(Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 100/2022 και 102/2022)
29 Iουνίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 100/2022)
ΔΗΜΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 102/2022)
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΟΥ-ΚΟΥΑΛΗ
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
E. Λοιζίδου (κα), για Α. Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα στην 100/22.
Ε. Δρυμιώτου (κα), για Σ. Δ. ΔΡΥΜΙΩΤΗΣ, για Εφεσείουσα στην 102/22.
Σ. Χαραλάμπους (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη για τις 100/22 & 102/22.
Ν. Γεωργίου, για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος 1 στις 100/22 & 102/22.
Χ. Χριστάκη, για Χ. Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 στις 100/22 & 102/22.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Στην Eπίσημη Εφημερίδα της 26.1.2018, δημοσιεύτηκε η απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η ΕΔΥ») με την οποία προήγαγε (μεταξύ άλλων) οκτώ ενδιαφερόμενα μέρη στη θέση Ανώτερου Εκτελεστικού Μηχανικού, Τμήμα Δημοσίων Έργων (μόνιμη θέση προαγωγής, εφεξής «η επίδικη θέση»).
Έξι αποτυχόντες υποψήφιοι προσέβαλαν την νομιμότητα των άνωθεν προαγωγών ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο τις συνεκδίκασε και τις απέρριψε με την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του ημερομηνίας 23.5.2022. Δύο εκ των πρωτοδίκως προσφευγόντων εφεσίβαλαν την -απορριπτική των Προσφύγων τους- άνωθεν απόφαση, ο μεν Δημοσθένους (πρωτοδίκως προσφεύγων στην Προσφυγή Αρ. 417/2018) καταχωρώντας την Έφεση Αρ. 100/2022, η δε Κολοκασίδου-Κουάλη (πρωτοδίκως προσφεύγουσα στην Προσφυγή Αρ. 473/2018) καταχωρώντας την Έφεση Αρ. 102/2022.
Καταρχάς, τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία αφορούν τόσο τους Εφεσείοντες όσο και τα οκτώ ενδιαφερόμενα μέρη, έχουν ως εξής:
Κατά τη συνεδρία ημερ. 6.12.2017 της ΕΔΥ, η τελευταία έκρινε ότι όλοι οι υποψήφιοι κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα ως προβλέπονται στο οικείο σχέδιο υπηρεσίας.
Στην εν λόγω συνεδρία, προσήλθε η Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων (εφεξής «η Διευθύντρια») η οποία σύστησε για προαγωγή (μεταξύ άλλων) τα επτά εκ των οκτώ ενδιαφερομένων μερών ήτοι την Κλεόπα-Ψαρά (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1»), την Καδή-Ελευθερίου (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 2»), τον Ζερβό (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 3»), τον Κουνιαῒδη (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4»), τον Κωνσταντίνου (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 5»), την Καρανίκου-Λύμπουρα (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 6») και τον Κοτζιάπασιη (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 7»). Η Διευθύντρια δεν σύστησε τον Νεοφύτου (εφεξής «το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8»). Η Διευθύντρια αποχώρησε από τη συνεδρία και η ΕΔΥ αποφάσισε να προάξει (μεταξύ άλλων) τα προαναφερόμενα οκτώ Ενδιαφερόμενα Μέρη.
Έφεση Αρ. 100/2022:
Με την Προσφυγή Αρ. 417/2018, ο Δημοσθένους (εφεξής «ο Εφεσείων») προσέβαλε την νομιμότητα των προαγωγών των Ενδιαφερομένων Μερών 1,4,6,7 και 8. Ως εκ τούτου, για σκοπούς εκδίκασης της Έφεσης Αρ. 100/2022, η απόφασή μας θα αφορά τη σύγκριση του Εφεσείοντα με τα συγκεκριμένα Ενδιαφερόμενα Μέρη.
Κατά την κρίση της Διευθύντριας (ως προς την σύγκριση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη τα οποία σύστησε) και της ΕΔΥ (ως προς τη σύγκριση με όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 4, 6, 7 και 8), ο Εφεσείων[1] ήταν ισοδύναμος στο κριτήριο της αξίας ως αυτή απορρέει από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των -εντός ουσιώδους χρόνου- τελευταίων ετών.
Όσον αφορά το κριτήριο των προσόντων, τόσο ο Εφεσείων όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6, 7 και 8 κατείχαν -πέραν του βασικού πανεπιστημιακού διπλώματος- και τουλάχιστον ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλο ισοδύναμο[2], με την ΕΔΥ να προβαίνει σε ρητή αναφορά των εκ των Ενδιαφερόμενων Μερών κατεχόμενων προσόντων.
Συγκεκριμένα η ΕΔΥ αναφέρθηκε ρητά στην κατοχή-
(α) εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους 1, του Msc Πολιτικής Μηχανικής Ohio University,
(β) εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους 6, του διπλώματος Πολιτικού Μηχανικού το οποίο αναγνωρίστηκε από το ΚΥ.ΣΑ.Τ.Σ. ως ισότιμο προς μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων.
(γ) εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους 7, του διπλώματος πολιτικού μηχανικού το οποίο αναγνωρίστηκε από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. ως ισότιμο προς μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master και του μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ) και
(δ) εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8, του Msc και Diploma in Earthquake Engineering and Structural Dynamics και του Master in Business Administration.
Η ΕΔΥ έκρινε ότι τα επιπρόσθετα προσόντα των επιλεγέντων υποψήφιων, παρότι δεν απαιτούντο από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης.
Τα ενώπιον της ΕΔΥ στοιχεία δεικνύουν ότι ο Εφεσείων κατείχε, πέραν του διπλώματος Τεχνικού Μηχανικού Πολιτικής Μηχανικής από το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο, τον τίτλο M.Sc (Engineering) (International Highway Engineering) και τον τίτλο Β.Sc in Civil Engineering.
Η ΕΔΥ διαφαίνεται ότι έκρινε τα επιπρόσθετα προσόντα του Εφεσείοντα ως σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης, όταν αναφέρθηκε στο Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 το οποίο δεν κατείχε επιπρόσθετα προσόντα. Ειδικότερα, δήλωσε ότι έλαβε υπόψη πως αυτός «συγκρινόμενος με τους μη επιλεγέντες υποψηφίους που διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα, τα οποία, παρόλο που δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, είναι σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωσης θέσης» υπερέχει λόγω αρχαιότητας και σύστασης.
Σε σχέση με το κριτήριο της αρχαιότητας, ως ρυθμίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 49 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 1 του 1990»), ο Εφεσείων υστερούσε των Ενδιαφερόμενων Μερών ως εξής:
Στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, ο Εφεσείων διορίστηκε την 1.3.2007.
Ως η ΕΔΥ ρητά σημείωσε, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 4, 6 και 7 υπερείχαν του Εφεσείοντα σε αρχαιότητα, ο δε διοικητικός φάκελος δεικνύει ότι αυτό ισχύει διότι τα Ενδιαφερόμενα Μέρη διορίστηκαν ενωρίτερα του Εφεσείοντα στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, ως εξής:
το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1 την 15.2.2007, το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 την 1.5.2003, το Ενδιαφερόμενο Μέρος 6 την 15.2.2007 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 7 την 2.4.2003.
Το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 διορίστηκε στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού κατά την 15.2.2007, άρα ήταν και αυτός αρχαιότερος του Εφεσείοντα.
Ως η ΕΔΥ ρητά σημείωσε, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 4, 6 και 7 είχαν υπέρ τους και τη σύσταση της Διευθύντριας, συγκριτικά εννοείται με τους μη επιλεγέντες υποψήφιους στους οποίους συγκαταλέγεται ο Εφεσείων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 417/2018, κρίνοντας ότι προαγωγή των Ενδιαφερομένων Μερών ήταν καθόλα νόμιμη, με το εξής σκεπτικό:
Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη σύσταση νόμιμη, υπό την έννοια ότι νόμιμα η Διευθύντρια ανέφερε ότι είχε προσωπική γνώση των υποψήφιων και ότι διαβουλεύτηκε και με τους οικείους προϊσταμένους τους, χωρίς να χρειαζόταν να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες για αυτή τη διαβούλευση.
Κρίθηκε πρωτόδικα ότι η αναφορά της Διευθύντριας σε καθήκοντα που ασκούσαν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη δεν επιχείρησε να τους δώσει πλεονέκτημα το οποίο είναι ασύμβατο με τους διοικητικούς φακέλους ούτε έδρασε μεροληπτικά σε βάρος του μη συστηνόμενου Εφεσείοντα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του Εφεσείοντα πως η ΕΔΥ υπέπεσε σε πλάνη ως προς τα επιπρόσθετα προσόντα του, κρίνοντας ότι αυτά τα προσόντα λήφθηκαν δεόντως υπόψη από την ΕΔΥ και δεν στοιχειοθετούσαν έκδηλη υπεροχή του Εφεσείοντα. Αυτό ίσχυε ακόμα και έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 που δεν κατείχε επιπρόσθετα προσόντα, επειδή ο τελευταίος υπερείχε του Εφεσείοντα κατά τέσσερα περίπου έτη αρχαιότητας στην αμέσως προηγούμενη θέση και στην εξ αυτής απορρέουσα πείρα η οποία προσέθετε (όπως και η υπέρ του σύσταση) στην αξία του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα για ανεπαρκή διοικητική έρευνα από πλευράς Διευθύντριας ή/και ΕΔΥ όπως και για έλλειμμα αιτιολόγησης ως προς την επιλογή των Ενδιαφερομένων Μερών.
Ο Εφεσείων βάλλει κατά της άνωθεν πρωτόδικης κρίσης με τους ακόλουθους λόγους έφεσης:
Δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης:
Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η σύσταση της Διευθύντριας ήταν αναιτιολόγητη και προϊόν παράνομης στάθμισης των κριτηρίων αξιολόγησης, επειδή παραγνώρισε τα πρόσθετα προσόντα και την πείρα του Εφεσείοντα.
Συναφής είναι και ο τέταρτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η πείρα του Εφεσείοντα, από την έκτακτη απασχόλησή του στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν μπορούσε να έχει αποφασιστική σημασία.
Αναφορικά με τα προσόντα:
Κρίνουμε μη πειστική τη θέση του Εφεσείοντα πως η Διευθύντρια παραγνώρισε πρόσθετα προσόντα του τα οποία ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης.
Αυτή η θέση παραμένει γενική και αόριστη, χωρίς το ενώπιον μας περιγράμμα του Εφεσείοντα να διευκρινίζει ποια είναι αυτά τα προσόντα ως παρατίθενται στους διοικητικούς φακέλους ή ως τυγχάνουν αναφοράς στα παραρτήματα της πρωτόδικης ένστασης της Εφεσίβλητης.
Ως εκ τούτου, ο Εφεσείων δεν αποδεικνύει το λόγο έφεσής του ως οφείλει (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 71/2023 ABURI v. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 25.9.2025) ούτε το Διοικητικό Εφετείο έχει υποχρέωση να εξετάσει το ίδιο το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων για να διερευνήσει το βάσιμο του ενώπιόν του λόγου έφεσης (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 80/20 Χατζηχάννα v. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.9.2025).
Εκ του περισσού, παρατηρούμε και τα εξής:
Ενώ η Διευθύντρια ρητά δήλωσε -στο πλαίσιο της σύστασής της- ότι ο Εφεσείων και τα συστηνόμενα Ενδιαφερόμενα Μέρη (πλην του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4) είναι περίπου ισοδύναμα σε προσόντα, ρητά λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη ότι ο Εφεσείων κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στον τομέα της πολιτικής μηχανικής, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε (με αυτή του την κρίση να μην εφεσιβάλλεται συγκεκριμένα) ότι το πτυχίο του Εφεσείοντα στην πολιτική μηχανική δεν συνιστά πρόσθετο προσόν διότι συνυπολογίστηκε για τον διορισμό του στην θέση Εκτελεστικού Μηχανικού και ότι πρόσθετος ήταν μόνο ο δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος του Εφεσείοντα (Μ.Sc. (Engineering)(International Highway Engineering).
Το γεγονός ότι ο Εφεσείων δεν εφεσίβαλε συγκεκριμένα την άνωθεν πρωτόδικη κρίση, η οποία στην ουσία του αφαιρεί τον ένα εκ των δύο μεταπτυχιακών του τίτλων για σκοπούς σύγκρισής του με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, καθιστά κατά τη γνώμη μας αβάσιμο το όποιο παράπονο του Εφεσείοντα το οποίο ερείδεται σε παραγνώριση των προσόντων του, είτε από τη Διευθύντρια είτε από την ΕΔΥ.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ορθό στο ότι μετεκπαίδευση (όπως η παρακολούθηση σεμιναρίων), την οποία επικαλέστηκε ενώπιόν του ο Εφεσείων ως στοιχείο υπεροχής), δεν έχει ουσιαστική σημασία για σκοπούς στάθμισης και αξιολόγησης (Τσουδερός ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (2011) 3 Α.Α.Δ. 189).
Τέλος, τα όποια πρόσθετα προσόντα δεν προσδίδουν αφ’ εαυτών στον υποψήφιο υπεροχή, διαφορετικά θα μετατρέπονταν απαραδέκτως σε πλεονέκτημα, αλλοιώνοντας έτσι το οικείο σχέδιο υπηρεσίας. Ιδίως μάλιστα όταν ο επιλεγείς ανθυποψήφιος υπερείχε σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση η οποία προσθέτει στην αξία του (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 92/2021 Θεοφίλου v. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 9.3.2026· συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 144/21 και 154/21 Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ κ.ά. ν. Κυριάκου, απόφαση Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.6.2026).
Για τους ίδιους λόγους, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται ο τρίτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο διέλαθε του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Διευθύντρια αγνόησε τα πρόσθετα προσόντα του Εφεσείοντα.
Αναφορικά με την πείρα:
Ο Εφεσείων περιορίζει το περί πείρας παράπονό του έναντι μόνο των Ενδιαφερόμενων Μερών 1, 6 και 8 και το βασίζει στην «έκτακτη απασχόληση του στην θέση Εκτελεστικού Μηχανικού που προσαυξάνει την αξία του», ως αναφέρει στο ενώπιόν μας περίγραμμά του, χωρίς όμως να αναφέρει την χρονική περίοδο αυτής της έκτακτης απασχόλησης.
Ανατρέξαμε στον ενώπιόν μας προσωπικό υπηρεσιακό φάκελο του Εφεσείοντα ο οποίος στοιχειοθετεί αυτή την έκτακτη απασχόλησή του, όχι όμως ακριβώς στην έκταση που την προβάλλει ο Εφεσείων. Ενώ, δηλαδή, στην πρωτόδικη αγόρευσή του (σελ. 19) υποστήριξε ότι υπηρετούσε ως Έκτακτος Εκτελεστικός Μηχανικός από τον Ιούλιο του 2005 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007 (δηλαδή, μέχρι τον διορισμό του στη μόνιμη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού), ο προσωπικός του φάκελος εμπεριέχει επιστολή του Τμήματος Δημοσίων Έργων ημερ. 15.7.2005 (Ερυθρό 17) που επιβεβαιώνει την πρόσληψή του για απασχόληση σε έκτακτη βάση για εκτέλεση καθηκόντων Εκτελεστικού Μηχανικού ή/και συναφών καθηκόντων, από 18.7.2005 μέχρι και την 31.12.2006 (ή/και νωρίτερα αν οι υπηρεσιακές ανάγκες διαφοροποιούντο).
Δεδομένου του υπαρκτού της έκτακτης υπηρεσίας του Εφεσείοντα, πρέπει να εξεταστούν οι απαιτήσεις της νομολογίας ως προς την εκ της Διευθύντριας ή/και της ΕΔΥ αξιολόγηση της πείρας η οποία απορρέει από τέτοια υπηρεσία.
Κατά τη νομολογία, κατά την πλήρωση θέσεων προαγωγής όπως οι επίδικες, η πείρα η οποία απορρέει από την αμέσως προηγούμενη (της επίδικης) θέση είναι σχετική (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 109/2009 Θεόδωρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 11.6.2012) ή αποφασιστικής σημασίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 61/2020 Γεωργίου v. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 24.1.2025· συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 98/20 και 111/20 Κοτζιάπασιη κ.ά. ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.7.2025).
Εν προκειμένω, τόσο Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ δήλωσαν ότι μελέτησαν (μεταξύ άλλων) τους προσωπικούς φακέλους των υποψήφιων, όπερ σημαίνει ότι μελέτησαν και τον προσωπικό φάκελο του Εφεσείοντα ο οποίος -ως προαναφέρθηκε- παραθέτει την έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα. Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι η έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσεως, αλλά δεν θεωρήθηκε ότι αυτό το στοιχείο καθιστούσε τον Εφεσειόντα υπέρτερο των Ενδιαφερομένων Μερών 1, 6 και 8.
Αφού η έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα λήφθηκε υπόψη από τη Διευθύντρια και την ΕΔΥ, το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η Διοίκηση στάθμισε αυτό το κριτήριο πεπλανημένα ώστε να χωρεί δικαστική επέμβαση.
Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση είναι αρνητική διότι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είναι νομολογημένο ότι η πείρα, ως παράγοντας που επηρεάζει τις προαγωγές, για να είναι αποφασιστικής σημασίας πρέπει να έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων στην τελευταία θέση που προηγείται της επίδικης. Κατά τα δεδομένα της περίπτωσης, κατά την οποία τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6 και 8 και Εφεσείων είναι ισοδύναμοι σε αξία και προσόντα, με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη να υπερέχουν έναντι του Εφεσείοντα σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, ορθά κρίθηκε πρωτόδικα ότι η πείρα του Εφεσείοντα ορθά δεν ανέτρεπε το ουσιαστικό ισοζύγιο σε σχέση με τα νομολογηθέντα κριτήρια και δεν του προσέδιδε έκδηλη υπεροχή έναντι των Ενδιαφερομένων Μερών.
Συνάγεται ότι δεν αναφύεται πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης που να επιτρέπει την επέμβασή μας προς ανατροπή της (επικυρωτικής για τη νομιμότητα των επίδικων προαγωγών) πρωτόδικης κρίσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι είναι αβάσιμοι και απορρίπτονται καθ’ ολοκληρίαν ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης.
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Εκ προοιμίου, παρατηρούμε ότι ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά τη σύσταση της Διευθύντριας και άρα δεν αφορά το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 που δεν συστήθηκε. Συνεπώς, θα εξεταστεί μόνο σε σχέση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 4, 6 και 7.
Ο πρώτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο παράνομα η Διευθύντρια επικαλέστηκε την προσωπική της γνώση και τις διαβουλεύσεις της με τους άμεσα προϊστάμενους των υποψήφιων, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Κατά τη νομολογία, ο υποβάλλων σύσταση προϊστάμενος δικαιούται να επικαλεστεί την προσωπική γνώση των υποψήφιων την οποία έχει ή τη διαβούλευσή του με τους οικείους προϊστάμενους, αρκεί αυτή να μην αποκλίνει από την υπηρεσιακή εικόνα των υποψήφιων ως αυτή αναδύεται από τους διοικητικούς φακέλους (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 695· Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 41/2008 Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Μακρίδου (2011) 3 Α.Α.Δ. 51). Όσον αφορά τις διαβουλεύσεις του προβαίνοντος σε σύσταση προϊστάμενου με τους άμεσα προϊστάμενους των υποψήφιων, δεν είναι υποχρεωτικό να καταγράφονται οι απόψεις των τελευταίων, διότι υπό δικαστικό έλεγχο δεν τελούν οι τελευταίες αλλά η ίδια η σύσταση (Γεωργιάδου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (1990) 3 Α.Α.Δ. 5480).
Στην ενώπιόν μας υπόθεση, η Διευθύντρια επικαλέστηκε μεν εισαγωγικά την προσωπική της γνώση και τη διαβούλευσή της με τους οικείους προϊστάμενους των υποψήφιων, αλλά εν συνεχεία η σύστασή της ερείδεται στα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, οπότε είναι νόμιμη.
Σφάλλει ο Εφεσείων με το να διατείνεται ότι η Διευθύντρια (επικαλούμενη την προσωπική της γνώση και τη διαβούλευσή της με τους οικείους προϊστάμενους των υποψήφιων) αφαίρεσε από την αξία του ως αυτή απορρέει από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, διότι η Διευθύντρια δήλωσε ότι τα Ενδιαφερόμενα Μέρη είναι ίσα ως προς αυτή την αξία εν συγκρίσει (μεταξύ άλλων) με τον Εφεσείοντα.
Σφάλλει επίσης ο Εφεσείων όταν διατείνεται ότι η Διευθύντρια αλλοίωσε την -εκ των διοικητικών φακέλων- υπηρεσιακή εικόνα του εν συγκρίσει με αυτήν των συστηνόμενων Ενδιαφερομένων Μερών, επειδή η Διευθύντρια αναφέρθηκε στα καθήκοντα τα οποία τα Ενδιαφερόμενα Μέρη εκτελούσαν κατά τον χρόνο της σύστασης. Η Διευθύντρια -αναφερόμενη σε αυτά τα καθήκοντα- το έπραξε πληροφοριακά, χωρίς να βασίσει τη σύστασή της σε αυτά τα εκτελούμενα καθήκοντα, ώστε να θεωρηθεί ότι εμφιλοχώρησε απόκλιση από την υπηρεσιακή εικόνα η οποία αναδύεται από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις.
Σημειώνεται ότι η Διευθύντρια έκρινε πως τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6 και 7 ισοζυγούσαν με τον Εφεσείοντα σε αξία (ως απορρέει από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις) και είχαν όλοι περίπου ισοδύναμα προσόντα, εντούτοις τα εν λόγω Ενδιαφερόμενα Μέρη υπερείχαν του Εφεσείοντα σε αρχαιότητα.
Κρίνουμε ότι η Διευθύντρια απέδωσε κατά τρόπο συμβατό με τους διοικητικούς φακέλους την υπηρεσιακή εικόνα των συστηθέντων Ενδιαφερόμενων Μερών 1, 6 και 7 και του μη συστηθέντος Εφεσείοντα και δη ως προς το που ισοζυγούσαν ή που υπερείχε ο ένας έναντι του άλλου. Περαιτέρω, η κρίση της Διευθύντριας ως προς το ότι τα συστηθέντα Ενδιαφερόμενα Μέρη υπερείχαν του Εφεσείοντα (εξ ου και τα σύστησε) κινήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων τα οποία θέτει η νομολογία.
Βάσει της νομολογίας κατά την οποία η αρχαιότητα αποκτά αποφασιστική σημασία όταν οι συγκρινόμενοι υποψήφιοι είναι ίσοι στο κριτήριο της αξίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 179/19 Κυριάκου ν. Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 4.11.2024), η Διευθύντρια νομιμοποιείτο να συστήσει τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6 και 7 έναντι του Εφεσείοντα ως έχοντα υπεροχή σε αρχαιότητα.
Η Διευθύντρια νομιμοποιείτο να συστήσει και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 έναντι του Εφεσείοντα, προκρίνοντας την υπεροχή του πρώτου έναντι του δεύτερου σε αρχαιότητα τριών ετών και δέκα μηνών στην αμέσως προηγούμενη θέση, έναντι της υπεροχής του Εφεσείοντα στο κριτήριο των προσόντων, με δεδομένη την ισοζυγία τους σε αξία (Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (2004) 3 Α.Α.Δ. 613).
Πέμπτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον πέμπτο λόγο έφεσης, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέγνωσε παρανομία στην εκ της ΕΔΥ επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 έναντι του Εφεσείοντα. Κατά τον Εφεσείοντα, η παρανομία έγκειται στο γεγονός ότι η αρχαιότητα του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 έναντι του Εφεσείοντα δεν ήταν δυνατό να υποσκελίσει νόμιμα την υπεροχή του Εφεσείοντα σε προσόντα έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4.
Η ΕΔΥ τοποθετήθηκε συναφώς ως εξής:`
«Περαιτέρω, σ’ ό,τι αφορά τον επιλεγέντα Κουνιαΐδη Χρίστο, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός, συγκρινόμενος με τους μη επιλεγέντες υποψηφίους που διαθέτουν προσόντα, τα οποία, παρόλου που δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, είναι σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης, υπερέχει σημαντικά σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση, η οποία κυμαίνεται από περίπου τέσσερα μέχρι έξι χρόνια, δεν υστερεί σε αξία και επιπλέον διαθέτει υπέρ του τη σύσταση της Διευθύντριας.».
Καταρχάς, η υπεροχή του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 σε αρχαιότητα έναντι του Εφεσείοντα στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού ανάγεται σε διαφορά τριών ετών και δέκα μηνών, δεδομένου ότι ο Εφεσείων διορίστηκε στην άνωθεν θέση σε μόνιμη βάση την 1.3.2007 ενώ το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 την 1.5.2003.
Αυτή η διαφορά σε αρχαιότητα εμπίπτει στην αναφορά της ΕΔΥ για διαφορά μεταξύ περίπου τεσσάρων μέχρι έξι ετών, οπότε η ΕΔΥ περιέγραψε ορθά τη διαφορά σε αρχαιότητα μεταξύ Εφεσείοντα και Ενδιαφερόμενου Μέρους 4.
Η ΕΔΥ χειρίστηκε ορθά τα προσόντα των μη επιλεγέντων υποψήφιων (περιλαμβανομένου του Εφεσείοντα) τα οποία ήταν μη απαιτούμενα εκ του οικείου σχεδίου υπηρεσίας και άρα επιπρόσθετα, κινούμενη εντός των ακραίων ορίων τα οποία θέτει η νομολογία: αφενός, δεν τα αγνόησε ως να ήταν μη σχετικά και, αφετέρου, δεν τους έδωσε υπέρτερη βαρύτητα αναγάγοντάς τα σε πλεονέκτημα, διότι έτσι θα παραχάρασσε το σχέδιο υπηρεσίας (Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ανωτέρω).
Είναι νομολογημένο ότι ο προσφεύγων έχει υποχρέωση να αποδείξει πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης ή έκδηλη υπεροχή (βλ. Χωρατάς ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ ανωτέρω· Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω· Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ ν. Κυριάκου κ.ά.), οπότε το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει όταν η ΕΔΥ σταθμίζει τα προσόντα εντός των δύο προμνημονευθέντων ορίων.
Ο Εφεσείων παραπονείται ότι -στο πλαίσιο της σύγκρισης της αρχαιότητας του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 με τα δικά του προσόντα- δεν σταθμίστηκε δεόντως η πείρα του η οποία απορρέει από την υπηρεσία επί έκτακτης βάσης στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού.
Κρίνουμε ότι το άνωθεν παράπονο του Εφεσείοντα δεν οδηγεί σε ακύρωση της προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 διότι παρατίθεται στην αιτιολογία του πέμπτου λόγου έφεσης κατά τρόπο που επιχειρεί -κατά δικονομικά απαράδεκτο τρόπο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 135/21, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΛΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΛΤΔ ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 6.4.2026)- να διευρύνει τον πέμπτο λόγο έφεσης.
Αυτό, διότι ο πέμπτος λόγος έφεσης αφορά τη σύγκριση της αρχαιότητας του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 με τα προσόντα του Εφεσείοντα και όχι τη σύγκριση της πείρας του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4, η οποία απορρέει από αυτήν την αρχαιότητα στη μόνιμη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, με την πείρα του Εφεσείοντα η οποία απορρέει από την επί έκτακτης βάσης υπηρεσία του στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού.
Έκτος και Έβδομος Λόγος Έφεσης:
Με τον έκτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο διότι δεν διέγνωσε πως η ΕΔΥ υιοθέτησε την πάσχουσα σύσταση της Διευθύντριας ως είχε και χωρίς να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας. Και, με τον έβδομο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων αιτιάται την ΕΔΥ διότι απέτυχε να επιλέξει τον ίδιο ως τον υπερέχοντα, σε αντίθεση με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, αφού υιοθέτησε τη σύσταση της Διευθύντριας η οποία τους ανέπλασε ανεπίτρεπτα.
Υπομνύουμε ότι η Διευθύντρια δεν σύστησε το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8, οπότε οι άνωθεν δύο λόγοι έφεσης θα εξεταστούν μόνο σε σχέση με τα συστηθέντα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 4, 6 και 7.
Ο έκτος και έβδομος λόγος έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται, για τους εξής λόγους:
Κατά πρώτον, εννοείται ότι η ΕΔΥ δεν δικαιούται να υιοθετήσει παράνομη σύσταση (οπότε όντως ελέγχει τη νομιμότητα της σύστασης) αλλά δεν μπορούμε να ομιλούμε για ιεραρχικό έλεγχο νομιμότητας (στον οποίο αναφέρεται η αιτιολογία του έβδομου λόγου έφεσης), καθότι η ΕΔΥ δεν τελεί σε ιεραρχική σχέση με τον προβαίνων σε σύσταση προϊστάμενο (Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ ανωτέρω).
Κατά δεύτερον, ορθά η ΕΔΥ υιοθέτησε τη σύσταση της Διευθύντριας καθότι -ως προαναφέρθηκε- ήταν νόμιμη σε σχέση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη και ορθά η ΕΔΥ προέβηκε και σε δική της κρίση, ως καταδεικνύει το σχετικό πρακτικό ημερ. 6.12.2017, επιλέγοντας τα Ενδιαφερόμενα Μέρη μετά από δική της διενέργεια σύγκρισης.
Για όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6 και 7, η ΕΔΥ νομιμοποιείτο να τα προαγάγει προκρίνοντας την υπεροχή τους σε αρχαιότητα έναντι του Εφεσείοντα, δεδομένης της ισοβαθμίας τους σε αξία και προσόντα. Ως προαναφέρθηκε, το ίδιο ισχύει και για το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4, παρά την υπεροχή του Εφεσείοντα σε προσόντα έναντι του εν λόγω Ενδιαφερόμενου Μέρους.
Καταληκτικά, ο Εφεσείων απέτυχε να αποδείξει, ως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκδηλη υπεροχή οπότε και δεν ήταν επιτρεπτή η δικαστική επέμβαση (Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ ανωτέρω).
Υπό το φως των ανωτέρω, η Έφεση Αρ. 100/2022 αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Επιδικάζονται, ως κατ’ έφεση έξοδα, 3000 ευρώ κατά του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης. Επικυρώνεται η ορθότητα της εφεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την Προσφυγή Αρ. 417/2018.
Έφεση Αρ. 102/2022:
Η Προσφυγή Αρ. 473/2018 της Κολοκασίδου-Κουάλη (εφεξής «η Εφεσείουσα») προσέβαλε τη νομιμότητα της προαγωγής και των οκτώ Ενδιαφερομένων Μερών.
Κατά την κρίση τόσο της Διευθύντριας (σε σύγκριση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1-7 τα οποία σύστησε) όσο και της ΕΔΥ (σε σύγκριση και με τα οκτώ Ενδιαφερόμενα Μέρη τα οποία προήγαγε) η Εφεσείουσα[3] ήταν ισόβαθμη με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη ως προς την αξία, ως αυτή απέρρεε από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, με έμφαση αυτές των τελευταίων ετών.
Όσον αφορά το κριτήριο των προσόντων, τόσο τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8 όσο και η Εφεσείουσα κατείχαν μεταπτυχιακό δίπλωμα ή ισοδύναμο τίτλο[4]. Αντιθέτως, το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 δεν κατείχε μεταπτυχιακό τίτλο ως ρητά σημείωσε η Διευθύντρια και η ΕΔΥ.
Ως προαναφέρθηκε, η ΕΔΥ δήλωσε ρητά ότι επέλεξε το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 λόγω της σημαντικής υπεροχής του σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση έναντι μη επιλεγέντων (περιλαμβανομένης της Εφεσείουσας, εννοείται) οι οποίοι διέθεταν επιπρόσθετα προσόντα τα οποία -παρόλο που δεν απαιτούντο από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας- ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης.
Σε σχέση με το κριτήριο της αρχαιότητας, ως ρυθμίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 49 του Νόμου 1 του 1990, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1-7 υπερείχαν της Εφεσείουσας, ως σημείωσε και η ΕΔΥ, ως εξής:
Στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, η Εφεσείουσα διορίστηκε την 15.2.2007, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 2, 3, 5 και 7 την 2.4.2003 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 την 1.5.2003, με αποτέλεσμα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, 2,3,4, 5 και 7 να υπερέχουν σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση.
Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 και 6 διορίστηκαν στη αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού επίσης την 15.2.2007, όπως και η Εφεσείουσα, όμως υπερείχαν σε αρχαιότητα έναντί της λόγω της υπηρεσίας τους σε προηγούμενες μόνιμες θέσεις (το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1 από την 15.7.1992 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 6 από την 15.10.1999).
Το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 διορίστηκε στην αμέσως προηγούμενη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού επίσης την 15.2.2007, όπως και η Εφεσείουσα.
Ο διοικητικός φάκελος δεικνύει ότι η Εφεσείουσα υπερέχει του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 σε ηλικιακή αρχαιότητα, ως δήλωσε ρητά και η ΕΔΥ.
Ως προαναφέρθηκε, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1-7 είχαν υπέρ τους και τη σύσταση της Διευθύντριας ως η ΕΔΥ ρητά σημείωσε. Τουναντίον, η Εφεσείουσα και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 ισοζυγούσαν όχι μόνο στην -εκ των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων- αξία αλλά και στο ότι ουδείς εξ αυτών συστήθηκε από τη Διευθύντρια.
Δεδομένου αυτού του ισοζυγίου, η ΕΔΥ έκρινε ότι η ηλικιακή αρχαιότητα της Εφεσείουσας έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 είχε περιθωριακή σημασία και σημείωσε την κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος στον τομέα της Πολιτικής Μηχανικής από πλευράς της Εφεσείουσας, ενώ προηγουμένως σημείωσε -κατά τη σύγκριση του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 με άλλη (μη επιλεγείσα) υποψήφια- ότι ο τελευταίος κατείχε Msc & Diploma in Earthquake Engineering & Structural Dynamics όπως και Master in Business Administration.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την προαγωγή και των οκτώ Ενδιαφερομένων Μερών έναντι της Εφεσείουσας, με το εξής σκεπτικό:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε πως η Εφεσείουσα προώθησε ενώπιόν του τη θέση πως η υπηρεσία της στο Δημόσιο -υπό το καθεστώς της εργοδοτούμενης ως έκτακτης από το 1999- αγνοήθηκε από την ΕΔΥ η οποία έπρεπε να την λάβει υπόψη τόσο ως αρχαιότητα όσο και ως πείρα (με βάση την Οδηγία 1999/70/ΕΚ[5] η οποία ενσωματώθηκε στους περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμους (εφεξής «Νόμος 98(Ι) του 2003»).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την άνωθεν θέση με το σκεπτικό ότι η αρχαιότητα, μεταξύ της Εφεσείουσας και των Ενδιαφερομένων Μερών 1-7, ρυθμίζεται από το Άρθρο 49 του Νόμου 1 του 1990 με βάση το οποίο Άρθρο τα εν λόγω Ενδιαφερόμενα Μέρη υπερείχαν σε αρχαιότητα και στην εξ αυτής απορρέουσα πείρα.
Η Εφεσείουσα υπερείχε μόνο έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 και αυτό λόγω ηλικιακής αρχαιότητας, η οποία όμως ήταν συμβολική.
Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εκ της έκτακτης υπηρεσίας της πείρα στο Δημόσιο δεν κατεδείκνυε υπεροχή της Εφεσείουσας έναντι των Ενδιαφερομένων Μερών 1-7 (δεδομένου ότι η πείρα είναι αποφασιστικής σημασίας όταν κτάται στην αμέσως προηγούμενη θέση), αντιθέτως εκείνα υπερείχαν αυτής σε αρχαιότητα και στην εξ αυτής απορρέουσα πείρα.
Η δε εκ της Εφεσείουσας επικαλούμενη Οδηγία 1999/70/ΕΚ δεν ήταν -κατά την πρωτόδικη κρίση- εφαρμοστέα εν προκειμένω, διότι εφαρμόζεται σε περιπτώσεις σύγκρισης μεταξύ έκτακτου και μόνιμου υπαλλήλου για σκοπούς διορισμού σε θέση στη δημόσια υπηρεσία και όχι σε περιπτώσεις σύγκρισης μεταξύ μόνιμων υπαλλήλων για σκοπούς προαγωγής όπως η επίδικη περίπτωση.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέγνωσε παρανομία της ΕΔΥ ως προς την από πλευράς της συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων της Εφεσείουσας με αυτών των Ενδιαφερομένων Μερών.
Νόμιμη κρίθηκε πρωτόδικα και η εκ της ΕΔΥ επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4 για προαγωγή αντί της Εφεσείουσας, καθότι θεωρήθηκε εύλογο να προκριθεί η υπεροχή του εν λόγω Ενδιαφερόμενου Μέρους σε αρχαιότητα (και σε εξ αυτής απορρέουσα πείρα η οποία προσέθετε στην αξία του) όπως και στην υπέρ του σύσταση (η οποία επίσης προσέθετε στην αξία του) έναντι της υπεροχής της Εφεσείουσας σε προσόντα.
Η απορριπτική της Προσφυγής Αρ. 473/2018 κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου εφεσιβάλλεται από την Εφεσείουσα με τους ακόλουθους λόγους έφεσης.
Εισαγωγικά, η μελέτη του προσωπικού φακέλου της Εφεσείουσας δεικνύει ότι, πριν από τον διορισμό της -από 15.2.2007- στη μόνιμη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, η Εφεσείουσα απασχολήθηκε επί έκτακτης βάσης στο Δημόσιο ως Πολιτικός Μηχανικός 27.9.1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2000 και από 1.9.2000 μέχρι 4.7.2006 (βεβαίωση ημερ. 4.7.2006 του Διεθνούς Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως)[6].
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Η Εφεσείουσα αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο διότι απέτυχε να αντιληφθεί ότι η ΕΔΥ όφειλε -σε συμμόρφωση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ (και ιδίως τη Ρήτρα 4 αυτής) όπως και με τον Νόμο 98(Ι) του 2003 ο οποίος την ενσωμάτωσε- να λάβει υπόψη την εκ του 1999 υπηρεσία της ως αρχαιότητα και πείρα.
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Εφεσείουσας πως η υπηρεσία της σε έκτακτη θέση από το 1999 έπρεπε να προσμετρηθεί ως αρχαιότητα κατ’ επίκληση της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του εναρμονιστικού αυτής Νόμου 98(Ι) του 2003, κρίνοντας ότι η αρχαιότητα μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων (όπως ήταν η Εφεσείουσα και τα οκτώ Ενδιαφερόμενα Μέρη κατά τον ουσιώδη χρόνο) ρυθμιζόταν από το Άρθρο 49 του Νόμου 1 του 1990 κατά τρόπο που προσέδιδε αρχαιότητα στα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1-7 έναντι της Εφεσείουσας και όχι το αντίθετο.
Η Εφεσείουσα δεν δύναται να βάλλει κατά της άνωθεν πρωτόδικης κρίσης διότι η πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης της Εφεσείουσας, ακόμα και ως τροποποιήθηκε με την άδεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να περιλάβει νέο νομικό σημείο 27, δεν θέτει θέμα συμβατότητας του Άρθρου 49 του Νόμου 1 του 1990 με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, πόσω μάλλον με τον αυστηρό δικονομικό τρόπο που απαιτείται (δηλαδή με την ρητή δήλωση ότι το Άρθρο 49 συγκεκριμένα είναι ασύμβατο με συγκεκριμένη διάταξη της Οδηγίας: Πολιτική Έφεση Αρ. 429/11 Πιπονίδη ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A444· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/2020 HANCER ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.4.2025).
Εν προκειμένω, το προστεθέν -στην πρωτόδικη Αίτηση Ακύρωσης- νομικό σημείο 27 διατείνεται την ασυμβατότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (και όχι του Νόμου 1 του 1990 και δη του Άρθρου 49 αυτού) γενικά με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και τον εναρμονιστικό αυτής Νόμο 98(Ι) του 2003 χωρίς καν να γίνεται μνεία στις συναφείς τους διατάξεις. Ακόμα και στο ενώπιόν μας περίγραμμα ελλείπει η απαιτούμενη ακρίβεια, αφού τυγχάνει επίκλησης η ρήτρα 4 της Οδηγίας (κατ’ ακρίβειαν πρόκειται για τη ρήτρα 4 του Παραρτήματος της Οδηγίας) και το «αντίστοιχο» Άρθρο 4 του Νόμου 98(Ι) του 2003 χωρίς όμως να υπάρχει αντιστοιχία της ρήτρας 4 της Οδηγίας με το Άρθρο 4 του Νόμου 98(Ι) του 2003 (διαπιστώνουμε ότι μερική τουλάχιστον αντιστοιχία με την άνωθεν ρήτρα 4 συναντάται στο Άρθρο 5 του Νόμου 98(Ι) του 2003).
Υπό το φως των ανωτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε το θέμα της αρχαιότητας στη βάση του Άρθρου 49 του Νόμου 1 του 1990, αφού δεν ήταν ενώπιόν του επίδικο θέμα η ασυμβατότητα του εν λόγω Άρθρου με συγκεκριμένη διάταξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ή/και του εναρμονιστικού με αυτήν Νόμου 98(Ι) του 2003.
Ως προς τη θέση της Εφεσείουσας ότι η εκ της έκτακτης υπηρεσίας απορρέουσα πείρα της αγνοήθηκε από την ΕΔΥ, θα επαναλάβουμε συνοπτικά τα ήδη κριθέντα στο πλαίσιο της προηγηθείσας Έφεσης Αρ. 100/2022: Η πείρα της Εφεσείουσας ήταν ενώπιον της ΕΔΥ και τεκμαίρεται ότι την έλαβε υπόψη. Αυτή η πείρα δεν της προσδίδει έκδηλη υπεροχή ώστε να δικαιολογείται δικαστική επέμβαση.
Εν προκειμένω, η ΕΔΥ νόμιμα επέλεξε τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 έως 7 (έναντι της Εφεσείουσας) λόγω της υπεροχής τους σε αρχαιότητα η οποία εξυπακούει και την αποφασιστικής σημασία πείρα.
Δεύτερος Λόγος Έφεσης:
Κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε, διότι δεν έπρεπε να κρίνει ως ανεπίτρεπτη προσαγωγή μαρτυρίας τα μη περιλαμβανόμενα στους διοικητικούς φακέλους διάφορα έγγραφα (αφορώντα την έκτακτη απασχόληση της Εφεσείουσας), τα οποία αυτή επισύναψε στην πρωτόδικη αγόρευσή της.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε δικονομικά απαράδεκτη την εκ της Εφεσείουσας επισύναψη, στην πρωτόδικη αγόρευσή της, διαφόρων εγγράφων, στον βαθμό που δεν περιλαμβάνονταν στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους.
Η επισύναψη εγγράφων στην αγόρευση επιχειρώντας να πείσει το εκδικάζον Δικαστήριο να τα λάβει υπόψη, είναι δικονομικά απαράδεκτη καθότι η αγόρευση δεν συνιστά επιτρεπτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 94/2022 Ν.Κ. SHACOLAS HOLDINGS LTD ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 30.1.2026). Αυτό που επιτρέπει η νομολογία είναι η επισύναψη στην αγόρευση εγγράφων που είναι ήδη στον διοικητικό φάκελο ή έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα (συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/19, 108/19 και 112/19 Δημητρίου κ.ά. ν. Λεωνίδου κ.ά., απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 23.10.2024) πλην όμως ουδεμία προσπάθεια έγινε από την Εφεσείουσα -ως όφειλε- να διευκρινίσει ενώπιόν μας κατά πόσο τα συνημμένα στην πρωτόδικη αγόρευσή της έγγραφα προέρχονταν από διοικητικό φάκελο (και ποιον) και σε ποιο ακριβώς Ερυθρό ή Κυανούν, ώστε να μας πείσει για το βάσιμο του λόγου έφεσής της.
Τρίτος Λόγος Έφεσης:
Κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε διότι δεν έπρεπε να θεωρήσει ότι η Εφεσείουσα αμφισβήτησε την ορθότητα ή πληρότητα του τρόπου με τον οποίο ο Νόμος 98(Ι) του 2003 ενσωματώνει την Οδηγία 1999/70/ΕΚ.
Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Οδηγία 1999/70/ΕΚ ενσωματώθηκε στον Νόμο 98(Ι) του 2003 χωρίς η ορθότητα/πληρότητα της εναρμόνισης να αμφισβητείται από την Εφεσείουσα κρίνουμε ότι συνιστά εν παρόδω σχόλιο (obiter dictum) το οποίο είναι δικονομικά απαράδεκτο να εφεσιβάλλεται (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 162/21 Χριστοδούλου ν. Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 4.3.2026).
Τέταρτος Λόγος Έφεσης:
Κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε, διότι δεν έπρεπε να θεωρήσει ότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής για σκοπούς σύγκρισης μεταξύ μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων για σκοπούς προαγωγής ούτε ότι η Προσφυγή αφορά τους όρους υπηρεσίας των έκτακτων συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα και ότι οι προκύπτουσες διαφορές εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αλυσιτελής για τους ίδιους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος έφεσης. Συγκεκριμένα, για να ληφθεί υπόψη η έκτακτη υπηρεσία της Εφεσείουσας στο Δημόσιο ως αρχαιότητα, θα έπρεπε να θέσει στο πλαίσιο της Προσφυγής με δικονομικά παραδεκτό τρόπο (και δεν το έπραξε) την ασυμβατότητα του Άρθρου 49 του Νόμου 1 του 1990 (το οποίο Άρθρο ρυθμίζει την αρχαιότητα μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων) με την υπερισχύουσα Οδηγία 1999/70/ΕΚ ή/και τον Νόμο 98(Ι) του 2003 που την ενσωματώνει.
Και, ως προς το κατά πόσο έκτακτη η υπηρεσία (και η εξ’ αυτής απορρέουσα πείρα) λήφθηκε υπόψη από την ΕΔΥ, ως έχει ήδη προαναφερθεί, αυτό τεκμαίρεται ότι έχει γίνει στην περίπτωση της Εφεσείουσας (υπό το πρίσμα του τεκμηρίου νομιμότητας και κανονικότητας), στην έκταση που ο προσωπικός της φάκελος στοιχειοθετούσε αυτή την έκτακτη υπηρεσία.
Πέμπτος Λόγος Έφεσης:
Η Εφεσείουσα αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο, διότι έπρεπε να διαγνώσει το αναιτιολόγητο, την ανεπαρκή έρευνα και την πλάνη που διέπουν την κρίση της ΕΔΥ ως προς την επιλογή των Ενδιαφερομένων Μερών, αφού τόσο η Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ παραγνώρισαν την αξία, προσόντα, πείρα και αρχαιότητα της Εφεσείουσας.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, ουδέν μεμπτόν διαπιστώνουμε ως προς τα προσόντα της Εφεσείουσας, τα οποία λήφθηκαν δεόντως υπόψη από τη Διευθύντρια και την ΕΔΥ.
Τα προσόντα, ως προαναφέρθηκε, δεν καταδεικνύουν αφ΄εαυτών έκδηλη υπεροχή, πόσω μάλλον που η Εφεσείουσα ισοζυγούσε σε αυτό το κριτήριο με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, πλην του Ενδιαφερόμενου Μέρους 4.
Ακόμα όμως και η υπεροχή της Εφεσείουσας έναντι του Ενδιαφερομένου Μέρους 4 σε προσόντα δεν καθιστούσε άνευ ετέρου παράνομη την επιλογή του έναντί της, λόγω της υπεροχής του σε αρχαιότητα (Χωρατάς ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ ανωτέρω· Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ ανωτέρω· Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ ν. Κυριάκου κ.ά. ανωτέρω).
Όσον αφορά την αξία, ως απορρέει από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, η Εφεσείουσα δεν υπερείχε των Ενδιαφερομένων Μερών ως έκρινε τόσο η Διευθύντρια (στο πλαίσιο της σύστασης των Ενδιαφερομένων Μερών 1-7) όσο και η ΕΔΥ (κατά την επιλογή και των οκτώ Ενδιαφερομένων Μερών).
Αναφορικά με την πείρα εκ της έκτακτης υπηρεσίας της Εφεσείουσας, αυτή τεκμαίρεται ότι λήφθηκε υπόψη, πλην όμως δεν στοιχειοθετεί έκδηλη υπεροχή της Εφεσείουσας.
Επιπρόσθετα, τα πλείστα Ενδιαφερόμενα Μέρη είχαν πολυετή υπηρεσία στο Δημόσιο από την οποία επίσης απέρρεε μη αποφασιστικής σημασία πείρα, σε κάποιες δε των περιπτώσεων αυτή η υπηρεσία των Ενδιαφερομένων Μερών ήταν και χρονικά μεγαλύτερη από αυτήν της Εφεσείουσας (υπομνύεται ότι, σύμφωνα με τον προσωπικό της φάκελο, αυτή της η υπηρεσία στοιχειοθετείται από 27.9.1999 μέχρι 4.7.2006, με κάποιο χρονικό διάλειμμα).
Συγκεκριμένα, ο συγκρητικός κατάλογος των υποψηφίων, ο οποίος εκπονήθηκε προς ευκολία της ΕΔΥ, δεικνύει ότι τα εξής Ενδιαφερόμενα Μέρη διορίστηκαν σε μόνιμη θέση Τεχνικού: το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1 από 15.7.1992, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 2, 3, 4 και 5 από 1.1.1997 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 6 από 15.10.1999.
Συνάγεται ότι η Εφεσείουσα προβάλλει αλυσιτελώς την (προ της αμέσως προηγούμενης θέσης) πείρα της έναντι των Ενδιαφερομένων Μερών 1, 2, 3, 4 και 5.
Αναφορικά, με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 και 6 ιδιαιτέρως, τα οποία διορίστηκαν ταυτόχρονα με την Εφεσείουσα (ήτοι, κατά την 15.2.2007) στην αμέσως προηγούμενη (της επίδικης) μόνιμη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, τόσο η Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ προσμέτρησαν την προϋπηρεσία τους στη θέση μόνιμου Τεχνικού ως υπεροχή τους σε αρχαιότητα έναντι της Εφεσείουσας, προφανώς στη βάση του Άρθρου 49 του Νόμου 1 του 1990 και ιδίως του τρόπου με τον οποίο προτάσσει την «προηγούμενη αρχαιότητα» στο εδάφιο (3) αυτού, ορίζοντάς την στο εδάφιο (7) αυτού.
Η Εφεσείουσα επιχειρεί να σπείρει αμφιβολία για το νόμιμο αυτής της προσέγγισης, προβάλλοντας ότι είναι άσχετη με την επίδικη θέση η υπηρεσία των Ενδιαφερομένων Μερών στη μόνιμη θέση Τεχνικού. Κρίνουμε ότι η θέση της Εφεσείουσας είναι μη πειστική διότι συνιστά απλό ισχυρισμό άνευ αποδεικτικής αξίας, η οποία δεν αναιρεί το τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας.
Εν κατακλείδι, παρατηρούμε τα εξής:
Με δεδομένο ότι -ως προαναφέρθηκε- η Εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει παρανομία ως προς την προσμέτρηση της έκτακτης υπηρεσίας της και της εξ αυτής απορρέουσας πείρας από τη Διευθύντρια και την ΕΔΥ, η εξέταση του πρακτικού ημερ. 6.12.2017 ουδέν μεμπτόν καταδεικνύει ως προς την επιλογή των Ενδιαφερομένων Μερών έναντι της Εφεσείουσας και την αιτιολόγηση αυτής της επιλογής, τόσο από τη Διευθύντρια στο πλαίσιο της σύστασής της όσο και από την ΕΔΥ κατά την επιλογή των προαχθέντων.
Τόσο η Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ νόμιμα προέκριναν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 2, 3, 5, 6 και 7 έναντι της Εφεσείουσας λόγω της υπεροχής τους σε αρχαιότητα το δε ίδιο ισχύει και για το Ενδιαφερόμενο Μέρος 4 παρότι η Εφεσείουσα υπερείχε τούτου σε προσόντα.
Τόσο η Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ παρέθεσαν με ευκρίνεια την άνωθεν κρίση τους, ώστε να μην τίθεται βάσιμα ζήτημα παρανομίας ένεκα αναιτιολόγητου. Συγκεκριμένα, η σύσταση της Διευθύντριας ήταν όντως αιτιολογημένη ως απαιτεί το Άρθρο 35(4) του Νόμου 1 του 1990 (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 148/2020 Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ ν. Κέκκου κ.ά., απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2021), αφού για έκαστο εκ των συστηνόμενων Ενδιαφερομένων Μερών η Διευθύντρια παρέθεσε συγκριτική ανάλυση -στη βάση των κριτηρίων της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας- της εικόνας του έναντι της εικόνας των μη συστηθέντων, με αποτέλεσμα να είναι ευκρινής ο λόγος για τους οποίους τους σύστησε έναντι των άλλων υποψήφιων (περιλαμβανομένης της Εφεσείουσας), καθιστώντας έτσι ευχερή τον δικαστικό έλεγχο.
Με την ίδια ευκρίνεια, η οποία τηρεί τις περί αιτιολόγησης απαιτήσεις του διοικητικού δικαίου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/21 Δημοκρατία ν. Λάμπου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 16.3.2026), αιτιολόγησε η ΕΔΥ την από πλευράς της επιλογή των Ενδιαφερομένων Μερών 1-7 έναντι της Εφεσείουσας.
Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και, συνεπώς, δεν ανατρέπει τη διοικητική κρίση η οποία κείται εντός ευλόγων ορίων, ακόμα και αν το Δικαστήριο θα επέλεγε άλλον υποψήφιο συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 39/2022 και 42/2022 Κουπεπίδου κ.ά. ν. Τσαγγαρίδου, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 19.3.2026).
Τα ουσιώδη κριτήρια δεν προκαθορίζονται ως προς τη βαρύτητά τους ούτε κατά τον δικαστικό έλεγχο υπολογίζονται με μηχανιστικό τρόπο από τον οποίο ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας (Κουπεπίδου κ.ά. ν. Τσαγγαρίδου, ανωτέρω).
Έκτος Λόγος Έφεσης:
Κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε, διότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ηλικιακή αρχαιότητα της Εφεσείουσας ήταν μόνο συμβολική.
Ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
O έκτος λόγος έφεσης λογικά θα έπρεπε να αφορά τη σύγκριση της Εφεσείουσας με το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8, καθότι είναι μόνο έναντί του που η Εφεσείουσα υπερείχε σε αρχαιότητα λόγω προγενέστερης ημερομηνίας γέννησης. Ουδόλως ευσταθεί η θέση της Εφεσείουσας πως υπερέχει όλων των Ενδιαφερομένων Μερών σε ηλικιακή αρχαιότητα. Με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η Εφεσείουσα είναι όντως μεγαλύτερη ηλικιακά, πλην όμως -κατά την ιεράρχιση της αρχαιότητας την οποία διενεργεί το Άρθρο 49 του Νόμου 1 του 1990- η αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη της υπό πλήρωσης θέσης έχει προβάδισμα έναντι της ηλικιακής αρχαιότητας.
Συγκεκριμένα, το εδάφιο (1) του άνωθεν Άρθρου 49 θέτει τον κανόνα του προσδιορισμού της αρχαιότητας σε συγκεκριμένη θέση με γνώμονα την ημερομηνία κατάληψης της θέσης από έκαστο συγκρινόμενο δημόσιο υπάλληλο.
Είναι μόνο σε περίπτωση ταυτόχρονης κατάληψης (που δεν είναι η περίπτωση της Εφεσείουσας εν συγκρίσει με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 2, 3, 4, 5, και 7) της θέσης που προσμετράται -κατ΄επιταγήν του εδαφίου (2) του Άρθρου 49- η «προηγούμενη αρχαιότητα» η οποία ορίζεται στο εδάφιο (7) του ίδιου Άρθρου κατά τρόπο που να περιλαμβάνει -ως έσχατο κριτήριο- των ηλικία των συγκρινόμενων υπαλλήλων.
Όσον αφορά τη σύγκριση της Εφεσείουσας με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 και 6, με δεδομένο ότι κατέλαβαν όλοι ταυτόχρονα την θέση Εκτελεστικού Μηχανικού που αμέσως προηγείται της επίδικης, είναι και πάλι ο άνωθεν ορισμός της «προηγούμενης αρχαιότητας» που προσδιορίζει -ως προεξάρχουσα αρχαιότητα- την υπηρεσία των εν λόγω Ενδιαφερομένων Μερών στην κατώτερη θέση Τεχνικού, έναντι της ηλικιακής αρχαιότητας της Εφεσείουσας.
Επιστρέφοντας στο Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 έναντι του οποίου όντως η Εφεσείουσα έχει υπεροχή σε ηλικιακή αρχαιότητα, η νομολογία αποδίδει οριακή αξία σε τέτοιου είδους αρχαιότητα λαμβανομένων βεβαίως υπόψη και άλλων παραγόντων ανάλογα με την περίπτωση. Εν προκειμένω, η κρίση της ΕΔΥ ως προς τη σύγκριση του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 με την Εφεσείουσα είχε ως εξής:
«Επιλέγοντας τον Νεοφύτου, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι οι μη επιλεγέντες Κουάλη-Κολοκασίδου Αναστασία (α/α 16), [Π.Π] (α/α 18), [Λ.Λ.] (α/α 19) και [Α.Δ.] (α/α 20), που προηγούνται αυτού σε αρχαιότητα, επίσης διαθέτουν επιπρόσθετα σχετικά προσόντα, οι Κουάλη-Κολοκασίδου, [Π.] και [Α.] διαθέτουν μεταπτυχιακό δίπλωμα στον τομέα της Πολιτικής Μηχανικής και ο [Λ.] μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση. Λαμβανομένων όμως υπόψη των επιπρόσθετων προσόντων του Νεοφύτου, το γεγονός ότι δεν υστερεί σε αξία, καθώς και το γεγονός ότι η διαφορά του σε αρχαιότητα με τους εν λόγω υποψηφίους οφείλεται στην ημερομηνία γέννησης, στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με τη Νομολογία, είναι περιθωριακής σημασίας, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτός γενικά υπερέχει.».
Εν προκειμένω, με το δεδομένο ότι και οι δύο υποψήφιοι διέθεταν πρόσθετα προσόντα και ήταν ισοδύναμοι σε αξία ως προς τις υπηρεσιακές τους εκθέσεις, η ηλικιακή αρχαιότητα της Εφεσείουσας δεν της προσέδιδε έκδηλη υπεροχή και κρίνουμε ότι το διορίζον όργανο κινήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων που η νομολογία καθορίζει.
Έβδομος Λόγος Έφεσης:
Με τον έβδομο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα καταφέρεται κατά της κρίσης της ΕΔΥ να θεωρήσει σχετικούς με τα καθήκοντα της θέσης (και να τους αποδώσει ανάλογη βαρύτητα) μεταπτυχιακούς τίτλους κάποιων Ενδιαφερομένων Μερών στη Διοίκηση ή/και Διοίκηση Επιχειρήσεων. Επίσης, η Εφεσείουσα αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο που δεν αντιλήφθηκε το άνωθεν διοικητικό σφάλμα.
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψήφιων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τους τίτλων με τα καθήκοντα και ευθύνες της επίδικης θέσης (Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ανωτέρω) οπότε χωρεί δικαστική επέμβαση μόνο αν η κρίση του διορίζοντος οργάνου δεν είναι εύλογα επιτρεπτή, όπως αν η διοικητική κρίση είναι προϊόν αυθαιρεσίας ή πλάνης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αχχιλίδη ν. Βοσκαρίδου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 12.1.2023).
Προς στοιχειοθέτηση του έβδομου λόγου έφεσης (που συνιστά ταυτόχρονα και λόγο ακύρωσης) η Εφεσείουσα παραπέμπει (μεταξύ άλλων) στην Προσφυγή Αρ. 548/2013 Λαζάρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 13.6.2016, όπου κρίθηκε νόμιμη η προαγωγή του εκεί ενδιαφερόμενου μέρους στην ίδια θέση με την επίδικη.
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της εκεί προαγωγής, η προβαίνουσα σε σύσταση (ενώπιον της ΕΔΥ) Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Τμήματος Δημοσίων Έργων έκρινε ότι το εκ του προσφεύγοντα κατεχόμενο μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση/Διεύθυνση (Master in Public Sector Management) δεν ήταν σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης το δε πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη αυτή τη στάθμιση.
Στη δε Προσφυγή Αρ. 2072/2012 Λαζάρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (ο προσφεύγων φαίνεται να είναι ο ίδιος με αυτόν της προρρηθείσας Προσφυγής Αρ. 548/2013), απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 16.3.2016) ο Αναπληρωτής Διευθυντής Τμήματος Δημοσίων Έργων σύστησε το εκεί ενδιαφερόμενο μέρος κρίνοντας ότι ο εκ του προσφεύγοντα και του ενδιαφερόμενου μέρους κατεχόμενος μεταπτυχιακός τίτλος στη Διοίκηση/Διεύθυνση δεν ήταν σχετικός με τα καθήκοντα και ευθύνες της ίδιας θέσης όπως η ενώπιόν μας επίδικη. Η δε ΕΔΥ ρητά αναφέρεται στη δικαστική απόφαση ότι έλαβε υπόψη της την άνωθεν σύσταση ως στοιχείο υπέρ της επιλογής του ενδιαφερόμενου μέρους χαρακτηρίζοντάς την ως συνάδουσα με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων.
Τα προρρηθέντα δεικνύουν ότι, σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες πλήρωσης της θέσης ως η επίδικη, ο μεταπτυχιακός τίτλος στη Διοίκηση/Διεύθυνση θεωρήθηκε ως μη σχετικό με τα καθήκοντά της.
Στην ενώπιόν μας υπόθεση, η ΕΔΥ -παρά την αντίθετη προαναφερόμενη της προσέγγιση στις προαγωγές οι οποίες ήταν αντικείμενο στις Προσφυγές Αρ. 548/2013 και Αρ. 2072/2012- έκρινε ρητά ως σχετικούς με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης-
(α) το μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διεύθυνση με ειδίκευση στη Δημόσια Υπηρεσία του Ενδιαφερόμενου Μέρους 2,
(β) το master in Public Sector Management του Ενδιαφερόμενου Μέρους 3,
(γ) τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του Ενδιαφερόμενου Μέρους 6,
(δ) τον μεταπτυχιακό τίτλο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ) του Ενδιαφερομένου Μέρους 7.
Προηγουμένως, η ΕΔΥ υιοθέτησε τη σύσταση της Διευθύντριας σε σχέση με τα άνωθεν Ενδιαφερόμενα Μέρη 2, 3 και 7 αλλά και για το Ενδιαφερόμενο Μέρος 6, για όλους εκ των οποίων η Διευθύντρια ανέφερε ότι κατέχουν (μεταξύ άλλων) και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση. Αυτή η αναφορά δεικνύει ότι -κατά την κρίση της Διευθύντριας- ο εν λόγω μεταπτυχιακός τίτλος ήταν σχετικός, διαφορετικά η αναφορά της θα στερείτο νοήματος.
Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι επιτρεπτό στη Διοίκηση να μεταβάλει άποψη επί ενός ζητήματος και θεωρούμε ότι η ΕΔΥ κινήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της ευχέρειάς της.
Ως αναφέρθηκε στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 114/2021 TELMEN LTD ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 16.1.2026:
«Ένα άλλο παράπονο της εφεσείουσας αφορά στον ισχυρισμό που ανεπιτυχώς προέβαλε πρωτοδίκως ότι η εφεσίβλητη εξέδωσε αντιφατικές αποφάσεις επί απολύτως σχετικών γεγονότων σε σχέση με την ιεραρχική προσφυγή 32/2018. Το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε διαφορές μεταξύ των δύο υποθέσεων οι οποίες τις καθιστούν μη συγκρίσιμες. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα που εγείρεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν μπορεί ένα δικαιοδοτικό όργανο να βρίσκεται αντιμέτωπο κάθε φορά με προηγούμενες αποφάσεις του σε μια διαδικασία σύγκρισης ώστε να εντοπιστούν κατ' ισχυρισμό αντιφατικές προσεγγίσεις. Τούτο θα είχε νόημα εάν αποδιδόταν στο όργανο διαφορετική προσέγγιση λόγω προκατάληψης, ή για να υποδειχθούν οι διαφορετικές νομικές θέσεις ώστε το δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να διευκρινίσει το ζήτημα. Κατά τ' άλλα, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα.».
Συνάγεται ότι ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος σε σχέση με την προαγωγή των Ενδιαφερομένων Μερών στην 2, 3, 6 και 7.
Στρεφόμενοι στην εξέταση του έβδομου λόγου έφεσης σε σχέση με το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8:
Ο -ενώπιον της ΕΔΥ- συγκριτικός πίνακας των υποψηφίων δεικνύει ότι μεταξύ άλλων κατείχε Master in Business Administration.
Παρότι, στο πλαίσιο σύγκρισης συστηνόμενων και μη, η Διευθύντρια αναφέρθηκε στην εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8[7] κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος στη Διοίκηση, προφανώς διότι θεώρησε το εν λόγω μεταπτυχιακό σχετικό, αυτή η αναφορά της δεν θίγει τη νομιμότητα της προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8 διότι δεν τον σύστησε.
Εντούτοις, ως προαναφέρθηκε, η ΕΔΥ ρητά έκρινε τον εν λόγω μεταπτυχιακό τίτλο ως σχετικό με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης όταν συνέκρινε το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 με άλλη (μη επιλεγείσα) ανθυποψήφια.
Συνάγεται ότι, όταν η ΕΔΥ επέλεγε το Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 λαμβάνοντας υπόψη «τα επιπρόσθετα προσόντα του», ευλόγως εννοούσε μεταξύ άλλων και το Master in Business Administration.
Παραταύτα, ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος σε σχέση με την προαγωγή και του Ενδιαφερόμενου Μέρους 8, για τους λόγους που ήδη επεξηγήθηκαν.
Υπό το φως των ανωτέρω, η Έφεση Αρ. 102/2022 αποτυγχάνει.
Επικυρώνεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης όσον αφορά την Προσφυγή Αρ. 473/2018.
Επιδικάζονται, ως κατ’ έφεση έξοδα, 3000 ευρώ κατά της Εφεσείουσας και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Στο πρακτικό ημερ. 6.12.2017, για σκοπούς σύγκρισης, η Διευθύντρια και η ΕΔΥ αναφέρονταν στον Εφεσείοντα ως τον υποψήφιο με α/α 33, που είναι ο αύξων αριθμός της καταχώρησης η οποία σχετίζεται με τον Εφεσείοντα, στον κατάλογο υποψηφίων τον οποίο η ΕΔΥ έλαβε υπόψη.
[2] Κατά τη Διευθύντρια, τόσο ο Εφεσείων όσο και το Ενδιαφερόμενο Μέρος 1 κατείχαν μάλιστα και ταυτόσημο μεταπτυχιακό τίτλο, στον τομέα της πολιτικής μηχανικής.
[3] Στο πρακτικό ημερ. 6.12.2017, για σκοπούς σύγκρισης, η Διευθύντρια και η ΕΔΥ αναφέρονταν στην Εφεσείουσα ως την υποψήφια με α/α 16, που είναι ο αύξων αριθμός της καταχώρησης η οποία σχετίζεται με την Εφεσείουσα, στον κατάλογο υποψηφίων τον οποίο η ΕΔΥ έλαβε υπόψη.
[4] Κατά τη Διευθύντρια, τόσο η Εφεσείουσα όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 2, 3, 5 κατείχαν μάλιστα και ταυτόσημο μεταπτυχιακό τίτλο, στον τομέα της πολιτικής μηχανικής.
[5] Οδηγία 1990/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICEF και το CEEP (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 175 ημερ. 10.7.1999, σελ.43).
[6] Σε βιογραφικό της σημείωμα ημερ. 12.6.2020, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι εργάστηκε από 10.5.1999 έως 25.5.1999 ως Πολιτικός Μηχανικός στην Πολιτική Άμυνα του Υπουργείου Εσωτερικών, χωρίς όμως αυτό να επιβεβαιώνεται από επιστολή της Διοίκησης. Η δε αίτηση της Εφεσείουσας για διορισμό στη μόνιμη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού δηλώνει ότι αυτή διατηρούσε δικό της γραφείο πολιτικού μηχανικού από τον Οκτώβριο του 1983 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1999 (Ερυθρό 16).
[7] Στο πρακτικό ημερ. 6.12.2017, για σκοπούς σύγκρισης, η Διευθύντρια αναφερόταν στο Ενδιαφερόμενο Μέρος 8 ως τον υποψήφιο μα α/α 21, που είναι ο αύξων αριθμός της καταχώρησης η οποία σχετίζεται με αυτόν στον κατάλογο υποψηφίων τον οποίον η ΕΔΥ έλαβε υπόψη.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο