ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙO MITΣΕΡΟΥ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2026, 16/6/2026
print
Τίτλος:
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙO MITΣΕΡΟΥ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2026, 16/6/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

            (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου  Αρ. 15/2026 i-justice)

 

16 Ιουνίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

                    

                      1. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙO MITΣΕΡΟΥ

                      2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ

                      3. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

                      4. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗΣ

                      5. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΕΔΙΟΥ

                      6. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ

                      7. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ

                      8. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ

 

 

 

                                                                                                        Εφεσείοντες,

v.

 

                     ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

                    1.  ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/Η

                    2.  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η

                    3.  ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

                         ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ/Η

                    4. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η

                    5.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ

                        ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ  ΚΑΙ/Η

                    6. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η

                    7. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ

 

 

  

 

                                                                                                         Εφεσίβλητων.

--------------------

Ν. Ιακώβου (κα) & Ε.  Σούπερμαν (κα), για Λ. Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε, για Εφεσείοντες

Θ. Πιπερή (κα) & κος Θ. Χατζηλούκα, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

Μ. Κλεάνθους (κα), για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, για Ενδιαφερόμενο Μέρος.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη ως προς την κατάληξή της όχι όμως ως προς το σκεπτικό της. απόφαση της πλειοψηφίας θα δοθεί από τον Λυσάνδρου, Δ. και μ' αυτή συμφωνεί και ο Σεραφείμ, Δ.. Απόφαση με το ίδιο αποτέλεσμα μ' αυτό της πλειοψηφίας, αλλά με διαφορετικό σκεπτικό θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Διά της Προσφυγής Αρ. 809/2022, οι Εφεσείοντες προσέβαλαν την χορηγηθείσα στο Ενδιαφερόμενο Μέρος πολεοδομική άδεια για ανέγερση επίδικης μονάδας παραγωγής ασφαλτικού στο Μιτσερό.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή, δια της απόφασής του ημερ. 5.2.2026 η οποία εφεσιβάλλεται ενώπιόν μας. 

Στο δικόγραφο ημερ. 27.2.2026 της Έφεσης, Τμήμα 7, οι Εφεσείοντες υπέβαλαν αίτηση αναστολής εκτέλεσης (Μέρος Α) και στο Μέρος Γ την ακόλουθη αίτηση:

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση και/ή εφαρμογή της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής, Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ημερομηνίας 24.3.2022 να εγκρίνει την αίτηση για πολεοδομική άδεια με αρ. [.], και/ή να επιτρέψει την μεταφορά εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου στα διοικητικά όρια της Κοινότητας Μιτσερού, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Έφεσης ή και εκδόσεως αποφάσεως εις αυτήν ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών και/ή οποιαδήποτε ενέργεια και/ή μέτρο και/ή πράξη και/ή απόφαση, προς υλοποίηση της προαναφερόμενης άδειας, από τους Καθ’ων η Αίτηση και/ή οποιοδήποτε Ενδιαφερόμενο Μέρος και/ή υπηρέτη και/ή αντιπρόσωπο και/ή εντολοδόχο των Καθ’ων η αίτηση, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Έφεσης ή και εκδόσεως αποφάσεως εις αυτήν ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή

Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για σύντομη εκδίκαση της Έφεσης, σε προθεσμίες που ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο, και/ή

Δ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία και/ή οδηγίες το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη, δίκαιη και ορθή υπό τις περιστάσεις.».

 

Η αίτηση του άνω Μέρους Γ επαναλήφθηκε με διακριτή αίτηση των Εφεσειόντων ημερ. 6.3.2026.  

 

Κατά δε την ενώπιόν μας δικάσιμο ημερ. 19.3.2026, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσειόντων διασαφήνισε και προφορικά ότι το αντικείμενο της αίτησής της είναι, όχι η αναστολή της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας.

 

Η αίτηση των Εφεσειόντων για σύντομη εκδίκαση της Έφεσης έγινε αποδεκτή, ως καταδεικνύουν οι οδηγίες μας για τη σύντομη εκδίκαση της προαναφερόμενης αίτησης για αναστολή της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας (εφεξής «η αίτηση αναστολής»), για αυτό δε τον λόγο η Εφεσίβλητη (πρωτόδικα, η καθ’ ης η αίτηση)  και το Ενδιαφερόμενο Μέρος υπέβαλαν γραπτώς τις ενστάσεις τους αναφορικά με την εν λόγω αίτηση και, εν συνεχεία, οι διάδικοι αγόρευσαν προφορικά κατά την ενώπιόν μας ακρόαση ημερ. 5.5.2026.

 

Διά των ενστάσεών τους, οι αντίδικοι των Εφεσειόντων υποστηρίζουν ότι η αίτηση ακύρωσης είναι αβάσιμη έως και προπετής. 

 

Η κρίση μας έχει ως εξής:

Σύμφωνα με τον περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικό Κανονισμό του 2025 (Επίσημη Εφημερίδα αρ. 4178 της 1.8.2025).  το Διοικητικό Εφετείο εφαρμόζει, τηρουμένων των αναλογιών, τις πρόνοιες του Μέρους 41 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ως εκάστοτε τροποποιούνται (εφεξής «οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας») εκτός αν ο ίδιος ο περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικός Κανονισμός του 2025 προβλέπει διαφορετική ρύθμιση από αυτήν των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Επειδή ο περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικός Κανονισμός του 2025 δεν προβλέπει ρύθμιση ως προς την υπό του Διοικητικού Εφετείου αναστολή διοικητικής πράξης, πρέπει να εξεταστεί το Μέρος 41 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Στο Μέρος 41 (ως έχει τροποποιηθεί) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η μόνη ρητή αναφορά περί αναστολής απαντάται στον Κανονισμό 41.7 και αφορά την αναστολή διατάγματος ή απόφασης κατώτερου Δικαστηρίου (ο Κανονισμός 41.1(2)(γ) ορίζει -για τους σκοπούς του Μέρους 41- το «κατώτερο Δικαστήριο»  ως το Δικαστήριο επί της απόφασης του οποίου ασκείται έφεση), που δεν είναι η ενώπιόν μας περίπτωση.

 

Εντούτοις, οι Εφεσείοντες παραπέμπουν σε διάταξη του Μέρους 41 και, συγκεκριμένα, στον Κανονισμό 41.12(1) κατά τον οποίο «Σε σχέση με έφεση το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου Δικαστηρίου» (δηλαδή ως προαναφέρθηκε, του Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση).

 

Συμφωνούμε με τη θέση των Εφεσειόντων πως ο Κανονισμός 41.12(1) είναι -κατ’ επιταγήν του Κανονισμού 3(1) των περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2025- κατ’ αναλογία εφαρμοστέος επί του Διοικητικού Εφετείου, κατά τρόπο ώστε να θεωρείται ότι προβλέπει πως, σε σχέση με ενώπιόν του έφεση, το Διοικητικό Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου (στην παρούσα περίπτωση του Διοικητικού Δικαστηρίου) του οποίου η πρωτόδικη απόφαση ή διαταγή συνιστά αντικείμενο της υπό του Διοικητικού Εφετείου εκδικαζόμενης Έφεσης (με τον περιορισμό ότι το δευτεροβάθμιο αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάζει λόγους ακύρωσης πρωτογενώς: Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 130/21 Δημοκρατία ν.  DARYL & MIKE DEVELOPERS, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2026).

 

Δεν συμφωνούμε με τη θέση της Εφεσίβλητης και του Ενδιαφερόμενου Μέρους πως ο Κανονισμός 41.12(1) δεν εναποθέτει στο Διοικητικό Εφετείο εξουσία ως προς την αναστολή διοικητικής πράξης, με το σκεπτικό ότι ο Κανονισμός 41.7 προβλέπει εξαντλητικά τα περί αναστολής και το πράττει μόνο για πρωτόδικο διάταγμα ή απόφαση.

 

Ως προαναφέρθηκε, ο Κανονισμός 41.7 προβλέπει για την αναστολή πρωτόδικου διατάγματος ή απόφασης και μόνο, όπερ σημαίνει ότι σιωπά και δεν ρυθμίζει την αναστολή διοικητικής πράξης.  Το γεγονός ότι ο τίτλος του Κανονισμού 41.7 αναφέρεται γενικά σε «Αναστολή» δεν επηρεάζει το άνωθεν συμπέρασμα καθότι ο τίτλος ή πλαγιότιτλος νομοθετικής διάταξης δεν αποτελεί κριτήριο για την ερμηνεία της ίδιας της διάταξης ή, εν πάση περιπτώσει κατά σύγχρονη αντίληψη, έχει περιορισμένη ερμηνευτική βαρύτητα (βλ. Ποινική Έφεση Αρ. 67/22 Βαρνακίδης ν. Αστυνομίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 4.3.2024).

 

Συναφώς, υπομνύεται ότι ο Κανονισμός 41.7 συνιστά μέρος Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίοι -ως δηλοί η τιτλοφορία τους ως Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας- εκπονήθηκαν για να καλύψουν εφετειακή δικαιοδοσία άλλη από την αναθεωρητική.  Εξ ου και ο Διαδικαστικός Νομοθέτης έκρινε σκόπιμη την έκδοση διακριτών Κανονισμών (αρχικά τους περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023[1] και, εν συνεχεία, τους περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2025, που προβλέπουν, ως προαναφέρθηκε, ότι το Μέρος 41 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στην κατ’ έφεσιν αναθεωρητική δικαιοδοσία.  

 

Υπό το πρίσμα των προλεχθέντων, είναι εύλογο ο Κανονισμός 41.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας να μην κάνει αναφορά σε αναστολή διοικητικής πράξης (που, προφανώς, εκφεύγει της δικαιοδοσίας για την οποία ο εν λόγω Κανονισμός εκδόθηκε) ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η απουσία αυτής της αναφοράς συνιστά σκόπιμη αποστέρηση από το Διοικητικό Εφετείο της δικαιοδοσίας περί της αναστολής διοικητικής πράξης.

 

Αφού, λοιπόν, ο Κανονισμός 41.7 είναι ουδέτερος (αλλά και μη σχετικός) ως προς την αναστολή διοικητικής πράξης, δεν επηρεάζει τη ρύθμιση του Κανονισμού 41.12(1) προς χορήγηση συναφούς εξουσίας στο Διοικητικό Εφετείο βάσει αυτού.

 

Επισημαίνουμε, πρόσθετα, ότι, επειδή το βασικό κατ’ έφεση θέμα παραμένει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (Δημοκρατία ν. Μαυρομάττη κ.ά. (1991) 3 Α.Α.Δ. 543· Χ¨ Χάννας ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 1171), όχι μόνο είναι εύλογο να ερμηνεύσουμε τον Κανονισμό 41.12(1) ως παρέχοντα στο Διοικητικό Εφετείο δικαιοδοσία αναστολής της εν λόγω πράξης, αλλά και στην απουσία του Κανονισμού φρονούμε ότι τέτοια δικαιοδοσία θα αναφύετο από τις συμφυείς εξουσίες του Διοικητικού Εφετείου.

 

 

 

Δεδομένου, λοιπόν, ότι το Διοικητικό Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του Διοικητικού Δικαστηρίου (του οποίου η απορριπτική της Προσφυγής απόφαση εφεσιβάλλεται), ως προς την αναστολή διοικητικής πράξης, πρέπει ακολούθως να εξεταστεί η δικαιοδοτική βάση της συναφούς πρωτόδικης εξουσίας.

 

Η νομολογία αναγνώρισε τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (εφεξής «ο Κανονισμός 13») ως τη βάση για την έκδοση διατάγματος αναστολής διοικητικής πράξης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2022). 

 

Επισημαίνεται μάλιστα ότι ο Κανονισμός 13 έχει ερμηνευθεί νομολογιακά ώστε να χορηγεί τη δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος αναστολής τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση (Christou a.o. v. Republic (1982) 3 CLR 634).

 

Αβάσιμη κρίνεται η θέση της Εφεσίβλητης πως το Διοικητικό Εφετείο δεν δύναται να αναστείλει την εκτέλεση προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης χωρίς να ανασταλεί και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία επικύρωσε τη νομιμότητά της.

 

Σε αντίθεση με την περίπτωση πρωτόδικης ακυρωτικής απόφασης, δικαστική απόφαση που απορρίπτει προσφυγή (ως η εφεσιβαλλόμενη) είναι επικυρωτική της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (Λαρτίδης ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 283) αφήνοντας, έτσι, άθικτη την ισχύ της τελευταίας οπότε η τυχόν αναστολή της διοικητικής πράξης δεν διεξέρχεται μέσω της αναστολής της δικαστικής απόφασης.  Ως λέχθηκε, συναφώς και χαρακτηριστικά, στη μονομελή απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου επί της KADIVARI ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 3420, η επικυρωτική (της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης) δικαστική απόφαση δεν επαυξάνει ούτε αναμορφώνει την εκτελεστότητα της επικυρούμενης διοικητικής πράξης, οπότε η τυχόν αναστολή τέτοιας δικαστικής απόφασης δεν επιφέρει αφ’ εαυτής την αναστολή εκτέλεσης της επικυρωθείσας διοικητικής πράξης.

 

Aφού, λοιπόν, ο Κανονισμός 13 συνιστά για το πρωτόδικο Δικαστήριο τη νομική βάση της εξουσίας αναστολής διοικητικής πράξης, συνιστά -ως επεξηγήθηκε ανωτέρω- τη νομική βάση και για την εκ του Διοικητικού Εφετείου άσκηση της ίδιας εξουσίας, χωρίς καν να χρειάζεται να εξεταστεί το θέμα υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο παραπέμπουν οι  Εφεσείοντες.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία για την αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης, ως κωδικοποιήθηκε πρόσφατα από το Διοικητικό Εφετείο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΑΡ. 31/2025 (i-justice) ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (Ο.Κ.ΥΠ.Υ.) ν. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 7.4.2026)-

(α) η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης στοχεύει στο να αποσοβήσει τη ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως, μια τέτοια δε ενέργεια συνιστά εξαιρετική δικαιοδοσία η οποία αναλαμβάνεται με φειδώ, ήτοι μόνο εφόσον καταδειχθεί πως η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι έκδηλα παράνομη ή επίκειται εξαιτίας της επαπειλούμενη ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος του προσφεύγοντα·

(β) το προσωρινό διάταγμα στο διοικητικό δίκαιο διαφέρει από το συντηρητικό διάταγμα του ιδιωτικού δικαίου το οποίο εκδίδεται βάσει του Άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων (ο Νόμος 14 του 1960 ως τροποποιήθηκε)·

(γ) ο αιτών την αναστολή έχει το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας, η οποία πρέπει να είναι άμεση και συγκεκριμένη, να μη στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου και να αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου·

(δ) το βάρος απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι στο επίπεδο της σοβαρής πιθανολόγησης.  Ακόμα όμως και αν τέτοια αποδειχθεί, το (αναθεωρητικής δικαιοδοσίας) Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής, αν αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητα εμπόδια στη Διοίκηση, καθότι το προσωπικό συμφέρον του προσφεύγοντα υποχωρεί έναντι του δημόσιου συμφέροντος (ζητήματα για τα οποία απαιτείται δικαστική στάθμιση)·

(ε) ζημιά η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, όσο δύσκολα και αν αποκαθίσταται, δεν είναι αφ’ εαυτής και μόνο ανεπανόρθωτη.  Μόνο αν είναι αδύνατη η αποτίμηση και επανόρθωση της ζημιάς σε χρήμα ή αν έχει άλλες συνέπειες που ανεπανόρθωτα πλήττουν τον αιτητή, μπορεί η ζημιά να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη.

 

 

Περαιτέρω, οι αρνητικές πράξεις της Διοίκησης δεν χωρούν αναστολής διότι τέτοια αναστολή θα ισοδυναμούσε με την έκδοση διοικητικής πράξης από το Δικαστήριο (Gamage ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 463).

 

Στην ενώπιόν μας υπόθεση, οι Εφεσείοντες αιτούνται την αναστολή της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας κατ’ επίκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς.

 

Καταρχάς, επισημαίνουμε τα εξής για τις λοιπές θεραπείες της αίτησής τους:

 

Όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία Γ για σύντομη εκδίκαση της παρούσας Έφεσης, αυτή, ως προαναφέρθηκε, έγινε ήδη δεκτή και υλοποιείται και μέσω των οδηγιών του Διοικητικού Εφετείου προς σύντομη εκδίκαση της ενώπιόν μας ενδιάμεσης αίτησης.  Υποδείξαμε, μάλιστα, στους Εφεσείοντες πως η εκδίκαση της όλης Έφεσης ενδεχομένως θα ήταν συντομότερη στην απουσία της παρούσας αίτησης για αναστολή της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας.

 

Αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Β, ως διακριτή από την αιτούμενη θεραπεία Α η οποία αφορά την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας, απορρίπτεται για τους εξής λόγους:  

 

Η θεραπεία Β στην ουσία έχει το ίδιο αντικείμενο με τη θεραπεία Α, διατυπωμένη με άλλο λεκτικό, οπότε παρέλκει η εξέτασή της.  Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η θεραπεία Β εννοιολογικά είναι πιο διευρυμένη, και πάλι θα ήταν απορριπτέα, διότι -ως μας ενημέρωσαν οι Εφεσείοντες- για την επίδικη ανάπτυξη εκδόθηκε και άδεια οικοδομής (εναντίον της οποίας ασκήθηκε και εκκρεμεί άλλη Προσφυγή) η οποία, παρά τον συσχετισμό της με την προηγηθείσα (επίδικη) πολεοδομική άδεια, που είναι και η μόνη επίδικη πράξη στην Προσφυγή είναι κατ’ αρχήν αυτοτελής πράξη έναντι της πολεοδομικής άδειας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 44/2020 Δημοκρατία ν. Μακρή-Ονουφρίου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 19.2.2025).

 

Όποιες, λοιπόν, εργασίες/μέτρα/ενέργειες λαμβάνουν χώρα προς υλοποίηση της πολεοδομικής άδειας γίνονται και προς υλοποίηση και της άδειας οικοδομής και, υπό το φως τούτου, θεωρούμε αδόκιμη την έκδοση προσωρινού δικαστικού διατάγματος το οποίο θα επηρεάσει την εκτέλεση της άδειας οικοδομής, η οποία δεν είναι αντικείμενο της παρούσας Έφεσης.

 

Επιστρέφοντας στην αιτούμενη θεραπεία Α, το υπό κρίση ερώτημα είναι, αν οι Εφεσείοντες όντως απέδειξαν ενώπιόν μας -σε επίπεδο σοβαρής πιθανολόγησης- πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, μη αποτιμητέας σε χρήμα.

 

Προς εξέταση τούτου, κρίνεται χρήσιμη η σύντομη αναδρομή στο δικαστικό ιστορικό της παρούσας υπόθεσης.

 

Την 4.5.2022 καταχωρήθηκε η πρωτόδικη Προσφυγή Αρ. 809/2022 η οποία (μεταξύ άλλων) ισχυρίζεται παράβαση του Άρθρου 7 του Συντάγματος (το οποίο εγγυάται το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική  ακεραιότητα).

 

Την ίδια ημερομηνία, οι Εφεσείοντες αιτήθηκαν από το πρωτόδικο  Δικαστήριο δικαστικό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης και/ή εφαρμογής της πολεοδομικής άδειας στη βάση των ουσιαστικά ίδιων επιχειρημάτων τα οποία προβάλλονται ενώπιόν μας, ήτοι στη βάση της κατ’ επίκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία από την εγκατάσταση εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου (εφεξής «το εργοστάσιο») εντός των διοικητικών ορίων της Κοινότητας Μιτσερού, προς μεταφορά αυτού του εργοστασίου από την πρότερή του έδρα στο Τσέρι.

 

Η προβαλλόμενη επιχειρηματολογία ερείδεται στο αρνητικό (όσον αφορά τον επηρεασμό του περιβάλλοντος και των κατοίκων) ιστορικό της λειτουργίας του εργοστασίου στο Τσέρι, κυρίως λόγω της εκπομπής ρύπων.

 

Απόδειξη τούτου είναι η αγωγή του ίδιου του Κράτους για δημόσια οχληρία λόγω της λειτουργίας του εργοστασίου στο Τσέρι, αγωγή η οποία στρεφόταν κατά  (μεταξύ άλλων) της PROMETHEAS ASPHALT LTD η οποία ήταν η διαχειρίστρια εταιρεία και η οποία ήταν το πρόσωπο που αιτήθηκε και έλαβε την ενώπιόν μας προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια.  Στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, ο ενάγων Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας αιτήθηκε παρεμπίπτον διάταγμα προς αναστολή της λειτουργίας του εργοστασίου, αίτηση η οποία απορρίφθηκε πρωτόδικα αλλά ευοδώθηκε κατ’ έφεση (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε53/21 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. 1. CYBARCO CONTRACTING LTD, 2. PROMETHEAS ASPHALT LTD, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 10.2.2022).

 

Με την άνωθεν απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι επληρούντο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων προς έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής  λειτουργίας του εργοστασίου στο Τσέρι.   Δηλαδή, κρίθηκε ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία της δημόσιας υγείας υπερισχύει των όποιων ζημιών σε βάρος των εναγόμενων από την αναστολή της λειτουργίας του εργοστασίου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 10.8.2022 επί της Προσφυγής (η οποία απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε). Υιοθέτησε ανάλογη προσέγγιση εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα αναστολής της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας επειδή έκρινε ότι πληρούται η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημίας μη αποτιμητέας σε χρήμα, αφού αφορά τη δημόσια υγεία, απορρίπτοντας τις προδικαστικές ενστάσεις της Εφεσίβλητης κατά τις οποίες τέτοιο διάταγμα αντίκειτο στο δημόσιο συμφέρον και οι Εφεσείοντες δεν είχαν καν έννομο συμφέρον για προώθηση της Προσφυγής

 

Από νομικής άποψης, το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε, αφενός, τη Σύμβαση του Άρχους η οποία απαιτεί και τη δυνατότητα χορήγησης προσωρινών δικαστικών μέτρων με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος και, αφετέρου, δικαστικό προηγούμενο (Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3498) αφορόν την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής άδειας λατομείου.

 

Στην Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό μονομελή σύνθεση) συνάρτησε την προστασία του περιβάλλοντος με το δικαίωμα της ζωής και αποφάνθηκε ότι «Ανεπανόρθωτη είναι η ζημιά  η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με υλικά ή άλλα μέσα.  Η αποτίμηση του επηρεασμού του περιβάλλοντος και της ποιότητας της ζωής σε χρηματικές αξίες είναι εκτός πραγματικότητας».

 

Εν συνεχεία, με την απόφαση του ημερ. 25.9.2023, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την Προσφυγή ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια ως παράνομη.

 

Με τις συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 27/2023 i- justice και Αρ. 29/2023 i-justice Δημοκρατία ν. Κοινοτικού  Συμβουλίου Μιτσερού κ.ά.,  η Εφεσίβλητη προσέβαλε την ακυρωτική απόφαση ημερ. 25.9.2023.

 

Με την απόφασή του ημερ. 23.1.2025 επί των δύο συνεκδικαζόμενων Εφέσεων, το Εφετείο ομογνώμησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς το ότι οι Εφεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον προς προώθηση της Προσφυγής, υπό την έννοια ότι πιθανολόγησαν επαρκώς -για σκοπούς παραδεκτού- τον δυσμενή επηρεασμό τoυς, παραπέμποντας στα αποδεικτικά προς τούτο στοιχεία τα οποία ήταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την έκδοση της ενδιάμεσής του απόφασης  ημερ. 10.8.2022 και τα οποία είναι και ενώπιόν μας για σκοπούς εξέτασης της ενώπιόν μας αίτησης αναστολής.

 

Κατά τα άλλα, το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 25.9.2023 και παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στο πρωτόδικο  Δικαστήριο προς εξέταση λόγων ακύρωσης που δεν εξετάστηκαν.

 

Με την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του ημερ. 5.2.2026, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή εξ ου και η ενώπιόν μας έφεση των Εφεσειόντων.

 

Κατά τη μονομελή απόφαση ημερ. 19.6.2012 του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Προσφυγής Αρ. 758/2012 Δήμος Λεμεσού ν. Δημοκρατίας μέσω του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, αίτηση αναστολής δεν χορηγείται εάν ο αιτών απλά καταδεικνύει μία συζητήσιμη υπόθεση (που είναι το μέτρο απόδειξης το οποίο ρητά δήλωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι χρησιμοποίησε κατά την έκδοση της απόφασής του ημερ. 10.8.2022 για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας).  Ως αναφέρθηκε στην ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (Ο.Κ.ΥΠ.Υ) ν. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED ανωτέρω, το βάρος απόδειξης της ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι στο επίπεδο της σοβαρής πιθανολόγησης.

 

Η Δήμος Λεμεσού ν. Δημοκρατίας μέσω του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, ανωτέρω επίσης δεικνύει ότι η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν πρέπει να παραμένει στο επίπεδο ισχυρισμών διότι, όσο και αν ο αιτών τη θεωρεί αυτονόητη ή προφανή, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να την εκλάβει ως τέτοια.  Τουναντίον η ζημιά θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησής της να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία, διαφορετικά το διάταγμα αναστολής δεν πρέπει να εκδίδεται (προφανώς, υπό το πρίσμα της φειδούς με την οποία το Δικαστήριο προσεγγίζει τέτοια αίτηση).

 

Καταρχάς, αναγνωρίζουμε ως ύψιστο αγαθό την αξία της ανθρώπινης ζωής αλλά και της προστασίας του περιβάλλοντος (την οποία υπογραμμίζει και  η προσθήκη του Άρθρου 7Α στο Σύνταγμα, διά του περί της Δεκάτης Ένατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2024 -Νόμου 171(Ι) του 2024- ο οποίος δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ κατά την 31.12.2024).

 

Βάσει τούτου, συμφωνούμε με τον δικαστικό λόγο της Κοινότητας Πυργών ν. Δημοκρατίας ανωτέρω ότι η ζωή και η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι αποτιμητέα σε χρήμα, παρά την ενδεχόμενη ευχέρεια καταχώρησης αγωγής σε περίπτωση ευόδωσης προσφυγής (ή έφεσης), στο πλαίσιο του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, προς εξασφάλιση αποζημίωσης για τυχόν ζημιά που προκαλείται στον προσφεύγοντα και ως προς αυτά.

 

Το ζήτημα είναι αν οι Εφεσείοντες επέδειξαν, στον βαθμό και με τον τρόπο τον οποίο απαιτεί η προρρηθείσα νομολογία, πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς μη αποτιμητέας σε χρήμα, προκαλούμενης από τη λειτουργία του επίδικου εργοστασίου.

 

Μια πρώτη αδυναμία στην επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων προς υποστήριξη της αίτησής τους μας υποδείχθηκε από το ενδιαφερόμενο μέρος, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια θέτει ως πολεοδομικό όρο (12) όπως «Η ανάπτυξη [δηλαδή, η ανέγερση εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου] να μην τεθεί σε χρήση εκτός αν εκτελεστούν όλοι οι όροι της άδειας αυτής.»

 

Άρα, πριν την εκτέλεση όλων των όρων της άδειας (προς ικανοποίηση των αρμοδίων διοικητικών αρχών που έχουν αρμοδιότητα να κρίνουν κατά πόσο ο πολεοδομικός όρος (12) τηρήθηκε πλήρως στον χρόνο που το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο διά της έναρξης χρήσης του εργοστασίου, χρήση η οποία προϋποθέτει -πέραν της ήδη εκδοθείσας πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής- την εκ της αρμόδιας αρχής έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 10(1) των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμων, Κεφάλαιο 96 ως τροποποιήθηκε), η προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια δεν συνιστά νόμιμο υπόβαθρο για την λειτουργία του επίδικου εργοστασίου.  Χωρίς δε την έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου δεν είναι δυνατό να προκληθεί βλάβη στους Εφεσείοντες (και δη ανεπανόρθωτη), ως αυτή που επικαλούνται, από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας.

 

Η παράμετρος την οποία εισαγάγει, στην ενώπιόν μας υπόθεση, το διά νόμου απαιτητέο πιστοποιητικό έγκρισης προς νομιμοποίηση της λειτουργίας του επίδικου εργοστασίου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι η διά της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας (και της συναφούς άδειας οικοδομής η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα) ανέγερση του επίδικου εργοστασίου που μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εφεσείοντες, ως αυτήν την οποία οι ίδιοι επικαλούνται (δηλαδή, όταν το εργοστάσιο αρχίσει να λειτουργεί) αλλά η έκδοση του πιστοποιητικού έγκρισης. Προς απόδειξη τούτου, παραπέμπουμε στην διατύπωση του Άρθρου 10(1) του Κεφαλαίου 96 κατά το οποίο (η υπογράμμιση δική μας) «Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής [.]».

Εξυπακούεται ότι η τυχόν παράνομη λειτουργία του εργοστασίου, χωρίς δηλαδή να τηρηθεί ο πολεοδομικός όρος (12) και χωρίς να εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης, δεν είναι παράγοντας ο οποίος αφορά το εξεταζόμενο ζήτημα, που είναι η αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας, ώστε να μην προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εφεσείοντες βάσει αυτής καθ’ αυτής της εκτέλεσης.

 

Αν ο παρών χρόνος συνιστά χρόνο ο οποίος μεσολαβεί πριν την τήρηση όλων των όρων της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας, το εργοστάσιο δεν μπορεί νόμιμα να λειτουργήσει βάσει αυτού και παρέλκει η χορήγηση του αιτηθέντος δικαστικού διατάγματος αναστολής.

 

Σε δε περίπτωση που ο παρών χρόνος συνιστά χρόνο κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια εκτελέστηκε πλήρως διά της πλήρους -μεταξύ άλλων- τήρησης του πολεοδομικού όρου (12), και πάλι παρέλκει η έκδοση δικαστικού διατάγματος αναστολής, για τους εξής δύο λόγους:

(α) η αίτηση αναστολής είναι παρωχημένη διότι δεν νοείται να διαταχθεί δικαστικώς η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης η οποία ήδη περατώθηκε πλήρως·

(β) ως προαναφέρθηκε, δεν είναι δυνατόν αυτή η εκτέλεση να προκαλεί βλάβη και δη ανεπανόρθωτη (για σκοπούς χορήγησης διατάγματος αναστολής), διότι δεν νομιμοποιεί, χωρίς να ακολουθήσει άλλη πράξη, ήτοι η έκδοση του πιστοποιητικού έγκρισης, τη λειτουργία του εργοστασίου. 

 

Τα ανωτέρω αναδεικνύουν, κατά τη γνώμη μας, ότι τα νομικά δεδομένα οδηγούν στην απόρριψη της ενώπιόν μας αίτησης αναστολής, δεδομένης της φειδούς  με την οποία οφείλουμε να προσεγγίσουμε την εξέτασή της μετά τη νομολογία (βλ. ανωτέρω).

 

Για σκοπούς όμως πληρότητας της εξέτασης, προχωρούμε στην εξέταση και των πραγματικών δεδομένων τα οποία επικαλούνται οι Εφεσείοντες.

 

Με κάθε σεβασμό προς τους Εφεσείοντες, τα από πλευράς τους υποβληθέντα στοιχεία δεν επαρκούν για να μας πείσουν για το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον, τουλάχιστον στο επίπεδο της σοβαρής πιθανολόγησης, από τη λειτουργία του επίδικου εργοστασίου.

 

Συγκεκριμένα, η όποια προβληματική λειτουργία του εργοστασίου στο Τσέρι δεν αποδεικνύει από μόνη της την προβληματική λειτουργία του εργοστασίου στο Μιτσερό και δη σε επίπεδο που να στοιχειοθετεί ανεπανόρθωτη βλάβη που να δικαιολογεί το επείγον της αναστολής της εκτέλεσης της επίδικης πολεοδομικής άδειας πριν τη διεκπεραίωση της εκδίκασης της παρούσας Έφεσης.

 

Περαιτέρω, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθούν βάσιμες οι αμφιβολίες των Εφεσειόντων για την αντικειμενικότητα των περιβαλλοντικών εκθέσεων στις οποίες βασίστηκε η Διοίκηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας (ζήτημα, ωστόσο, που κατά κανόνα αφορά το στάδιο εξέτασης της κυρίως υπόθεσης), και αυτές από μόνες τους δεν αποδεικνύουν σοβαρή πιθανότητα ανεπανόρθωτης ζημιάς.

 

Επιπλέον, χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η λειτουργία του εργοστασίου στο Τσέρι αναστάληκε από 10.2.2022, ήτοι μέσω της δικαστικής απόφασης ίδιας ημερομηνίας  του Ανώτατου  Δικαστηρίου στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. 1. CYBARCO CONTRACTING LTD, 2. PROMETHEAS ASPHALT LTD, ανωτέρω, παρατηρούμε ότι οι Εφεσείοντες επικαλούνται εκθέσεις του Πανεπιστημίου Κύπρου που είναι περίπου τεσσάρων ετών.  Αυτή η χρονική τους απόκλιση, από τον χρόνο της υποβληθείσας αίτησης αναστολής εν έτει 2026, συνιστά επίσης μη πειστικό παράγοντα ως προς την ικανοποίηση των κριτηρίων προς έκδοση του αιτηθέντος διατάγματος αναστολής.  Για παράδειγμα, αυτή η χρονική απόκλιση δεν καθιστά πλέον ασφαλή τη στοιχειοθέτηση του αναφερόμενου στις εκθέσεις προβλήματος δυσοσμίας το οποίο επικρατούσε στην περιοχή του Μιτσερού.

 

Υπό το φως των ανωτέρω και στο πλαίσιο της φειδούς στο οποίο οφείλουμε να κινηθούμε, κρίνουμε ότι δεν είναι επαρκώς πειστική η ενώπιόν μας αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας και, συνεπώς, χρήζει απόρριψης.

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

Απορρίπτεται η ενδιάμεση αίτηση ημερ. 6.3.2026 προς αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας και προς απαγόρευση εκτέλεσης εργασιών για υλοποίηση της εν λόγω πολεοδομικής άδειας.

 

Ως προαναφέρθηκε, ήδη εγκρίθηκε το αίτημα για σύντομη εκδίκαση της παρούσας Έφεσης, όποτε θα δώσουμε σχετικές οδηγίες.

 

Επιδικάζονται έξοδα 1500 ευρώ υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά των  Εφεσειόντων.

 

                         

                                                          Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                          Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Συμφωνώ με το αποτέλεσμα της πλειοψηφίας αλλά με διαφορετικό σκεπτικό:

 

Επιζητούν οι Εφεσείοντες διάταγμα του Διοικητικού Εφετείου με το οποίο να αναστέλλεται η εφαρμογή της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής ημερομηνίας 24/3/2022 να εγκρίνει την αίτηση για πολεοδομική άδεια και να επιτρέψει τη μεταφορά εργοστασίου παραγωγής ασφάλτου στα δημοτικά όρια της Κοινότητας Μιτσερού, μέχρι εκδικάσεως της Έφεσης (που καταχωρίσθηκε εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 809/2022, ημερ. 5/2/2026).  Επιζητούν επίσης διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η εκτέλεση εργασιών προς υλοποίηση της πολεοδομικής άδειας από τους Καθ’ων η αίτηση και το Ε/Μ.

 

Επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Εφεσείοντες διευκρίνισε ότι αντικείμενο της αίτησης είναι η αναστολή της εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι της πολεοδομικής άδειας και όχι η αναστολή της  δικαστικής απόφασης.  Επικαλείται δε προς υποστήριξη της θέσης της, ότι παρέχεται τέτοια εξουσία στο Διοικητικό Εφετείο (μεταξύ άλλων), τις πρόνοιες του Μέρους 41 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (6/2023) και συγκεκριμένα τον Κανονισμό 41.12(1), σύμφωνα με τον οποίο «Σε σχέση με έφεση το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου».

 

Με κάθε σεβασμό προς τις θέσεις των Εφεσειόντων και την απόφαση της πλειοψηφίας ως προς το ζήτημα αυτό, είμαι της άποψης ότι η δικαστική απόφαση διέρχεται μέσα από την εξέταση της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτή.  Επομένως όταν επιζητείται η αναστολή με προσωρινό διάταγμα της διοικητικής απόφασης, ουσιαστικά επιζητείται αναστολή της δικαστικής απόφασης, που εν προκειμένω επικύρωσε τη διοικητική απόφαση.

 

Κατά συνέπεια εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Μέρους 41, Κανονισμός 7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, υπό τον τίτλο «Αναστολή», σύμφωνα με τις οποίες:

«(1)(α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου.

(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο».

 

Επομένως, υπό αυτά τα δεδομένα, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί πρώτα στο πρωτόδικο Δικαστήριο.  Η δε αναφορά στο Μέρος 41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ότι το εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου, ως κανόνας που σχετίζεται γενικά με έφεση («Σε σχέση με έφεση») και όχι αίτηση διαδίκου για έκδοση διατάγματος αναστολής, ως είναι η περίπτωση, δεν υποσκελίζει τον ειδικό κανόνα, ως αυτός προνοείται στον Κανονισμό 41.7 (ανωτέρω), ότι δηλαδή η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι η αίτηση για αναστολή υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.

 

Υπό το φως των ανωτέρω θα απέρριπτα την αίτηση.

 

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

 

 



[1] Δημοσιεύτηκαν και τέθηκαν σε ισχύ κατά την 3..7.2023.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο