ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 111/2022)
8 Ιουλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΡΚΟΥ
Εφεσείων,
v.
KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Μ. Παρασκευάς, για Εφεσείοντα.
Α. Αχιλλέως (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
-----------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 21/6/2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Aρ. 976/2019 του Εφεσείοντα εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης να απορρίψει την ιεραρχική του προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία έκριναν ότι ο Εφεσείων απασχολείται ως αυτοτελώς εργαζόμενος και κατ’ επέκταση οφείλει να καταβάλει εισφορές από τον Νοέμβριο του 2012.
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης έχουν ως ακολούθως:
Κατόπιν καταγγελίας σε βάρος του Εφεσείοντα για αδήλωτη εργασία και μη καταβολή εισφορών, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής «ο Διευθυντής») διεξήγαγε σχετική έρευνα, η οποία κατέληξε ότι η απασχόληση του Εφεσείοντα ως ανεξάρτητου συμβούλου/συνεργάτη σε συγκεκριμένη εταιρεία είναι απασχόληση αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου, με υποχρέωση καταβολής εισφορών και πρόσθετου τέλους για την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2012 σε όλα τα Ταμεία που διαχειρίζονται ή έχουν ευθύνη είσπραξης των εισφορών οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα με επιστολή ημερομηνίας 22/11/2018. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Εφεσείων άσκησε ιεραρχική προσφυγή στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία απερρίφθη και σχετική ενημερωτική επιστολή ημερομηνίας 22/4/2019 απεστάλη στον Εφεσείοντα, ο οποίος αμφισβήτησε την απόφαση με την Προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους λόγους ακύρωσης που προέβαλε ο Εφεσείων, τους οποίους απέρριψε.
Ο Εφεσείων αμφισβητεί την πρωτόδικη κρίση με πέντε Λόγους Έφεσης:
Προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η αναφορά του Εφεσείοντα σε παθητικό εισόδημα δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ίδιος προβαίνει σε κάποιες ενέργειες με σκοπό το κέρδος και άρα ότι εντάσσεται στον ορισμό του αυτοτελώς εργαζόμενου (Λόγος Έφεσης Αρ. 1) και χωρίς το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξειδικεύσει σε ποιες ενέργειες προβαίνει ο Εφεσείων οι οποίες συνιστούν εργασία έκρινε τον Εφεσείοντα ως αυτοτελώς εργαζόμενο (Λόγος Έφεσης Αρ.2). Ισχυρίζεται επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένο εύρημα ότι ο Εφεσείων εργάζεται με σκοπό το κέρδος επειδή εισπράττει ποσά προερχόμενα από Κύπρο και άλλες χώρες που είναι ποσοστά από πωλήσεις της ομάδας του και ότι αυτή η είσπραξη συνιστά εργασία αυτοτελώς εργαζομένου (Λόγος Έφεσης Αρ.3). Προβάλλει επίσης ο Εφεσείων ότι, εσφαλμένα απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο (Λόγος Έφεσης Αρ.4) και ότι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε ακρόαση (Λόγος Έφεσης Αρ.5).
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας θα εξεταστεί ο Λόγος Έφεσης Αρ.4 που αφορά την αρμοδιότητα του οργάνου.
Επί του ζητήματος της αρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της διοίκησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως:
«Η επιστολή ημερομηνίας 22.11.2018 υπογράφεται από άλλο πρόσωπο «για Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 εντοπίζεται ως κυανό 5 – 4 έγγραφο με ημερομηνία 20.11.2018 και τίτλο «Σημείωμα» που, όπως προκύπτει από τα φύλλα αρχειοθέτησης, υποβάλλεται από λειτουργό προς τον Διευθυντή. Στο έγγραφο αυτό καταγράφονται τα γεγονότα και η άποψη της λειτουργού. Στο κάτω μέρος του σημειώματος, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση με ημερομηνία 21.11.2018 και το ακόλουθο περιεχόμενο την οποία, ως εξηγεί ο καθ’ ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση, υπογράφει ο Διευθυντής:
«Έχω μελετήσει όλα τα στοιχεία του φακέλου και τα έχω συνεκτιμήσει και κρίνω ότι η απασχόληση του κ. Νίκου Μάρκου είναι απασχόληση αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου».
Συνεπώς, η απόφαση λήφθηκε αρμοδίως από τον Διευθυντή και η επιστολή υπογράφεται εκ μέρους του. Επομένως, όπως ορθά εισηγείται ο καθ’ ου η αίτηση, ο ισχυρισμός του αιτητή περί αναρμοδιότητας δεν ευσταθεί».
Διατείνεται ο Εφεσείων ότι, στο Σημείωμα ημερομηνίας 20/11/2018, το οποίο υπεβλήθη από την αρμόδια λειτουργό προς τον Διευθυντή περιέχεται χειρόγραφη σημείωση του Διευθυντή ημερομηνίας 21/11/2018 και συνιστά ανεπίτρεπτο νέο στοιχείο μαρτυρίας ή επεξήγηση εκ των υστέρων ότι το εν λόγω Σημείωμα ετοιμάστηκε αρμοδίως και υπεγράφη από τον Διευθυντή.
Αντιτείνει η Εφεσίβλητη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι η απόφαση του Διευθυντή, αλλά η απόφαση της Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησε ο Εφεσείων. Πρόσθετα, ότι ο Εφεσείων δεν είχε προβάλει στα πλαίσια της ιεραρχικής του προσφυγής ζήτημα αναρμοδιότητας και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο λόγοι οι οποίοι εγείρονται για πρώτη φορά στα πλαίσια προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, είναι η θέση της Εφεσίβλητης ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου υποστηρίζονται από τα στοιχεία του φακέλου και ο Εφεσείων δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας που διέπει τη δράση της διοίκησης.
Έχει ήδη αναφερθεί ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη λόγου ακύρωσης περί αναρμοδιότητας του Διευθυντή ο οποίος εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 22/11/2018, ως ζητήματος αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου.
Με το δεδομένο ότι υπάρχει επ’ αυτού δικανική κρίση η οποία αμφισβητείται με τον παρόντα Λόγο Έφεσης, κρίνουμε ότι η περίπτωση δεν είναι η κατάλληλη για να εξεταστεί υπό το πρίσμα το οποίο η Εφεσίβλητη θέτει εναλλακτικά στο περίγραμμα αγόρευσης της (όχι ως Λόγος Αντέφεσης), ότι δηλαδή εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση είναι η απόφαση της Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής και πρόσθετα ότι ο Εφεσείων δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα στην ιεραρχική του προσφυγή. Επομένως το ζήτημα παραμένει εντελώς ακαδημαϊκό.
Επισημαίνουμε βεβαίως ότι η θέση της νομολογίας μας είναι ότι:
«Πράξη ή απόφαση εναντίον της οποίας έγινε ένσταση ή ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή με βάση νομοθετική πρόνοια χάνει την εκτελεστότητα της και συγχωνεύεται με την πράξη ή την απόφαση που λήφθηκε επί της ένστασης ή της ιεραρχικής προσφυγής και η τελευταία είναι η μόνη που μπορεί να προσβληθεί» (βλ. Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 88, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Χριστάκης Μιλτιάδου ν. Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 52/18, ημερομηνίας 15/3/2024).
Επίσης σύμφωνα με τη νομολογία, λόγοι ακύρωσης που δεν τέθηκαν στην ένσταση ή την ιεραρχική προσφυγή και εγείρονται για πρώτη φορά με την προσφυγή δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο (με επιφύλαξη της δυνατότητας εξέτασης ζητημάτων δημόσιας τάξης). Το πιο κάτω απόσπασμα από την Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342, θέτει το ζήτημα στην ορθή του διάσταση:
«Η νομιμότητα της απόφασης κρίνεται με αναφορά στα στοιχεία που η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών είχε ενώπιόν της, σε συνάρτηση προς τους λόγους ακύρωσης και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που ο παραπονούμενος (ενδιαφερόμενο πρόσωπο) έθεσε ενώπιόν της. Λόγοι ακύρωσης οι οποίοι δεν τέθηκαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και εγείρονται για πρώτη φορά με την προσφυγή δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο. Αν συνέβαινε το αντίθετο, ο σκοπός του νόμου θα καταστρατηγείτο ενώ εμμέσως θα παραβιαζόταν η προθεσμία των 75 ημερών του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Οι εφεσείοντες σαφώς δεν έθεσαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών θέμα παραβίασης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1774/2002, η μη τήρηση της οποίας αναμφιβόλως δεν αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης για να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως οι εφεσείοντες εισηγούνται».
Κατά συνέπεια, εξετάζοντας τον εγειρόμενο Λόγο Έφεσης περί του εσφαλμένου της δικανικής κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο εφετειακής παρέμβασης.
Δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι το Σημείωμα της λειτουργού ημερομηνίας 20/11/2018 εισήγαγε ανεπίτρεπτα νέο στοιχείο μαρτυρίας και ότι αυτό ετοιμάστηκε από τη συγκεκριμένη λειτουργό εκτός πρακτικών και υπεγράφη από τον Διευθυντή.
Διαπιστώνουμε ότι το εν λόγω Σημείωμα περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο, όπως εξάλλου το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε (ως κυανά 5 και 4). Όπως δε πολύ ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρόκειται για σημείωμα που υπεβλήθη από λειτουργό προς τον Διευθυντή, στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα και η άποψη της λειτουργού. Υπάρχει δε ενυπόγραφη χειρόγραφη σημείωση επί του Σημειώματος ότι μελετήθηκαν τα στοιχεία και χαρακτηρίστηκε ο Εφεσείων ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Βάσει δε του τεκμηρίου της κανονικότητας που διέπει τη δράση της διοίκησης, το οποίο δεν έχει ανατραπεί από τα όσα γενικά επικαλείται ο Εφεσείων τεκμαίρεται ότι η απόφαση ημερομηνίας 22/11/2018 λήφθηκε αρμοδίως από τον Διευθυντή.
Κατά συνέπεια ο Λόγος Έφεσης Αρ. 4 αποτυγχάνει.
Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 5 που άπτεται του δικαιώματος ακρόασης επισημαίνουμε ότι ο Εφεσείων είχε το δικαίωμα ακρόασης μέσω της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησε, να εκθέσει τις θέσεις του. Είναι δε νομολογημένο ότι, το δικαίωμα ακρόασης ικανοποιείται και με γραπτή παράσταση. Σχετικό επ’ αυτού είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ο Lykos Services and Security Systems-Private Investigators Ltd κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 1/2016, ημερομηνίας 20/07/2021:
«Οι εφεσείουσες είχαν το δικαίωμα μέσω της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησαν να εκθέσουν, απαντήσουν και αναπτύξουν τις θέσεις τους, πράγμα το οποίο και έπραξαν.
Η εκκαλούμενη δε απόφαση, εκδόθηκε αφού ακούστηκαν μέσω της προσφυγής τους οι εφεσείουσες. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι το δικαίωμα ακρόασης δεν είναι ανάγκη να είναι προφορικό, αλλά ικανοποιείται και με γραπτή παράσταση (Νικόλας Μελέτη ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 347).
Κρίνουμε πως το θεμελιακό δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικούμενου, το οποίο θεσμοθετήθηκε και με το άρθρο 43 του Ν. 158(Ι)99 δεν έχει παραβιαστεί. Ο διοικούμενος, εδώ οι εφεσείουσες, είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους τις οποίες και εξέφρασαν επί των κοινοποιηθέντων σε αυτούς λόγων, ανάκλησης της άδειας, καταθέτοντας την ιεραρχική προσφυγή. Όπως το εδάφιο 4 του άρθρου 43 προνοεί «η ακρόαση του ενδιαφερόμενο δεν είναι απαραίτητο να γίνεται προφορικά. Είναι αρκετό, αν ζητηθεί από αυτόν, να εκθέσει γραπτώς τις απόψεις του, εκτός εάν ο νόμος ορίζει το αντίθετο.»
Επίκληση μπορεί να γίνει και πάλιν του συγγράμματος Δαγτόγλου (ανωτέρω) όπου στη σελ. 282 σημειώνεται:
«Το περιεχόμενο του δικαιώματος είναι η προηγούμενη ακρόαση. Η ακρόαση δεν χρειάζεται να λάβει πράγματι χώρα, αλλά έγκειται στην παροχή ευκαιρίας στον ενδιαφερόμενο να αναπτύξει γραπτώς ή προφορικώς τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του ενώπιον του οργάνου που ασκεί την αποφασιστική αρμοδιότητα, ή πάντως να προκύπτει σαφώς ότι οι απόψεις του ενδιαφερομένου έχουν περιέλθει στο αρμόδιο αυτό όργανο.».
Επομένως απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 5
Οι εναπομείναντες Λόγοι Έφεσης 1, 2 και 3, οι οποίοι έχουν ως κοινό υπόβαθρο την διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων εντάσσεται στον ορισμό του αυτοτελώς εργαζόμενου, θα τύχουν κοινής εξέτασης.
Επί των λόγων ακύρωσης του Εφεσείοντα περί πλάνης και έλλειψης δέουσας έρευνας και των εισηγήσεων του Εφεσείοντα ότι η ιδιότητα του ως μέλος συγκεκριμένης επιχείρησης δεν τον καθιστά αυτοτελώς εργαζόμενο επειδή είχε μόνο παθητικό εισόδημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού σημείωσε τα όσα η ιστοσελίδα της επιχείρησης στην οποία ο Εφεσείων αναγράφεται ως ανεξάρτητο μέλος αναφέρει σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής (σύμφωνα με τα διαπιστωθέντα στη διοικητική έρευνα), επεσήμανε τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με κατάσταση, ο αιτητής έλαβε διάφορα ποσά προερχόμενα τόσο από την Κύπρο όσο και από άλλες χώρες. Όπως με σαφήνεια προκύπτει από το απόσπασμα που παρέθεσα πιο πάνω, για να κερδίζει κάποιος ποσοστά επί των πωλήσεων της ομάδας του θα πρέπει να έχει δημιουργήσει τη δική του ομάδα μελών και όχι απλά να αγοράζει προϊόντα για δική του χρήση, ως είναι ο ισχυρισμός του αιτητή.
Συνεπώς, το ζήτημα που παραμένει προς επίλυση είναι κατά πόσο τέτοιου είδους είσπραξη ποσοστών συνιστά για σκοπούς κοινωνικών ασφαλίσεων αυτοτελώς εργαζόμενη εργασία».
Όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, διεξήχθη έρευνα από το αρμόδιο Τμήμα δυνάμει του Άρθρου 81(2) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν.59(Ι)/2010 (εφεξής «ο Νόμος») και λήφθηκαν υπόψη, η αίτηση εγγραφής του Εφεσείοντα που έγινε μέλος της επιχείρησης και τα εμβάσματα πληρωμών από την επιχείρηση στον τραπεζικό λογαριασμό του Εφεσείοντα που αφορούν εισοδήματα από τις πωλήσεις της ομάδας που δημιούργησε ο Εφεσείων. Επιπλέον, όπως αναφέρεται, λήφθηκαν στοιχεία από τη συγκεκριμένη επιχείρηση για τον τρόπο εργασίας και αμοιβής των ανεξάρτητων συμβούλων της επιχείρησης και ότι μέσω αυτών δημιουργείται ομάδα μελών, από την οποία προκύπτει κέρδος από ποσοστά επί των πωλήσεων και επιβεβαιώνεται από το επίσημο σχέδιο μάρκετινγκ της επιχείρησης ότι, η όλη στρατηγική κέρδους είναι εξαρτημένη από τον κύκλο εργασίας πώλησης προιόντων. Από την εξέταση όλων των γεγονότων και στοιχείων, η διοίκηση κατέληξε ότι η απασχόληση του Εφεσείοντα είναι ως αυτοτελώς εργαζόμενου με υποχρέωση καταβολής εισφορών, η οποία στηρίζεται κυρίως στο δεδομένο ότι τα εισοδήματα του Εφεσείοντα πηγάζουν από δικές του πωλήσεις και από προμήθειες επί των πωλήσεων της ομάδας μελών του και αφορούν ασφαλιστέες αποδοχές.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 22/4/2019 αποφασίστηκε ότι η απασχόληση του Εφεσείοντα εμπίπτει στην κατηγορία του αυτοτελώς εργαζόμενου προσώπου, σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα, Μέρος Ι του Νόμου.
Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2(1) του Νόμου:
«αυτοτελώς εργαζόμενος» σημαίνει πρόσωπο που ασκεί οποιαδήποτε ασφαλιστέα απασχόληση οριζόμενη στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα, εκτός εάν αυτή είναι εξαιρούμενη απασχόληση σύμφωνα με το Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα∙».
Ως ασφαλιστέα απασχόληση οριζόμενη στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα ορίζεται η:
«Απασχόληση στην Κύπρο προσώπου που εργάζεται με σκοπό το κέρδος, εφόσον η απασχόληση αυτή δεν είναι ασφαλιστέα δυνάμει του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα».
Eπιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε πεπλανημένη ερμηνεία των όρων «παθητικό» και «ενεργητικό» εισόδημα. Όπως υποδεικνύει, το παθητικό εισόδημα, ως η περίπτωση του Εφεσείοντα, απαιτεί λίγη ή και καθόλου ενεργή προσπάθεια από τον αποδέκτη ο οποίος δεν συμμετέχει στην επιχειρηματική δραστηριότητα που δημιουργεί το εισόδημα. Υποδεικνύει δε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ταύτισε τον όρο εργασία με τη φράση ότι ο Εφεσείων «προβαίνει σε κάποιες ενέργειες με σκοπό το κέρδος», ενέργειες οι οποίες δεν εξειδικεύτηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Με κάθε σεβασμό, δεν συμμεριζόμαστε την πιο πάνω θέση του Εφεσείοντα.
Τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στον διοικητικό φάκελο, ουσιαστικό μέρος των οποίων έχει παρατεθεί ανωτέρω, δεικνύει ότι ήταν ευλόγως επιτρεπτό στη διοίκηση να κατατάξει τον Εφεσείοντα ως αυτοτελώς εργαζόμενο με τις επακόλουθες συνέπειες.
Ο τρόπος εργασίας και αμοιβής των ανεξάρτητων συμβούλων της επιχείρησης, που επιβεβαιώνονται από το επίσημο σχέδιο μάρκετινγκ της επιχείρησης, το οποίο είχε ληφθεί υπόψη από τη διοίκηση και στο οποίο αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και ειδικότερα η αναφορά ότι το κέρδος της επιχείρησης προκύπτει από ποσοστά επί των πωλήσεων του ανεξάρτητου συμβούλου και των μελών της ομάδας του, σε συνδυασμό με την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού του Εφεσείοντα με εισοδήματα από πωλήσεις προϊόντων της επιχείρησης από τα μέλη της ομάδας του, εύλογα οδήγησαν τη διοίκηση να χαρακτηρίσει τον Εφεσείοντα ως ενεργούντα με σκοπό το κέρδος και κατ’ επέκταση ως αυτοτελώς εργαζόμενο.
Είναι πάγια η θέση της νομολογίας, ότι ο δικαστικός έλεγχος των διοικητικών πράξεων περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας, το δε Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην κρίση του αρμόδιου οργάνου όταν η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εύλογα επιτρεπτή, ούτε στην ουσιαστική κρίση της διοίκησης, εκτός αν διαφανεί ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα ή τον Νόμο ή υπέρβαση εξουσίας (βλ. Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 106).
Εν προκειμένω, το αρμόδιο Τμήμα στα πλαίσια της λειτουργίας του, επεξήγησε επαρκώς, χωρίς να διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό, γιατί θεώρησε τον Εφεσείοντα ως αυτοτελώς εργαζόμενο με τις επακόλουθες συνέπειες αυτού του χαρακτηρισμού, κατά τρόπο ώστε δεν χωρεί εφετειακή παρέμβαση ούτε στα ευρήματα της κατάληξης της διοίκησης ούτε και σε αυτά του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Συνεπώς οι Λόγοι Έφεσης 1, 2 και 3 απορρίπτονται.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Έφεση απορρίπτεται.
Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο