ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 87/2022)
11 Μαΐου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ALPHA PANARETI PUBLIC LTD
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ,
1. YΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΑΦΟΥ
3. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
4. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Ξ. Ευγενίου, για Α. Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε, για την Εφεσείουσα.
Θ. Πιπερή (κα) & Σ. Τσιάρτας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 29/4/2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 336/2019 που η Εφεσείουσα είχε καταχωρίσει εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης να απορρίψει το αίτημα της για κατασκευή από την ίδια, έργων προστασίας της παραλίας σε τεμάχια ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας.
Τα πραγματικά δεδομένα της περίπτωσης καταγράφονται αναλυτικά στην πρωτόδικη Απόφαση και σε συντομία είναι τα ακόλουθα:
Η Εφεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας στην περιοχή Παλαιόκαστρου στον Δήμο Πέγειας στην Πάφο. Στις 7/3/2017 υπέβαλε προς τον Υπουργό Εσωτερικών αίτημα για παραχώρηση άδειας για την κατασκευή έργων προστασίας της παραλίας σε τεμάχια ιδιοκτησίας της, που κατά την Εφεσείουσα, αυτά υπέστησαν λόγω διάβρωσης.
Το Τμήμα Δημοσίων Έργων, στο οποίο το αίτημα παραπέμφθηκε για χειρισμό, ενημέρωσε πως έπρεπε να ληφθούν οι απόψεις και άλλων εμπλεκομένων Τμημάτων, ιδίως του Τμήματος Αρχαιοτήτων και του Τμήματος Περιβάλλοντος, το οποίο με τη σειρά του ενημέρωσε τον Έπαρχο Πάφου πως απαιτείτο Προκαταρκτική Έκθεση Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, εφόσον το προτεινόμενο έργο εμπίπτει στις διατάξεις του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου του 2005 μέχρι το 2014 (εφεξής «Ν.140(Ι)/2005»).
Η υπό αναφορά έκθεση διαβιβάστηκε από την Εφεσείουσα στα αρμόδια Τμήματα Περιβάλλοντος και Αρχαιοτήτων. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, με επιστολή του ημερομηνίας 18/4/2018, γνωστοποίησε ότι δεν συμφωνεί στην αιτούμενη έγκριση. Αρνητική προς το αίτημα ήταν και η θέση του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Ακολούθησε η συνεδρία της Επιτροπής Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ημερομηνίας 15/5/2018, κατά την οποία συζητήθηκε το αίτημα της Εφεσείουσας και στη συνέχεια στις 30/11/2018, η Περιβαλλοντική Αρχή γνωμάτευσε ότι δεν συνηγορεί στην αδειοδότηση του προτεινόμενου έργου. Η γνωστοποίηση προς την Εφεσείουσα της απορριπτικής απόφασης έγινε από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, με σχετική επιστολή ημερομηνίας 14/2/2019. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης η Εφεσείουσα προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τους λόγους ακύρωσης που η πλευρά της Εφεσείουσας προώθησε, κρίνοντας ότι η απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης ήταν ευλόγως επιτρεπτή.
Με τέσσερις Λόγους Έφεσης βάλλεται από την Εφεσείουσα η πρωτόδικη κρίση.
Υποστηρίζει η Εφεσείουσα, ότι η πρωτόδικη Απόφαση παραβιάζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και/ή δίκαιης δίκης, όπως αυτά αποτυπώνονται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και τα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Λόγος Έφεσης Αρ. 1). Προβάλλει επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και τις θετικές υποχρεώσεις του Κράτους έναντι του δικαιώματος αυτού, όπως προβλέπεται στα Άρθρα 23 και 35 του Συντάγματος (Λόγος Έφεσης Αρ.2). Ισχυρίζεται πρόσθετα η Εφεσείουσα, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως λόγος απόρριψης της αίτησης της η θέση του Τμήματος Αρχαιοτήτων (Λόγος Έφεσης Αρ.3) καθώς επίσης και ότι λανθασμένα κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι τα αρμόδια διοικητικά όργανα προέβησαν σε δέουσα έρευνα έρευνα και ότι δόθηκε επαρκής αιτιολογία (Λόγος Έφεσης Αρ.4).
Υπεραμυνόμενη της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης, η Εφεσίβλητη αντιτείνει ότι ουδείς εκ των Λόγων Έφεσης ευσταθεί και ότι η Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί.
Έχουμε εξετάσει τους Λόγους Έφεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Διατείνεται η Εφεσείουσα με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, ότι ενώ έθεσε σημαντικούς ισχυρισμούς (για παράδειγμα το European Soil Charter -το οποίο η Εφεσείουσα αναγνωρίζει ότι δεν έχει δεσμευτική ισχύ, αλλά πειστική- και την υπόθεση Urgenda Foundation v. The State of the Netherlands), το πρωτόδικο Δικαστήριο τους αγνόησε. Αυτό κατά την Εφεσείουσα συνιστά παραβίαση στο δικαίωμα δίκαιης δίκης.
Είναι νομολογημένο ότι δεν επιβάλλεται όπως τα δικαστήρια απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός και αν κρίνεται κάτι τέτοιο αναγκαίο. Όπως επεξηγήθηκε συναφώς από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Τάσος Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λτδ, ημερομηνίας 10/04/2025, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε258/2016:
«το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να εξετάζει κάθε εισήγηση και κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιόν του, εκτός και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238, 1260, ότι «. τα δικαστήρια δεν έχουν καμιά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός κι αν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο» (βλ., επίσης, Μακαρούνα ν. Μιχαήλ και Άλλων (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 851, 859). Πέραν τούτου, για να υπάρξει ανατροπή θα πρέπει η παράλειψη να είναι ουσιώδης (βλ. Ευαγγελίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2549, 2557)».
Έχει επίσης τονιστεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην ΑΒ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 230/19, ημερομηνίας 29/5/2025 «ότι ο περιορισμός στις πραγματικές ανάγκες της υπόθεσης έχει μεγάλη σημασία ώστε τα δικαστήρια να παραμένουν επικεντρωμένα στα όσα πράγματι θα πρέπει να αποφασίσουν».
Εν προκειμένω, διαπιστώνουμε ότι εξετάστηκαν όλοι οι λόγοι ακύρωσης που η Εφεσείουσα είχε προωθήσει πρωτόδικα. Είχαν δε τεθεί υπό τον δικαστικό έλεγχο τα αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, κατά τρόπο ο οποίος επιτρέπει την άσκηση εφετειακού ελέγχου της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης επί των συγκεκριμένων ζητημάτων.
Ειδικότερα, εξετάστηκε ο λόγος ακύρωσης που η Εφεσείουσα προώθησε και ο οποίος άπτετο της παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία (καθώς και στην κατ’ ισχυρισμό ελλιπή έρευνα και αιτιολογία) και υπήρξε κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο επικεντρώθηκε στα αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς.
Κατά συνέπεια ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, ο οποίος άπτεται του ισχυρισμού της Εφεσείουσας περί παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας παρατηρούμε τα εξής:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας τον συναφή λόγο ακύρωσης έκρινε ως ακολούθως:
«Απορριπτέος, τέλος κρίνεται και ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί παράβασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Είναι αδιαμφισβήτητο πως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, δεν είναι απεριόριστο. Η μη αποδοχή του αιτήματος για κατασκευή έργων προστασίας της παραλίας, κατά την κρίση μου, δεν συνιστούσε υπό τις περιστάσεις, στέρηση του κατοχυρωμένου στο Άρθρο 23.1 του Συντάγματος, δικαιώματος κυριότητας, κατοχής και απόλαυσης ιδιοκτησίας.
Στην Χριστοδούλου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1103, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:-
«Στέρηση είναι η εξάλειψη ουσιαστικά του δικαιώματος ιδιοκτησίας και κατοχής. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν έχει ως επακόλουθο και απεριόριστο δικαίωμα ανάπτυξης της - (βλ., μεταξύ άλλων, Lanitis E.C. Estates Ltd, και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1989) 3 (Ε) Α.Α.Δ. 3252).
Επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως κατοχυρώνεται στην παράγραφο 1 του Άρθρου 23 του Συντάγματος, δεν είναι πάντοτε στέρηση, με το νόημα της παραγράφου 2. Η επέμβαση μπορεί να είναι δέσμευση ή περιορισμός. Τούτο εξαρτάται από τα γεγονότα, την έκταση της επέμβασης και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης».
Πρόσθετα, στην Δημητριάδου κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 85, λέχθηκε πως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, δεν είναι απόλυτο. Σε σχέση με το είδος και την έκταση του περιορισμού, έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση και εκτίμηση της Διοίκησης, εκτός αν πεισθεί ότι η τελευταία ενήργησε κατά παράβαση του νόμου ή με πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής τους εξουσίας.
Η Εφεσείουσα επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης της ότι παραβιάζεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ισχυρίζεται ότι ο λόγος που υπήρξε το αίτημα για να λάβει η ίδια μέτρα κατά της διάβρωσης του εδάφους, είναι επειδή το ίδιο το Κράτος παρέλειψε να λάβει μέτρα. Όπως υποδεικνύει, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν παραβιάζονται μόνο από πράξεις της Διοίκησης, αλλά και από παραλείψεις της Διοίκησης». Κατά τις «θετικές υποχρεώσεις», τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να παραβιαστούν από την παράλειψη του Κράτους να προστατεύσει τον διοικούμενο από κινδύνους. Έχει δε ο διοικούμενος κεκτημένο δικαίωμα ως προς την προστασία της ιδιοκτησίας του και εν προκειμένω η Εφεσείουσα στερείται της διατήρησης της ιδιοκτησίας της χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης.
Καταρχάς παρατηρούμε ότι η γενικότερη προσέγγιση και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, αποτυπώνει τη θέση της νομολογίας. Επί των επιμέρους αιτιάσεων της Εφεσείουσας, ως έχουν ανωτέρω συνοπτικά καταγραφεί, σημειώνουμε ότι αντικείμενο της Προσφυγής της Εφεσείουσας, είναι η απόφαση της Εφεσίβλητης να απορρίψει το αίτημα της όπως της παραχωρηθεί άδεια για να κατασκευάσει η ίδια έργα προστασίας της παραλίας αναφορικά με την ιδιοκτησία της.
Δεν έχει επομένως η Προσφυγή της Εφεσείουσας ως αντικείμενο την παράλειψη της Εφεσίβλητης να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την προστασία της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας και ούτε αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας το κατά πόσο η διοίκηση έλαβε ή όχι οποιαδήποτε μέτρα προστασίας, υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζονται οι αιτιάσεις της Εφεσείουσας.
Η εξουσία του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι δυνατός ο παρεμπίπτον έλεγχος μιας διοικητικής πράξης η οποία δεν έχει προσβληθεί με προσφυγή, στα πλαίσια εξέτασης της νομιμότητας άλλης προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Λάρκου ν. Δημοκρατίας (1989) 3 (Β) Α.Α.Δ. 804, Λάρκου ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 745).
Κατά συνέπεια, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε εντός των παραμέτρων που επιτάσσουν για το ζήτημα οι νομολογιακές αρχές, κρίνοντας ότι η μη αποδοχή του αιτήματος της Εφεσείουσας δεν συνιστούσε, υπό τις περιστάσεις, στέρηση του κατοχυρωμένου στο Άρθρο 23.1 του Συντάγματος, δικαιώματος κυριότητας, κατοχής και απόλαυσης ιδιοκτησίας. Επομένως απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 2.
Αναφορικά με τους Λόγους Έφεσης Αρ. 3 και 4, οι οποίοι λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν ενιαίας εξέτασης, διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:
Αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός, ότι το προτεινόμενο έργο εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 140(Ι)/2005. Στη βάση των προνοιών του Άρθρου 5 του Νόμου, ιδρύεται Επιτροπή με αρμοδιότητες, όπως αυτές προσδιορίζονται στο Άρθρο 5(2) του Νόμου. Ήτοι «να συμβουλεύει την περιβαλλοντική αρχή αναφορικά με τις επιπτώσεις που η εκτέλεση ή η λειτουργία του έργου ενδέχεται να επιφέρουν στο περιβάλλον». Σύμφωνα δε με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2(2) του Νόμου, στις «επιπτώσεις στο περιβάλλον» περιλαμβάνονται επιπτώσεις και στην αρχαιολογική κληρονομιά. Σημειώνεται ότι, μεταξύ των εξουσιών της Επιτροπής, όπως αυτές καθορίζονται στο Άρθρο 6(1) του Νόμου, περιλαμβάνεται η δυνατότητα της Επιτροπής όπως «καλέσει σε οποιαδήποτε συνεδρία οποιοδήποτε λειτουργό κρατικής υπηρεσίας ή οργανισμού δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου οι απόψεις ή οι εξειδικευμένες γνώσεις σε συγκεκριμένο θέμα δυνατόν να κριθούν χρήσιμες ή αναγκαίες για το έργο της».
Διαπιστώνουμε ότι η Επιτροπή κινήθηκε εντός των πλαισίων αυτών, ζητώντας και λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των κρατικών υπηρεσιών, μεταξύ αυτών, του Τμήματος Αρχαιοτήτων και της Περιβαλλοντικής Αρχής. Συνεπώς δεν απαιτείτο η κήρυξη της περιοχής ως ζώνης προστασίας ενάλιων αρχαιοτήτων για να μπορούσαν να δοθούν και να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ως εσφαλμένα διατείνεται η πλευρά της Εφεσείουσας.
Δεν ευσταθεί επίσης η θέση της Εφεσείουσας περί ελλιπούς έρευνας και ότι δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ο επηρεασμός σε αρχαιότητες ή άλλα πολιτιστικά μνημεία. Μελέτη όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύει την διεξαγωγή δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας. Προκύπτει ότι εν προκειμένω αξιολογήθηκαν από το αποφασίζον όργανο όλα τα στοιχεία και απόψεις που συγκεντρώθηκαν από όλα τα αρμόδια Τμήματα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η έρευνα επεκτάθηε σε κάθε σχετικό παράγοντα. Ούτε παρέχεται η δυνατότητα επέμβασης του Δικαστηρίου επί ζητημάτων τεχνικής φύσεως, ως αυτά τίθεται από την Εφεσείουσα και τα οποία άπτονται της έκτασης ή του όγκου των έργων καθώς και του βαθμού των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα επέλθουν στο περιβάλλον. Κατά συνέπεια, δεν χωρεί εφετειακή παρέμβαση στα όσα επ’ αυτού διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα οποία παρατίθενται κατωτέρω:
«Από τα ενώπιον μου έγγραφα, όπως αυτά περιέχονται τόσο στην Ένσταση, όσο και στους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, προκύπτει πως τα πρακτικά της συμβουλευτικού χαρακτήρα Επιτροπής Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, υπήρξαν άρτια και λεπτομερή, ενώ η επίσης συμβουλευτικού χαρακτήρα Γνωμοδότηση του Τμήματος Περιβάλλοντος, καταγράφει και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε εισήγηση μη συνηγορούσα στην έγκριση του αιτήματος της αιτήτριας, τους οποίους προσδιόρισε ως επιφέροντες αλλοίωση της θαλάσσιας οικολογίας, ως εγκυμονούντες σοβαρούς κινδύνους για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας της περιοχής στην οποία εντοπίστηκαν αρχαιότητες και πως η αιτούμενη κατασκευή έργων χωροθετείται εντός της ζώνης προστασίας της παραλίας.
Η τελική απόφαση, δοθείσα από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, η οποία συνιστά την προσβαλλόμενη απόφαση, επεξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν εγκρίνεται η υποβληθείσα αίτηση, λαμβάνοντας αφενός υπόψη τις θέσεις της Περιβαλλοντικής Αρχής, όπως αυτές εκφράστηκαν στη Γνωμοδότηση της ημερομηνίας 30.11.2018 και αφετέρου, τις θέσεις του Τμήματος Αρχαιοτήτων, όπως αυτές είχαν εκφραστεί στις επιστολές ημερομηνίας 26.9.2017 και 18.4.2018.
Συνεπώς, κρίνονται απορριπτέοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας πως δεν υπήρξε συγκεκριμενοποίηση των λόγων απόρριψης, ενώ σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προώθησε η αιτήτρια, δεν κρίνεται απαραίτητα η εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση ποια πολιτιστικά μνημεία και ποιες αρχαιότητες είναι που επηρεάζονται.
Επί του προκειμένου ζητήματος που τίθεται υπό αμφισβήτηση από την αιτήτρια, δικαίως, η πλευρά της Δημοκρατίας, εισηγείται πως το ζήτημα εμπίπτει στα τεχνικής φύσεως ζητήματα, στα οποία το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται, αφού η κρίση των αρμοδίων κυβερνητικών Τμημάτων και δη του Τμήματος Περιβάλλοντος και Τμήματος Αρχαιοτήτων, ως προς τις επιπτώσεις της εκτέλεσης των συγκεκριμένων έργων και της αλλοίωσης της θαλάσσιας οικολογίας και επηρεασμού των αρχαιοτήτων της περιοχής, είναι ανέλεγκτη, με μόνη εξαίρεση όταν διαπιστωθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση (Κουτσού ν. Κ.Ο.Τ. (2001) 3 Α.Α.Δ. 311, Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, Α.Ε. 34/15 C & V Kriticos Suppliers Ltd ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ημερομηνίας 15.11.2021).
Αντιθέτως, από τα ενώπιον μου στοιχεία, διαπιστώνω πως τα αρμόδια διοικητικά όργανα, προέβησαν σε περισυλλογή όλων των ουσιωδών ζητημάτων και αφού έδωσαν το δικαίωμα στο διευθυντή της αιτήτριας εταιρείας να ακουστεί και προφορικώς κατά τις ενώπιον τους διαδικασίες, κατέληξαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Το παρόν όμως Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων, ούτε και στην εξέταση τεχνικών ζητημάτων τα οποία ανήκουν στο ανέλεγκτο της κρίσης της διοίκησης, αλλά εξετάζει το κατά πόσο η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής και το κατά πόσον έχουν τηρηθεί οι κανόνες της χρηστής διοίκησης από τα αρμόδια διοικητικά όργανα (Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν. P. Kourris Constructions & Co (2007) 3 Α.Α.Δ. 157).
Σε ότι δε αφορά τον τρόπο εκτίμησης των γεγονότων από τα διοικητικά όργανα και το είδος της έρευνας που διεξήχθη, η σταθερή νομολογιακή γραμμή είναι ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' εφαρμογή των αρχών δικαίου που διέπουν το θέμα και εφόσον δεν διαπιστώνεται πλάνη προκύπτουσα από παρερμηνεία ή λανθασμένη εκτίμηση των γεγονότων που να επηρεάζει την τελική κρίση της διοίκησης, δεν υπάρχει έδαφος δικαστικής επέμβασης. Τούτο, αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε επανεκτίμηση των γεγονότων και να υποκαταστήσει την κρίση της αρμόδιας αρχής με τη δική του.
Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αναφερόμενες πάγιες νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση απόρριψης της υποβληθείσας αιτήσεως, ήταν ευλόγως επιτρεπτή».
Για τους πιο πάνω λόγους, οι Λόγοι Έφεσης Αρ. 3 και 4 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο