ΛΟΥΚΑΣ ΣΚΥΛΛΟΥΡΙΩΤΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 83/2022, 23/6/2026
print
Τίτλος:
ΛΟΥΚΑΣ ΣΚΥΛΛΟΥΡΙΩΤΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 83/2022, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                             (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 83/2022)

 

23 Ιουνίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

   (ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.7.2025)

 

 

  ΛΟΥΚΑΣ ΣΚΥΛΛΟΥΡΙΩΤΗΣ

 

                                                                                                                Εφεσείων,

v.

 

  ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

  

 

                                                                                                          Εφεσίβλητου.

--------------------

Α. Γεωργιάδης, για Χ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.

Μ. Αντωνίου (κα) & Ε. Νικολάου, για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο.

--------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου  θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Το Ενδιαφερόμενο Μέρος είναι ιδιοκτήτης διατηρητέας οικοδομής, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και καφενείο στην ενορία των Αγίων Ομολογητών στη Λευκωσία.  Στις 9.6.2011 αιτήθηκε στις αρχές την αλλαγή χρήσης του από καφενείου σε ταβέρνα, η οποία εγκρίθηκε στις 19.7.2012 υπό όρους.

 

Τελευταία προσωρινή πολεοδομική άδεια εκδόθηκε υπέρ τέτοιας αίτησης στις 12.4.2013 (με ισχύ μέχρι την 11.4.2014).

 

Πριν τη λήξη της προσωρινής πολεοδομικής άδειας, το Ενδιαφερόμενο Μέρος υπέβαλε νέα αίτηση για πολεοδομική άδεια και για άδεια οικοδομής η οποία εγκρίθηκε από τον Δήμο Λευκωσίας (εφεξής «ο Δήμος»), ο οποίος εξέδωσε την 5.11.2015 πολεοδομική άδεια και την 19.5.2016 άδεια οικοδομής, αμφότερες με ισχύ μέχρι την 30.11.2021.

 

Ο Εφεσείων, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης κτηρίου στη Λεωφόρο Αγίων Ομολογητών, το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία και οδοντιατρείο, προσέβαλε την προσωρινή πολεοδομική άδεια της 12.4.2013 διά της Προσφυγής Αρ. 5657/2013, Σκυλλουριώτης ν. Δήμου Λευκωσίας, η οποία απορρίφθηκε τόσο πρωτοβαθμίως (με απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 9.6.2016) όσο και δευτεροβαθμίως (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/2016 Σκυλλουριώτη ν. Δήμου Λευκωσίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 1.7.2022, εφεξής «η Έφεση Αρ. 38/2016»).

 

Ο Εφεσείων επίσης προσέβαλε την τελευταία πολεοδομική άδεια ημερ. 5.11.2015 και τη συναφή άδεια οικοδομής  ημερ. 19.5.2016 διά της Προσφυγής Αρ. 1120/2016 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε με την απόφασή του ημερ. 7.4.2022 η οποία είναι η ενώπιόν μας εφεσιβαλλόμενη και η οποία διέπεται από το εξής σκεπτικό:

 

Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του Εφεσείοντα ότι δεν έπρεπε να εκδικάσει την ενώπιόν του Προσφυγή Αρ. 1120/2016 πριν το Ανώτατο Δικαστήριο εκδικάσει την Έφεση Αρ. 38/2016, επικαλούμενο την παλαιότητα της υπόθεσης και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα ότι -αν το έπραττε- θα προκαλείτο στον Εφεσείοντα αρνησιδικία.

 

Κατά δεύτερον, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις ήταν νόμιμες, αφενός επειδή το οικείο Τοπικό Σχέδιο επέτρεπε τη λειτουργία τέτοιων υποστατικών όπως το επίδικο και, αφετέρου, διότι ο Δήμος επέβαλε αυστηρούς όρους λειτουργίας επί του Ενδιαφερόμενου Μέρους, προς όφελος των περιοίκων.  Επίσης, με βάση προπαρασκευαστική έκθεση του δημοτικού μηχανικού η οποία ανάφερε ότι δεν υπήρξαν παράπονα για πρόκληση οχληρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις ήταν προϊόν δέουσας έρευνας η οποία δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε εκ του Ενδιαφερόμενου Μέρους παράβαση των όρων που του επιβλήθηκαν διά της προσωρινής άδειας.

 

Προτού υπεισέλθουμε στους λόγους έφεσης, θα μας απασχολήσει η διατήρηση του έννομου συμφέροντος του Εφεσείοντα για προώθηση της Έφεσής του (θέμα αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο ως δημοσίας τάξεως), δεδομένου ότι έληξε (κατά την 30.11.2021) η ισχύς της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής, θέμα για το οποίο οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν ενώπιόν μας. 

 

Είναι κοινό έδαφος των δύο πλευρών ότι οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις εκτελέστηκαν, υπό την έννοια ότι το επίδικο υποστατικό όντως μετατράπηκε σε ταβέρνα και ότι ο Εφεσείων είναι περίοικος[1].

 

Όταν λήξει η ισχύς προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, η προσφυγή ή έφεση διατηρούνται εφόσον παραμένει κατάλοιπο ζημιάς, αποδεικνυόμενης στο επίπεδο της εκ πρώτης όψεως πιθανολόγησης (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 27/2013 Αγγελίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 25.2.2019· Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 165/2020 Δήμος Γεροσκήπου ν. PRIMETEL PUBLIC CO. LTD, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 12.6.2025).  

Στρεφόμενοι στα επίδικα γεγονότα, καταρχάς, η ίδια η ιδιότητα του περίοικου σημαίνει αμεσότητα λόγω εγγύτητας χώρου, οπότε ενδέχεται να επηρεάζονται οι όροι διαβίωσής του και τα περιουσιακά του δικαιώματα (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 73).

 

Στην παρούσα υπόθεση, με την πρωτόδικη αίτηση ακύρωσής  του, ο Εφεσείων ισχυρίστηκε σοβαρή μείωση των ανέσεων και της ποιότητας ζωής αυτού και της οικογένειάς του λόγω παράνομης στάθμευσης των πελατών της ταβέρνας και έντονης οχληρίας ένεκα της λειτουργίας της κατά τις νυχτερινές ώρες, λόγω της μετάδοσης μουσικής και των φωνών των πελατών της ταβέρνας.  Κρίνουμε ότι τα προλεχθέντα στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως πιθανολογούμενη ζημιά ώστε να διατηρείται το έννομο συμφέρον του για προώθηση της Έφεσής του κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.  Ναι μεν η ισχύς των εν λόγω πράξεων εξέπνευσε, αλλά έχει πιθανολογηθεί επιτυχώς εκ πρώτης όψεως ζημιά από την εκτέλεσή τους, ήτοι από τη μετατροπή του επίδικου υποστατικού σε ταβέρνα. 

 

Περαιτέρω, κρίνουμε ότι προκύπτει, υπέρ της διατήρησης του εννόμου συμφέροντος του Έφεσείοντα και σχετικό δικαστικό προηγούμενο το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης στην Έφεση Αρ. 38/2016.

 

Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίκασε την Έφεση Αρ. 38/2016 επί της ουσίας της, σημειώνοντας την πρωτόδικη κρίση (στο πλαίσιο της Προσφυγής Αρ. 5657/2013) πως ο Εφεσείων είχε έννομο συμφέρον για προσβολή της προσωρινής άδειας (παρά την εκπνοή της ισχύος της) επειδή εκδόθηκε η ενώπιόν μας επίδικη άδεια που, ως κρίθηκε πρωτόδικα και επικυρώθηκε διά του αποτελέσματος της άνωθεν Έφεσης, συνδεόταν άμεσα και αποτελούσε συνέχειά της.

 

Κατά τη γνώμη μας, θα ήταν οξύμωρο να διατηρεί ο Εφεσείων έννομο συμφέρον για την προσβολή της εκπνεύσασας πολεοδομικής άδειας λόγω της έκδοσής της (ενώπιόν μας προσβαλλόμενης) πολεοδομικής άδειας και να μην έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή της τελευταίας καθώς και της συναφούς άδειας οικοδομής.

 

Παρεμπιπτόντως, προσπερνούμε (προς δικό του όφελος) την αντιφατική στάση του Εφεσείοντα, να διατείνεται, αφενός, ότι οι προσβαλλόμενες άδειες νομιμοποίησαν αλλαγή χρήσης η οποία έχει ήδη συντελεστεί και τον βλάπτει (σελ. 7 συμπληρωματικού περιγράμματός του) και, αφετέρου, ότι -λόγω της λήξης των εν λόγω αδειών- απαιτείται η έκδοση νέων για μετατροπή του υποστατικού σε ταβέρνα (σελ. 2 συμπληρωματικού περιγράμματός του).

 

Θα εστιάσουμε στο σημείο στο οποίο οι διάδικοι συμφωνούν, ήτοι ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί ως ταβέρνα.  Με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας και λειτουργικότητας, τεκμαίρεται εύλογα ότι αυτό συμβαίνει στη βάση των προσβαλλόμενων αδειών που το επέτρεψαν και, άρα, στοιχειοθετείται έννομο συμφέρον εκ της εκ πρώτης όψεως πιθανολογούμενης ζημιάς ένεκα της εκ των προσβαλλόμενων αδειών νομιμοποίησης της λειτουργίας της.

 

Στρεφόμενοι στους λόγους έφεσης:

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο επειδή εκδίκασε την Προσφυγή Αρ. 1120/2016 πριν το Ανώτατο Δικαστήριο εκδικάσει την Έφεση Αρ. 38/2016

Ο πρώτος λόγος έφεσης αποσύρθηκε από τον Εφεσείοντα.  Δεδομένης της απόσυρσης του πρώτου λόγου έφεσης και της απουσίας αντέφεσης του Δήμου επί του σημείου τούτου, κρίνουμε ότι παρέλκει η εξέταση του άνωθεν θέματος.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο επειδή επιδίκασε σε βάρος του τα έξοδα της Προσφυγής, όταν την απέρριπτε.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:

 

Ο γενικός κανόνας είναι ότι η επιδίκαση των εξόδων της Προσφυγής ακολουθεί την έκβασή της, οπότε ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδά του (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019 Καττιμέρη ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 22.11.2023).

 

Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνουμε ότι η εκ του πρωτόδικου Δικαστηρίου επιδίκαση εξόδων σε βάρος του Εφεσείοντα, με την απόρριψη της Προσφυγής του, δεν είναι αφ’ εαυτής εσφαλμένη.

 

Εξυπακούεται ότι, όταν το Διοικητικό Εφετείο ανατρέπει το πρωτόδικο αποτέλεσμα ως εσφαλμένο, δύναται να παραμερίσει και την πρωτόδικη διαταγή για έξοδα.

 

Αυτό μας οδηγεί στον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο έφεσης, με τον οποίο ο Εφεσείων ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο επειδή παρέλειψε να επιληφθεί των νομικών σημείων της Προσφυγής αναφορικά με την αιτιολογία, την πλάνη και την παράλειψη δέουσας έρευνας κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Παρατηρούμε τις εξής αδυναμίες όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης και την προώθησή του από τον Εφεσείοντα:

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά στο γεγονός ότι ο Εφεσείων προέβαλε ενώπιόν του λόγους ακύρωσης (μεταξύ άλλων) για ανεπαρκή διοικητική έρευνα και αιτιολογία και πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα.

Μετά, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους όρους των προσβαλλόμενων αδειών, στις σχετικές πρόνοιες του  Τοπικού Σχεδίου και στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που δεικνύουν το σκεπτικό και την αιτιολογία για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέγνωσε παρανομία, ενόψει του ότι το Τοπικό Σχέδιο ανεχόταν την επίδικη ανάπτυξη και επιβλήθηκαν διά της πολεοδομικής άδειας αυστηροί όροι υπέρ της διαφύλαξης των ανέσεων των περίοικων.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε ειδική μνεία για το ότι, κατά την κρίση του, ο Δήμος είχε διενεργήσει δέουσα έρευνα προ της έκδοσης της πολεοδομικής άδειας.

 

Εκκινώντας από τον λόγο ακύρωσης περί ανεπαρκούς διοικητικής έρευνας ως προς την οχληρία, τα προαναφερόμενα καταδεικνύουν ότι αυτός εξετάστηκε και απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Δεδομένης της τοποθέτησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο Εφεσείων θα μπορούσε να εφεσιβάλει τη συναφή πρωτόδικη κρίση ως εσφαλμένη.  Αντ΄αυτού, επέλεξε να προβάλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να επιληφθεί του λόγου ακύρωσης περί ανεπαρκούς διοικητικής έρευνας.  Κατά τη νομολογία, η ανυπαρξία δικαστικής κρίσης είναι εννοιολογικά διακριτή από το σφαλερό υπαρκτής δικαστικής κρίσης, οπότε είναι απορριπτέος λόγος έφεσης ο οποίος προβάλλει ότι δεν υπήρξε πρωτόδικη κρίση ενώ κατ’ ακρίβειαν υπήρξε (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 60/2023 Δημοκρατία ν. Β.Α.Μ., απόφαση  Διοικητικού Εφετείου ημερ. 25.9.2025).

 

Ως προς το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ή μη λόγο ακύρωσης περί ανεπαρκούς αιτιολογίας:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εστίασε σε έκθεση δημοτικού μηχανικού στην οποία βασίστηκε η πολεοδομική επιτροπή.  Στην εισήγηση της τελευταίας βασίστηκε, με τη σειρά του, το Δημοτικό Συμβούλιο το οποίο αποφάσισε τη χορήγηση της αιτηθείσας πολεοδομικής άδειας.

 

Στην εν λόγω έκθεση, παρατίθεται εισήγηση για ευνοϊκή μεταχείριση της αίτησης του Ενδιαφερομένου Μέρους, διότι, αφενός, δεν λήφθηκαν παράπονα για πρόκληση οχληρίας και, αφετέρου, επιτόπιος έλεγχος της Τεχνικής Υπηρεσίας κατέδειξε ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί με ήπιο τρόπο χωρίς να διαπιστώνεται η πρόκληση οχληρίας ή η παράβαση των όρων στους οποίους υπόκειτο ήδη η λειτουργία του.

 

Προφανώς, τα άνωθεν δηλωθέντα συνιστούν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε επαρκή τη διεξαγόμενη διοικητική έρευνα, εμμέσως πλην σαφώς έκρινε και επαρκή την αιτιολογία η οποία βασίστηκε επ’ αυτής.

 

Συνεπώς, ισχύει και για τη διοικητική αιτιολογία αυτό το οποίο ήδη προαναφέρθηκε για τη διοικητική έρευνα, ότι δηλαδή θα έπρεπε να εφεσιβληθεί ως εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση περί του νόμιμου της αιτιολογίας αντί να προβάλλεται πως δεν υπήρχε πρωτόδικη κρίση επί του θέματος.

 

Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό για μη εξέταση λόγων ακύρωσης περί πλάνης από το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

Καταρχάς, ενώ ο Εφεσείων ψέγει το πρωτόδικο Δικαστήριο για το ότι δεν εξέτασε τον άνωθεν λόγο ακύρωσης, στο περίγραμμά του (σελ.16) καταφέρεται επί συναφούς πρωτόδικης κρίσης ως εσφαλμένης, υποπίπτοντας έτσι σε αντίφαση.  Ως προαναφέρθηκε, το κατά πόσο η πρωτόδικη κρίση είναι εσφαλμένη ουδεμία σχέση έχει και άρα δεν στοιχειοθετεί λόγο έφεσης περί του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το θέμα.

 

Ακόμα και αν ο λόγος έφεσης ως προς την πλάνη δεν ήταν απορριπτέος για τον πιο πάνω λόγο, θα ήταν εν πάση περιπτώσει απορριπτέος και διότι ουδέν συγκεκριμένο ο Εφεσείων παραθέτει στο περίγραμμά του (π.χ., με το να παραπέμψει σε συγκεκριμένες διατάξεις του οικείου Τοπικού Σχεδίου) για να αποδείξει -ως οφείλει- ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε όταν έκρινε ότι το οικείο Τοπικό Σχέδιο ανεχόταν την έκδοση πολεοδομικής άδειας προς νομιμοποίηση της επίδικης πολεοδομικής ανάπτυξης.

 

Συναφώς, κρίνεται ανεπαρκής η εκ του Εφεσείοντα επίκληση του Άρθρου 11(1) των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμων που διέπει τους σκοπούς ενός τοπικού σχεδίου.  Τέτοια επίκληση θα ήταν ενδεχομένως σχετική αν ο Εφεσείων υποστήριζε ότι οι διατάξεις του Τοπικού Σχεδίου που ανέχονται την πολεοδομική ανάπτυξη εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση νόμου, κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω.

 

Ούτε και η αναφορά του Εφεσείοντα πως η έκδοση πολεοδομικής άδειας δεν δημιουργεί δέσμια εξουσία για την έκδοση άδειας οικοδομής είναι σχετική.

 

Τέλος, είναι ανεδαφικός ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τη θέση του πως ο Δήμος δεν εφάρμοσε ορθά την  παράγραφο 13.9.1 του οικείου Τοπικού Σχεδίου.  Αυτό, διότι είναι στην παράγραφο 13.9.1 συγκεκριμένα που το πρωτόδικο Δικαστήριο εστίασε για να κρίνει πως το Τοπικό Σχέδιο ανέχεται την εκ του Δήμου έγκριση της επίδικης πολεοδομικής ανάπτυξης.  Επαναλαμβάνουμε εκ νέου ότι το τυχόν σφαλερό αυτής της πρωτόδικης κρίσης δεν αντιστοιχεί στο παράπονο του λόγου έφεσης για έλλειψη πρωτόδικης κρίσης.

 

Ο Εφεσείων προεκτείνει τον δεύτερο λόγο έφεσής του και στην πραγματική πλάνη, υπό την έννοια ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε συναφή λόγο ακύρωσης τον οποίον ο Εφεσείων προώθησε ενώπιόν του.  Ως προς τούτο, παρατηρούμε ότι με την πρωτόδικη αγόρευσή του ο Εφεσείων προώθησε τέτοιο λόγο ακύρωσης ως εξής:

«5.5. Η Απόφαση αποτελεί προϊόν πραγματικής πλάνης αναφορικά με τα σχετικά γεγονότα από μέρους των Καθ’ων η Αίτηση και μεταξύ άλλων, οι Καθ’ων η Αίτηση κατά την παραγωγή των Αποφάσεων βασίστηκαν σε λανθασμένες και άσχετες πληροφορίες και γεγονότα και σε πληροφορίες και γεγονότα που δεν είχαν τεθεί σωστά μπροστά τους. Επίσης παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους σχετικές πληροφορίες και γεγονότα και παραγνωρίστηκαν από τους Καθ’ων η αίτηση ο αρνητικές συνέπειες που οι Αποφάσεις θα επιφέρουν στην κυκλοφορική συμφόρηση της Λεωφόρου Αγίων Ομολογητών και τις ανέσεις και την ποιότητα ζωής του Αιτητή και της οικογένειάς του και την άσκηση του επαγγέλματος του  Αιτητή.  Για τους ίδιους λόγους, οι Αποφάσεις είναι αντίθετες στο νόμο και παραβιάζουν την αρχή της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης».

 

Κατ’ αντιδιαστολή, η πιο συγκεκριμένη συναφής αναφορά στο ενώπιόν μας περίγραμμα του Εφεσείοντα είναι η εξής:

«60. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε να επαναλάβει τις αναφορές της έκθεσης του δημοτικού μηχανικού περί ήπιας λειτουργίας και έλλειψης παραπόνων (σελ.7), χωρίς να εξετάσει το πώς και πότε διεξήχθησαν οι σχετικοί ελέγχοι, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, έγιναν όταν ο Πλάτανος ήταν κλειστός και δεν κάλυπταν τις ώρες και συνθήκες πραγματικής λειτουργίας του (βλ. παρ. ErrorReference source not found., παραπάνω).  Επιπλέον, δεν αξιολόγησε τα επανειλημμένα και τεκμηριωμένα παράπονα του Εφεσείοντα και των λοιπών περιοίκων για χρόνια προβλήματα κυκλοφοριακής συμφόρησης, στάθμευσης και ηχορύπανσης στη Λεωφόρο Αγίων Ομολογητών, ούτε έλαβε υπόψη τις ίδιες τις προγενέστερες διαπιστώσεις του Δήμου για την παράνομη λειτουργία και παραβατική συμπεριφορά του ΕΜ.  Συνεπώς, η πρωτόδικη απόφαση στηρίχθηκε σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

[…]

62. Υπό οποιαδήποτε εκδοχή, η αδειοδότηση του Πλάτανου δεν θα περιορίσει την οχληρία. Αντίθετα, η νομιμοποίηση της λειτουργίας τους θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση και επαύξηση της οχληρίας.  Συνεπώς οι Αποφάσεις είναι αποτέλεσμα πλάνης.  Ενώ αυτά τα ζητήματα τέθηκαν με την προσφυγή του Εφεσείοντα, δεν εξετάστηκαν καν από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.».

 

Από πλευράς του, το πρωτόδικο Δικαστήριο ρητά δήλωσε ότι ενώπιόν του προωθήθηκαν λόγοι ακύρωσης περί (μεταξύ άλλων) νομικής και πραγματικής πλάνης.  Ακόμα και αν δεν ήθελε θεωρηθεί ότι με την απόρριψη της Προσφυγής απέρριψε και τον λόγο ακύρωσης περί πραγματικής πλάνης, παρατηρούμε ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης προωθήθηκε με ένα γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς υπόδειξη συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία κατ’ ισχυρισμόν αγνοήθηκαν από τον Δήμο.  Τα ίδια ισχύουν και για τον συναφή λόγο έφεσης.   Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης είναι θνησιγενής εν τη γενέση του.

 

Ως λέχθηκε στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 80/2020 Χατζηχάννα ν . Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.9.2025:

«Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να εξετάσει το περιεχόμενο όλων των διοικητικών φακέλων για να διερευνήσει το βάσιμο των ισχυρισμών του εφεσείοντα σε προσφυγή, το οποίο παραλείπει να αναπτύξει με σαφήνεια και να τεκμηριώσει το σχετικό λόγο ακυρώσεώς του, εδώ της κατοχής και από τον ίδιο του πλεονεκτήματος της πείρας, όπως αυτή καθορίστηκε πως θα αποτελεί πλεονέκτημα σε προπαρασκευαστικό στάδιο.  Ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσής του, περί της μη ορθότητας της απόφασης του δικαστηρίου να απορρίψει τους σχετικούς λόγους ακυρώσεως, απορρίπτονται.».

 

Εν κατακλείδι, επαναλαμβάνουμε ότι στην προσβαλλόμενη πολεοδομική άδεια επιβλήθηκαν αυστηροί όροι για περιορισμό της οχληρίας, ήτοι η απαγόρευση ζωντανής μουσικής, η εν πάση περιπτώσει απαγόρευση εκπομπής της μουσικής πέραν της περιμέτρου του τεμαχίου και ο τερματισμός της χρήσης της ταβέρνας μετά τις 23:00. 

 

Επιπρόσθετα, τέθηκε και ο γενικός όρος όπως «λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των ανέσεων των γειτονικών ιδιοκτησιών» (στις οποίες περιλαμβάνεται, προφανώς, η ιδιοκτησία του Εφεσείοντα).

 

Υπό το φως των ανωτέρω, παραπέμπουμε σε απόσπασμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Έφεσης Αρ. 38/2016 που συνιστά -ως πραναφέραμε- δικαστικό προηγούμενο:

«Ότι δεν ικανοποιήθηκαν οι προτιμήσεις ή επιθυμίες τους [των περίοικων, περιλαμβανομένου του Εφεσείοντα], δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκαν οιαδήποτε δικαιώματά τους.  Είχε και το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο δικαιώματα στην εκμετάλλευση της επίδικης οικοδομής την οποία κατείχε, που σταθμίστηκαν και με την επίδικη άδεια του επιβλήθηκαν όροι και περιορισμοί, έτσι ώστε να μην επηρεάζονται οι ανέσεις των περίοικων.».

 

 

 

Εκ των ανωτέρω, οδηγούμαστε στην απόρριψη του συνόλου του δεύτερου λόγου έφεσης.

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

Η έφεση απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.

Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ του Εφεσίβλητου και κατά του Εφεσείοντα.

 

                                                           Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                           Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.



[1] Η αντιπαραβολή των προσβαλλόμενων πράξεων και των γεγονότων της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσης δεικνύει ότι η ταβέρνα και η οικία του Εφεσείοντα βρίσκονται επί της ίδιας οδού.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο