(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 20/2022)
18 Ιουνίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΩΣ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ Α
Εφεσείοντες,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δ. Στεφανίδης & Ν. Ανδρέου (κα), για Δ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για τoυς Εφεσείοντες.
Θ. Χατζηλούκας & Ε. Νεοφύτου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 21/12/2021 απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 666/2020 των Εφεσειόντων, εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης να απορρίψει εκ νέου το αίτημα τους για καταβολή αποζημίωσης για παραμονή τους σε επιφυλακή από το 2006 μέχρι τις 29/7/2015.
Σε συντομία τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης έχουν ως ακολούθως:
Αίτημα των Εφεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης για παραμονή σε επιφυλακή (on call) απερρίφθη με επιστολή της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 24/9/2015. Εναντίον της απόφασης αυτής, οι Εφεσείοντες προσέφυγαν στο Διοικητικό Δικαστήριο με την Προσφυγή Αρ. 1471/2015, το οποίο με απόφαση του ημερομηνίας 15/4/2020 ακύρωσε την εκεί προσβαλλόμενη απόφαση λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της. Κατά την επανεξέταση που ακολούθησε απερρίφθη εκ νέου το αίτημα των Εφεσείοντων με απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 23/6/2020.
Οι Εφεσείοντες προσέφυγαν εναντίον της πιο πάνω απόφασης, στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο επελήφθη των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, τους οποίους απέρριψε επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τέσσερις Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση.
Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι το αίτημα των Εφεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης για τον χρόνο που τελούσαν σε καθήκον επιφυλακής αφορούσε στην οργάνωση του χρόνου εργασίας και εξέφευγε του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας 2003/88/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003 (εφεξής «η Οδηγία») (Λόγος Έφεσης Αρ.1) και εσφαλμένα έκρινε ότι εφόσον δεν είναι δυνατή η εξέταση λόγων ακύρωσης που αφορούν την παραβίαση της εν λόγω Οδηγίας, ούτε και οι υπόλοιποι λόγοι ακυρότητας μπορούν να προβάλλονται αφού δεν αφορούν αποζημίωση (Λόγο Έφεσης Αρ. 3 και 4). Υποστηρίζουν επίσης, ότι κατά την επανεξέταση δεν ικανοποιήθηκε η απαίτηση για αιτιολογία και εσφαλμένα έκρινε πρωτογενώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η Αστυνομική Διάταξη 1/51 έγινε για να εξηγηθεί η δομή και η αποστολή της υπηρεσίας και ότι είναι επιτρεπτές χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες, οι σχετικές παρεκκλίσεις (Λόγος Έφεσης Αρ.2).
Η Εφεσίβλητη υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης και υποβάλλει ότι το ζήτημα των αμοιβών, όπως είναι εν προκειμένω, αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών και δεν εμπίπτει στο ενωσιακό δίκαιο. Συναφώς εισηγείται την απόρριψη της Έφεσης.
Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνήγορων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κρίνουμε ότι λόγω της συνάφειας τους οι Λόγοι Έφεσης θα τύχουν ενιαίας εξέτασης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού κατέγραψε το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης, αναφέρθηκε στην Οδηγία, που κατά την εισήγηση των Εφεσειόντων, παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατέληξε ότι το αίτημα των Εφεσειόντων αφορούσε στην καταβολή αποζημίωσης για τον χρόνο που οι Εφεσείοντες τελούσαν σε καθήκον επιφυλακής και όχι σε μείωση ή τερματισμό του καθεστώτος της επιφυλακής ή προσαρμογή του στα πλαίσια που προνοεί η Οδηγία. Συναφώς ότι πρόκειται για θέμα που ρητώς εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας.
Μεταφέρεται το σκεπτικό και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Από ολόκληρο το περιεχόμενο του πρακτικού που συνοδεύει την προσβαλλόμενη απόφαση, θεωρώ ότι η απαίτηση για αιτιολογία ικανοποιήθηκε κατά την επανεξέταση. Πρόσθετα, η αναφορά στην Αστυνομική Διάταξη 1/51, στην οποία αναφέρθηκε το Δικαστήριο στη Νικολής κ.ά., ως παρατίθεται στη σελίδα 5 του πρακτικού γίνεται για να εξηγηθεί, πάντοτε κατά την αντίληψη του καθ' ου η αίτηση, στη δομή και την αποστολή της υπηρεσίας. Συνεπώς, δεν διαπιστώνω παράβαση του δεδικασμένου.
Η Οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4.11.2003 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας έχει, σύμφωνα με το Άρθρο 1, το εξής αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής:
«1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.
2. Εφαρμόζεται:
α) στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στο χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, και
β) σε ορισμένες πλευρές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των άρθρων 14, 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας.»
Το Άρθρο 6 της Οδηγίας προνοεί για τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:
α) η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να περιορίζεται με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων·
β) ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»
Στο Άρθρο 2 της Οδηγίας ο «χρόνος εργασίας» ορίζεται ως:
««χρόνος εργασίας»: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·»
Το Άρθρο 17 της Οδηγίας προνοεί για παρεκκλίσεις ως ακολούθως:
«2. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 επιτρέπεται να θεσπίζονται μέσω της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής οδού ή με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται κατάλληλη προστασία στους οικείους εργαζομένους.
3. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16, είναι δυνατόν να επιτρέπονται:
[.]
(γ) για τις δραστηριότητες φύλαξης και επίβλεψης που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας για την προστασία των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης·
[.]
iii) για τις υπηρεσίες τύπου, ραδιοφωνίας, τηλεόρασης, κινηματογράφου, ταχυδρομείων ή τηλεπικοινωνιών, τις υπηρεσίες ασθενοφόρων, τις πυροσβεστικές υπηρεσίες ή την πολιτική άμυνα·»
Τα Άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16 στα οποία το Άρθρο 17 δυνατό να επιτρέπει παρεκκλίσεις για τις πυροσβεστικές υπηρεσίες, προνοούν για την ημερήσια ανάπαυση (Άρθρο 3), τα διαλείμματα (Άρθρο 4), την εβδομαδιαία ανάπαυση (Άρθρο 5), τη διάρκεια της νυχτερινής εργασίας (Άρθρο 8) και της περιόδους αναφοράς (Άρθρο 16).
Σε σχέση με τις παρεκκλίσεις άμεσα σχετική είναι η σκέψη 38 της C- 158/15 Ville de Nivelles ν. Rudy Matzak, 21.2.2018:
«38 Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, όσον αφορά τις δυνατότητες παρεκκλίσεως τις οποίες προβλέπει η οδηγία 2003/88, ιδίως στο άρθρο 17, ως εξαιρέσεις από το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της οργανώσεως του χρόνου εργασίας που προβλέπει η οδηγία αυτή, οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των οποίων την προστασία καθιστούν δυνατή οι εν λόγοι παρεκκλίσεις (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, Union syndicale Solidaires Isere, C-428/09, EU:C:2010:612. σκέψεις 39 και 40).»
Σημαντικό είναι επίσης το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που εξέτασε το Δικαστήριο στην ως άνω υπόθεση το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 48 μέχρι 52 και αναφέρει τα πιο κάτω:
«48 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, εάν το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις αποδοχές των περιόδων των κατ' οίκον εφημερίων ετοιμότητας όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης αναλόγως του χαρακτηρισμού των περιόδων αυτών ως «χρόνου εργασίας» ή ως «περιόδου ανάπαυσης».
49 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η οδηγία 2003/88 δεν ρυθμίζει το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εκφεύγει, δυνάμει του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, της αρμοδιότητας της Ένωσης.
50 Ως εκ τούτου, μολονότι τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν τις αποδοχές των εργαζομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/88 αναλόγως του ορισμού των εννοιών «χρόνος εργασίας» και «περίοδος ανάπαυσης» του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής, εντούτοις δεν είναι υποχρεωμένα να το πράξουν.
51 Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, στο εθνικό τους δίκαιο, ότι οι αποδοχές ενός εργαζομένου για τον «χρόνο εργασίας» του διαφέρουν από αυτές ενός εργαζομένου σε «περίοδο ανάπαυσης» και δη μέχρι του σημείου να μην οφείλεται αμοιβή κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
52 Βάσει των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις αποδοχές των περιόδων των κατ' οίκον εφημεριών ετοιμότητας όπως αυτές της υποθέσεως της κυρίας δίκης αναλόγως του χαρακτηρισμού των περιόδων αυτών ως «χρόνου εργασίας» ή ως «περιόδου ανάπαυσης».»
Το αίτημα που υπέβαλαν οι αιτητές αφορούσε στην καταβολή αποζημίωσης για τον χρόνο που τελούσαν σε καθήκον επιφυλακής από το 2006 μέχρι τις 29.7.2015. Δεν αφορούσε σε μείωση ή τερματισμό του καθεστώτος της επιφυλακής ή προσαρμογή του στα πλαίσια που προνοεί η Οδηγία. Συνεπώς, όπως αποφασίστηκε από το ΔΕΕ στη Ville de Nivelles η Οδηγία δεν ρυθμίζει το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων και παρά το ότι δύνανται τα κράτη μέλη να καθορίζουν τις αποδοχές των εργαζομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας εντούτοις, δεν είναι υποχρεωμένα να το πράξουν.
Συνεπώς, εφόσον το αίτημα που υποβλήθηκε και η απόφαση που λήφθηκε για απόρριψή του δεν αφορούσε σε προσαρμογή ή μείωση του χρόνου επιφυλακής σύμφωνα με όσα προνοεί η Οδηγία αλλά καταβολή αποζημίωσης - θέμα, δηλαδή, που ρητώς εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας - δεν είναι δυνατή η εξέταση λόγων ακύρωσης που αφορούν σε παραβίαση της Οδηγίας. Συναφώς, ούτε και οι υπόλοιποι λόγοι ακυρότητας μπορούν να προβάλλονται αφού δεν αφορούν στην αποζημίωση, ως το αίτημα των αιτητών, αλλά στην οργάνωση του χρόνου εργασίας».
Είναι παραδεκτό, ότι το αίτημα των Εφεσειόντων αφορούσε «αποζημίωση για παραμονή σε επιφυλακή (on call) από το 2006 μέχρι 29.7.2015» (αιτητικό στην Αίτηση Ακύρωσης). Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες, ότι έθεσαν μεν το θέμα ως ζήτημα καταβολής αποζημίωσης, το υπόβαθρο όμως άπτετο του καθεστώτος εργασίας τους και όχι της ρύθμισης ή του υπολογισμού της αμοιβής και η αληθινή φύση της διαφοράς έγκειται στο νομικό δικαίωμα ή μη των Εφεσειόντων και αντίστοιχα στη νομική υποχρέωση ή μη της Εφεσίβλητης για αποζημίωση ως ζητήματος δημοσίου δικαίου. Υποστηρίζουν δε, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υποκατέστησε την κρίση της διοίκησης και αποφάσισε πρωτογενώς για το κατά πόσο το αίτημα τους ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, ενώ αρμόδιο όργανο να το εξετάσει ήταν η Εφεσίβλητη.
Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση.
Η Οδηγία (σχετικός είναι ο εναρμονιστικός περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμος του 2002 (Ν. 63(Ι)/2002), όπως ορίζεται στο Άρθρο 1 αυτής, υπό τον τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας τους.
Ειδικότερα, εφαρμόζεται στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στο χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, καθώς και σε ορισμένες πτυχές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.
Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, ένας εκ των λόγων ακύρωσης που οι Εφεσείοντες είχαν εγείρει πρωτόδικα, ήταν η παραβίαση της Οδηγίας, με επίκληση αποφάσεων του ΔΕΕ. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επελήφθη και εξέτασε τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης. Ούτε ευσταθεί η θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υποκατέστησε την κρίση της διοίκησης και αποφάσισε πρωτογενώς επί του ζητήματος. Στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι Εφεσείοντες είχαν επικαλεστεί την Οδηγία και εκφράζεται η θέση της Αστυνομίας επί του ζητήματος ως ακολούθως:
«Οι αιτητές, μέσω του δικηγόρου τους, στην σελίδα 5 της επιστολής του ημερομηνίας 30.7.2015, επικαλούνται την Οδηγία 2003/88/ΕΙΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου του 2003 που αναφέρεται σε ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Παράλληλα, στην ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου μεταφέρεται θέση τους, ότι το στοιχείο β' του άρθρου 6 της Οδηγίας αποτελεί κανόνα του εργατικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ιδιαίτερης βαρύτητας και ότι το ανώτατο όριο μέσης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών αφορά και στους πυροσβέστες και εντός αυτού του ορίου σύμφωνα με τη νομολογία εμπίπτουν και οι υπερωρίες, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα παρέκκλισης όσον αφορά τις δραστηριότητες ως αυτές των πυροσβεστών. Η θέση της Αστυνομίας στον προαναφερόμενο ισχυρισμό είναι καταρχήν ότι οι υπερωρίες δεν εμπίπτουν στην έννοια του καθήκοντος σε επιφυλακή (on call). Πέραν τούτου, ακόμα και αν οι δυο έννοιες είναι ταυτόσημες, το άρθρο 17 (1)(α) της προαναφερόμενης Οδηγίας παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη, αφού τηρήσουν τις γενικές αρχές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, κάτι που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, να παρεκκλίνουν από το άρθρο 6, «...ιδίως δε εφόσον πρόκειται για διευθυντικά στελέχη ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα», κατοχυρώνει παρέκκλιση. Να σημειωθεί ότι στην Πυροσβεστική Υπηρεσία υπάρχουν 47 οργανικές θέσεις αξιωματικών και 93 οργανικές θέσεις Λοχίων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάποιοι από τους 18 αξιωματικούς που υπέβαλαν αίτημα για αποζημίωση ... γενικότερη φιλοσοφία του ρόλου του αξιωματικού στα Σώματα Ασφάλειας, όσο και μέσα από τις οικείες Αστυνομικές Διατάξεις, αλλά και τη ιεραρχική δομή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, θεωρούνται ως πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα, κρίνεται ότι η παρέκκλιση που προνοείται στην παράγραφο (1)(α) του άρθρου 17 της Οδηγίας, τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
Πέραν τούτου και λαμβάνοντας υπόψη την θέση των αιτητών στην σελίδα 7 της προαναφερόμενης επιστολής, ότι η έννοια του χρόνου εργασίας πρέπει να ερμηνεύεται κατ' αντιδιαστολή προς αυτή της αναπαύσεως, καθώς επίσης και την θέση των αιτητών, όπως αυτή καταγράφεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, ότι η έννοια της αναπαύσεως σημαίνει ότι ο εργαζόμενος δεν υπέχει έναντι του εργοδότη του καμία υποχρέωση ικανή να τον εμποδίσει να ασχοληθεί, ελεύθερα και αδιαλείπτως με τα ενδιαφέροντα του, προκειμένου να εξουδετερώσει τα αποτελέσματα επί της ασφάλειας και της υγείας του ενδιαφερομένου, κρίνεται ότι τυγχάνει εφαρμογής και η παράγραφος (3)(γ)(iii) του άρθρου 17 της Οδηγίας 2003/88/ΕΙΚ, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 της Οδηγίας που αναφέρεται στην εβδομαδιαία ανάπαυση, «για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής ιδίως: ..για τις πυροσβεστικές υπηρεσίες...».
Στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις της εσωτερικής έννομης τάξης, όπως το άρθρο 24 (3) του Ν.73(Ι)/2004 και οι πρακτικές που ακολουθούνται στο εσωτερικό δίκαιο της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας μέσω των Αστυνομικών και Πυροσβεστικών Διατάξεων, βρίσκονται σε πλήρη ταύτιση με τις παρεκκλίσεις που δύναται να ενεργοποιήσει ένα κράτος-μέλος όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 17 της προαναφερόμενης Οδηγίας, γι' αυτό και κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει σε ένα κράτος - μέλος μια κοινοτική Οδηγία».
Επί της ουσίας του ζητήματος και της διαπίστωσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η Οδηγία, κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο για εφετειακή παρέμβαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το δεδομένο ότι το αίτημα των Εφεσειόντων (όπως αυτό εξάλλου με σαφήνεια αναφέρεται στο Αιτητικό της Προσφυγής), ήταν η καταβολή αποζημίωσης για τον χρόνο που τελούσαν σε καθήκον και όχι σε οργάνωση του χρόνου εργασίας με μείωση ή τερματισμό του καθεστώτος της επιφυλακής ή προσαρμογής του στα πλαίσια που προνοεί η Οδηγία, έκρινε, αφού παρέθεσε τις σχετικές πρόνοιες της Οδηγίας και με παραπομπή σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ (C-518/15 Ville de Nivelles v. Rudy Matzalc, 21/2/2018) ότι η Οδηγία δεν ρυθμίζει το θέμα των αποδοχών των εργαζομένων, ζητήματος που εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της (η πιο πάνω θέση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ στις οποίες παραπέμπει η πλευρά της Εφεσίβλητης, C-19/23 Βασίλειο της Δανίας υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Σουηδίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 11/11/2025, C-742/19 Ministrstvo za obrambo, 15/7/2021).
Στη δε προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνουμε ότι επεξηγούνται επαρκώς οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος των Εφεσειόντων. Αναφέρεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι «ο «θεσμός» του καθήκοντος επιφυλακής τέθηκε σε εφαρμογή εδώ και αρκετές δεκαετίες και μέχρι σήμερα δεν έχει θεσμοθετηθεί νομικά. Σημειώνεται επίσης, ότι τόσο η Αστυνομία όσο και η Πυροσβεστική Υπηρεσία «λόγω της φύσης των καθηκόντων και της αποστολής τους δρουν κάτω από δύσκολες περιστάσεις και αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα απαιτητικές καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, υψηλής επικινδυνότητας και διαχείρισης κρίσεων, που απαιτούν συνεχή ετοιμότητα, εγρήγορση και βαθμό ανταπόκρισης». Τα μέλη τους «θεωρούνται ότι τελούν συνέχεια υπό το καθεστώς επιφυλακής ακόμα και κατά τον χρόνο που καθορίζεται ως ο προβλεπόμενος από τον Νόμο και του(ς) Κανονισμούς εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας».
Γίνεται επίσης παραπομπή στο Άρθρο 24(3) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν. 73(Ι)/2004, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, κάθε μέλος της Αστυνομίας «βρίσκεται σε καθήκον πάντοτε και δύναται, οποτεδήποτε, να κληθεί σε καθήκον σε οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας». Σημειώνεται δε ότι «Γι’ αυτό άλλωστε τους καταβάλλεται αυξημένη σε σχέση με άλλα μέλη μι(η)νιαία μισθοδοσία, κατά τρόπο αντίστοιχο με τις ευθύνες που απορρέουν από τη θέση (π)ου κατέχουν». Αναφέρεται επίσης, ότι η παρ.4 της Αστυνομικής Διάταξης του Αρχηγού Αστυνομίας με αρ. 1/51 υπαγορεύει την ευθύνη του Επαρχιακού Υπευθύνου όπως διασφαλίζει την παροχή αποτελεσματικών υπηρεσιών πυρόσβεσης και διάσωσης κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες εργασίας, χωρίς να απαιτείται όπως τελεί σε καθεστώς καθήκοντος επιφυλακής.
Τα πιο πάνω απαντούν στις αιτιάσεις των Εφεσειόντων περί παραβίασης δεδικασμένου για απαίτηση αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και της κατ’ ισχυρισμό αντιφατικής αιτιολόγησης. Διαπιστώνουμε ότι καταγράφονται με σαφήνεια οι συγκεκριμένοι λόγοι απόρριψης του αιτήματος των Εφεσείοντων, χωρίς να παρατηρείται οποιαδήποτε αντιφατικότητα, κατά τρόπο ώστε δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασης μας.
Τέλος, το γεγονός ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί νομικά ο θεσμός του καθήκοντος επιφυλακής και δεν καθορίζεται οποιαδήποτε αποζημίωση για τον χρόνο επιφυλακής (σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Εφεσείοντες η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τους καταβάλλεται αυξημένη σε σχέση με άλλα μέλη μηνιαία μισθοδοσία κατά τρόπο αντίστοιχο με τις ευθύνες που απορρέουν από τη θέση τους και ούτε υπεδείχθη ότι σε περίπτωση που κληθούν να υπηρετήσουν εκτάκτως εκτός εργάσιμου χρόνου δεν αποζημιώνονται για υπερωρίες) δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ικανοποίηση του αιτήματος των Εφεσειόντων, εφόσον όπως λέχθηκε στην υπόθεση Dias United Publishing Co Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550 «η ανυπαρξία θετικής νομοθετικής διάταξης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί σε τέτοια περίπτωση ο συνταγματικός έλεγχος που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο θα μετατρεπόταν σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας».
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ουδείς εκ των Λόγων Έφεσης γίνεται αποδεκτός.
Η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο