διοίκησης επειδή ο καθ' ου η αίτηση δεν αποδέχτηκε ακύρωση της απόφασης.

 

Τα Άρθρα 57(4) και (6) του Νόμου, των οποίων κατά την εισήγηση των αιτητών υπήρξε παράβαση, προνοούν τα ακόλουθα:

 

[.]

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, ως αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 30.4.2018 ο καθ' ου η αίτηση προχώρησε σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας της εγκατάστασης διαχείρισης αποβλήτων της εταιρείας Vitaemed Ltd για τους λόγους που εξηγούνται στην επιστολή.

 

Ο καθ' ου η αίτηση λαμβάνοντας την απόφασή του να αποκλείσει την προσφορά των αιτητών έκρινε, αφενός, ότι στη βάση της επιστολής ημερομηνίας 30.4.2018, η εταιρεία επί των οικονομικών και τεχνικών δυνατοτήτων της οποίας στηρίχτηκαν οι αιτητές δεν πληροί τις απαιτήσεις των όρων 6.2.2, 6.2.3.1 και 6.2.3.3 και, αφετέρου, ότι το έντυπο 3 που υπέβαλε η ως άνω εταιρεία δεν ικανοποιεί την παράγραφο 6.2.1 (δ) και (η) των εγγράφων του διαγωνισμού.

 

Σε σχέση με το έντυπο 3, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, φέρει τίτλο «Υπόδειγμα δήλωσης πιστοποίησης προσωπικής κατάστασης». Με αυτό, ο προσφέρων προβαίνει σε διάφορες υπεύθυνες δηλώσεις μεταξύ των οποίων όσα προνοούνται στην παράγραφο 6.2.1 (δ) και (η) των εγγράφων του διαγωνισμού:

 

«δ. δεν έχω διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, το οποίο θέτει εν αμφιβόλω την ακεραιότητά μου,

η. δεν έχω επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια, κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις.»

 

Αυτοί που επιβεβαιώνουν την προσωπική τους κατάσταση είναι οι ίδιοι οι αιτητές ως ο οικονομικός φορέας που υποβάλλει την προσφορά και όχι η άλλη εταιρεία ως εσφαλμένα αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση.

 

Σε ότι αφορά στον άλλο φορέα στις δυνατότητες του οποίου στηρίχτηκαν οι αιτητές σχετικές είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 63(3) του Νόμου σύμφωνα με τις οποίες:

 

 

«(3) Η αναθέτουσα αρχή ελέγχει, σύμφωνα με τα άρθρα 59, 60 και 61 κατά πόσον οι φορείς στις ικανότητες των οποίων ο οικονομικός φορέας προτίθεται να στηριχθεί, πληρούν τα σχετικά κριτήρια επιλογής και κατά πόσον συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 57.  Η αναθέτουσα αρχή απαιτεί από τον οικονομικό φορέα να αντικαταστήσει ένα φορέα που δεν πληροί σχετικό κριτήριο επιλογής ή στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν υποχρεωτικοί λόγοι αποκλεισμού.  Η αναθέτουσα αρχή δύναται να απαιτήσει από τον οικονομικό φορέα, να αντικαταστήσει ένα φορέα στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν μη υποχρεωτικοί λόγοι αποκλεισμού.»

 

Επομένως, με βάση τα πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση προτού προχωρήσει σε αποκλεισμό των αιτητών επί τη βάσει των όσων περιέχονται στην επιστολή ημερομηνίας 30.4.2018 και αφορούν σε άλλο φορέα όφειλε πρώτα να απαιτήσει από τους αιτητές την αντικατάσταση του άλλου αυτού φορέα και μόνο αν δεν το έπραττε θα μπορούσε να προχωρήσει σε αποκλεισμό τους.

 

Καταλήγω ότι για τους πιο πάνω λόγους η απόφαση του καθ' ου η αίτηση φαίνεται να λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς αιτιολογία.[.]»

 

Οι λόγοι Έφεσης στην Έφεση έχουν ως εξής:

 

          «ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 1

 

Παρόλο που το Διοικητικό δικαστήριο έκρινε ως αλησιτελή (sic) και ασκούμενη χωρίς έννομο συμφέρον την αιτούμενη θεραπεία (α) της αίτησης ακυρώσεως των Αιτητών εναντίον της μεταγενέστερης απόφασης κατακύρωσης του διαγωνισμού στο Ενδιαφερόμενο Μέρος, λανθασμένα και/ή πεπλανημένα το Διοικητικό Δικαστήριο, προχώρησε και εξέτασε τους λόγους ακύρωσης που αφορούσαν στην προγενέστερη πράξη αποκλεισμού των Αιτητών από τον επίδικο διαγωνισμό και την αιτούμενη θεραπεία (β) της αίτησης ακύρωσης των Αιτητών, την οποία λανθασμένα έκανε αποδεκτή.

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΛΟΓΟΥ ΕΦΕΣΗΣ 1

 

Τούτο γιατί αποτελεί πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η μεταγενέστερη απόφαση κατακύρωσης της προσφοράς είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της εκτελεστότητας προηγούμενης και/ή ενδιάμεσης πράξης, η οποία απορροφάται από την τελική. Ο δε αποκλεισμός προοσφοροδότη (sic) από την περαιτέρω συμμετοχή στη διαδικασία κατακύρωσης είναι εκτελεστή πράξη πριν από τη λήψη απόφασης για κατακύρωση αλλά χάνει την εκτελεστότητα του στη συνέχεια, λόγω της ενσωμάτωσης του στην τελική απόφαση της σύνθετης διοικητικής ενέργειας του διαγωνισμού. (Σχ. Κοινοπραξία Cyprus Airport Group v Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ 437).

 

Από τη στιγμή που το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η τελική απόφαση κατακύρωσης προσβάλλετο χωρίς έννομο συμφέρον και αλυσιτελώς, καθότι τυχόν ακύρωση αυτής δεν θα επέφερε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στους Αιτητές, το εύρημα του αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της Προσφυγής.

 

ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ 2

         

Εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Αναθέτουσα Αρχή είχε υποχρέωση να απαιτήσει από τους Αιτητές την αντικατάσταση του υποστηριχτικού (sic) φορέα VITAEMED LTD  και μόνο εάν δεν το έπρατταν τότε θα μπορούσε να προχωρήσει στον αποκλεισμό των Αιτητών.

 

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΛΟΓΟΥ ΕΦΕΣΗΣ 2

 

          Τούτο γιατί το Διοικητικό Δικαστήριο εξέτασε θέμα παραβίασης του άρθρου 63(3) του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, (Ν.73(Ι) του 2016) χωρίς το θέμα αυτό να δικογραφείται της Αίτησης Ακυρώσεως (sic) αλλά και χωρίς να προωθείται και/ή να εγείρεται στη γραπτή αγόρευση των Αιτητών.

 

          Ανεξάρτητα τούτου, η διαδικασία και αλλαγή του φορέα στον οποίο στηρίζεται ένας προσφοροδότης διέπεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπουν οι νομοθετικές πρόνοιες του άρθρου 63 του Νόμου 73(Ι) του 2016, οι οποίες δεν συνέτρεχαν στην παρούσα περίπτωση.

 

          Αντικατάσταση του εν λόγω φορέα θα σήμαινε επίσης παραβίαση της αρχής της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της μη διάκρισης των οικνομοικών φορέων και της προστασίας του ανταγωνισμού.»

 

 

Οι λόγοι Αντέφεσης είναι οι ακόλουθοι:

 

 

          «Λόγος Αντέφεσης αρ. 1

 

Εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε στην σελίδα 3 της απόφασης του ότι η πρώτη αιτούμενη θεραπεία «Α» που προέβαλε με την προσφυγή της η Αιτήτρια και αφορούσε την κατακύρωση του διαγωνισμού σε άλλη εταιρεία, προβαλλόταν χωρίς έννομο συμφέρον και αλυσιτελώς και προχώρησε εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα στην απόρριψη της πρώτης αιτούμενης θεραπεία ως απαράδεκτης.

 

Αιτιολογία 1ου λόγου Αντέφεσης:

 

Τούτο διότι σύμφωνα με την νομολογία η πράξη κατακύρωσης του διαγωνισμού αποτελεί το τέρμα της όλης σύνθετης διοικητικής ενέργειας των δημόσιων διαγωνισμών. Επομένως, η Αιτήτρια-Αντεφεσείουσα έπρεπε να προσβάλει την τελική πράξη κατακύρωσης για να μπορεί να προβάλλει λόγους ακυρώσεως που αφορούν τον αποκλεισμό της, στάδιο προπαρασκευαστικό της διαδικασίας.

 

Ουδεμία σχέση έχει η τιμή της προσφοράς της Αιτήτριας-Αντεφεσείουσας με το έννομο συμφέρον της να προσβάλλει την πράξη κατακύρωσης. Από την στιγμή που κρίθηκε από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι πάσχει η διαδικασία, λόγω του ότι κρίθηκε παράνομος ο αποκλεισμός της Αιτητριας-Αντεφεσείουσας, η πράξη κατακύρωσης συμπερασύρεται σε ακυρότητα. Σαφώς και αντλεί έννομο συμφέρον η Αιτήτρια-Αντεφεσείουσα για την ακύρωση της πράξης κατακύρωσης εφόσον συμμετείχε στην διαδικασία και από την στιγμή που παρουσιάζονται σφάλματα στη διαδικασία τα οποία προηγούνται της απόφασης κατακύρωσης, η τελική απόφαση κατακύρωσης οδηγείται δίχως άλλον (sic) σε ακυρότητα.

 

Λόγος Αντέφεσης αρ. 2

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, εξετάζοντας αυτεπάγγελτα το έννομο συμφέρον της Αιτήτριας κατέληξε, ότι η Αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλλει την πράξη κατακύρωσης του διαγωνισμού που προβαλλόταν με το «Α» αιτητικό της προσφυγής της. Χωρίς να δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να ακουστεί κατά παράβαση του δικαιώματος ακρόασης και της αρχής της ισότητας των όπλων.

 

Αιτιολογία 2ου λόγου Αντέφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να εξετάσει αυτεπάγγελτα το έννομο συμφέρον της Αιτήτρια εφόσον είναι ζήτημα δημοσίας τάξης. Όμως για να μπορεί το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπάγγελτα ένα θέμα πρέπει να πληροφορήσει τους διαδίκους και να τους παρέχει το δικαίωμα να ακουστούν επί του συγκεκριμένου αυτεπάγγελτου σημείου σύμφωνα με την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, για να μπορεί το δικαστήριο να έχει και τις απόψεις των διαδίκων.

 

Εφόσον το Πρωτόδικο δικαστήριο είχε σκοπό να απορρίψει την πρώτη αιτούμενη θεραπεία στην προσφυγή λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, η Αιτήτρια-Αντεφεσείουσα είχε δικαίωμα ακρόασης, αφού δεν υπάρχει οποιονδήποτε άλλο ένδικο μέσο που να μπορεί η Αιτήτρια-Αντεφεσείουσα να προσφύγει. Συνεπώς, κατά παράβαση του δικαιώματος της ακριβοδίκαιης δίκης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, αλλά και κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ είχε υπόψη του να απορρίψει την πρώτη αιτούμενη θεραπεία στην προσφυγή λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, δεν έδωσε την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να αντικρούσει την θέση αυτή και ούτε επέτρεψε να εκφράσει τις απόψεις του επί τούτου.

 

Για το θέμα του εννόμου συμφέροντος η απόφαση του δικαστηρίου μας κατέλαβε εξαπίνης, εφόσον δεν είχε τεθεί ούτε από το Δικαστήριο αλλά ούτε και από τους δικηγόρους των Καθ’ ων η Αίτηση σε κανένα στάδιο της δικαστικής διαδικασίας ούτε στο στάδιο των διευκρινήσεων το θέμα αυτό. Επομένως, η Αιτήτρια-Αντεφεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση σχετικά με το ότι υπήρχε ζήτημα απόρριψης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Άρα εάν παρέχετο η δυνατότητα από το Δικαστήριο επί τούτου του νομικού σημείου πριν αποφασιστεί, θα είχε τότε ενώπιον του το δικαστήριο πληρέστερα στοιχεία που θα καταδείκνυαν ότι το έννομο συμφέρον της Αιτήτριας-Αντεφεσείουσας υπήρχε σε όλα τα στάδια της δίκης. Βέβαια για να μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα οποιοδήποτε σημείο το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που του παρέχουν τη δυνατότητα να στηρίξουν το αυτεπάγγελτο, κάτι που είναι η θέση μας πως δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση.

 

Λόγος Αντέφεσης αρ. 3

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στην σελίδα της απόφασης του, στην απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως ως προβλήθηκε στην Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτρια και έκρινε ότι δεν υφίστατο παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.

 

Αιτιολογία 3ου λόγου Αντέφεσης:

 

Ο λόγος αποκλεισμού της VITAEMED στις Ιεραρχικές Προσφυγές Αρ. 27/18 και 37/18 είναι ακριβώς ο ίδιος λόγος που αφορά την παρούσα διαδικασία και οδήγησε στην απόρριψη της προσφοράς της Αιτήτριας-Αντεφεσείουσας η οποία βασίστηκε στις δυνατότητες της VITAEMED. Ο λόγος ήταν η πλημμελής κατά την κρίση της Αναθέτουσας Αρχής εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης από την VITAEMED. Εκεί η Αναθέτουσα Αρχή δεν υποστήριξε την νομιμότητα των ενεργειών της και δέχθηκε ακύρωση λόγω παράβασης του άρθρου 57(6) του Ν.73(ι)/2016.

 

Εύλογα, λοιπόν, εγέρθηκαν εν προκειμένω από την πλευρά της Αιτήτριας-Αντεφεσείουσας ζητήματα αντιφατικής συμπεριφοράς και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση εφόσον, στις πιο πάνω περιπτώσεις και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει, ηια παρόμοια ζητήματα, οι Καθ’ ων η Αίτηση τήρησαν εκ διαμέτρου αντίθετη στάση και δεν υποστήριξαν την εκεί επίδικη απόφαση, ανάλογου και/ή παρόμοιου με την υπό κρίση, περιεχομένου. Ο Νόμος 158(Ι)/1999 στο άρθρο 51(1), προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται στη Διοίκηση να ενεργεί με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο ώστε να εξαπατά ή να ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο.»

 

Μελετήσαμε με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, ως αυτές αναπτύχθηκαν στα περιγράμματα και συμπληρωματικά περιγραμμάτων αγορεύσεως των διαδίκων καθώς και προφορικά κατά την ακρόαση της Έφεσης, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Δεν απαιτείται, στην παρούσα περίπτωση η παράθεση της πλήρους επιχειρηματολογίας των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεων τους (βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 96/20 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΑΦΟΥ (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) ΛΤΔ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ).

 

Κατά λογική ακολουθία προέχει η εξέταση της πρωτόδικης κρίσης ως προς το έννομο συμφέρον της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας, ήτοι ζητήματος παραδεκτού της Προσφυγής, σε σχέση με τις αιτηθείσες θεραπείες (Α) και (Β) της Προσφυγής (ανωτέρω) και τους σχετικούς, προς τούτο, πρώτο λόγο Έφεσης και πρώτο και δεύτερο λόγο Αντέφεσης.

 

Όσον αφορά, καταρχάς, στον πρώτο λόγο Έφεσης, βασίμως η Εφεσείουσα θέτει, ως επεξηγεί στην αιτιολογία του εν λόγω λόγου Έφεσης, θέμα απώλειας εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης με την αιτηθείσα θεραπεία (Β) της Προσφυγής απόφασης, ήτοι της απόφασης αποκλεισμού της προσφοράς της Εφεσίβλητης στον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό, με δεδομένη την επακολουθήσασα λήψη απόφασης κατακύρωσης του διαγωνισμού σε άλλη προσφοροδότρια.

 

Συγκεκριμένα, είναι πάγια και με συνέπεια σταθερή η ημεδαπή νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κοινοπραξία Cyprus Airport Group ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 437, απόφαση ημερομηνίας 20.10.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 61/2015 CYBARCO LTD ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ) σύμφωνα με την οποία επί σύνθετης διοικητικής ενέργειας, όπως πάγια αναγνωρίζεται ότι αποτελεί η διαδικασία ανάθεσης ενός δημόσιου διαγωνισμού, όλες οι ενδιάμεσες διοικητικές πράξεις δύνανται να προσβληθούν αυτοτελώς, χάνουν, όμως, την εκτελεστότητα τους και θεωρούνται ότι ενσωματώνονται στην τελική πράξη της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, ήτοι στην απόφαση κατακύρωσης του διαγωνισμού, και μαζί με την τελική θεωρούνται ότι συμπροσβάλλονται και οι προηγούμενες αποφάσεις. Με την ενσωμάτωση τους, επομένως, στην τελική πράξη, εκτελεστή και προσβλητή ενώπιον του Δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με την νομολογία, μόνο η τελική πράξη.

 

Με δεδομένη τη σταθερή νομολογία επί του πιο πάνω θέματος, λανθασμένα, κρίνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέγνωσε την απώλεια εκτελεστότητας της απόφασης αποκλεισμού ένεκα της ενσωμάτωσης της στην απόφαση κατακύρωσης του διαγωνισμού σε άλλη προσφοροδότρια και, ως εκ τούτου και αλληλένδετα προς την έλλειψη εκτελεστότητας, δεν διέγνωσε και την έλλειψη και εννόμου συμφέροντος της Εφεσίβλητης να στρέφεται (πλέον) ευθέως και αυτοτελώς εναντίον αυτής, προχωρώντας στην εξέταση του βάσιμου της Προσφυγής και των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν, αποδεχόμενο, εν τέλει, την ακύρωση της με - την αιτηθείσα θεραπεία (Β) της Προσφυγής προσβαλλόμενης – απόφασης αποκλεισμού της προσφοράς της Εφεσίβλητης.

 

Συνεπώς, ως προς αυτό το σκέλος, ο πρώτος λόγος Έφεσης γίνεται αποδεκτός. Το γεγονός αυτό οδηγεί την Έφεση σε επιτυχία, ως προς το μέρος της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο κρίθηκε βάσιμη η Προσφυγή ως προς την αιτηθείσα θεραπεία (Β) αυτής, το οποίο παραμερίζεται. Η εξέταση του δεύτερου λόγου Έφεσης παρέλκει.

 

Σημειώνεται ότι, όσον αφορά στο έτερο σκέλος του πρώτου λόγου Έφεσης, συγκεκριμένα ότι από τη στιγμή που το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η τελική απόφαση κατακύρωσης (βλ. αιτηθείσα θεραπεία (Β) της Προσφυγής, ανωτέρω) προσβλήθηκε χωρίς έννομο συμφέρον και αλυσιτελώς, καθότι τυχόν ακύρωση αυτής δεν θα επέφερε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στους Αιτητές, το εύρημα του αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της Προσφυγής, το ζήτημα αυτό διέρχεται αναγκαστικά μέσα από την εξέταση της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης σε σχέση με την αιτηθείσα θεραπεία (Α) της Προσφυγής, ήτοι εξέτασης στο πλαίσιο του πρώτου και δεύτερου λόγου Αντέφεσης.

 

Εξ αρχής κατά την κοινή εξέταση του πρώτου και δεύτερου λόγου Αντέφεσης κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι, σε σχέση με το δεύτερο λόγο Αντέφεσης (ανωτέρω), ο οποίος συνίσταται κυρίως στον ισχυρισμό ότι δεν ακούστηκαν προηγούμενα οι διάδικοι σε σχέση με το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας ως προς την θεραπεία (Α), έχουμε επί της ουσίας του θέματος ενώπιον μας τις θέσεις των διαδίκων στο κατά πόσο υφίσταται ή μη έννομο συμφέρον και θα αποφασίσουμε επί τούτου, κατ’ ακολουθία των αποφασισθέντων στην Ραφτόπουλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3ΑΑΔ 241, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων μας παρέπεμψε στα πρακτικά στα οποία φαίνεται ότι το θέμα αυτό ηγέρθηκε πρωτόδικα και συζητήθηκε. Έχουμε διεξέλθει τα πρακτικά και παρατηρούμε ότι το θέμα δεν εγέρθηκε ευθέως στην πρωτόδικη διαδικασία παρά μόνο έμμεσα και ακροθιγώς. Εν πάση περιπτώσει όμως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων ότι το θέμα που εγείρεται σήμερα αυτό της "δίκαιης δίκης" καθίσταται ακαδημαϊκό αφού δόθηκε η ευκαιρία στην κατ' έφεση διαδικασία να ακουσθούν και να επιχειρηματολογήσουν επί της θέσης τους. Και αυτό είναι ορθό. Ενώπιόν μας ο εφεσείων προσωπικά και ο δικηγόρος του έχουν παραθέσει τις θέσεις τους όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω.»

 

 

(βλ. και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 9.12.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2022 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ)

 

 

Υπενθυμίζεται ότι πρωτοδίκως κρίθηκε ότι η Προσφυγή, ως προς την αιτηθείσα θεραπεία (Α), η οποία στρεφόταν εναντίον της νομιμότητας της απόφασης κατακύρωσης του επίδικου διαγωνισμού σε άλλη προσφοροδότρια, είναι αλυσιτελής, στη βάση της διαπίστωσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «[.] εφόσον ακόμα και εάν η προσφορά των αιτητών αξιολογείτο ως έγκυρη, δεν ήταν η πλέον οικονομικά συμφέρουσα αλλά μεταξύ της προσφοράς των αιτητών και της επιτυχούσας εταιρείας μεσολαβούσαν άλλες τρείς φθηνότερες προσφορές και επομένως τυχόν ακύρωση της κατακύρωσης στην επιτυχούσα εταιρεία, δεν θα επέφερε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα στους αιτητές.».

 

Ούτε η πρωτόδικη προσέγγιση και το αποτέλεσμα σε σχέση με την αιτηθείσα θεραπεία (Α) της Προσφυγής μας βρίσκει σύμφωνους.

 

Εξηγούμε:

 

Η σταθερά διαχρονική νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου υποδεικνύει με σαφήνεια ότι το έννομο συμφέρον αποκλεισθέντος προσφοροδότη να προσβάλλει την απόφαση κατακύρωσης διαγωνισμού στον οποίο συμμετείχε, περιορίζεται στην προβολή λόγων ακυρώσεως και στην εξέταση του νομίμου της ενδιάμεσης απόφασης αποκλεισμού του, η οποία συγχωνεύθηκε στην απόφαση κατακύρωσης διαγωνισμού και είναι η μόνη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, άμα τη εκδόσει της (βλ. ανωτέρω).

 

Δεν επιτρέπεται εκ μέρους του αποκλεισθέντος προσφοροδότη, στα πλαίσια άσκησης τέτοιας προσφυγής, η αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσφοράς του επιτυχόντος προσφοροδότη, πόσω μάλλον άλλων προσφορών, οι οποίες δεν επιλέγηκαν μεν, αλλά δεν αποκλείστηκαν. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών v. Eταιρείας EL.NI.A. KOKKINOS LTD (2017) 3 A.A.Δ 73:

 

«Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι προσφοροδότης ο οποίος δεν τηρεί με ακρίβεια τους όρους του διαγωνισμούς αποκλείεται και δεν έχει έννομο συμφέρον ούτε να διεκδικήσει την προσφορά, ούτε να αμφισβητήσει την κατακύρωση της σε άλλο προσφοροδότη.»

 

και ότι

 

«Εφόσον λοιπόν είχε κριθεί ότι η προσφορά της εφεσίβλητης παραβίαζε ουσιώδη όρο του διαγωνισμού, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι νομιμοποιείτο να εγείρει προς εξέταση ζητήματα που αφορούσαν το κατά πόσο η προσφορά του ΕΜ πληρούσε ή όχι τους όρους του διαγωνισμού, έστω και κατ΄ επίκληση του ισχυρισμού για άνιση μεταχείριση της.»

 

 

Η πιο πάνω αρχή επικροτήθηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 16.12.2024 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 133/19 σχετική με 135/19 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΑΡΑΛΙΩΝ v. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, στην οποία λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Ένας αποκλεισθείς προσφοροδότης νομιμοποιείται, να θέσει προς εξέταση ζητήματα που αφορούν τον αποκλεισμό του, η προσφυγή όμως επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει με αναφορά αποκλειστικά στη νομιμότητα ή όχι του αποκλεισμού και δεν εξετάζεται οτιδήποτε άλλο αναφορικά με τη διαδικασία (βλ. Δημοκρατία ν. Μάριος Θεοχαρίδης Λτδ (2008) 3 Α.Α.Δ. 488). Επί αυτής της αρχής στηρίχθηκε και η πρωτόδικη απόφαση. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής, εφεσίβλητος στην παρούσα διαδικασία, διατηρούσε έννομο συμφέρον να προσβάλλει την επίδικη απόφαση κατακύρωσης, στο βαθμό που αφορούσε το δικό του αποκλεισμό, είναι ορθή.»

 

Σημειώνεται ότι, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην προηγηθείσα της ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΑΡΑΛΙΩΝ, ανωτέρω, απόφαση του ημερομηνίας 31.10.2023 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 19/17 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ v. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CYBARCO LTD – A ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, στην οποία παρατέθηκε και η μέχρι τότε συναφής νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του θέματος, φαίνεται να διαφοροποιήθηκε στην απόφασή του από την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση στην «EL.NI.A. KOKKINOS LTD» ως προς τη δυνατότητα εξέτασης της νομιμότητας της απόφασης ανάθεσης αλλά μόνο ως προς την περίπτωση (που δεν μας αφορά στην παρούσα) που η εκ της προσφεύγουσας επικαλούμενη πλημμέλεια στην προσφορά της επιτυχούσας είναι η ίδια για την οποία η δική της προσφορά αποκλείστηκε (κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας και ασχέτως αν τελικά το Δικαστήριο δεν εξέτασε, τελικά, σε εκείνη την υπόθεση τη βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού, λόγω ευρήματός του περί μη επαρκούς δικογράφησής του).

 

Απορρέει εκ των ανωτέρω, με δεδομένη τη νομολογιακή θέση ότι ο αποκλεισθείς προσφοροδότης δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να εγείρει λόγους ακύρωσης πέραν από αυτούς που αφορούν τον δικό του αποκλεισμό, δεν δικαιούται να στραφεί ούτε εναντίον της νομιμότητας της προσφοράς είτε του (φθηνότερου αυτού) επιτυχόντος προσφοροδότη, πόσω δε μάλλον και εναντίον της νομιμότητας άλλων, φθηνότερων της δικής του, προσφορών που δεν επιλέγηκαν αλλά δεν αποκλείστηκαν, ως η δική του.

 

Επικρότηση όμως του σκεπτικού για απόρριψη της Προσφυγής της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας (σε σχέση με τη θεραπεία (Α) πάντα), κατ’ επίκληση της αρχής της αλυσιτέλειας, ως υιοθετήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι λόγω ύπαρξης φθηνότερων προσφορών ανεξαρτήτως της έκβασης της Προσφυγής, θα οδηγούσε αναγκαστικά στην απόρριψη κάθε προσφυγής, η οποία ασκείται από αποκλεισθέντα προσφοροδότη, αν είτε η επιλεγείσα προσφορά άλλου προσφοροδότη ή μη επιλεγείσες προσφορές άλλων προσφοροδοτών κρίθηκαν διοικητικώς έγκυρες και φθηνότερες της δικής του αποκλεισθείσας, χωρίς ποτέ να δύναται ο αποκλεισθείς  προσφεύγων να αμφισβητήσει δικαστικώς τις φθηνότερες προσφορές ως προς την εγκυρότητα τους ή ακόμα και αν ορθά κρίθηκαν όντως φθηνότερες, ενόψει της προαναφερθείσας νομολογίας, κάτι που θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη και εν πολλοίς αντισυνταγματική απαγόρευση ουσιαστικής πρόσβασης σε δικαστήριο, κατά τα προνοούμενα στο Άρθρο 30 του Συντάγματος.

 

Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, κρίνουμε ορθή, αλλά και για το Διοικητικό Εφετείο δεσμευτική τη σταθερή νομολογιακή θέση (βλ. ανωτέρω) ότι, η προσφυγή επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει με αναφορά αποκλειστικά στη νομιμότητα ή όχι του αποκλεισμού προσφοροδότη και σε σχέση με αυτό και μόνο κρίνεται το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντα. Ως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί αιτήσεως προδικαστικής παραπομπής, C-333/18, Lombardi Srl ν. Comune di Auletta, Delta Lavori SpA, Msm Ingegneria Srl, ημερομηνίας 5.9.2019 (σκέψεις 20, έπ.), εκεί σκέψη 29 (με δικές μας υπογραμμίσεις και τονισμό):

 

«29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το παραδεκτό της κύριας προσφυγής δεν πρέπει, διότι άλλως θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 89/665, να εξαρτάται από την προηγούμενη διαπίστωση ότι είναι παράτυπες και όλες οι προσφορές που κατετάγησαν σε χαμηλότερες θέσεις από εκείνη του υποψηφίου που άσκησε την εν λόγω προσφυγή. Το παραδεκτό αυτό δεν μπορεί να υπόκειται ούτε στην προϋπόθεση να αποδείξει ο εν λόγω υποψήφιος ότι η αναθέτουσα αρχή θα αναγκασθεί να επαναλάβει τη διαδικασία του διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρκεί προς τούτο η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας.»

 

Σαφώς, σε περίπτωση δικαστικής δικαίωσης του προσφεύγοντα και επανεξέτασης που τυχόν ήθελε οδηγήσει - αυτή τη φορά - σε νέα ενδιάμεση απόφαση εγκυρότητας της προσφοράς του, αλλά εκ νέου επιλογής άλλου (φθηνότερου) προσφοροδότη, διατηρεί το δικαίωμα του να προσφύγει στη διοικητική δικαιοσύνη, προβάλλοντας, με έννομο συμφέρον αυτή τη φορά και υπό καθεστώς έγκυρου προσφοροδότη, ζητήματα και λόγους ακυρώσεως που αφορούν (και) στην εγκυρότητα της επιλεγείσας προσφοράς ή το νόμιμο της επιλογής της, στο πλαίσιο ελέγχου της απόφασης κατακύρωσης.

 

Συνοψίζοντας, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στην ολότητα της (συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής εξόδων αυτής), τόσο σε σχέση με τη δικαστική κρίση αναφορά με τη θεραπεία «Α» της Προσφυγής, όσο και αναφορικά με τη θεραπεία «Β» της Προσφυγής, οδηγώντας σε επιτυχία τόσο την Έφεση (όσον αφορά μέρος του πρώτου λόγου Έφεσης), όσο και την Αντέφεση (όσον αφορά τον πρώτο και δεύτερο λόγο Αντέφεσης), για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω.

 

Η υπόθεση παραπέμπεται πίσω στο Διοικητικό Δικαστήριο (εκ των πραγμάτων σε άλλο Δικαστή, ενόψει της προδέσμευσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την παραμερισθείσα απόφαση του, όσον αφορά συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης τον οποίο αποδέχθηκε στο πλαίσιο εξέτασης της θεραπείας «Β» της Προσφυγής) για εξέταση κατά προτεραιότητα, των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν σε σχέση με την απόφαση αποκλεισμού της Εφεσίβλητης, αυτοί εξεταζόμενοι, αυτή τη φορά, στο πλαίσιο της αιτηθείσας θεραπείας «Α» της Προσφυγής.

 

Η Προσφυγή, όσον αφορά τη θεραπεία «Β» αυτής απορρίπτεται για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

 

Ενόψει της επιτυχίας τόσο της Έφεσης, όσο και της Αντέφεσης, κρίνουμε ορθό, όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της.

 

                                                              ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

       

                                               Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                                                                    Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ. Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο