ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 125/2022)
29 Μαΐου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ
3. ΑΡΧΗΓΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Εφεσίβλητου.
--------------------
Σ. Καρασαμάνης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα.
Ε. Βακή (κα), για Ρ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για τoν Εφεσίβλητο.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι η Απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/7/2022 στην Προσφυγή Αρ. 599/2020, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Εφεσείουσας ημερομηνίας 7/5/2020, για τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του Εφεσίβλητου.
Τα γεγονότα της περίπτωσης συνοψίζονται στην πρωτόδικη Απόφαση και σε συντομία είναι τα ακόλουθα:
Ο Εφεσίβλητος, απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Τάξης 1986, διορίστηκε στον Στρατό της Δημοκρατίας και κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων (εφεξής «το Συμβούλιο») στην Τακτική Σύνοδο για το έτος 2020, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6/5/2020, έκρινε τον Εφεσίβλητο ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του και το όνομα του περιελήφθη σε σχετικό πίνακα, ο οποίος στις 7/5/2020 κυρώθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από σχετική πρόταση του Υπουργού Άμυνας και, ακολούθως, κοινοποιήθηκε στον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς. Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Εφεσίβλητο και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Έφεσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και έκανε αποδεκτό τον λόγο ακύρωσης που προέβαλε ο Εφεσίβλητος που αφορούσε την απουσία εξειδίκευσης των λόγων δημοσίου συμφέροντος, στη βάση των οποίων κρίθηκε ότι δικαιολογείτο ο τερματισμός της υπηρεσίας του. Συναφώς υιοθέτησε το σκεπτικό της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στη Ζωνιά ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 620/2020, ημερομηνίας 8/12/2020 και ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλιπούς αιτιολογίας.
Με δύο Λόγους Έφεσης βάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ισχυρίζεται η Εφεσείουσα με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διαπιστώνει και υιοθετεί πλήρως την κατάληξη που αναφέρεται στη Ζωνιά ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), πως η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλιπούς αιτιολογίας στην απουσία εξατομίκευσης των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επέβαλλαν τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του. Υποβάλλει η Εφεσείουσα με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό και την κατάληξη της πιο πάνω υπόθεσης, χωρίς να λάβει υπόψη του τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ηλία ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 56/12, ημερομηνίας 8/6/2018 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 80/14, ημερομηνίας 2/12/2020.
Ο Εφεσίβλητος υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης και εισηγείται ότι, όπως στην περίπτωση Ζωνιά ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), την οποία υιοθέτησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έτσι και στην εξεταζόμενη, δεν εντοπίζονται οι λόγοι που εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον όπως απαιτείται από τους σχετικούς Κανονισμούς και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα όσα καταγράφονται συνιστούν απλή επανάληψη του κανονιστικού πλαισίου, χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα, εξατομικευμένα.
Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων σε σχέση με τα ζητήματα που απασχολούν.
Πρόσφατα είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με το ίδιο ζήτημα που εδώ απασχολεί, στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Χριστοφόρου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 74/2022, ημερομηνίας 28/4/2026. Αφού εξετάσαμε τους προβληθέντες ισχυρισμούς του εκεί Εφεσείοντα, οι οποίοι είναι πανομοιότυποι με τους εδώ εγερθέντες, καταλήξαμε ως ακολούθως:
«Εξετάζοντας την ουσία του ζητήματος, πρωτίστως θα πρέπει να τύχουν ανάλυσης τα νομολογηθέντα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε τα νομολογηθέντα στην Ηλία (ανωτέρω).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο στις δύο πιο πάνω αποφάσεις, επεσήμανε ότι υπάρχει ειδοποιός διαφορά στα πραγματικά περιστατικά των εν λόγω αποφάσεων σε σχέση με αυτά της παρούσας, δεδομένου ότι οι εκεί αιτητές, σε αντίθεση με τον Εφεσίβλητο, δεν ήταν απόφοιτοι Ανώτατου Στρατιωτικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, αλλά διορίστηκαν με απευθείας διορισμό ως Αξιωματικοί στο Στρατό της Δημοκρατίας και αποσπάσθηκαν για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά. Όπως υποδεικνύει:
«Είναι σε αυτά τα πλαίσια που αξιολογήθηκε στην Ηλία η εκεί δοθείσα αιτιολογία και η διενεργηθείσα έρευνα, με το Δικαστήριο να διαπιστώνει, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, πως η διαπίστωση του Ανωτάτου Συμβουλίου Kρίσεων ότι η καλύτερη εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών του στρατεύματος μέσω της στελέχωσης των σχηματισμών, συγκροτημάτων, μονάδων, επιτελικών θέσεων και άλλων υπηρεσιών με αποφοίτους ανωτάτων σχολών, ήταν υπό τις περιστάσεις επαρκής, χωρίς να παρίσταται ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω εξειδίκευσης. Ως εκ τούτου, κρίνω πως οι εν λόγω αποφάσεις δεν εφαρμόζονται στην παρούσα ώστε, δίχως άλλο, να θεωρηθεί ότι και η δοθείσα εν προκειμένω αιτιολογία για τη λήψη της απόφασης για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας αριθμού Αξιωματικών, μεταξύ αυτών και του αιτητή, ήταν επαρκής και η δέουσα υπό τις περιστάσεις».
Ανατρέχοντας στα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) διαπιστώνουμε τα εξής:
Επρόκειτο για περίπτωση μη απόφοιτου Ανώτατου Στρατιωτικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, του οποίου η υπηρεσία ευδοκίμως τερματίστηκε κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου δυνάμει του Κανονισμού 51(4) των περί Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 (Κ.Δ.Π. 90/90). Ο Κανονισμός 51(4), βάσει του οποίου λήφθηκε η εκεί επίδικη απόφαση, προνοούσε τα ακόλουθα:
«(4) Το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων, αφού αξιολογήσει την εν γένει κατάσταση, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και την ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, όλους ή οποιοδήποτε από τους πιο κάτω παράγοντες, ήτοι:
(α) την όλη σταδιοδρομία του Αξιωματικού∙ ή
(β) τη δυνατότητα περαιτέρω προσφοράς του Αξιωματικού∙ ή
(γ) το χρόνο παραμονής του Αξιωματικού στον κατεχόμενο βαθμό∙ ή
(δ) την ηλικία του Αξιωματικού
αποφασίζει κατά πόσο ο Αξιωματικός του οποίου εξετάζει την περίπτωση πρέπει να αφυπηρετήσει ως τερματίσας ευδόκιμα την υπηρεσία».
Σύμφωνα με τα εκεί τηρηθέντα πρακτικά, το Συμβούλιο «ενημερώθηκε από τον Διοικητή της Εθνικής Φρουράς, για την υπηρεσιακή κατάσταση και τις υπηρεσιακές ανάγκες του στρατεύματος για το έτος 2005, μετά από προσωπική έρευνα που έκανε». Ακολούθως, «αφού συζήτησε διεξοδικά το θέμα, εκτίμησε την εν γένει κατάσταση» και έκρινε ότι «οι υπηρεσιακές ανάγκες του στρατεύματος εξυπηρετούνται καλύτερα, όταν οι αξιωματικοί […] είναι απόφοιτοι ΑΣΕΙ ή ΑΕΙ….». Έκρινε δε το Συμβούλιο, ότι τα προσόντα των αποφοίτων Στρατιωτικών Σχολών παρέχουν τη δυνατότητα στους Αξιωματικούς να ανταπεξέρχονται ευκολότερα. Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη στο στράτευμα να δοθεί η δυνατότητα ανέλιξης των Αξιωματικών που διαθέτουν τη απαιτούμενη ακαδημαϊκή μόρφωση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο εξέτασε τη νομιμότητα της απόφασης, έκρινε ότι η έρευνα του Συμβουλίου ήταν επαρκής, επεκτεινόμενη προς όλες τις παραμέτρους του σχετικού Κανονισμού. Επί τούτου «στηρίχθηκε στην έκθεση του Διοικητή της Εθνικής Φρουράς, ο οποίος ήταν και μέλος του. Η διεξαγωγή έρευνας από τον κατ’ εξοχήν εμπειρογνώμονα ήταν και εύλογη και σύμφωνη με τη νομολογία». Έκρινε το Δικαστήριο ότι το σκεπτικό του Συμβουλίου κάλυψε όλες τις πτυχές του θέματος «συμπεριλαμβανομένης της εν γένει κατάστασης των υπηρετούντων κατά το 2005 αξιωματικών στις κατώτερες και ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε απόφοιτους ανώτερων σχολών για τη στελέχωση των νευραλγικών διοικητικών θέσεων και τη δυνατότητα ανέλιξης των κατώτερων αξιωματικών». Έκρινε επίσης το Δικαστήριο, ότι «δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε κάθε κλάδο ξεχωριστά», εφόσον με την έρευνα που προηγήθηκε προέκυψαν οι ανάγκες για στελέχωση και πάνω σε αυτή τη βάση αξιολογήθηκαν. Αναφέρεται επίσης, ότι το Συμβούλιο «δεν παρέλειψε την ειδική αξιολόγηση της περίπτωσης του Εφεσείοντα σ’ ό,τι αφορά τη δυνατότητα περαιτέρω προσφοράς του […] την οποία περιόριζε το γεγονός της μη κατοχής ακαδημαϊκών προσόντων ενώ η συνέχιση της παραμονή τους στην υπηρεσία θα εμπόδιζε και την ανέλιξη άλλων ιεραρχικά κατώτερων αξιωματικών που διέθεταν υπέρτερη ακαδημαϊκή μόρφωση».
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι «Από τη στιγμή που εκτίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια βάσει των οποίων άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, δεν υπάρχει έδαφος για δικαστική επέμβαση […] Δεδομένου δε ότι η έρευνα του Συμβουλίου ήταν επαρκής και όλα τα ουσιώδη στοιχεία αξιολογήθηκαν, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που ευλόγως επέλεξε η διοίκηση να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα, υπ’ αυτής διαπιστωθέντα, πρωτογενή ευρήματα».
Ακολούθησε η απόφαση στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε και παρέπεμψε στα νομολογηθέντα στην Ηλίας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως δίδουσα «το ορθό πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης του Στρατού».
Επανερχόμενοι στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία αφορά ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία Ταξίαρχο, αποφοιτήσαντα Ανώτατης Στρατιωτικής Σχολής, το Συμβούλιο επικαλέστηκε τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016). Σύμφωνα με αυτές:
«38.-(1) […]
(8) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, Αξιωματικοί βαθμού Συνταγματάρχη, Ταξιάρχου και Υποστρατήγου-
(α) […]
(β) κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους για λόγους δημόσιου συμφέροντος, με βάση τις πρόνοιες των παραγράφων (5), (6) και (7) του παρόντος Κανονισμού, και αφού, επιπρόσθετα, αξιολογηθεί η εν γένει κατάσταση, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και λοιπές απαιτήσεις του Στρατού ή/και της Εθνικής Φρουράς ή/και οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και Κοινό Σώμα ή/και η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και αφού ληφθούν υπόψη και οι πιο κάτω παράγοντες:
(ί) Η όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές·
(ίί) η δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του Αξιωματικού·
(ίίί) τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει
(ίν) η ηλικία του Αξιωματικού.»
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Σημειώνεται ότι, ο Κανονισμός 38(6) στον οποίο παραπέμπει ο Κανονισμός 38(8) (ανωτέρω), αφορά τις κρίσεις των Αξιωματικών βαθμού Ταξίαρχου ως η περίπτωση μας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(6)(δ), ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του κρίνεται αξιωματικός, εφόσον συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, έχει συμπληρώσει το μέγιστο αριθμό μηνών για σκοπούς καταβολής σύνταξης (38(6)(δ)(i)) και δεν είναι ένοχος ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος (38(6)(δ)(iii)). Εφόσον πληρούνται τα πιο πάνω «(ii) τo Aνώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του παρόντος Κανονισμού» (38(6)(δ)(ii)) (η έμφαση του Δικαστηρίου).
Εν προκειμένω, όπως αναφέρεται, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη την επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου), συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης του σε Στρατιωτικές Σχολές, τη δυνατότητα περαιτέρω προσφοράς του, τα έτη παραμονής του στον βαθμό που κατέχει, την ηλικία του, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη διατήρησης της μαχητικότητας της Εθνικής Φρουράς. Αναφέρεται επίσης, ότι το Συμβούλιο ενημερώθηκε από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς «ο οποίος μετά από προσωπική του έρευνα παρουσίασε όλα τα πιο πάνω στοιχεία». Έλαβε επίσης υπόψη, όπως αναφέρει, την προοπτική ανέλιξης του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου).
«Μετά από διεξοδική ανάλυση όλων των πιο πάνω παραγόντων και διαπιστώσεων, το Συμβούλιο κατέληξε» ότι υπάρχει ανάγκη μεταξύ άλλων, για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, για αποσυμφόρηση της πυραμίδας, την ανέλιξη νεότερων Αξιωματικών με νέες αντιλήψεις και ιδέες. Σημείωσε επίσης το Συμβούλιο, όπως οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχουν τη δυνατότητα ανέλιξης και ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για τη μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς όσο και για περαιτέρω μόρφωση. Αναφέρεται επίσης ότι, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ότι ο Εφεσίβλητος συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, ότι πληροί τις προϋποθέσεις καταβολής ετήσιας σύνταξης, ότι δεν είναι ένοχος οποιουδήποτε παραπτώματος και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Έλαβε επίσης υπόψη την ενημέρωση από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς, ως εισηγητή και μέλος του Συμβουλίου, ότι λόγω του απαιτούμενου χρόνου διοίκησης ο Εφεσίβλητος δεν δικαιούται προαγωγής σε ανώτερο βαθμό. Καταλήγοντας το Συμβούλιο αναφέρει ότι:
«Τα μέλη του Συμβουλίου κατέληξαν στην πιο πάνω απόφαση για τον λόγο ότι η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Από την πιο πάνω παράθεση των δεδομένων, αφενός της περίπτωσης Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και αφετέρου της εξεταζόμενης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(α) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο έτυχε ενημέρωσης από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς (στην Ηλία η ενημέρωση ήταν από τον Διοικητή της Εθνικής Φρουράς) για όλα τα σχετικά που αφορούσαν τις ανάγκες του στρατεύματος και την υπηρεσιακή κατάσταση των Αξιωματικών.
(β) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην εξεταζόμενη, αναφέρεται ότι έγινε από το Συμβούλιο διεξοδική ανάλυση όλων των σχετικών παραγόντων και διαπιστώσεων σε συνάρτηση με τις υπηρεσιακές ανάγκες του στρατεύματος.
(γ) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο δεν παρέλειψε την ειδική αξιολόγηση της περίπτωσης του Εφεσίβλητου σ’ ότι αφορά τη δυνατότητα περαιτέρω ανέλιξης και προσφοράς του.
(δ) Στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το Συμβούλιο είχε κρίνει ότι τα προσόντα των αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικών Σχολών παρέχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα στις ανάγκες του σύγχρονου στρατεύματος και γι’ αυτό υπήρχε ανάγκη όπως δοθεί η δυνατότητα ανέλιξης των Αξιωματικών που διαθέτουν ακαδημαϊκή μόρφωση. Στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχει ανάγκη εξύψωσης του ηθικού των χαμηλόβαθμων Αξιωματικών και αποσυμφόρηση της πυραμίδας, για να ανελιχθούν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες. Έκρινε δε, ότι οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχοντας τη δυνατότητα ανέλιξης θα καταβάλουν προσπάθεια για μαχητική ικανότητα και περαιτέρω μόρφωση. Γι’ αυτό η παραμονή του Εφεσίβλητου στο στράτευμα κρίθηκε ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών.
Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνουμε ότι τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), τα οποία δίδουν «το ορθό πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης του Στρατού» (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)),τυγχάνουν εφαρμογής και στην εξεταζόμενη περίπτωση.
Όπως στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, έτσι και εν προκειμένω διαπιστώνουμε ότι τέθηκαν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια βάσει των οποίων η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια. Διαπιστώνουμε επίσης, ότι της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης προηγήθηκε η αξιολόγηση της εν γένει κατάστασης, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και άλλες απαιτήσεις του Στρατού, οι οργανωτικές ανάγκες, καθώς και «η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών». Η δε κατάληξη του Συμβούλιου ότι η παραμονή του Εφεσίβλητου (ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα προαγωγής σε ανώτερο βαθμό) στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δεν αντιστρατεύεται, αλλά αντίθετα εναρμονίζεται με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) (ανωτέρω), που ορίζουν την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.
Όλα τα πιο πάνω αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε από το Συμβούλιο ότι η αφυπηρέτηση του Εφεσίβλητου εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, κατά τρόπο ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να κρίνεται ως επαρκώς αιτιολογημένη.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της πράξης και δεν επεκτείνεται επί θεμάτων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, ούτε υποκαθιστά την κρίση της διοίκησης. Ο σχεδιασμός, οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες του Στρατού συνιστούν πολύπλευρη και πολύπτυχη διαδικασία και συναρτάται με τη γνώση, τα μέσα της εκτίμησης των μελλοντικών αναγκών, θέματα που εντάσσονται κατ’ εξοχήν στην κρίση των αρμοδίων Αρχών, εν προκειμένω του Στρατού και απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις. Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι η κρίση της διοίκησης επί ζητημάτων τεχνικής φύσης ή που απαιτούν τεχνικές γνώσεις είναι γενικά ανέλεγκτη. Δεν χωρεί επέμβαση, εφόσον η διοίκηση κινήθηκε σε λογικά πλαίσια, όπως κρίνουμε ότι έδρασε η διοίκηση εν προκειμένω.
Σχετικό με το ζήτημα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Elements Euroconsultants Ltd ν. Δημοκρατίας (2017) 3 Α.Α.Δ. 936:
«Η ουσιαστική κρίση της διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ή έλλειψη αιτιολογίας, Πορίσματα του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, σ. 227:
Το Συμβούλιον της Επικρατείας, ελέγχον τη νομιμότητα πράξεως προσβαλλομένης δι' αιτήσεως ακυρώσεως, απέχει του ελέγχου της ουσιαστικής κρίσεως της Διοικήσεως. Μέγας είναι ο αριθμός των επί του θέματος τούτου σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου, δι' ων χαρακτηρίζεται ως ανέλεγκτος η υπό της διοικήσεως εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή του αποδεικτικού υλικού ή της κρίσεως περί συνδρομής λόγω σκοπιμότητος ή της κρίσεως επί ζητημάτων τεχνικής φύσεως ή ειδικών γνώσεων. Ταύτα όμως, εφ' όσον δεν συντρέχη πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήσις διακριτικής εξουσίας ή δεν προκύπτη έλλειψις αιτιολογίας. Το Σ.Ε. ελέγχει, ούχ ήττον, εάν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν ορθώς εις τον νομικόν κανόνα.»
Tην αυτή πορεία ακολουθούν και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1175, Θεοδουλίδης κ.ά. v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 742, Peratica Trading Co Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 445 όπως υιοθετούνται στην Lella Kentonis Investment Co Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (2016) 3 Α.Α.Δ. 630. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξακρίβωση της συνδρομής των εν λόγω στοιχείων και μόνο όταν δεν ικανοποιείται, παρεμβαίνει να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η αξιολόγηση του υλικού όμως, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το διοικητικό Δικαστή να λάβει θέση επί των τεχνικών διχογνωμιών, αλλά, όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα της καθηγήτριας Ευαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και Τεχνικές Έννοιες στο Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σ. 116: «.δεν είναι και σε θέση να προβαίνει σε ιδίαν κρίση. Λόγω συνεπώς του προβαδίσματος της διοίκησης σε ειδικές τεχνικές γνώσεις, ο δικαστής θεωρεί τις τεχνικές κρίσεις καταρχήν αποδεκτές. Ο στόχος αυτού του δικαστικού αυτοπεριορισμού είναι να μην παρεμποδίζεται η διαδικασία έγκρισης τεχνικών εγκαταστάσεων αφενός και αφετέρου να μην καθίσταται ο διοικητικός δικαστής ιεραρχικός προϊστάμενος της εγκρίνουσας διοικητικής αρχής.»
[…]
Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα».
Συνεπώς εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και κατ’ επέκταση έκρινε ανεπαρκή την έρευνα και αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, διαπιστώνεται επάρκεια στην έρευνα του Συμβουλίου, το οποίο αξιολόγησε όλα τα ουσιώδη στοιχεία και αιτιολόγησε την απόφαση του για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του Εφεσίβλητου κατ’ επίκληση του δημοσίου συμφέροντος».
Τα πιο πάνω κρίνουμε ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και υιοθετούνται στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία αφορά ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία Συνταγματάρχη, απόφοιτο Ανώτατης Στρατιωτικής Σχολής, του οποίου η υπηρεσία τερματίστηκε κατ’ επίκληση των προνοιών του Κανονισμού 38(8)(β) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016 και Κ.Δ.Π. 88/2018).
Σύμφωνα με τα τηρηθέντα πρακτικά, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη την επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Εφεσίβλητου, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης του σε Στρατιωτικές Σχολές, τη δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του, τα έτη παραμονής στον βαθμό που κατέχει, την ηλικία του, «τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη να έχει και να διατηρεί η Εθνική Φρουρά τη μαχητική εκείνη ικανότητα που θα της επέτρεπε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη σχεδιασμού και διοίκησης ενός σύγχρονου στρατεύματος». Αναφέρεται επίσης, ότι το Συμβούλιο ενημερώθηκε από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς «ο οποίος μετά από προσωπική του έρευνα παρουσίασε όλα τα πιο πάνω στοιχεία».
Μετά δε από διεξοδική ανάλυση όλων των σχετικών, το Συμβούλιο κατέληξε ότι υπάρχει ανάγκη μεταξύ άλλων, για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, για αποσυμφόρηση της πυραμίδας. Σημείωσε επίσης το Συμβούλιο, ότι υπάρχει ανάγκη όπως στην ηγεσία των Σχημάτων της Εθνικής Φρουράς ανέλθουν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες, όπως δοθεί η δυνατότητα ανέλιξης και ότι οι νεότεροι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για τη μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς όσο και για περαιτέρω ατομική μόρφωση. Έλαβε επίσης υπόψη το Συμβούλιο, ότι ο Εφεσίβλητος συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, ότι πληροί τις προϋποθέσεις για λήψη ετήσιας σύνταξης και ότι δεν είναι ένοχος οποιουδήποτε παραπτώματος. Αναφέρθηκε επίσης, ότι λήφθηκε υπόψη η ενημέρωση από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς ως εισηγητή και μέλος του Συμβουλίου.
Καταλήγοντας, το Συμβούλιο αναφέρει ότι κρίνει τον Εφεσίβλητο ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του «για τον λόγο ότι η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».
Κρίνουμε ότι και στην υπό εξέταση υπόθεση όπως κρίναμε και στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέας Χριστοφόρου (ανωτέρω) τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αφού διαπιστώνουμε ότι τέθηκαν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση και παρατίθενται τα κριτήρια βάσει των οποίων η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, αφού προηγήθηκε η αξιολόγηση της γενικής κατάστασης, ο σχεδιασμός, οι ανάγκες και απαιτήσεις του Στρατού, θέματα που εντάσσονται κατ’ εξοχήν στην κρίση του Στρατού και απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις, κατά τρόπο ώστε η κατάληξη του Συμβουλίου ότι η παραμονή του Εφεσίβλητου στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατωτέρων βαθμών να συμπλέει με τις πρόνοιες του Καν. 38(8)(β) που ορίζουν την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.
Κατά συνέπεια διαπιστώνεται επάρκεια στην έρευνα και αιτιολογία του Συμβουλίου.
Υπό το φως των ανωτέρω η Έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη Απόφαση, περιλαμβανόμενων και των επιδικασθέντων εξόδων παραμερίζεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται 3.000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο