G. D. S. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 82/2025, 20/4/2026
print
Τίτλος:
G. D. S. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 82/2025, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

 (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 82/2025)

 

20 Απριλίου, 2026

 

       [ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π.,  ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

  G. D. S.

 

                                                                                                                    Εφεσείων,

v.

 

  ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

  

 

                                                                                                                 Εφεσίβλητης.

--------------------

Φ. Γέρου (κα), για Εφεσείοντα.

Λ. Βελίκοβα (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου  θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο (εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό) Εφεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου καθότι η τελευταία έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν έχρηζε του καθεστώτος ασύλου (βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων) κρίνοντάς τον αναξιόπιστο ως προς τον φόβο δίωξης τον οποίο επικαλέστηκε ενώπιόν της προκειμένου να ενταχθεί σε αυτό το καθεστώς.  Επίσης, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν έχρηζε συμπληρωματικής προστασίας βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 19 των περί Προσφύγων Νόμων, κρίνοντας -ως προς το κριτήριο του Άρθρου 19(2)(γ)- ότι ο τόπος συνήθους διαμονής του Εφεσείοντα στη χώρα καταγωγής του διέπετο από τέτοιες συνθήκες ώστε ο Εφεσείων μπορούσε να επιστρέψει εκεί με σχετική ασφάλεια.

 

Ο Εφεσείων προσέβαλε την ακυρωτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διά της Προσφυγής Αρ. 2789/24 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ομογνωμώντας με την Υπηρεσία Ασύλου, στο πλαίσιο δικαστικού ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας τον οποίο άσκησε. 

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης αποσύρθηκε, οπότε δεν θα μας απασχολήσει. 

Κατά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης η διενέργεια δέουσας και επαρκούς έρευνας από πλευράς Εφεσίβλητης ή/και ότι η αιτιολογία δύναται να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ότι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και μετέωροι ή/και ότι είναι αναξιόπιστος ή/και παραβιάστηκαν από πλευράς Εφεσίβλητης τα άρθρα 26 και 45 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:

 

Η προσωπική αφήγηση του Εφεσείοντα, προς υποστήριξη του επικαλούμενου από αυτόν φόβου δίωξης ο οποίος να δικαιολογεί τη χορήγηση διεθνούς προστασίας σε αυτόν, διήλθε διττού ελέγχου ουσίας, πρώτα από την Υπηρεσία Ασύλου και μετά από το πρωτόδικο Δικαστήριο (το οποίο δήλωσε -στη σελίδα 21 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης- ότι έδωσε την ευκαιρία στον Εφεσείοντα να συγκεκριμενοποιήσει τους ισχυρισμούς του στο πλαίσιο της Προσφυγής).  Ο Εφεσείων κρίθηκε και από τα δύο όργανα αναξιόπιστος, λόγω του ότι η αφήγηση του έπασχε από αοριστία και αντιφάσεις.

Δεδομένου ότι το Διοικητικό Εφετείο διενεργεί έλεγχο νομιμότητας και όχι τρίτο έλεγχο ουσίας, ο Εφεσείων δεν αρκεί να επιμένει -άνευ ετέρου- στην εκδοχή του ευελπιστώντας σε διαφορετική κατάληξη από το Διοικητικό  Εφετείο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 113/2024 C.E.O. v. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 10.3.2026), όπως κρίνουμε ότι πράττει εν προκειμένω.

 

Κατά τη δική μας αντίληψη, τα εκ του Εφεσείοντα εγερθέντα ενώπιόν μας δεν στοιχειοθετούν πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης ώστε να δικαιολογείται η ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης.

 

Όσον αφορά τις αιτιάσεις του Εφεσείοντα αναφορικά με κατ’ ισχυρισμόν πλημμέλειες της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την έρευνα την οποία διεξήγαγε γενικά ή τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη του Εφεσείοντα ειδικά, αυτές οι αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, δεδομένου του ελέγχου ουσίας τον οποίο διεξήγαγε το πρωτόδικο  Δικαστήριο.

 

Στο πλαίσιο αυτού του δικαστικού ελέγχου, ο Εφεσείων είχε την ευκαιρία να υποβάλει στο πρωτόδικο Δικαστήριο γραπτή και προφορική σύνοψη των ισχυρισμών του για το ότι υπόκειται σε απειλή θανάτου από ισχυρή οικογένεια η οποία άδικα τον θεωρεί υπεύθυνο για τον θάνατο μέλους της ο οποίος ήταν φίλος του.  Πέραν της γραπτής του τοποθέτησης η οποία υπάρχει στον πρωτόδικο δικαστικό φάκελο, είναι χαρακτηριστικός ο εξής διάλογος μεταξύ του Εφεσείοντα και πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την ακρόαση ημερ. 26.2.2026:

«Δικαστήριο: Εσείς όσον αφορά τον ισχυρισμό σας έχετε προβεί σε κάποια καταγγελία στις αρχές της χώρας σας;

Αιτητής: Ναι, έκανα καταγγελία.

Δικαστήριο: Και τί έγινε;

Αιτητής: Δεν έκαναν τίποτε.

Δικαστήριο: Αντιλαμβάνεστε όμως ότι πολλά από τα στοιχεία που δώσατε κατά τη συνέντευξη σας ήταν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί και χωρίς λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα το όνομα του φίλου σας που δεν μπορούσατε να πείτε κάτι επιπρόσθετο, παρότι ήσασταν φίλοι για πολλά χρόνια.  Τί έχετε να πείτε γι’ αυτά;

Αιτητής: Το όνομα του είναι αυτό που καταγράφεται εκεί.

Δικαστήριο: Δεν δώσατε όμως περισσότερες λεπτομέρειες/πληροφορίες παρά τις ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού.

Αιτητής: Είναι ένας φίλος που τον ήξερα από καιρό που ήμασταν μικροί, τί άλλες πληροφορίες να δώσω;».

 

Είναι λοιπόν εμφανές ότι ο ίδιος ο Εφεσείων θεωρούσε ότι εξιστόρησε επαρκώς τα γεγονότα στα οποία βάσισε την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν θεωρούμε ότι υφίσταται περιθώριο επέμβασης από πλευράς μας. 

Εκ του περισσού, κρίνουμε ότι δεν υφίσταται ελλειμματικός τρόπος διεξαγωγής της συνέντευξης του Εφεσείοντα έναντι της Υπηρεσίας Ασύλου αφού αυτός ο ισχυρισμός παρατίθεται στο περίγραμμα του Εφεσείοντα γενικά και αόριστα.  Συνάγεται ότι ουδέν μεμπτόν παρατηρείται τόσο στον τρόπο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας από τα δύο αρμόδια όργανα (Υπηρεσία Ασύλου και πρωτόδικο Δικαστήριο) όσο και στο εύλογο της κρίσης τους.

 

Κατά τον τρίτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεδομένης της έκτασης της δικαιοδοσίας του η οποία δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας αλλά και ορθότητας της εκάστοτε προσβαλλόμενης πράξης, εσφαλμένα ή/και κατά παράβαση του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων δεν αποφάσισε την παραχώρηση στον Εφεσείοντα καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ενόψει της κατάστασης ανασφάλειας ή/και νέας κατάστασης πραγμάτων η οποία υφίσταται στη χώρα καταγωγής του.

 

Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, παρότι ο Εφεσείων αναγνωρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσισε τη συναφή κρίση του σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης ως προς τη χώρα καταγωγής, εντούτοις υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την τρέχουσα επιδεινούμενη κατάσταση στην Κινσάσα (τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Εφεσείοντα) λόγω της προέλασης ανταρτών.

 

Προφανώς, ο άνωθεν λόγος έφεσης βάλλει κατά του μέρους της εφεσιβαλλόμενης απόφασης με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι  -με την επιστροφή του στην Κινσάσα- ο Εφεσείων δεν θα ήταν θύμα αδιάκριτης βίας, σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ώστε να πληρούται στην περίπτωσή του το κριτήριο του Άρθρου 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων και να δικαιολογείται έτσι η χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας σε αυτόν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσισε την κρίση του σε πηγές πληροφόρησης που αφορούσαν τα δρώμενα στην Κινσάσα μέχρι την 4.4.2025 (η εφεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 27.5.2025).  Βάσει αυτών των πηγών, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Κινσάσα χαρακτηρίζεται από σχετικά ασταθή κατάσταση ασφάλειας, εντούτοις δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας τέτοιου υψηλού επιπέδου ώστε να ικανοποιείται το κριτήριο του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (το οποίο ενσωματώνεται στο προρρηθέν Άρθρο 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων).

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:

 

Ενώ στην αιτιολογία αυτού του λόγου έφεσης ο Εφεσείων επικαλείται κίνδυνο στην Κινσάσα λόγω της προέλασης ανταρτών, δεν τεκμηριώνει αυτή του τη θέση με το να παραπέμψει σε έγκυρη εξωτερική πηγή σχετικά με τη χώρα καταγωγής, η οποία πηγή θα έπρεπε να ληφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τον χρόνο έκδοσης της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να δικαιολογείται η εφετειακή επέμβαση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 51/2022 Abdi ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 19.12.2024).

 

Επιπρόσθετα, ο  Εφεσείων στο περίγραμμά του επικαλείται -κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο- άλλου είδους κίνδυνο, όπως τα αυξημένα επίπεδα εγκληματικότητας, κοινωνικής αποδιοργάνωσης και περιορισμένης κρατικής παρουσίας, παραγνωρίζοντας ότι, αφενός, απαγορεύεται η διεύρυνση λόγου έφεσης και της αιτιολογίας του διά του περιγράμματος (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024 Κ.W. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 24.2.2026) και, αφετέρου, η αγόρευση αφ’ εαυτής δεν συνιστά μέσο απόδειξης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 94/2022 Ν.Κ. SHACOLAS HOLDINGS LTD ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 30.1.2026).

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

Η έφεση απορρίπτεται.

Επιδικάζεται το ποσό των 2000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντα.

 

 

                                                           Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                           Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο