ΣΩΤΉΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 95Α/2022, 27/5/2026
print
Τίτλος:
ΣΩΤΉΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 95Α/2022, 27/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                         (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  95Α/2022)

 

27 Μαΐου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

                              ΣΩΤΉΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

                                                                                               Εφεσείων,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

 

                                                                                                          Εφεσίβλητης.

--------------------

 Σ. Ανδρέου, για ΣΙΜΟΣ Ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, για τον Εφεσείοντα.

Μ. Κοτσώνη (κα) & Μ. Τσάμη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

                                              --------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι η πρωτόδικη Απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1575/2018, ημερομηνίας 30/05/2022, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της  Εφεσίβλητης, με την οποία διορίστηκε στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α΄, αναδρομικά από την 1/5/2013 το ενδιαφερόμενο μέρος  Νικηφόρου.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης καταγράφονται στην πρωτόδικη  Απόφαση και συνοπτικά έχουν ως ακολουθως:

 

Με απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό μονομελή σύνθεση) στη Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 2121/2013, ημερομηνίας 8/5/2015, ECLI:CY:AD:2015:D312, ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «ΕΔΥ») ημερομηνίας 27/3/2013 για προαγωγή από 1/5/2013, του υποψήφιου Γεωργίου (δηλαδή υποψήφιου άλλου από το ενδιαφερόμενο μέρος και τον Εφεσείοντα) στη θέση Τελωνειακού Λειτουργού Α΄, Τελωνεία.  Ακολούθησε επανεξέταση από την ΕΔΥ, κατά την οποία επελέγη ως καταλληλότερος για προαγωγή στη θέση, από 1/5/2013, ο υποψήφιος Νικηφόρου (εφεξής «Ε/Μ») και εναντίον της πιο πάνω απόφασης προσέφυγε ο Εφεσείων. 

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο, με την απόφαση του στη Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1098/2015, ημερομηνίας 6/3/2018, ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση της ΕΔΥ και στην επανεξέταση που ακολούθησε η ΕΔΥ αποφάσισε την προαγωγή από 1/5/2013 του Ε/Μ.  Εναντίον της πιο πάνω απόφασης προσέφυγε ο Εφεσείων. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την Προσφυγή, σημείωσε τα ακόλουθα:

«Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του αιτητή ότι υπήρξε παράβαση του δεδικασμένου και παραγνώριση του πρόσθετου προσόντος του αιτητή ή πλάνη. Σε συμφωνία με το δεδικασμένο, ο Διευθυντής και η καθ' ης η αίτηση αναγνώρισαν δεόντως την κατοχή του πρόσθετου προσόντος του αιτητή στη Νομική και το επαγγελματικό προσόν του ως εγγεγραμμένου δικηγόρου αλλά αναγνώρισαν, επίσης, το μεταπτυχιακό δίπλωμα του ενδιαφερόμενου μέρους που, όπως, εξηγούν, είναι επιπέδου master. Όπως και στην περίπτωση του αιτητή έτσι και στην περίπτωση του ενδιαφερόμενου μέρους όφειλε ο Διευθυντής και η καθ' ης η αίτηση να αποδώσουν ορθά την εικόνα και των δύο υποψηφίων, πράγμα το οποίο έπραξαν.

Πρόσθετα, στην ιδιαίτερη σύγκριση που γίνεται μεταξύ των υποψηφίων καταγράφεται η υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους σε αρχαιότητα η οποία αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια αξιολόγησης. Μπορεί λόγω της αναγωγής της στην ημερομηνία γέννησης η διαφορά αυτή να καθίσταται απομακρυσμένη εντούτοις, όλων των άλλων ίσων, έχει τη βαρύτητά της που δεν μπορεί να αγνοηθεί».

Η πιο πάνω κρίση βάλλεται από τον Εφεσείοντα με δύο Λόγους Έφεσης:

«Λόγος Έφεσης αρ.1

 

Εσφαλμένα και πεπλανημένα η Πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε, χωρίς να εξετάσει το Νομικό Λόγο που ήγειρε ο Αιτητής, ότι η σύσταση του Προϊσταμένου και η Απόφαση της ΕΔΥ συγκρούονται με τα στοιχεία των φακέλων, ήταν πεπλανημένη και αντιφατική ως προς τα προσόντα των δύο διαδίκων.  Παραβίαση του δεδικασμένου.

Εσφαλμένα και πεπλανημένα η Πρωτόδικος Δικαστής, ο Διευθυντής και η ΕΔΥ συνυπολόγισαν τα κριτήρια επιλογής των πρόσθετων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων που είχε ο Εφεσείων/Αιτητής έναντι του Ενδ. Μέρους.  Παραβίαση του δεδικασμένου»

 

«Λόγος Έφεσης Αρ. 2

Ούτε ο Διευθυντής ούτε η ΕΔΥ έδωσαν συγκεκριμένη βαρύτητα στα προσόντα των υποψηφίων και παρεβίασαν το δεδικασμένο.  Εσφαλμένα και πεπλανημένα η Πρωτόδικος Δικαστής δεν εξέτασε ή δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα/Αιτητή, Παραβίαση του δεδικασμένου».

 

Λόγω της συνάφειας τους οι Λόγοι Έφεσης θα τύχουν ενιαίας εξέτασης. 

 

Επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων του, ο Εφεσείων διατείνεται ότι υπερέχει έναντι του Ε/Μ σε προσόντα.  Όπως υποστηρίζει, τόσο ο Διευθυντής Τελωνείων (εφεξής «ο Διευθυντής») όσο και η ΕΔΥ δεσμεύονταν από το δεδικασμένο αναφορικά με το μη απαιτούμενο προσόν του Εφεσείοντα, ήτοι την εγγραφή του ως δικηγόρου, ως προσόντος άμεσα σχετικού με τα καθήκοντα της θέσης και ανεπίτρεπτα αλλά και κατά παράβαση του δεδικασμένου έκριναν το εν λόγω προσόν ως απλώς σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης.  Επομένως, κατά τον ισχυρισμό, είναι ο Εφεσείων που υπερέχει σε προσόντα και τόσο η σύσταση του Διευθυντή όσο και η απόφαση της ΕΔΥ συγκρούονται με τα στοιχεία του φακέλου.

 

Πρόσθετα, κατά τον Εφεσείοντα, τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ παρέλειψαν να δώσουν συγκεκριμένη βαρύτητα στο πρόσθετο προσόν του Εφεσείοντα κατά παράβαση της νομολογίας και του δεδικασμένου.

 

Αντιτείνει η Εφεσίβλητη, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε όλους τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα και κατέληξε σε ορθά συμπεράσματα.  Υποστηρίζει, ότι λήφθηκαν υπόψη και ορθά αποτιμήθηκαν, τόσο από τον Διευθυντή όσο και την ΕΔΥ, τα κριτήρια επιλογής και ειδικότερα σε σχέση με τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων, αυτά λήφθηκαν υπόψη και τους αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα.  Ορθά δε διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δεδικασμένου.

Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων σε συνάρτηση με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.

 

 Η προσβαλλόμενη απόφαση προέκυψε από επανεξέταση συνεπεία ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 1098/2015 (ανωτέρω).  Το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει πάσχουσα τη σύσταση του Αν.  Διευθυντή, ο οποίος είχε υπερτονίσει το Δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του Ε/Μ, για το οποίο, ενώ είχε αναφέρει ότι δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, εντούτοις θεώρησε ότι αυτό προσδίδει στο Ε/Μ μεγαλύτερη ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του και κατ’ επέκταση ότι το Ε/Μ υπερέχει, έστω και ελαφρά σε προσόντα.  Συναφώς έκρινε τη σύσταση του Αν. Διευθυντή πεπλανημένη, λόγω σύγκρουσης με τα στοιχεία των φακέλων και ως εκ τούτου, ότι η ΕΔΥ δεν θα έπρεπε να δώσει βαρύτητα σ’ αυτήν.

 

Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1098/2015 (ανωτέρω):

«Ο Αναπληρωτής Διευθυντής, στη σύστασή του ανέφερε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος υπερέχει έναντι του αιτητή σε αρχαιότητα, έστω και συμβολική, που ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης. Αναφέρθηκε και στις ισάξιες υπηρεσιακές τους εκθέσεις.

 

Ως προς τα προσόντα, ο Διευθυντής ανέφερε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος υπερέχει έστω και ελαφρά. Ενώ πίστωσε τον αιτητή αναφορικά με την εγγραφή του ως δικηγόρος, ως κατέχων πρόσθετο προσόν άμεσα σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης και ενώ πρόσδωσε βαρύτητα στο Post-Graduate Diploma in Management, το οποίο αναγνωρίστηκε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. ως τίτλος ισότιμος προς Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στη Διοίκηση, ως σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, αναφέρθηκε και στο Δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Εν σχέση με το δίπλωμα αυτό, ο Αναπληρωτής Διευθυντής ανέφερε ότι αν και δεν είναι άμεσα σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, εντούτοις, αυτό συνιστά προσόν με το οποίο κάποιος θα μπορούσε να προαχθεί την 1.11.2010 και του προσδίδει μεγαλύτερη ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

 

Διαπιστώνω ότι, η σύσταση του Αν. Διευθυντή πάσχει, αφού υπερτόνισε το Δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού, το οποίο, καίτοι ως ο ίδιος ανέφερε δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, εντούτοις θεώρησε ότι αυτό του προσδίδει μεγαλύτερη ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Παραμένει ευλόγως πραγματικά αμφίβολο, το πώς είναι δυνατόν ένα προσόν / δίπλωμα το οποίο δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, να δύναται να προσδώσει μεγαλύτερη ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του υπαλλήλου.

 

Όπως έχει αναφερθεί στην Πούρος κ.ά. ν. Χατζηστεφάνου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, πρόσθετα και μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον αυτά είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης. Προσόντα τα οποία δεν είναι σχετικά, δεν τίθεται ζήτημα συνυπολογισμού τους. Πόσο μάλλον να προσδίδουν αυτά ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων. Ο βαθμός της βαρύτητας που θα μπορούσε να προσδοθεί, θα έπρεπε να οριοθετηθεί.

 

Κρίνεται ότι η σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή πάσχει, ως πεπλανημένη λόγω σύγκρουσης με τα στοιχεία των φακέλων, αλλά και ουσιαστικής ανάδειξης του πρόσθετου - μη συναφούς με τα καθήκοντα της θέσης - προσόντος, ήτοι του διπλώματος Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του ενδιαφερόμενου μέρους προς πρόσδοση σε αυτόν υπεροχής, σύσταση η οποία έχει αν όχι μηδενική, τουλάχιστον ελάχιστη αξία.

 

Η ΕΔΥ δε θα έπρεπε να δώσει βαρύτητα στη σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή, η οποία όπως έχω αναφέρει ανωτέρω, κρίνεται πεπλανημένη. Απέδωσε, ανάμεσα σε άλλα, αποφασιστική βαρύτητα στη πλημμελή σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή και επομένως, η προσβαλλόμενη απόφασή της, συμπαρασύρεται και θα πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθεί».

 

 

Κατά την επανεξέταση που ακολούθησε, ο Διευθυντής ανέφερε τα ακόλουθα στη σύσταση του:

«Σημειώνω ότι ο Νικηφόρου κατέχει PostGraduate Diploma in Management του Mediterranean Institute of Management, αναγνωρισμένο από το ΚΥ.Σ.ΑΤ.Σ. ως Τίτλος ισότιμος προς Μεταπτυχιακό Δίπλωμα επιπέδου Master, το οποίο, αν και δεν απαιτείται, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης, είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, τα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και εποπτικά καθήκοντα, και αποδίδω σ' αυτό τη δέουσα βαρύτητα.  Κατέχει, επίσης, επαγγελματικό τίτλο σπουδών, Δίπλωμα Μηχανικού Γ Τάξης, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας της Ελλάδας.

Ο υποψήφιος ΧΧΧ Αναστασιάδης, που δεν συστήνεται, κατέχει, δίπλωμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι επίσης εγγεγραμμένος δικηγόρος, προσόν το οποίο, αν και δεν απαιτείται, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης, είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης και αποδίδω σ' αυτό τη δέουσα βαρύτητα.

Προχωρώντας σε ιδιαίτερη σύγκριση του συστηθέντος ΧΧΧ Νικηφόρου με τον ΧΧΧ Αναστασιάδη, σημειώνω ότι ο ΧΧΧ Νικηφόρου υπερέχει έναντι του σε αρχαιότητα, έστω και συμβολική, που ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης σε πέντε χρόνια και δύο μήνες, και είναι ίσος με τον Αναστασιάδη σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις με έμφαση στα τελευταία δέκα πριν τον ουσιώδη χρόνο έτη. Επιπλέον, αμφότεροι διαθέτουν, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, επιπρόσθετα προσόντα, ο μεν Νικηφόρου το PostGraduate Diploma in Management του Mediterranean Institute of Management, ο δε Αναστασιάδης επαγγελματικό τίτλο, αφού είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος.

Ως εκ τούτου, μεταξύ δύο εξαίρετων υποψηφίων, οι οποίοι αμφότεροι διαθέτουν επιπρόσθετα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης προσόντα, κρίνω ότι η οριακή υπεροχή του Νικηφόρου σε αρχαιότητα, του προσδίδει υπεροχή.  Σε μια συνολική συνεκτίμηση των νομοθετημένων κριτηρίων για προαγωγή, κρίνω ως καταλληλότερο και συστήνω για προαγωγή τον Δημήτριο Νικηφόρου.  Τέλος, σ' ό, τι αφορά τα προσόντα, σημείωσα ότι και άλλοι υποψήφιοι διαθέτουν επιπρόσθετα σχετικά προσόντα, αλλά αυτοί υστερούν ουσιαστικά σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση και, επιπλέον, δεν υπερέχουν σε αξία».

 

Σημειώνεται ότι στο Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης δεν υπάρχει πρόνοια είτε για απαιτούμενα προσόντα είτε για πλεονέκτημα ή για πρόσθετα προσόντα.

 

Επίμαχο ζήτημα αναδεικνύεται το κριτήριο των προσόντων, στο οποίο ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι υπερέχει και εξ αυτού ότι εν προκειμένω υφίσταται πλάνη και παράβαση του δεδικασμένου.  Εκκινώντας από το τελευταίο, αυτό που διαπιστώνεται από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1098/2015 (ανωτέρω), συνεπεία της οποίας η ΕΔΥ οδηγήθηκε σε επανεξέταση και έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, είναι ότι ο τότε Αν. Διευθυντής υπερτόνισε το Δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του Ε/Μ, το οποίο καίτοι ο ίδιος ως ανέφερε δεν είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, εντούτοις θεώρησε ότι  αυτό του προσδίδει μεγαλύτερη ευρύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του και υπεροχή σε προσόντα.  Αυτό οδήγησε σε κρίση περί πάσχουσας σύστασης του  Αν. Διευθυντή και ως εκ τούτου η απόφαση της ΕΔΥ κρίθηκε άκυρη.

Κατά την επανεξέταση που ακολούθησε, τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ αναφέρθηκαν σε προσόντα των υποψηφίων μη απαιτούμενα και σε προσόντα που δεν αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, τα οποία είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και στα οποία δόθηκε η δέουσα  βαρύτητα.

 

Συναφώς αναφέρθηκαν στο Post- Graduate Diploma Management του Ε/Μ και στο πτυχίο Νομικής και την εγγραφή του Εφεσείοντα ως δικηγόρου. Διαπιστώνουμε ότι, προς συμμόρφωση με το δεδικασμένο δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο Δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του Ε/Μ, το οποίο είχε αποτελέσει το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθ. Αρ. 1098/2015 (ανωτέρω) περί πάσχουσας σύστασης του τότε Αν. Διευθυντή.  Συνεπώς δεν υφίσταται παραβίαση του δεδικασμένου, ως λανθασμένα παραπονείται ο Εφεσείων. 

 

Ούτε ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι επειδή διαθέτει πτυχίο Νομικής και εγγραφή του ως δικηγόρος, ενώ το Ε/Μ μόνο ένα μεταπτυχιακό (προσόντα τα οποία κρίθηκαν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης),  υπερέχει σε προσόντα και άρα η σύσταση του Διευθυντή και η απόφαση της ΕΔΥ συγκρούονται με τα στοιχεία των φακέλων. 

 

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομολογία, αφ’ εαυτών τα εν λόγω προσόντα δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή εφόσον παραμένουν πρόσθετα ασχέτως του αριθμού τους.

 

Σχετικό επ’ αυτού είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Δρ. Δέσποινα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 138/2020, ημερομηνίας 26/6/2025:

«Τόσο η εφεσείουσα όσο και τα ΕΜ κατέχουν πρόσθετα, μη απαιτούμενα, συναφή προσόντα. Η εφεσείουσα, προς θεμελίωση δικής της υπεροχής έναντι των ΕΜ, τονίζει την αριθμητική υπεροχή της στα εν λόγω μη απαιτούμενα προσόντα. Όπως, όμως, κρίθηκε στην Παπά ν. Φραντζής, ΑΕ Αρ. 91/2014, ημερ. 25.02.2021: 

 

«Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τόσο η εφεσείουσα όσο και ο εφεσίβλητος κατέχουν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας, καθώς και επιπρόσθετα προσόντα. Ως προς τα προσόντα των μερών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης της ΕΔΥ, πιο πάνω, σημειώθηκε ότι η εφεσείουσα δεν υστερεί του συστηθέντα εφεσίβλητου και καταγράφονται τα πρόσθετα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης προσόντα, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε όλα τα προσόντα. Όμως, τα επιπρόσθετα προσόντα του εφεσίβλητου βρίσκονταν ενώπιον της ΕΔΥ και λήφθηκαν «δεόντως υπόψη» (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αντωνίου, ΑΕ 124/2014 κ.ά., ημερομηνίας 6.12.2017). Όπως προκύπτει από τη νομολογία «τα επιπρόσθετα προσόντα παραμένουν πρόσθετα ασχέτως του αριθμού τους και είναι λάθος να υπερτονίζεται η κατοχή κάποιων προσόντων από υποψήφιο, αποδίδοντας σ΄ αυτά μεγαλύτερη αξία ή βαρύτητα» (Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 2076/2012, ημερομηνίας 22.12.2014, ECLI:CY:AD:2014:D988, ECLI:CY:AD:2014:D988Κουρτελλάρης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1039/2010, ημερομηνίας 17.7.2012, και Μάρκου κ.ά. ν. Ε.Δ.Υ., Συνεκ. Υποθ. Αρ. 950/2010 κ.ά., ημερομηνίας 22.3.2013). Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη απόφαση ότι υπάρχει κάποια υπεροχή του εφεσίβλητου ως προς τα πρόσθετα «προσόντα» σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, ήταν λανθασμένη. Συνακόλουθα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη εκ μέρους της ΕΔΥ ως προς αυτό το στοιχείο». (υπογράμμιση δική μας)

 

Στη Θεοκλέους ν. ΕΔΥ κ.α., ΑΕ 90/2013, ημερ. 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490,   τονίστηκε:

 

«. στην Κωνσταντίνου ν. Αντωνίου Α.Ε. 124/14 και 134/14 ημερ. 6.12.2017 κρίθηκε ότι:

 

"Η νομολογία επί τούτου είναι σαφέστατη. Κατοχή από τους υποψήφιους επιπρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, τα οποία δεν θεωρούνται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας ως πλεονέκτημα ή επιπρόσθετο προσόν, είναι στοιχείο στο οποίο δεν πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα. Αφ΄ εαυτών τα εν λόγω προσόντα δεν αποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή (Larkos v. The Republic (1982) 3 C.L.R. 513, Papadopoulos v. The Republic (1982) 3 C.L.R. 1070, Tokkas v. The Republic (1983) 3 C.L.R. 361, Hadjiioannou v. The Republic 91983) 3 C.L.R. 1041, (F.B.), Kalaitzis and Another v. The Republic (1984) 3 C.L.R. 839 και Spanos v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1826).

 

Τα ανωτέρω συνοψίστηκαν και υιοθετήθηκαν εύγλωττα στην Πούρος ν. Χατζηστεφάνου κ.α. (2001) 3 A.A.Δ. 374, τα οποία για μια ακόμη φορά υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε.

 

Καταλήγουμε ότι όπου τα πρόσθετα μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα λαμβάνονται υπόψη το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει. Εναπόκειται στην αρμόδια Αρχή να αξιολογήσει και να τους αποδώσει την ανάλογη βαρύτητα. Ομοίως δεν επεμβαίνει αφής στιγμής η αρμόδια Αρχή κινήθηκε εντός των ευλόγων επιτρεπτών ορίων. Η νομολογία επ΄ αυτού είναι διαχρονική και επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα στην Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Α.Ε. Αρ. 113/11, ημερ. 22.3.2017.  . Ο υπερτονισμός εκ μέρους του εφεσίβλητου της κατοχής μεταπτυχιακού και της συνάφειας του με την επίδικη θέση δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τις ανάγκες τις οποίες έκρινε και θεώρησε ο συντάκτης του σχεδίου υπηρεσίας ως απαραίτητες. Ένα τέτοιο προσόν δεν θεωρήθηκε επιπρόσθετο προσόν ώστε να αποδοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα ή ουσιαστική βαρύτητα όπως ο ίδιος εισηγείται».

 

 

Ανεξαρτήτως της πιο πάνω πάγιας θέσης της νομολογίας, παρατηρούμε ότι κατά την προηγούμενη διαδικασία που αποτέλεσε το αντικείμενο της Υποθ. Αρ. 1098/2015 (ανωτέρω), η ΕΔΥ είχε σημειώσει σε σχέση με τον Εφεσείοντα ότι «πέραν των προσόντων που ήταν αναγκαία για να καταλάβει τη θέση Τελωνειακού Λειτουργού, διαθέτει μόνο την εγγραφή του ως δικηγόρος, που είναι άμεσα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης».

 

Τα πιο πάνω επικαλείται μάλιστα ο Εφεσείων (σελ. 5 του περιγράμματος αγόρευσής του), για να καταδείξει ότι ενώ αρχικά κατά τη διαδικασία του 2015 η εγγραφή του ως δικηγόρος  είχε χαρακτηριστεί από την ΕΔΥ και τον τότε Αν. Διευθυντή ως προσόν άμεσα σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, κατά την επίδικη διαδικασία χαρακτηρίστηκε μόνο ως σχετικό. 

Σε σχέση με το κατά πόσο το πιο πάνω προσόν είχε χαρακτηριστεί στη διαδικασία του 2015 ως άμεσα σχετικό ενώ στην επίδικη ως σχετικό, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, αφού αφενός σχετικό χαρακτηρίστηκε και το πρόσθετο προσόν του Ε/Μ και αφετέρου, όπως έχει ήδη αναλυθεί, η νομολογία επί του ζητήματος των πρόσθετων μη απαιτούμενων προσόντων αναδεικνύει ότι τέτοια προσόντα δεν προσδίδουν έκδηλη υπεροχή.

 

Ούτε διαπιστώνεται παραβίαση της νομολογίας και του δεδικασμένου σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα, ότι ήταν καθήκον του Διευθυντή και της ΕΔΥ να καθορίσουν τη βαρύτητα που έπρεπε να δοθεί στο προσόν αυτό.

 

Καταρχάς το δεδικασμένο που προέκυψε σχετίζεται με την προηγούμενη διαδικασία (Υποθ. Αρ. 1098/2015-ανωτέρω) και έχει ήδη κριθεί ότι δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση.

 

Ούτε όμως η διαμορφωθείσα νομολογία επί του ζητήματος υποστηρίζει τη θέση του Εφεσείοντα.  Παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 8/16, ημερομηνίας 16/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:C56, στην οποία μάλιστα ο Εφεσείων (ο οποίος ήταν και εκεί διάδικο μέρος) επικαλέστηκε και την απόφαση στην Υποθ. Αρ. 2121/12 (ανωτέρω) ως ενισχυτική της θέσης του:

«Με την έφεση τέθηκε ότι ενώ η ΕΔΥ θεώρησε το πρόσθετο προσόν ως απόλυτα σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης και ενώ η αρχαιότητα του εφεσείοντα ήταν απομακρυσμένη, δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο πρόσθετο προσόν, χρησιμοποιώντας απλώς τη φράση «ανάλογη βαρύτητα», χωρίς να διευκρινίσει ποια ακριβώς βαρύτητα έδωσε.  Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή παρέπεμψε σχετικά σε μια πρωτόδικη απόφαση που αφορούσε εκ συμπτώσεως τον εφεσείοντα σε άλλη διαδικασία αναφορικά με την ίδια θέση, στην οποία το δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση του αιτητή πως η χρήση των λέξεων «ανάλογη βαρύτητα» ήταν απλή φραστική διατύπωση που δεν αναπλήρωνε το κενό της ελλιπούς αιτιολογίας (Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υποθ. 2121/13, ημερ. 8.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:D312).

 

Από πλευράς του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας παρέπεμψε σε απόφαση της Ολομέλειας στην Δημητρίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 16/13, ημερ. 18.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:C325, στην οποία, όπως και στην παρούσα, στη σύσταση του Διευθυντή αναφερόταν ότι στο μεταπτυχιακό προσόν της εφεσείουσας αποδόθηκε «η ανάλογη βαρύτητα».  Ως προς τούτο η Ολομέλεια ανέφερε τα εξής, παραπέμποντας σε εκτεταμένο απόσπασμα από την προαναφερθείσα απόφαση Παναγή:

 

«Η φράση αυτή αποδίδει νομίμως την εκτίμηση του Διευθυντή και, μάλιστα, κατά τρόπο που δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της λογικής αποτίμησης των προσόντων των υποψηφίων.  ΄Οπως υπογραμμίστηκε, σχετικά, στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639, στη σελίδα 647:-

 

«. 'δέουσα βαρύτητα' ή 'ανάλογη βαρύτητα', είναι φράσεις που χρησιμοποιούνται από το διοικητικό όργανο και αποδίδουν την εκτίμηση του διοικητικού οργάνου σε ό,τι αφορά τη σημασία του πρόσθετου μη απαιτούμενου προσόντος.  Τέτοια φράση είχε, μεταξύ άλλων, χρησιμοποιηθεί και στην Πούρος κ.ά. ν. Χατζηστεφάνου κ.ά.[2] ...»

 

Στη συνέχεια, στην ίδια απόφαση, στη σελίδα 648, τονίστηκε, αναφορικά με το ίδιο υπό συζήτηση θέμα, ότι:-

 

«. το διοικητικό όργανο διαμορφώνει κρίση έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ενώπιον του.  Η επιλογή γίνεται στη βάση της αξιολόγησης όλων των δεδομένων, η οποία αξιολόγηση εφόσον είναι εύλογη, σύμφωνη με τα στοιχεία και τα δεδομένα που είναι ενώπιον του διοικητικού οργάνου και δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί από το αναθεωρητικό Δικαστήριο.  Η θέση του εφεσείοντος κατατείνει στη λανθασμένη προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων.  Όπως υποδείχθηκε στην Πολυξένη Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) v. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 275, δεν μπορεί να προκαθοριστεί η βαρύτητα των στοιχείων κρίσης ώστε οποιοδήποτε από αυτά να έχει και ορισμένη σημασία.  Το σύστημα αξιολόγησης πρέπει, καθώς υποδείχθηκε και στην Γιωργούδης v. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 116, να στοχεύει στην ανάδειξη του καταλληλότερου υποψηφίου, με μόνη δέσμευση να εξυπηρετείται η αξιοκρατία και το δημόσιο συμφέρον.»»

 

          Περί ουσιαστικής συνεξέτασης συνεπώς ο λόγος, με κριτήριο τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου και όχι ένας μηχανιστικός υπολογισμός, ή μια αριθμητική συνεξέταση που απολήγει σε επέμβαση στην εύλογη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.  

          Η έννοια της «ανάλογης βαρύτητας» που αποδίδεται σε πρόσθετο προσόν έχει ευστόχως εξηγηθεί στην Παναγή (ανωτέρω) και έχει αποτελέσει το υπόβαθρο της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου.  Η διοίκηση έχει κινηθεί εντός των ευλόγων ορίων της διακριτικής ευχέρειας  και αιτιολόγησε πλήρως την απόφαση της».

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Λόγοι Έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

Η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €3.000 ευρώ έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.

Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                            

                                          Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο