ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 14/2026 (i-justice))
10 Ιουνίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΦΑΙΔΩΝΑΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ
Εφεσείων,
v.
ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Εφεσίβλητου.
-------------------
Α. Αιμιλιανίδης και Α. Παπαμιχαήλ (κα), δικηγόροι για Α. & Α. Κ. Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ, Κ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον Εφεσείοντα.
Θ. Πιπερή-Χριστοδούλου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας και Σ. Πλατής, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για τον Εφεσίβλητο.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Έφεση στρέφεται εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.2026 επί μονομερούς (ex parte) αιτήσεως (εφεξής η «μονομερής αίτηση») του Αιτητή (Εφεσείοντα) στην Προσφυγή Αρ. 142/2026 (η «Προσφυγή»), με την οποία ζητήθηκε η αναστολή της με την Προσφυγή προσβαλλόμενης απόφασης του Καθ’ ου η Αίτηση (Εφεσίβλητου), η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 5.2.2026 Αρ. 5325, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος ΙΙ Ατομικές διοικητικές πράξεις, και η οποία έχει, αυτολεξεί, ως ακολούθως:
«Ο ΠΕΡΙ ΔΗΜΩΝ ΝΟΜΟΣ (Ν.52(Ι)/2002)
___________________
Γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 113
Γνωστοποιείται ότι ο κ. Φαίδωνας Φαίδωνος, Δήμαρχος Πάφου, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας γνωστοποίησης του Υπουργού Εσωτερικών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 113(1) του περί Δήμων Νόμου (Ν. 52(Ι)/2022), καθότι εναντίον του διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκημα ως το εν λόγω άρθρο ορίζει.
2. Δήμαρχος που τελεί σε αργία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 113(1) του περί Δήμων Νόμου, λαμβάνει το ένα τρίτο της καθοριζόμενης αντιμισθίας για όλη τη διάρκεια της ισχύος της.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 113(2) του περί Δήμων Νόμου, η αργία τερματίζεται με τη λήξη της έρευνας ή την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και την απαλλαγή, αθώωση ή καταδίκη του δημάρχου εναντίον του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει καταχωρισθεί ποινική υπόθεση και προς τούτο δημοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση από τον Υπουργό Εσωτερικών αναφορικά με τον τερματισμό της αργίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που δήμαρχος απαλλαγεί ή/και αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο, ή τερματιστεί η έρευνα εναντίον του, χωρίς να θεμελιώνεται κατηγορία, επιστρέφει στα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του και δικαιούται πλήρη ανάκτηση της αντιμισθίας που του είχε αφαιρεθεί.»
Η μονομερής αίτηση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση του ίδιου του Εφεσείοντα, ο οποίος εισηγήθηκε μέσω αυτής ότι, συντρέχουν για την έγκριση της μονομερούς αίτησης, διαζευκτικά ή σωρευτικά, τόσο οι προϋποθέσεις έκδηλης παρανομίας της επίδικης απόφασης, όσο και αυτές της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς για τον ίδιο από την ισχύ και/ή άμεση εκτέλεση/εφαρμογή της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκδίκασε την μονομερή αίτηση άνευ έκδοσης διαταγής/οδηγιών για ειδοποίηση της πλευράς του εδώ Εφεσίβλητου ώστε να ακουστούν και οι θέσεις του (χωρίς να αποφανθεί ρητώς επί του κατεπείγοντος εξέτασης τέτοιου διαβήματος ως μονομερούς, βλ. Κανονισμό 13(2) του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 και απόφαση (μονομέλειας) του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2011 στην Προσφυγή Αρ. 1582/2011 ΜΑΡΙΑ ΦΥΛΑΚΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.ά ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, απόφαση (μονομέλειας) του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.8.2012 στην Προσφυγή Αρ. 1270/2012 Ι.Β.Μ. ΙΤΑLIA Sp.A ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ και απόφαση (μονομέλειας) του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έλενα Χριστοφίδου Πετράκη v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2008) 4ΑΑΔ 961. Βλ. συγκριτικά, σε σχέση με το ζήτημα του κατεπείγοντος τα ισχύοντα σε διαδικασίες δυνάμει του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 τις Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd (1995) 1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1377, Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 203, σ. 207 και Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, 1462).
Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, αφού παρέθεσε τα γεγονότα της υπόθεσης και επιγραμματικά τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα, καταρχάς, ως προς στο σκέλος της εισήγησης του για ύπαρξη έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης απόφασης και, ακολούθως, αφού παρέθεσε νομολογία επί του θέματος, προέβη στην κάτωθι ανάλυση και κατάληξη επί τούτου του ζητήματος:
«Η νομική βάση της απόφασης της οποίας η αναστολή επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση είναι, ως αναγράφεται στο κείμενο της απόφασης, το Άρθρο 113 του περί Δήμων Νόμου, Ν. 52(Ι)/2022. Ο τελευταίος - στο εξής αναφερόμενος ως ο «Νόμος» - που περιλαμβάνει την επίμαχη διάταξη τίθεται σε εφαρμογή σύμφωνα με το Άρθρο 153 αυτού με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Από έρευνα του Δικαστηρίου φαίνεται ότι στις 26.6.2024 το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του υπ' αριθμό 96.572 έθεσε σε ισχύ από 1.7.2024, μεταξύ άλλων, το Μέρος Έβδομο του Νόμου στο οποίο περιλαμβάνεται το Άρθρο 113.
Προνοεί, λοιπόν, το Άρθρο 113 που περιλαμβάνεται στο Μέρος Έβδομο του Νόμου υπό τον τίτλο «Έλεγχος και Εποπτεία» και τον πλαγιότιτλο «Αργία αιρετών µελών συµβουλίου»:
«113.-(1) ∆ήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος εναντίον του οποίου διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκηµα που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 18 ή αδίκηµα που καθορίζεται ως κακούργηµα σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή οποιουδήποτε άλλου Νόµου ο οποίος επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και άνω, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ηµέρα δηµοσίευσης σχετικής γνωστοποίησης του Υπουργού:
Νοείται ότι, δήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος που τελεί σε αργία δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου (1), λαµβάνει το ένα τρίτο της καθοριζόµενης αντιµισθίας για όλη τη διάρκεια της ισχύος της.
(2) Η αργία που καθορίζεται στο εδάφιο (1) τερµατίζεται µε τη λήξη της έρευνας ή την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και την απαλλαγή, αθώωση ή καταδίκη του δηµάρχου, αντιδηµάρχου ή συµβούλου, εναντίον του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει καταχωρισθεί ποινική υπόθεση και προς τούτο δηµοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση από τον Υπουργό αναφορικά µε τον τερµατισµό της αργίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που δήµαρχος, αντιδήµαρχος ή σύµβουλος απαλλαγεί ή/και αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο, ή τερµατιστεί η έρευνα εναντίον του, χωρίς να θεµελιώνεται κατηγορία, επιστρέφει στα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του και δικαιούται πλήρη ανάκτηση της αντιµισθίας που του είχε αφαιρεθεί.
(3) Σε περίπτωση καταδίκης δηµάρχου, αντιδηµάρχου ή συµβούλου για τα καθοριζόµενα στο εδάφιο (1) αδικήµατα, αυτός δεν δικαιούται ανάκτηση της αποκοπείσας αντιµισθίας, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη θέση του και αυτή λογίζεται ως κενωθείσα για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου και προς τούτο ο Υπουργός εκδίδει σχετική γνωστοποίηση.»
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, κατά του αιτητή διερευνάται το ενδεχόμενο διάπραξης[.]. Ο [.] ορίζεται ρητώς στο Άρθρο [.] του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1] ως κακούργημα το οποίο επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης διά βίου. Σύμφωνα με τον Νόμο, όταν διερευνάται τέτοιας φύσης κακούργημα κατά δημάρχου το πρόσωπο αυτό τελεί αυτοδίκαια σε αργία από τη μέρα της δημοσίευσης της γνωστοποίησης του Υπουργού.
Παρόλο που ο αιτητής αναγνωρίζει στην παράγραφο 24 της ένορκης του δήλωσης ότι ο όρος «αυτοδικαίως» σημαίνει ipso jure δηλαδή πως συμβαίνει αμέσως μετά την εμφάνιση ενός άλλου γεγονότος με άλλα λόγια αυτόματα, εισηγείται ότι ο καθ' ου η αίτηση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τον Νόμο διότι θα έπρεπε πρώτα να αξιολογήσει τις περιστάσεις και τότε να λάβει απόφαση εάν θα θέσει ή όχι σε αργία τον αιτητή.
Το λεκτικό του Άρθρου 113 του Νόμου είναι σαφές. Εφόσον οι διωκτικές αρχές, δηλαδή η Αστυνομία, ερευνούν κακούργημα που σε περίπτωση καταδίκης επιφέρει ποινή φυλάκισης τριών ετών και άνω τότε αυτόματα από τη μέρα δημοσίευσης της γνωστοποίησης του καθ' ου η αίτηση ο αιτητής τελεί σε αργία. Η γνωστοποίηση δημοσιεύτηκε στις 5.2.2026 άρα από εκείνη τη μέρα και μετέπειτα αυτόματα ο αιτητής τελεί σε αργία.
Το κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση είχε την ευχέρεια ή μη να μην προχωρήσει σε δημοσίευση γνωστοποίησης είναι άλλο ζήτημα που δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης εφόσον η αναστολή της πράξης που επιδιώκεται είναι η εφαρμογή της γνωστοποίησης η οποία θέτει, όπως εξηγήθηκε, αυτόματα τον αιτητή σε αργία άμεσα με τη δημοσίευσή της. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την υπόθεση Frangos και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα προχωρήσει ή όχι σε δημοσίευση γνωστοποίησης, οι περιπτώσεις κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό της έκδηλης παρανομίας.
Ούτε αδιαμφησβήτητη (sic) παραγνώριση των βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου κρίνω ότι υφίσταται εφόσον η διερεύνηση αφορά στο ενδεχόμενο διάπραξης κακουργήματος το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να ελεγχθεί διοικητικά αλλά σε επίπεδο Αστυνομίας. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 113 επίσης δεν τυγχάνουν εξέτασης σε αυτό το στάδιο αλλά στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της προσφυγής εφόσον δεν προκύπτουν αναντίλεκτα αλλά κατόπιν στάθμισης για έκφραση κρίσης.
Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της έκδηλης παρανομίας.»
Όσον αφορά στο σκέλος του ισχυρισμού περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη:
«Ως προς το κριτήριο της ανεπανόρθωτης βλάβης, ο αιτητής εισηγείται ότι αυτή προκύπτει επειδή του αποστερείται το δικαίωμα να ασκήσει το πολιτικό του πρόγραμμα εκπροσωπώντας τους δημότες Πάφου, επηρεάζεται καθοριστικά και μη αναστρέψιμα η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του τόσο σε πολιτικό όσο και προσωπικό επίπεδο και εξουδετερώνεται ως πολιτικός αντίπαλος άλλων προσώπων.
Η προϋπόθεση της πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημόσιο συμφέρον το οποίο ακόμα και όπου προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, αυτό υπερισχύει (βλ. Moyo and Another v. Republic (1988) 3 C.L.R. 976, Λοϊζίδης ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233). Στην υπό κρίση υπόθεση, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει και απαιτεί όπως πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα επιδεικνύουν και τον αντίστοιχο σεβασμό προς τα πρόσωπα που τα εξέλεξαν τηρώντας τον νόμο. Η έρευνα που διεξάγει η Αστυνομία σε σχέση με τον αιτητή αφορά εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα και θα αντιστρατευόταν το δημόσιο συμφέρον εάν επιτρεπόταν στον αιτητή η εξακολούθηση της άσκησης των δημόσιων καθηκόντων του ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση.»
Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την μονομερή αίτηση, εξ ου και η παρούσα Έφεση.
Τρεις λόγους Έφεσης προβάλλει ο Εφεσείων προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, κατά λέξη τους εξής:
«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αποφασίσει καν επί του προβαλλόμενου λόγου που αφορούσε στην παραβίαση των συνταγματικών και νομοθετικών αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (δικαίωμα ακρόασης) δυνάμει των άρθρων 146 Συντάγματος ή/και 43 Ν. 158(Ι)/99, αν και πληρούνταν οι προϋποθέσεις για ύπαρξη έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης πράξης
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ
Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται, δυνάμει ρητής διάταξης της νομοθεσίας, που αποτυπώνει και συνταγματική αρχή που εδράζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά ρητά στο νόμο. Δεν υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος σιωπά. Ο αιτητής πρόβαλε πως το γεγονός ότι δεν του δόθηκε δικαίωμα ακρόασης συνιστά έκδηλη παρανομία που έπρεπε να οδηγήσει άνευ ετέρου στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, πλην όμως ο ισχυρισμός του ούτε καν εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για αναστολή της προσβαλλόμενης πράξης.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ουσιαστικά προέβη σε δική του ατεκμηρίωτη ερμηνεία για το τι συνιστά δημόσιο συμφέρον, ερμηνεία η οποία αντιστρατεύεται τόσο το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις (άρθρα 12(4), 15, 25, 30, 31, 35 του Συντάγματος, τα άρθρα 6(2), 8 και 18, καθώς και το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 ΕΣΔΑ, το άρθρο 25 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα όπως κυρώθηκε με τον Νόμο 14/1969 και στις συνταγματικές αρχές του Κράτους Δικαίου, της Λαϊκής Κυριαρχίας και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης που κυρώθηκε με τον περί Νόμο 27/88),όσο και τις αρχές που έθεσε πρόσφατα η ίδια η Επιτροπή της Βενετίας.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει όπως πρόσωπα που κατέχουν δημόσιο αξίωμα επιδεικνύουν τον σεβασμό προς τα πρόσωπα που τα εξέλεξαν τηρώντας τον νόμο, κρίση που είναι εντελώς ακατανόητη όταν ακριβώς εκείνο που αμφισβητήθηκε με την προσφυγή είναι η ορθή ερμηνεία και συνταγματικότητα της επίδικης νομοθετικής διάταξης.
Είναι δε ακατανόητο να θεωρείται πως δεν είναι σεβασμός προς τους εκλέκτορες να διεκδικείται δικαστικώς η διάγνωση ατομικών δικαιωμάτων προσώπου και μια παρόμοια προσέγγιση δεν συνάδει με τον ρόλο των δικαστηρίων στο να διασφαλίζουν το δικαίωμα αποτελεσματικής θεραπείας. Ο σεβασμός προς τους εκλογείς εξάλλου ερμηνεύεται δυνάμει της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, του άρθρου 30 που αφορά στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι και της νομολογίας, στην οποία παρέπεμψε ο Αιτητής, δυνάμει της οποίας το δικαίωμα θα ήταν άνευ νοήματος αν δεν περιλάμβανε και το δικαίωμα κάποιου να παραμείνει στο δημόσιο αξίωμα. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου ότι θα αντιστρατευόταν το δημόσιο συμφέρον αν επιτρεπόταν στον αιτητή η εξακολούθηση της άσκησης των δημόσιων καθηκόντων του ενόσω εκκρεμεί η διερεύνηση, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αρχές που έχουν τεθεί τόσο από το ΕΔΔΑ, τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όσο και στην πολύ πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας ειδικά για Δημάρχους, στην οποία ρητά είχε παραπέμψει ο Αιτητής, οι οποίες οδηγούν στο εντελώς αντίθετο εύρημα για το ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον και αυτό δεν είναι σίγουρα σε καμιά περίπτωση η αυτοματοποιημένη και μηχανικής φύσεως αργία του Δημάρχου κατά βάναυση παράβαση κάθε αρχής της αναλογικότητας, του τεκμηρίου αθωότητας ή περιορισμών δικαιώματος. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι αυθαίρετο και γενικόλογο και αντιστρατεύεται τις καθιερωμένες αρχές, εφόσον εν προκειμένω συνέτρεχαν πλήρως οι προϋποθέσεις για ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημίας.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αποφασίσει καν επί του προβαλλόμενου λόγου που αφορούσε στην πλάνη ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 113 ή/και στην ερμηνεία του άρθρου 113 σύμφωνα με το Σύνταγμα ή/και σε αντίθεσή του με αυτό και αντί αυτού εξέφρασε κρίση για λόγο ακύρωσης που δεν προβλήθηκε καν, παραγνωρίζοντας ότι πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για ύπαρξη έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης πράξης
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ
Ο Αιτητής υποστήριξε τη μονομερή αίτηση του στη βάση τεσσάρων ενοτήτων, συγκεκριμένα: (1) παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, (2) πλάνη ως προς την ερμηνεία του άρθρου 113 του περί Δήμων Νόμου, (3) παραβίασης σωρείας συνταγματικών διατάξεων και (4) πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ως προς τον τρόπο άσκησης διακριτικής εξουσίας (που ήταν ουσιαστικά και ο μόνος λόγος που εξέτασε, τελώντας υπό σύγχυση το Δικαστήριο), εφόσον ακριβώς ήταν αυταπόδεικτο ότι ο Υπουργός δεν είχε ασκήσει οποιαδήποτε διακριτική εξουσία, τελώντας υπό πλάνη πως βρισκόταν υπό δέσμια εξουσία να εκδώσει τη σχετική γνωστοποίηση, χωρίς οποιαδήποτε στάθμιση. Συνεπώς, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρέλειψε να διαγνώσει τα επίδικα ζητήματα, ασκώντας κρίση επί άσχετων θεμάτων και ενώ πληρούνταν οι προϋποθέσεις για αναστολή της επίδικης πράξης.»
Μελετήσαμε την εκκαλούμενη απόφαση, τους λόγους Εφέσεως, τα περιγράμματα αγορεύσεως των διαδίκων και όσα συναφώς ειπώθηκαν και προφορικά κατά την ακρόαση της Έφεσης, στη βάση των ενώπιον μας εγγράφων.
Σημειώνεται ότι, κατά την ακρόαση της Έφεσης ζητήθηκε από το Δικαστήριο και λήφθηκε σχετική πληροφόρηση από τον Εφεσίβλητο, συνοδευόμενη από σχετικό αποδεικτικό υλικό, από το οποίο διαπιστώνεται ότι, για την συγκεκριμένη υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα (αδίκημα στη βάση του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, με προβλεπόμενη ποινή τη δια βίου φυλάκιση, κατ’ ισχυρισμό τελεσθέντος σε συγκεκριμένη ημερομηνία), η οποία διερευνάτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καταχωρήθηκε, τελικώς, ποινική υπόθεση (Αρ. Υπόθεσης 1817/26), η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.
Αυτό, με σκοπό τη διαπίστωση, κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει των προβλεπόμενων στο Άρθρο 113 (2) του περί Δήμων Νόμου, Ν. 52(Ι)/2022 (εφεξής ο «Νόμος») τελούσε ακόμη σε ισχύ και, κατ’ επέκταση, σε περίπτωση που δεν ήταν σε ισχύ πλέον, να τίθετο ζήτημα αλυσιτέλειας της Έφεσης (ως περίπτωση έλλειψης εννόμου συμφέροντος, ζήτημα αυτεπάγγελτα εξεταζόμενο), ακόμη και αν αυτή ήθελε επιτύχει.
Κρίνουμε, με βάση την πιο πάνω πληροφόρηση, ότι, δεν υφίσταται περίπτωση αλυσιτέλειας της Έφεσης, αφού πρόδηλα, ενόψει της καταχώρησης ποινικού κατηγορητηρίου σε σχέση με το διερευνηθέν αδίκημα και μη τελεσιδικίας της εν λόγω υπόθεσης, η προσβαλλόμενη με την Προσφυγή απόφαση τελεί ακόμη σε ισχύ.
Συνεχίζοντας, τώρα, με την εξέταση των λόγων Εφέσεως (βλ. ανωτέρω), αναφέρουμε, καταρχάς, ότι δεν απαιτείται στην παρούσα περίπτωση να επαναλάβουμε, πέραν των όσων θα σχολιαστούν κατωτέρω, ένα έκαστο των επιχειρημάτων των πλευρών, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στο περίγραμμα αγόρευσης τους. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ενεργούντος ως τριτοβάθμιου) ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση Αρ. 9/23:
«Έχουμε υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς και το υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, την πρωτόδικη απόφαση και την απόφαση του Εφετείου, περιλαμβανομένης της απόφασης του διαφωνήσαντος δικαστή. Δεν απαιτείται όμως να ενδιατρίψουμε πέραν των όσων απαιτούνται για τις ανάγκες της απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στην Οδυσσέα ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 490:
«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση, που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.»
Η αρχή αυτή έχει επανειλημμένα τονιστεί (Βλ. μεταξύ άλλων, Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 179/22, ημερ. 8.2.2023, Λ.Γ.Γ. (L.G) ν. Π.Γ., Έφεση Αρ. 2/23 (i-justice), ημερ. 21.6.2023, Sokolowski v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 52/19, ημερ. 23.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B267, ECLI:CY:AD:2022:B267, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας,Ποιν. Έφ. 61/2020, ημερ. 14.7.2022), ECLI:CY:AD:2022:B304, ECLI:CY:AD:2022:B304.»
Ως πρώτον, σημειώνεται ότι, το προσωρινό διάταγμα αναστολής διοικητικής πράξης στο χώρο του διοικητικού δικαίου διαφέρει από το αντίστοιχο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, έχει κριθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής (βλ. Moyo and Another v. The Republic (1988) 3 CLR 970, 984).
Το κανονιστικό δικονομικό/δικαιοδοτικό υπόβαθρο για αιτήσεις αναστολής προσβαλλόμενης - με προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος - διοικητικής πράξης ως η παρούσα, συνιστά ο Κανονισμός 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 (εφεξής «οι Κανονισμοί») (σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015 (6/2015), ως τροποποιήθηκαν, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«13.-(1) Προς πλήρη απονομήν της δικαιοσύνης το Δικαστήριον ή εις περιπτώσεις διαδικασίας συμφώνως προς το Άρθρον 146 οιοιδήποτε δύο Δικασταί ενεργούντες εκ συμφώνου, δύνανται, καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε τη αιτήσει οιουδήποτε διαδίκου, να εκδίδωσι προσωρινόν διάταγμα το οποίον όμως δεν θα διαγιγνώσκη την ουσίαν της υποθέσεως.
(2) Προσωρινόν διάταγμα εκδιδόμενον συμφώνως προς τον κανονισμόν τούτον δύναται είτε συνεπεία επειγούσης ανάγκης είτε συνεπεία άλλων ειδικών περιστάσεων να εκδοθή άνευ ειδοποιήσεως και υφ' οίους όρους ήθελε θεωρηθή πρέπον υπό τας περιστάσεις.
Ειδοποίησις δέον να επιδίδεται παρευθύς προς πάντας τους διαδίκους, οίτινες επηρεάζονται συνεπεία διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει της παραγράφου ταύτης, διά να δυνηθώσιν ούτοι να ενστώσι κατ' αυτού. Άμα τη τοιαύτη ενστάσει το Δικαστήριον, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή των συνηγόρων αυτών, δύναται είτε να ακυρώσει είτε να τροποποιήση είτε να επικυρώση το τοιούτον διάταγμα υφ' οίους όρους ήθελε θεωρήσει πρέποντας.»
Εκ προοιμίου, επισημαίνουμε ότι ο Εφεσείων δεν προέβαλε ενώπιόν μας θέμα ασυμβατότητας (με αυξημένης ισχύος κανόνες, όπως το Σύνταγμα ή την Ευρωπαïκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) των κριτηρίων προς έκδοση δικαστικού διατάγματος για αναστολή, τα οποία ερείδονται στον προαναφερόμενο Κανονισμό 13 των Κανονισμών ως αυτός έχει νομολογιακά ερμηνευτεί. Η θέση του Εφεσείοντα περιορίζεται στο να προβάλει σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων στην παρούσα υπόθεση.
Η ομολογουμένως πλούσια νομολογία επί του θέματος έχει επεξηγήσει τον χαρακτήρα, διασαφηνίσει περαιτέρω το πλαίσιο και, γενικά, θέσει τις προϋποθέσεις εξέτασης και έγκρισης τέτοιων αιτήσεων αναστολής ως η παρούσα.
Καταρχάς, η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει κριθεί ότι είναι δυνητική δικαστική ενέργεια και αποτελεί ιδιαίτερο ένδικο μέσο (βλ. Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης - Κύπρος Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 71 και απόφαση ημερομηνίας 24.5.2022 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 68/2019 Δημοκρατία v. Ππασά).
Η αναστολή αποτελεί πάντοτε ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όχι ζήτημα δικαιώματος (βλ. Sofocleous ν Republic (1971) 3 Α.Α.Δ. 345).
Η αναστολή έχει παρακολουθητικό χαρακτήρα και μόνο σε συνάρτηση με (εκκρεμή) προσφυγή είναι παραδεκτή η αίτηση για την αναστολή της - με τέτοια προσφυγή - προσβαλλόμενης πράξης (βλ. Karram v. Republic (1983) 3 C.L.R. 199, 203).
Η αναστολή εκτέλεσης της (προσβαλλόμενης) διοικητικής πράξης και όχι η ανάπλαση ή η αναμόρφωση της είναι το αντικείμενο τέτοιου προσωρινού διατάγματος (βλ. Ιωσηφίδης ν Ρ.Ι.Κ. (2003) 3 Α.Α.Δ. 213).
Αρνητικές πράξεις των οργάνων της διοίκησης δεν μπορούν να ανασταλούν διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την (απαράδεκτη) έκδοση από το ίδιο το (ακυρωτικής δικαιοδοσίας) Δικαστήριο διοικητικής απόφασης, ενεργώντας, με αυτό τον τρόπο απαραδέκτως, ως quasi διοικητικό όργανο (βλ. Artemiou v. Republic (No.2) (1966) 3 C.L.R. 562, Goulelis v. Republic (1969) 3 C.L.R. 583, Tyrokomou v. Republic (1976) 3 C.L.R. 403, Karram, ανωτέρω).
Σκοπός της αναστολής είναι η αποτελεσματικότητα της διοικητικής δικαιοσύνης (βλ. Τ. Γεωργίου v. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 3056), ήτοι η προσφερόμενη με αυτή έννομη προστασία στοχεύει στο να αποσοβήσει τη ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως (βλ. Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης - Κύπρος Λτδ, ανωτέρω ).
Η εν λόγω δικαιοδοσία είναι εξαιρετικό μέτρο και πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ (βλ. ECONOMIDES v. REPUBLIC (1982) 3 CLR 837) και μόνο όταν στοιχειοθετηθεί είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον προσφεύγοντα από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2007) 3 Α. Α.Δ. 32).
H απλή ύπαρξη σοβαρών θεμάτων προς εκδίκαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. Frangos α.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Moyo a.o., ανωτέρω, Κροκίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3(Γ) Α.Α.Δ. 1857, Τούμπας κ.ά. ν Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 387). Στην απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.3.2006 στην Προσφυγή Αρ. 518/2006 HELLENIC PETROLEUM CYPRUS LTD ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (μονομέλειας) υποδείχθηκε, συναφώς, ότι:
«Η χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης είναι αποσυνδεδεμένη από τις πιθανότητες επιτυχίας της κύριας αίτησης. Ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης πράξης, καθώς και η πιθανολόγηση του βάσιμου της ακύρωσής της, δεν συνιστούν λόγους αναστολής (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, και Σκουρής, Η Δικαστική Αναστολή Εκτελέσεως των Διοικητικών Πράξεων, τρίτη έκδοση, παραγρ. 100).
Ακόμα και όταν οι πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή είναι ολοφάνερες, αυτό δεν αποτελεί παρά απλώς ένα παράγοντα που συνηγορεί έντονα υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος (Georghiades (No.1) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, 395). Ακόμα, δηλαδή, και στις περιπτώσεις που η αξίωση του αιτητή φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα επιτύχει, το διάταγμα δεν χορηγείται ως θέμα ρουτίνας.»
Η επίλυση νομικών ζητημάτων στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρονται για σκοπούς επίλυσης της ουσίας της διαφοράς και αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα τα οποία θα εξεταστούν από το δικάζοντα Δικαστή (βλ. ECONOMIDES, ανωτέρω). Στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 CLR 341, 352, αναφέρθηκε ότι ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επιδίκων θεμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας (Βλ. επίσης Karram, ανωτέρω).
Όσον αφορά στον όρο «έκδηλη παρανομία» έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι, η παρανομία για να θεωρείται έκδηλη, πρέπει να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, χωρίς να χρειάζεται να διερευνηθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. FRANGOS, ανωτέρω, ΚΡΟΚΙΔΟΥ, ανωτέρω). Η παρανομία πρέπει να προβάλλει από μόνη της ως «έκδηλη, διαβόητη και σκανδαλώδης» (βλ. ECONOMIDES, ανωτέρω).
Στην FRANGOS (ανωτέρω) λέχθηκαν σχετικά και τα εξής:
«Αlthough what amounts to flagrant illegality is nowhere exhaustively defined, it appears to me to involve a clear violation of the procedure envisaged by the law or unquestionable disregard of the fundamental precepts of administrative law The notion does not encompass any defective exercise of discretionary powers vested in an organ of public administration.»
(σε ελεύθερη μετάφραση)
«Αν και το τι συνιστά έκδηλη παρανομία δεν ορίζεται πουθενά εξαντλητικά, μου φαίνεται ότι εμπεριέχει μια σαφή παραβίαση της διαδικασίας που προβλέπεται από τον νόμο ή αναμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του διοικητικού δικαίου· η έννοια δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε πλημμελή άσκηση των διακριτικών εξουσιών με τις οποίες είναι περιβεβλημένο ένα όργανο της δημόσιας διοίκησης.»
Ορισμός της «έκδηλης παρανομίας» δόθηκε και στην ΛΟΪΖΙΔΗΣ ΚΑΙ ΥΠ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ (1995) 3 ΑΑΔ 233 ως εξής:
«Έκδηλη παρανομία είναι εκείνη που, αν δεν αναδύεται αυτόματα ανακύπτει κατόπιν αναλογισμού ως προς τις επιπτώσεις στοιχείων ενυπαρχόντων στο διαθέσιμο υλικό εφόσον βέβαια ότι απορρέει παραμένει αντικειμενικά αναντίλεκτο και μη υποκείμενο σε στάθμιση για έκφραση κρίσης [.]»
(Για την περιγραφή της έννοιας «έκδηλη παρανομία» βλ. και τις αποφάσεις της Ολομέλειας στην ECONOMIDES, ανωτέρω, Moyo a.o, ανωτέρω, Τούμπας κ.ά., ανωτέρω).
Όσον αφορά περαιτέρω, στις προϋποθέσεις διάγνωσης ανεπανόρθωτης ζημίας, αυτές συνοψίζονται στο σύγγραμμα του Καθηγητή Π. Δ. Δαγτόγλου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 6η Έκδοση, σελ. 412-413 ως ακολούθως:
«γ. Η βλάβη αυτή πρέπει να είναι:
-άμεση (δηλαδή δεν θα αφορά τρίτο και εμμέσως μόνο τον αιτούντα)31
-προσωπική (δηλαδή θα τον αφορά ατομικά και όχι απλώς ως μέλος της ολότητας, όπως κατά κανόνα επί κανονιστικής πράξεως της διοικήσεως 32
- ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως 33 (όπως η κατεδάφιση ενός κτιρίου, η κοπή ενός δέντρου, η καταστροφή γενικά ενός πράγματος, π.χ. φυτειών, τροφίμων, φαρμάκων κλπ. Η αφαίρεση μέσων βιοπορισμού, στέγης, σπουδαστικής ιδιότητας, διαρροής πελατείας, βλάβη επαγγελματικής φήμης, αποκοπή οικογενειακών δεσμών λόγω απελάσεως34 κοκ). Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται ότι η χρηματική ζημία που προκαλείται από την προσβαλλόμενη πράξη δεν θεμελιώνει κατ' αρχήν ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη βλάβη που δικαιολογεί τη χορήγηση αναστολής, αφού μπορεί να αποκατασταθεί με άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, εκτός αν προκαλείται ισχυρός οικονομικός κλονισμός του αιτούντος35.
-επικείμενη και απορρέουσα από την άμεση εκτέλεση της πράξεως. Επομένως, αλυσιτελώς ζητείται αναστολή εκτελέσεως, εάν η βλάβη έχει ήδη επέλθει ή θα προέλθει όχι από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως ή εφόσον η διοίκηση δηλώνει σαφώς (π.χ. με την έκθεση απόψεων της προς την Επιτροπή Αναστολών) ότι θα απέχει από την εκτέλεση της πράξεως κατά το διάστημα της εκκρεμοδικίας της αιτήσεως ακυρώσεως.»
Η επικαλούμενη ανεπανόρθωτη ζημία θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησης της πρέπει να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία. Το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς κείται επί των ώμων του αιτούντος (βλ. Μαρκουλλίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3(Ε) ΑΑΔ 3413, Colocassides & Associates and others v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1780 και Moyo, ανωτέρω).
Ο ισχυρισμός για ανεπανόρθωτη ζημία πρέπει να δικογραφείται δεόντως ούτως ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια και να τεκμηριώνεται επαρκώς. Απλοί ισχυρισμοί για ανεπανόρθωτη ζημία ή αναφορά σε γενικό ή θεωρητικό επίπεδο δεν αρκούν (βλ. Κοινοπραξία Poseidon Grant Marina of Pafos κ.ά ν. Cybarco Plc κ.ά (2009) 3 ΑΑΔ 513).
Στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης - Κύπρος, ανωτέρω, υιοθετήθηκε και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» (Τόμος ΙΙ,) 12η έκδοση παρ.548:
«Η αναστολή χορηγείται όταν, η εκτέλεση της πράξης μπορεί με τη δημιουργία μιας πραγματικής κατάστασης να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη βλάβη η οποία: (i) είναι άμεση και συγκεκριμένη (ii) δεν στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου και (iii) αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου».
Τέλος, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς, αυτή πρέπει να αντιπαραβληθεί με την πιθανότητα να δημιουργούνται ανυπέρβλητα εμπόδια στη Διοίκηση οπότε λόγοι δημόσιου συμφέροντος κωλύουν την παροχή προσωρινής θεραπείας (βλ. Λοϊζίδης, ανωτέρω).
Στο σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» Έκτη Έκδοση, εκεί σελ. 413, αναφέρονται, συναφώς στα ανωτέρω, τα εξής:
«δ. Οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αιτήσεως αναστολής για τα συμφέροντα τρίτων και το δημόσιο συμφέρον προς εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν θα είναι σοβαρότερες σε σύγκριση προς την ωφέλεια του αιτούντος. Το δικαστήριο δηλαδή υποχρεούται να προβαίνει σε συγκεκριμένη στάθμιση των ανωτέρω μεγεθών (βλάβη αιτούντος, συμφέροντα τρίτων, δημόσιο συμφέρον)40.»
Έχοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα, η κρίση μας επί των λόγων Έφεσης είναι η ακόλουθη:
Όσον αφορά στον πρώτο λόγο Έφεσης, είναι ορθό, καταρχάς, ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και σημειώνει τον εν λόγω ισχυρισμό του Εφεσείοντα στην απόφαση του ( η συγκεκριμένη αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι «[.] Ο αιτητής εισηγείται ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει έκδηλη παρανομία επειδή παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε προηγούμενη ακρόαση ως αυτό προνοείται στο Άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, αλλά και στο Άρθρο 146 του Συντάγματος [.]»), δεν προκύπτει να επιλήφθηκε αυτού ξεχωριστά. Εκλαμβάνουμε, ωστόσο, ότι, η απορριπτική και επί τούτου κρίση του συμπεριλαμβάνεται στην επί μέρους αναφορά στην απόφαση του ότι «Ούτε αδιαμφησβήτητη [sic] παραγνώριση των βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου κρίνω ότι υφίσταται [.]», σε συνδυασμό με το γεγονός της ίδιας της απόρριψης της μονομερούς αίτησης εν συνόλω.
Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως της επάρκειας της πρωτόδικης αιτιολογίας προς απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού (το Εφετείο δύναται να συμφωνήσει και επικυρώσει το πρωτόδικο αποτέλεσμα αντικαθιστώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης κατάληξης, βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 57/18 Δημοκρατία ν. Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ημερ. 9.2.2024), δεν συμφωνούμε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για ύπαρξη έκδηλης παρανομίας στη βάση του εν λόγω ισχυρισμού περί έλλειψης προηγούμενης ακρόασης, ως διατείνεται ο Εφεσείων με τον πρώτο λόγο Έφεσης και την αιτιολογία αυτού (βλ. ανωτέρω) ως τέτοια παρανομία έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (βλ. ανωτέρω), ήτοι λόγω παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης του Εφεσείοντα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης.
Ο εν λόγω ισχυρισμός περί παρανομίας απαιτεί ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων, ιδιαίτερα του εδώ εφαρμοστέου Άρθρου 113 του Νόμου ως προς τη φύση, απαιτήσεις και προϋποθέσεις του, καθώς και εφαρμογή της αρμόζουσας νομολογίας, στην περί του θέματος περίπτωση, ζητήματα για τα οποία απαιτείται δικαστική στάθμιση και/ή έκφραση γνώμης, δηλαδή, αμιγώς νομικά ζητήματα που, κατά κανόνα, ως επίδικα, εξετάζονται στην προσφυγή και δεν είναι επιτρεπτή η έκφραση γνώμης και/ή κρίσης επ’ αυτών στο πλαίσιο εξέτασης μονομερούς αίτησης ως η παρούσα, ως επεξηγείται στη νομολογία (βλ. Οικονομίδης, ανωτέρω, Miltiadous, ανωτέρω, Karram, ανωτέρω). Εννοιολογικά, ως προαναφέρθηκε, η έκδηλη παρανομία πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη (βλ. Τούμπας, ανωτέρω), χωρίς να είναι αναγκαία η εκ του Δικαστηρίου στάθμιση του ενώπιον του υλικού προς έκφραση γνώμης (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 18.7.2024 στις συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 & 142024 i-Justice, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α. ν. ΝEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD, απόφαση Εφετείου ημερ. 18.7.2024).
Προς ευκολία κατανόησης της πιο πάνω κρίσης, αρκούμαστε να υποδείξουμε ότι, η θέση του Εφεσείοντα, ότι το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται (άπαξ) σε όλες τις περιπτώσεις εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά ρητά στο Νόμο, είναι κατ’ ελάχιστον συζητήσιμο, ενόψει του ίδιου του λεκτικού του Άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, το οποίο αναφέρεται σε πράξη που «[.]είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης», οπότε, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να απαιτείται δικαστική κρίση, κατά πόσο τέτοια πράξη ως η προσβαλλόμενη εμπίπτει στις εν λόγω κατηγορίες, κάτι που προϋποθέτει και την έκφραση δικαστικής κρίσης επί της εμβέλειας και, εν γένει, ερμηνείας της εν λόγω διάταξης.
Πρόσθετα, εφιστούμε και την προσοχή και στο Άρθρο 43(2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999 («Διοικητικό όργανο που προτίθεται να στηρίξει την απόφασή του σε ισχυρισμούς εναντίον ενός προσώπου οφείλει να παράσχει την ευκαιρία στο πρόσωπο αυτό να υποβάλει τις απόψεις του για τους ισχυρισμούς αυτούς»), σε συνδυασμό με τη νομολογιακή αρχή, ως αυτή εκφράστηκε στην ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 3 Α.Α.Δ. 361, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι (με δικές μας υπογραμμίσεις):
«...Το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει αναγνωρίσει απόλυτο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασις για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που δεν συνάδει με τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του διοικουμένου.
Στην απόφαση 2594/1977 τέθηκε για πρώτη φορά η βασική επί του ζητήματος αρχή της νομολογίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα ακρόασις εφαρμόζεται μόνον όταν η διοικητική κρίση, "δυνάμει της οποίας εκδίδεται η θίγουσα τον διοικούμενο πράξη, σχηματίζεται επί τη βάσει εκτιμήσεως της υποκειμενικής συμπεριφοράς του διοικουμένου, όχι δε και όταν διαμορφούται βάσει καθαρώς αντικειμενικών δεδομένων". (Βλ. Ι. Σαρμά "Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας", Β΄ Έκδοση, σελ. 618). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση 2594/1977...»
Καθίσταται, συνεπώς, αντιληπτό ότι είναι συζητήσιμο και κρίσιμο ζήτημα, κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ ερμηνεία του Άρθρου 113 του Νόμου για το οποίο οφείλει να προηγηθεί δικαστική γνώμη και καταληκτική κρίση, λήφθηκε και, γενικά, λαμβάνεται στη βάση αμιγώς και μόνο αντικειμενικών δεδομένων κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας νομοθετικής διάταξης ή όχι, για τους σκοπούς υποχρέωσης παροχής προηγούμενης ακρόασης.
Και μένουμε ως εδώ, υποδεικνύοντας εκ νέου και εμφαντικά ότι, δεν ανήκει στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος αναστολής ως το παρόν η διενέργεια της πιο πάνω δικαστικής διεργασίας, αλλά αποτελεί ζήτημα δικαστικής κρίσης οφειλόμενης και λαμβάνουσας χώρα κατά την εξέταση της Προσφυγής.
Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος Έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Εξετάζοντας, ως επόμενο, τον τρίτο λόγο Έφεσης (βλ. ανωτέρω), η κρίση μας είναι η ακόλουθη:
Καταρχάς, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παράλειψης προηγούμενης ακρόασης του Εφεσείοντα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν υπό την εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, ισχύουν όσα αναφέρουμε κατά την εξέταση και κρίση μας σε σχέση με τον δεύτερο λόγο Έφεσης που ακολουθεί (βλ. κατωτέρω στην παρούσα).
Ως προς τον ισχυρισμό περί πλάνης ως προς την (ορθή) ερμηνεία του Άρθρου 113 του Νόμου, τέτοιος ισχυρισμός δεν συνιστά «έκδηλη» παρανομία, αφού αποτελεί νομικό ζήτημα εξεταζόμενο στην Προσφυγή και όχι στο πλαίσιο λήψης απόφασης επί αίτησης προσωρινού διατάγματος αναστολής.
Ως ήδη προαναφέρθηκε, η επίλυση νομικών ζητημάτων στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για σκοπούς επίλυσης της ουσίας της διαφοράς και αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα τα οποία θα εξεταστούν από το δικάζοντα Δικαστή (βλ. ECONOMIDES, ανωτέρω). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση στην Τούμπας, ανωτέρω:
«ακόμα όμως και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια.»
Το ίδιο (και εντονότερα, θα λέγαμε) ισχύει και για τους όποιους ισχυρισμούς με τους οποίους προβλήθηκαν εκ μέρους του Εφεσείοντα διάφορα ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 113 του Νόμου και συναφών αυτών ισχυριζόμενων παραβιάσεων. Καίτοι ζητήματα αναμφιβόλως σοβαρά και ιδιαίτερης σημασίας, η σοβαρότητα ή η πιθανολόγηση της βασιμότητας τους δεν αποτελεί επαρκή λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναστολής λόγω έκδηλης παρανομίας (βλ. Frangos a.o., ανωτέρω και άλλη παρατιθέμενη νομολογία, ανωτέρω). Η επίλυση τους απαιτεί εμβριθή έλεγχο αν αυτά δικογραφήθηκαν επαρκώς, την απόδοση ερμηνείας στην εφαρμοστέα νομοθετική διάταξη και προσδιορισμό της φύσης της, την ενδεχομένως πολύπλοκη στάθμιση εμπλεκομένων συμφερόντων, την αντιπαραβολή με αντίθετους ισχυρισμούς των διαδίκων και, τελικώς, τον σχηματισμό και έκφραση της δικαστικής κρίσης κατόπιν επαρκούς αξιολόγησης. Συνεπώς, τέτοια ζητήματα ανήκουν κατ’ εξοχήν και είναι επιλυτέα κατά το στάδιο εκδίκασης της Προσφυγής και όχι στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεως χορήγησης ενός παρακολουθητικού χαρακτήρα διατάγματος αναστολής, πόσο μάλλον αυτής υποβληθείσας και εξεταζόμενης ως ex parte, στην οποία, κατά κανόνα, το μόνο μαρτυρικό υλικό είναι η σχετική συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του αιτούντος και όχι απαραίτητα η πληρότητα των γεγονότων, ως αυτά εμπεριέχονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης που κατατίθεται, κατά κανόνα, κατά την εκδίκαση της Προσφυγής.
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κάθε νομοθετική διάταξη τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματική εκτός αν καταδειχθεί το αντίθετο πέραν από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. απόφαση ημερομηνίας 12.9.2025 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση για παραπομπή Αρ. 1/2025) η δε, συνταγματικότητα των νόμων δεν ελέγχεται ούτε περιστασιακά ούτε συμπτωματικά (βλ. Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου και Άλλης (2004) 1 ΑΑΔ 8), αλλά αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία (βλ. Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671, απόφαση ημερομηνίας 6.12.2017 στην Πολιτική Έφεση αρ. 429/2011 Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.ά.). Ως εκ της φύσεως τους, λοιπόν, τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ότι υπέχουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία παρανομίας «έκδηλης» φύσεως, ως η νομολογία έχει περιγράψει αυτόν τον όρο (βλ. ανωτέρω).
Ο τρίτος λόγος Έφεσης συνίσταται, βεβαίως, κυρίως στον ισχυρισμό του Εφεσείοντος ότι τα πιο πάνω ζητήματα όφειλαν να εξεταστούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν εξετάστηκαν, αν και πληρούσαν τις προϋποθέσεις για απόδοση του αιτηθέντος διατάγματος αναστολής.
Ανωτέρω επεξηγήσαμε, γιατί ουδέν από τα πιο πάνω ζητήματα μπορούσαν να τύχουν εξέτασης επί της ουσίας τους από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας και ορθώς δεν έπραξε (ως επί το πλείστον, βλ. κατωτέρω), τούτο το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Δεν ευσταθεί, όμως, ούτε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «[.]παρέλειψε να διαγνώσει τα επίδικα ζητήματα». Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντίθετα, εξέφρασε, καίτοι συνοπτικά, πλην όμως πλήρως ευθυγραμμισμένα με τις πάγιες αρχές της νομολογίας (βλ. ανωτέρω), την έλλειψη δυνατότητας εξέτασης των εγειρόμενων ζητημάτων προς υποστήριξη έκδηλης παρανομίας. Ανέφερε, για του λόγου το ασφαλές, ότι (με δικές μας υπογραμμίσεις):
«Ούτε αδιαμφησβήτητη (sic) παραγνώριση των βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου κρίνω ότι υφίσταται εφόσον η διερεύνηση αφορά στο ενδεχόμενο διάπραξης κακουργήματος το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να ελεγχθεί διοικητικά αλλά σε επίπεδο Αστυνομίας. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 113 επίσης δεν τυγχάνουν εξέτασης σε αυτό το στάδιο αλλά στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της προσφυγής εφόσον δεν προκύπτουν αναντίλεκτα αλλά κατόπιν στάθμισης για έκφραση κρίσης.»
Ωστόσο, όσον αφορά το σκέλος του εν λόγω λόγου Έφεσης σε σχέση με το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ισχυρισμό, ο οποίος δεν εγέρθηκε, ήτοι «[.] ως προς τον τρόπο άσκησης διακριτικής εξουσίας (που ήταν ουσιαστικά και ο μόνος λόγος που εξέτασε, τελώντας υπό σύγχυση το Δικαστήριο)», αν και προκύπτει αβίαστα από την δικαστική απόφαση (βλ. ανωτέρω) ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε τούτο ως σχολιασμό των αναφερομένων στην ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα και στο πλαίσιο εξέτασης ισχυρισμού αυτού ότι ο Εφεσίβλητος «θα έπρεπε πρώτα να αξιολογήσει τις περιστάσεις και τότε να λάβει απόφαση εάν θα θέσει ή όχι σε αργία τον αιτητή», βρίσκουμε, σε συνέπεια στα όσα προαναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέφυγε να υπεισέλθει στην ουσία του ισχυρισμού, ήτοι σε ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης του Άρθρου 113 του Νόμου ως προς την φύση της («αυτοδικαίου» χαρακτήρα ή άσκηση διακριτικής ευχέρειας κατόπιν στάθμισης) και να εκφράσει κρίση επί αυτής, ζήτημα το οποίο ανήκει προδήλως στη σφαίρα των νομικών ζητημάτων που όφειλαν να εξεταστούν και να αποφασιστούν στην Προσφυγή και όχι στο στενό πλαίσιο εξέτασης της επίδικης αιτήσεως. Επαναλαμβάνουμε ότι, ο Κανονισμός 13 (1) των Κανονισμών, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επιδίκων θεμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας (βλ. Georghios Miltiadous, ανωτέρω και Karram, ανωτέρω). Ρητά ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών θέτει όρο/όριο στην εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος το οποίο χορηγεί, ήτοι το εκδοθέν διάταγμα να μην «διαγιγνώσκη την ουσίαν της υποθέσεως». Αν το πρωτόδικο Δικαστήριο εκδίδει προσωρινό διάταγμα παραβαίνοντας τον εν λόγω όρο, τότε ενεργεί καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας για την οποία το Διοικητικό Εφετείο δύναται να τοποθετηθεί αυτεπαγγέλτως (βλ. απόφαση ημερομηνίας 30.4.2026 του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 53/2022 Παπά κ.α. ν. Δημοκρατίας, απόφαση). Συνεπώς, οι εν λόγω αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραμερίζονται, ως πεπλανημένα εκφρασθείσες σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, χωρίς αυτό να επηρεάζει τη βασική μας κατάληξη ότι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδηλης παρανομίας σε σχέση με το σύνολο των ισχυρισμών του Εφεσείοντα, οι οποίοι συλλήβδην οφείλουν να τύχουν αξιολόγησης και κρίσης κατά την εκδίκαση της Προσφυγής.
Με βάση τα ανωτέρω και ο τρίτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.
Τέλος, ως προς τον δεύτερο λόγο Έφεσης και το κατά πόσο συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση οι προϋποθέσεις τεκμηρίωσης της ανεπανόρθωτης ζημιάς για απόδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή η ζημία κρίνεται σε συνάρτηση και σε στάθμιση προς το δημόσιο συμφέρον, όπως ορθά, καταρχάς, υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στα νομολογηθέντα στην Moyo, ανωτέρω (βλ. πρωτόδικη απόφαση, ανωτέρω, βλ. και Λοϊζίδης, ανωτέρω).
Στο σύγγραμμα των Η. Νικολάου και Γ. Τσαούρη «Εγχειρίδιο Κυπριακής Διοικητικής Δικονομίας», 2021, εκεί σελ. 156, αναφέρονται και τα εξής:
«Βέβαια, ακόμη και στην περίπτωση όπου συντρέχουν αμφότερες οι ανωτέρω προϋποθέσεων (sic) αναστολής, η αίτηση είναι δυνατό να μην ευδοκιμήσει. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν προκαλούνται προσκόμματα στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης ή όταν τίθενται λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξιδικεύεται462 (462 Hellenic Petroleum Cyprus Ltd. v. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 602) και το Δικαστήριο προβαίνει σε στάθμιση της βλάβης του Αιτητή αφενός και του δημοσίου συμφέροντος.»
Στο βιβλίο του Κ. Παρασκευά «Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2020, εκεί σελ. 308 και 309 καταγράφονται τα ακόλουθα:
«208 Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι, ακόμα και όπου η έκδοση του διατάγματος θεωρηθεί ως πιθανή επιλογή για το Διοικητικό Δικαστήριο, η αίτηση μπορεί και πάλι να απορριφθεί, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η έκδοση του διατάγματος θα παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του διοικητικού έργου και στην εύρυθμη και ομαλή λειτουργία της Διοίκησης. 1261Σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου και τη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων σε αυτό το ζήτημα, όταν το Διοικητικό Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, θα πρέπει να σταθμίσει από τη μια πλευρά τη ζημιά που θα προκληθεί στον Αιτητή και από την άλλη, τις δυσχέρειες που θα προκληθούν στη Διοίκηση από την αναστολή.1267
Συμπερασματικά, οι αρνητικές συνέπειες που θα προκύψουν στα συμφέροντα της Διοίκησης και τρίτων από την έκδοση του διατάγματος αναστολής, δεν πρέπει να είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια που θα έχει ο Αιτητής. 1263 Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αξιολόγηση της έννοιας της ανεπανόρθωτης ζημίας υπονοεί την εξισορρόπηση αντικρουόμενων συμφερόντων.»
Στο σύγγραμμα των Β.Α. Γκέρτσου και Π.Η. Τσόγκα «Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ» 2013, εκεί σελίδα 218 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«Ηπιώτερες (sic) επεμβάσεις. Άλλες ηπιώτερες (sic) μορφές ηθικής βλάβης (λ.χ. η προσβολή επαγγελματικής φήμης ή πρόκληση αισθημάτων μειονεξίας ή μειώσεως έναντι τρίτων) δεν δικαιολογούν κατ’ αρχήν την αναστολή προκαλούσας αυτές διοικητικής πράξεως [ΕΑ 1118/2010,2/2008,446/2000, 467, 235/1998: επιβολή πειθαρχικής ποινής, όπως οριστική-προσωρινή παύση, θέση σε αργία, έκπτωση δημοτικού άρχοντα, [.]»
Στο σύγγραμμα των Α. Ράντου και Ε. Πρεβεδούρου «Η Αίτηση Ακυρώσεως» 2023, σελ. 749-750 αναφέρονται και τα εξής, πάντα με δικές μας υπογραμμίσεις:
«Β. Στάθμιση της βλάβης του αιτούντος με τα συμφέροντα
τρίτων και το δημόσιο συμφέρον
Η ύπαρξη βλάβης, ακόμη και ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης, στο πρόσωπο του αιτούντος δεν αρκεί για την παραδοχή της αιτήσεως αναστολής, στην περίπτωση που κρίνεται ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή συμφερόντων τρίτων προσώπων που θα υπαγόρευαν, αντιθέτως, την άμεση εκτέλεση της πράξης. Η ύπαρξη των ως άνω αντικρουόμενων συμφερόντων στην έννομη σχέση της δίκης επί της αιτήσεως αναστολής απαιτεί να διενεργείται εκ μέρος της Επιτροπής Αναστολών στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων, προκειμένου να ερευνηθεί αν «οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος» (αρ. 52 παρ. 6 εδ. β΄ΠΔ 18/1989). Στη στάθμιση αυτή, η οποία βασίζεται στις πραγματικές περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης και, για τον λόγο αυτόν, είναι περιπτωσιολογική, λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της βλάβης του αιτούντος σε σχέση με την ένταση και την έκταση των λοιπών συμφερόντων που διακυβεύονται και ιδίως του δημοσίου συμφέροντος. Και είναι μεν σαφές ότι η έκδοση διοικητικής πράξης υπαγορεύεται, σύμφωνα με το λειτουργικό κριτήριο, πάντοτε από λόγο δημοσίου συμφέροντος, είναι ωστόσο, διάφορο το ζήτημα αν θα ήταν ανεκτό και σε ποιο βαθμό να αναβληθεί η εξυπηρέτησή του για το διάστημα της εκκρεμοδικίας της αιτήσεως ακυρώσεως. Παρά τον περιπτωσιολογικό κατ’ αρχήν χαρακτήρα της στάθμισης, η Επιτροπή Αναστολών έχει σε ορισμένες περιπτώσεις προβεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση ή το αντικείμενο της προσβαλλόμενης πράξης, σε τυποποίηση της στάθμισης των εμπλεκόμενων συμφερόντων.
Το δημόσιο συμφέρον εμφανίζεται κατ’ αρχήν υπέρτερο στις διοικητικές πράξεις που συνάπτονται με την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών και της διοικητικής αποτελεσματικότητας. Παγίως δε κρίνεται ότι πράξεις που αφορούν την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας δεν αναστέλλονται, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης, οπότε δύναται, κατ’ εξαίρεση, να χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως των εν λόγων πράξεων κατόπιν συνεκτιμήσεως των αναγκών της Υπηρεσίας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν οι πράξεις α) συγκρότησης και λειτουργίας συλλογικών οργάνων διοίκησης ή ΝΠΔΔ (ΕΑ 255-256/2020, 200/2020, 144/2019,11/2016,1302, 387/2010, 1086, 110/2008, 1138/2006, 713, 396/2005, 723/2003 κ.ά.), β) εκλογής, διορισμού, αντικατάστασης, παύσης οργάνων διοίκησης ΝΠΔΔ ή δημοσίων υπηρεσιών (EA 230-232/2019, 410/2018 Ολομ., 164, 160, 111/2018, 194, 154, 96, 54/2017, 35/2017 Ολομ., 241, 168, 111, 87-88/2016, 246, 89/2014, 93/2011, 350/2009, 510/2001, 572/1999, 105/1991, 336/1989, 193/1982, 332/1980, 164/1972, 213/1966 κ.ά.), γ) υπηρεσιακής κατάστασης δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων ή, εν γένει, του προσωπικού του Δημοσίου, ανεξαρτήτως της σχέσεως με τη οποίο αυτό υπηρετεί, στην οποία περιλαμβάνεται και η πειθαρχική ευθύνη (ΕΑ 33/2021, 266, 103/2020, 23, 21/2018, 377/2016, 476/2012, 113/2011, 1001/2009), δ) οργάνωσης – λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας (ΕΑ 204-205/2020, 321, 63/2018, 57/2017, 242, 238/2016, 122/2015, 380/2014 κ.ά.).»
Παραθέτουμε τέλος, εκτενές απόσπασμα από την μνημονευθείσα στο πιο πάνω σύγγραμμα των Β.Α. Γκέρτσου και Π.Η. Τσόγκα Απόφαση Αρ. 118/2010 της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος («ΕΑ»), η οποία αφορούσε παρόμοιο ζήτημα με το εδώ εξεταζόμενο (θέση σε αργία Δημάρχου στη βάση προσομοιάζουσων νομοθετικών διατάξεων με την εδώ εφαρμοζόμενη), με δικές μας υπογραμμίσεις:
«1. [.]
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της 45778/3979/30.6.2010 πράξης της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την οποία διαπιστώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ.2 α του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα (ν. 3463/2006), η θέση σε αργία του αιτούντος, Δημάρχου Δελφών, λόγω της παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, με το 21/2010 κατά νόμο αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με την κατηγορία ότι διέπραξε το προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950 κακούργημα. Κατά της πράξης αυτής ο αιτών έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 21.10.2010.
3. Επειδή, στο άρθρο 146 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν 3463/2006, Α’ 114) ορίζεται ότι : «1. Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόδεροι κοινοτήτων και οι δημοτικοί και οι κοινοτικοί σύμβουλοι καθώς και οι σύμβουλοι δημοτικών και τοπικών διαμερισμάτων και οι πάρεδροι εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα τους :
α) Αν στερηθούν τη διαχείριση της περιουσίας τους με τελεσίδικη δικαστική απόφαση,
β) Αν στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα με αμετάκλητη δικαστική απόφαση,
γ) Αν καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για παραχάραξη, κιβδηλεία, πλαστογραφία, ωευδή βεβαίωση, δωροδοκία, εκβίαση, κλοπή, υπεξαίρεση, απιστία, απάτη, καταπίεση, αιμομιξία, μαστροπεία, σωματεμπορία, παράνομη διακίνηση αλλοδαπών, παράβαση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, τη λαθρεμπορία, καθώς και για παράβαση καθήκοντος, εφόσον από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού προξενείται οικονομική βλάβη στον Δήμο, στην κοινότητα ή στα νομικά τους πρόσωπα. Για την έκδοση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.
2.α. Όταν γίνεται παραπομπή για κακούργημα με αμετάκλητο βούλευμα ή με απευθείας κλήση, κατά της οποίας έχει εξαντληθεί το δικαίωμα προσφυγής, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον εγκαλούμενο σε κατάσταση αργίας, η οποία διατηρείται σε περίπτωση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου. Εάν εκδοθεί αθωωτική απόφαση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως και η διοικητική ποινή θεωρείται ως μηδέποτε επιβληθείσα.
β.α. Εάν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, σε πρώτο βαθμό, για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως η αργία, το δε διοικητικό μέτρο θεωρείται ως μηδέποτε επιβληθέν».
4. Επειδή η θέση σε αργία δημοτικού άρχοντα κατ’ εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης έχει θεσπισθεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο επιβάλλει όπως οι δημοτικοί άρχοντες που παραπέμπονται με βάση αμετάκλητο βούλευμα για συγκεκριμένα αδικήματα απομακρύνονται προσωρινά από την ενεργό άσκηση των καθηκόντων τους, ώστε να διασφαλίζεται το αδιάβλητο των ενεργειών του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης.
Συνεπώς οι σχετικές πράξεις δεν είναι, καταρχήν, δεκτικές αναστολής εκτέλεσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος [βλ. ΕΑ 247/2008, 1058/2007, 503/2004, 476/2001, πρβλ. 869/2010, 1254, 247/2008, 441/2007 κ.ά).
5. Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη ο αιτών τέθηκε σε αργία, λόγω της παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς εφετείου Κακουργημάτων λαμίας, με το 21/2010 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με την κατηγορία ότι από 8.8.2002 έως 19.12.2003, ενεργώντας από κοινού και με δόλο με τη θυγατέρα του Λυδία Κ. Προκάλεσε στον αναπληρωτή δασάρχη Άμφισσας Δήμο Τσέλο την απόφαση να εκδώσει πράξη χαρακτηρισμού δασικής έκτασης ως μη δασικής με αποτέλεσμα το μεν Δημόσιο να υποστεί ζημία μεγαλύτερη των 150.000 δρχ., ο δε αιτών να προσπορίσει στη θυγατέρα του αντίστοιχο όφελος, με τον τρόπο δε αυτό κατέστη ηθικός αυτουργός του προβλεπόμενου στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950 (Α’ 301) κακουργήματος.
Ο αιτών προβάλλει ότι με την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα υποστεί ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη, αφού θα μειωθεί το κύρος του απέναντι στους συμπολίτες του και στους συναδέλφους του στο δημοτικό συμβούλιο, ενόψει και του ότι η θητεία του λήγει στις 31.12.2010, οπότε ούτε το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο αναμένεται να έχει αποφανθεί επί της ανωτέρω κατηγορίας, ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας να έχει δημοσιεύσει απόφαση επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Εξάλλου, κατά τον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη θα υποστούν τόσο ο Δήμος Δελφών, όσο και η Χώρα, διότι τα καθήκοντα του Δημάρχου δεν θα είναι δυνατόν να ασκηθούν με την αποτελεσματικότητα που αυτός, ως έμπειρος Δήμαρχος, τα ασκούσε, ενώ η χώρα δεν θα εκπροσωπείται ικανοποιητικά στις ενώσεις «Ο. Δ. Ένωση», «M. For Peace», «Reasau Europáen, «Les Recontres» και στο ΕΠΚΔ, στις οποίες είναι πρόεδρος ή μέλος λόγω της ιδιότητας του ως Δημάρχου Δελφών. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ηθική βλάβη την οποία επικαλείται ο αιτών είναι επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αιτήσεως ακυρώσεως και σταθμίζοντας αφενός τους ανωτέρω ισχυρισμούς του και αφετέρου το δημόσιο συμφέρον που υπαγορεύει την άμεση εκτέση της προσβαλλόμενης πράξης ενόψει και του ότι τα καθήκοντα του κωλυόμενου δημάρχου ασκεί ο νόμιμος αναπληρωτής του, κρίνει ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί η ζητούμενη αναστολή εκτέλεσης, αφού και η αίτηση ακυρώσεως δεν είναι προδήλως βάσιμη.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση. [.]»
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και ερχόμενοι στα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του Εφεσείοντα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέμεινε στο σκεπτικό του σε σχέση με τη στάθμιση της ζημίας με το δημόσιο συμφέρον σε κάπως γενικό και επιγραμματικό πλαίσιο. Αμφισβητείται, βεβαίως, σφόδρα από πλευρά Εφεσείοντα και η ερμηνεία του σκοπού του δημοσίου συμφέροντος που εγκολπώνει το κρίσιμο Άρθρο 113 του Νόμου, τον οποίο απέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. δεύτερο λόγο Έφεσης, ανωτέρω). Το γεγονός αυτό, όμως, δεν εμποδίζει το Διοικητικό Εφετείο, ως προαναφέρθηκε και κατά την εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης, αν συμφωνεί με το πρωτόδικο αποτέλεσμα, να αντικαταστήσει το αιτιολογικό της πρωτόδικης κατάληξης με το δικό του (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 57/18 Δημοκρατία ν. Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, ανωτέρω).
Οφείλουμε, καταρχάς, να υποδείξουμε ότι τίποτε από όσα με τον υπό εξέταση λόγο Έφεσης επικαλείται ο Εφεσείων σε σχέση με τον δοθέντα σκοπό της επίμαχης διάταξης, ήτοι αντίθεση προς τις αρχές που έχουν τεθεί από το ΕΔΑΔ, τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την επικληθείσα έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας ειδικά για Δημάρχους, πόσω μάλλον την παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, του τεκμηρίου αθωότητας ή περιορισμών δικαιώματος, δεν αναφέρθηκαν σε σχέση και για τους σκοπούς απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας του στην ένορκη δήλωση του Εφεσείοντος.
Αυτά τα ζητήματα τέθηκαν αποκλειστικά προς υποστήριξη έκδηλης παρανομίας της εκκαλούμενης απόφασης, ζητήματα που άπτονται, εν πάση περιπτώσει, του πρώτου και –επί το πλείστον- του τρίτου λόγου Έφεσης (βλ. ανωτέρω) και της συνταγματικότητας, κυρίως, της επίμαχης διάταξης, Άρθρο 113 του Νόμου, και συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της εξέτασης του ζητήματος της ανεπανόρθωτης ζημιάς υπό τον δεύτερο λόγο Έφεσης.
Κατά τα λοιπά και όσον το δυνατό επιγραμματικά, ο Εφεσείων επικαλέστηκε, με τις παραγράφους 50 έως και 54 της ένορκης δήλωσης του, ότι η μη αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης, οδηγεί σε καθημερινή παγίωση των δυσμενών συνεπειών εις βάρος του προσωπικά, επαγγελματικά και ως πολιτικού προσώπου, ισχυρίστηκε πολιτικό και επαγγελματικό του παροπλισμό για αόριστο χρονικό διάστημα και μη επανορθώσιμη απώλεια του κύρους του. Επικαλέστηκε, επίσης μη αποκαταστήσιμη ζημία από την αποστέρηση, λόγω της επίδικης απόφασης όπως τεθεί σε αργία, μη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού του προγράμματος και εκπροσώπησης των δημοτών του, ανεπανόρθωτη βλάβη της δημόσιας εικόνας, φήμης και υπόληψης του, πτώση της δημοτικότητας του, ανεξίτηλο στιγματισμό του και, εν γένει, διατήρηση της εντύπωσης ενοχής του.
Κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω δεν στοιχειοθετούν ανεπανόρθωτη ζημία, ως αυτή ορίζεται από τη νομολογία (βλ. Απόφαση Αρ. 118/2010 της ΕΑ, ανωτέρω), αλλά συνιστούν ηπιότερες μορφές ηθικής βλάβης (προσβολή επαγγελματικής φήμης ή πρόκληση αισθημάτων μειώσεως έναντι τρίτων, βλ. σύγγραμμα Γκέρτσου, Τσόγκα, ανωτέρω), οι οποίες, εκ πρώτοις, είναι σε περίπτωση επιτυχίας της Προσφυγής επανορθώσιμες.
Με δεδομένο ότι τέτοιες πράξεις όπως η προσβαλλόμενη (θέση σε αργία Δημάρχου) ταξινομούνται, καταρχήν, νομολογιακά ως μη δεκτικές αναστολής εκτέλεσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος [βλ. Απόφαση Αρ. 118/2010 της ΕΑ, ανωτέρω και τις εκεί παραπομπές στις ΕΑ 247/2008, 1058/2007, 503/2004, 476/2001, πρβλ. 869/2010, 1254, 247/2008, 441/2007 κ.ά), σημειώνουμε συναφώς, ότι, τα όσα σχετικά ανέφερε προς υποστήριξη της ζημίας του ο Εφεσείων στην ένορκη δήλωση του (50 έως και 54), κινούνται στο πεδίο μιας γενικής προσωπικής εκτίμησης του και ουδεμία άλλη υποστηρικτική μαρτυρία έχει προσφερθεί, σε σχέση πάντα με τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης ζημίας, η οποία να αποδεικνύει τέτοια εκτίμηση του ως ορθή και ως επαρκώς και πειστικά πιθανολογούμενη, ιδιαίτερα, της ζημίας που θα υποστεί σε τέτοια εμβέλεια που αυτή να καθίσταται - δια της εκτελέσεως της επίδικης πράξης- ανεπανόρθωτη, ως απαιτείται για την ευόδωση της αιτήσεως του για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αναστολής. Υπενθυμίζεται η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς κείται επί των ώμων του αιτούντος (βλ. Μαρκουλλίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3(Ε) ΑΑΔ 3413, Colocassides & Associates and others v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1780 και Moyo, ανωτέρω).
Όσον αφορά στον ισχυρισμό ότι, η επίδικη απόφαση ισχύει για αόριστο χρονικό διάστημα, το ίδιο το Άρθρο 113 του Νόμου καθορίζει την έλευση ποιών συγκεκριμένων γεγονότων οδηγούν στον τερματισμό ισχύος της απόφασης και ουδεμία μαρτυρία δόθηκε, έστω καθ’ υπολογισμό, εκ μέρους του Εφεσείοντα, για την αναμενόμενη διάρκεια ισχύος της επίδικης απόφασης. Ειρήσθω εν παρόδω, το Εφετείο, σε σχετικό επερώτημα του προς τον Εφεσείοντα κατά την ακρόαση της Έφεσης, έλαβε απάντηση ότι, ο Εφεσείων σε ουδεμία ενέργεια προέβη μέχρι τότε προς το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο με την οποία να ζητεί την επίσπευση της εκδίκασης της Προσφυγής του.
Κατά τα λοιπά, υιοθετούμε κατ’ αναλογία τα αναφερόμενα στην Απόφαση Αρ. 118/2010, ανωτέρω, κρίνοντας, εκ πρώτοις και υπό τους νομολογιακούς περιορισμούς επί του θέματος (βλ. ανωτέρω), ότι (και) οι πρόνοιες του Άρθρου 113 του Νόμου, που προσομοιάζουν στην τότε εφαρμοστέα ελληνική διάταξη που αφορούσε η Απόφαση Αρ. 118/2010, ανωτέρω σκοπούν (σε διαφοροποίηση με το πως προσδιόρισε τον σκοπό το πρωτόδικο Δικαστήριο) στο αδιάβλητο των ενεργειών και την εύρυθμη λειτουργία ενός Δήμου και γενικά στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης (βλ. και Α. Ράντου και Ε. Πρεβεδούρου «Η Αίτηση Ακυρώσεως») και, υπό αυτό το πρίσμα και εξειδικευμένα, του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο, σε συνάρτηση και στάθμιση με τα όσα προαναφέρθηκαν για τη ζημία που επικαλείται ο Εφεσείων (βλ. ανωτέρω), γέρνει την πλάστιγγα προς τη μη αποδοχή της επίδικης αίτησης επί του λόγου της ανεπανόρθωτης ζημίας, ακόμη και αν ήθελε χαρακτηρισθεί ως τέτοια.
Σημειώνεται, καταληκτικά, ότι το κατά πόσο αυτός οφείλει να είναι ο σκοπός ή έπρεπε να είναι άλλος και αν ναι ποιος ή αν αυτός επιτυγχάνεται (και σε ποιο βαθμό) και δη με συνταγματικό τρόπο, αναλογικό κ.λ.π. δια των προνοιών του Άρθρου 113 του Νόμου είναι ζήτημα που, όπως ήδη υποδείξαμε (βλ. Τούμπας, ανωτέρω κ.ά), εναπόκειται προς κρίση κατά τη λήψη απόφασης επί της ουσίας της Προσφυγής, υπό την προϋπόθεση, πάντα, της προηγούμενης διαπίστωσης επαρκούς δικογράφησης των εν λόγω σχετικών ισχυρισμών του Εφεσείοντα.
Τυχόν αντίθετη προσέγγιση και εκ βαθέως εξέταση αυτού του ζητήματος στο παρόν δικονομικό πλαίσιο της επίδικης αίτησης αναστολής δια της οδού του αναλυτικού προσδιορισμού του δημοσίου συμφέροντος, θα αντιστρατευόταν τον κανόνα ότι, νομικά ζητήματα, πόσω μάλλον σύνθετα (των οποίων η επίλυση δεν είναι προφανής ή οσάκις η μεταξύ των διαδίκων κατ’ αντιμωλία διαδικασία αναδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαμάχης της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής και απαιτούν, ως εκ τούτου, ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων) πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο της επί της ουσίας κυρίας διαδικασίας (βλ. ECONOMIDES, ανωτέρω, Α. Ράντου και Ε. Πρεβεδούρου «Η Αίτηση Ακυρώσεως» ανωτέρω, σελ. 733-734, και τις C-791/19 R Επιτροπή v. Πολωνίας, διατ. ημερομηνίας 8.4.2020, σκέψη 52 και C-204/121 R Επιτροπή v. Πολωνίας, διατ. ημερομηνίας 14.7.2021, σκέψη 79).
Με βάση τα ανωτέρω, απορρίπτεται και ο δεύτερος λόγος Έφεσης.
Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, ουδείς εκ των λόγων Έφεσης κρίνεται βάσιμος.
Η παρούσα Έφεση απορρίπτεται στην ολότητα της.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €3000 εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο