ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 67/2024)
16 Ιουνίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Β. Ι. Ι.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δ. Παυλίδης, για Δ. Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Α. Κίτσιου (κα), για ΚΙΤΣΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: H Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε, ως προδήλως αβάσιμη, την αίτηση διεθνούς προστασίας του εκ Νιγηρίας Εφεσείοντα, για τον λόγο ότι προέρχεται από χώρα η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 12Βτρις των περί Προσφύγων Νόμων, αφού η Νιγηρία κατηγοριοποιήθηκε από σχετικό διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών (Κ.Δ.Π. 166/2023) ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα[1].
Ο Εφεσείων προσέβαλε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διά της Προσφυγής Τ-2463/2023, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε με το εξής σκεπτικό:
Αρχικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Εφεσείων προώθησε ενώπιόν του μόνο λόγο ακύρωσης περί ανεπαρκούς διοικητικής έρευνας, κρίνοντας ότι εγείρεται με δικονομικά απαράδεκτο τρόπο, ήτοι γενικά και αόριστα. Εν συνεχεία όμως, αποδέχτηκε ως βάσιμο τον λόγο ακύρωσης, θεωρώντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν εξέτασε επιμελώς τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα περί του φερόμενου φόβου δίωξης του στη Νιγηρία, λόγω ενδοοικογενειακών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζε.
Παρά την αποδοχή του λόγου ακύρωσης που καθιστούσε παράνομη την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, το πρωτόδικο Δικαστήριο -ασκώντας τον έλεγχο ουσίας ο οποίος απορρέει από τη δικαιοδοσία του- έκρινε ότι ο φερόμενος φόβος δίωξης ήταν αβάσιμος λόγω της αντιφατικότητας και αοριστίας οι οποίες χαρακτήριζαν την προσωπική αφήγηση του Εφεσείοντα, που την καθιστούσαν αναξιόπιστη.
Πέραν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως ο Εφεσείων δεν πληρούσε τα κριτήρια του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων για την υπαγωγή του σε καθεστώς ασύλου, έκρινε επίσης ότι ο Εφεσείων δεν έπεισε ούτε για την υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 19 των περί Προσφύγων Νόμων.
Ο Εφεσείων βάλλει κατά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, διά των ακόλουθων λόγων έφεσης:
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Ο πρώτος λόγος έφεσης χαρακτηρίζει την (απορριπτική της Προσφυγής) εφεσιβαλλόμενη απόφαση ως καταχρηστική και/ή πεπλανημένη. Εν συνεχεία, η αιτιολογία του λόγου έφεσης εστιάζει στην ελλιπή δέουσα έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρεται να απέτυχε να διαγνώσει.
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, είναι δικονομικά απαράδεκτος λόγος έφεσης ο οποίος χαρακτηρίζει -άνευ ετέρου- την εφεσιβαλλόμενη απόφαση καταχρηστική (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 46/2024 Μ.S. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 29.5.2026).
Δεύτερον, δεδομένου του ελέγχου ουσίας τον οποίο άσκησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αλυσιτελής λόγος ακύρωσης που αφορά τυχόν πλημμέλειες ως προς την έρευνα ή τη συνέντευξη την οποία διεξάγει η Υπηρεσία Ασύλου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 82/2025 G.D.S. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 20.4.2026).
Η μη νομιμοποίηση του Εφεσείοντα να παραπονείται καθίσταται εμφανέστερη από το γεγονός ότι ο άνωθεν λόγος ακύρωσης έγινε δεκτός από το πρωτόδικο Δικαστήριο (προφανώς υπέρ του Εφεσείοντα), το οποίο εν συνεχεία απέρριψε, με τη δική του αξιολόγηση, τον φερόμενο φόβο δίωξης του Εφεσείοντα με τον οποίο συνδεόταν το παράπονό του για ανεπαρκή διοικητική έρευνα.
Η αλυσιτέλεια η οποία χαρακτηρίζει τον λόγο έφεσης επισφραγίζεται από το γεγονός ότι ο Εφεσείων δεν εφεσιβάλλει την πρωτόδικη κρίση για τη μη υπαγωγή του στο κριτήριο του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων ώστε να δικαιολογείται η παροχή καθεστώτος ασύλου σε αυτόν.
Εκ του περισσού παραπέμπουμε και στο εξής απόσπασμα των πρακτικών της πρωτόδικης ακρόασης ημερ. 1.12.2023:
«Δικαστήριο προς Αιτητή:
Σύμφωνα με τα λεγόμενα σας στην Υπηρεσία Ασύλου εγκαταλείψατε τη χώρα σας για σπουδές και για οικονομικούς λόγους. Αυτός είναι ο λόγος;
Αιτητής:
Ναι.
Δικαστήριο:
Κύριε σας επισημαίνω ότι τα οικονομικά προβλήματα δεν εμπίπτουν στη σύμβαση της Γενεύης, δεν εμπίπτουν στον Περί Προσφύγων Νόμο και για λόγους οικονομικού περιεχομένου δεν δικαιούστε διεθνή προστασία από την Δημοκρατία. Οικονομικοί λόγοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν άλλα θέματα. Δεν είναι θέματα που μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο. Σύμφωνα με όσα έχω ενώπιόν μου αν προχωρήσω στην εξέταση της υπόθεσης σας και σε περίπτωση που η προσφυγή σας απορριφθεί θα επωμιστείτε και τα έξοδα, αν επιθυμείτε να αποσύρετε την προσφυγή για να αποφύγετε τα έξοδα. Σε περίπτωση απόφασης σας να συνεχίσετε την προσφυγή θα προχωρήσουμε σε συνέχιση. Τι επιθυμείτε να κάνετε;
[…]
κα Χριστοφορίδου:
Ενημέρωσα τον Αιτητή για τους κινδύνους και μου δήλωσε πως θέλει να προχωρήσει δεν θέλει να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του γιατί έχει προβλήματα. Έχει ενημερωθεί για τα έξοδα.».
Δεύτερος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Εφεσείοντα είναι ασφαλής, στερώντας του έτσι την υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε πως η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας τη Νιγηρία σύμφωνα με το Άρθρο 12Βτρις των περί Προσφύγων Νόμων, εκτιμώντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου έδωσε στον Εφεσείοντα το δικαίωμα σύμφωνα με το Άρθρο 12Βτρις(8), να επιχειρηματολογήσει περί του αντιθέτου.
Το άνωθεν Άρθρο 12Βτρις προβλέπει την έκδοση διατάγματος για τον χαρακτηρισμό χωρών ως ασφαλών χωρών ιθαγενείας, οπότε η εκ του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραπομπή σε αυτό το Άρθρο συνιστά και έμμεση παραπομπή στο σχετικό διάταγμα το οποίο ήταν σε ισχύ, κατά τον χρόνο έκδοσης της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ήτοι την Κ.Δ.Π. 166/2023[2], που χαρακτηρίζει (μεταξύ άλλων) τη Νιγηρία ως ασφαλή χώρα ιθαγενείας.
Η καταληκτική κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν να υιοθετήσει τη διοικητική κρίση πως ο Εφεσείων απέτυχε να τεκμηριώσει (μεταξύ άλλων) πως, αν επιστρέψει στη Νιγηρία, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να χρήζει συμπληρωματικής προστασίας με βάση το Άρθρο 19 των περί Προσφύγων Νόμων.
Δεδομένου ότι το Διοικητικό Εφετείο επεμβαίνει επί της πρωτόδικης κρίσης αν ικανοποιηθεί ότι αυτή πάσχει λόγω πιθανολογούμενης ουσιώδους πλάνης, φρονούμε ότι αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω.
Το να προβάλλει ο Εφεσείων ότι η Νιγηρία δεν είναι ασφαλής χώρα (σελ. 9 του περιγράμματός του και προφορική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενώπιόν μας) δεν αρκεί διότι το περίγραμμα ή/και η αγόρευση δεν συνιστούν μέσο απόδειξης γεγονότων αφ’ εαυτών (M.S. v. Δημοκρατίας ανωτέρω), στην απουσία παραπομπής σε έγκυρη πηγή πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγώντας το σε αντίθετο συμπέρασμα (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 21/2024 C.S.N. v. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 26.5.2026).
Παρεμπιπτόντως, δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα πως η Υπηρεσία Ασύλου δεν εξέτασε την υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθότι αυτή η θέση αναιρείται από την εισηγητική έκθεση ημερ. 1.8.2023 (σελ. 11-12) της Υπηρεσίας Ασύλου.
Μετέωρη είναι και η θέση του Εφεσείοντα πως άδικα αποστερήθκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας χωρίς να ληφθεί υπόψη ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν «παρών», θίγοντας έτσι το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη (σελ. 8 του περιγράμματός του). Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με το δικαστικό πρακτικό για την πρωτόδικη ακρόαση ημερ. 1.12.2023, τόσο ο Εφεσείων όσο και η συνήγορός του ήταν παρόντες, όπερ σημαίνει-
(α) ότι είχαν την ευκαιρία να θέσουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο οτιδήποτε επιθυμούσαν υπέρ της υπαγωγής του Εφεσείοντα στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, πλην όμως αυτό δεν έγινε, και
(β) ουδεμία σχέση έχει η πρωτόδικη κρίση (ως δεικνύει και το κείμενο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης), ως προς τη μη υπαγωγή του Εφεσείοντα σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, με την παρουσία του ή μη στην ακρόαση.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι η Εφεσίβλητη δεν καταχώρησε εμπρόθεσμα το περίγραμμά της (σχετικό αίτημα υποβλήθηκε και απορρίφθηκε) και συνεπώς δεν είχε το δικαίωμα να ακουστεί κατά την ενώπιόν μας ακρόαση (Κανονισμός 41.18(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας).
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Σχετική είναι η καταληκτική εισήγηση (σελ. 12) της έκθεσης ημερ. 1.8.2023 της Υπηρεσίας Ασύλου προς απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Εφεσείοντα.
[2] Η έκθεση ημερ. 1.8.2023 της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Εφεσείοντα, προβαίνει σε ρητή αναφορά της Κ.Δ.Π. 166/2023.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο