(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 2/2026 (i-justice)
14 Ιουλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Β. M. F.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Α. Δ. Δημητρίου, για τoν Εφεσείοντα.
Φ. Χριστοφίδης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ - ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το Διοικητικό Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 05/12/2025 απέρριψε τις Συνεκδ. Προσφυγές Αρ. 1383/2023 και 1030/2025. Η Προσφυγή Αρ. 1383/2023 αφορούσε την απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 04/07/2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Εφεσείοντα για έκδοση δελτίου διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως συντρόφου πολίτιδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Προσφυγή Αρ. 1030/2025 αφορούσε την απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 04/09/2025 να κηρύξει τον Εφεσείοντα ως απαγορευμένο μετανάστη και να εκδώσει εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Είναι σημαντικό να παρατεθεί το ιστορικό της περίπτωσης του Εφεσείοντα από της άφιξης του στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την έκδοση των επίδικων αποφάσεων.
O Εφεσείων είναι Ιρανός υπήκοος, ο οποίος αφίχθηκε στη Δημοκρατία για πρώτη φορά την 01/11/2000. Στις 15/1/2001, υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής, η οποία του παραχωρήθηκε με ισχύ μέχρι τις 28/2/2001. Στη συνέχεια, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για να του παρασχεθεί το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα, η οποία απορρίφθηκε στις 12/1/2002.
Στις 20/5/2002, ο Εφεσείων τέλεσε πολιτικό γάμο με Κύπρια πολίτιδα και στις 11/7/2003, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής «ΤΑΠΜ») εξέδωσε άδεια παραμονής του Εφεσείοντα στη Δημοκρατία ως εργάτη, η οποία ανανεωνόταν διαδοχικά.
Στις 30/10/2008, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία απορρίφθηκε στις 31/08/2010.
Την 01/02/2011, η Διευθύντρια του ΤΑΠΜ κήρυξε τον αιτητή ως ανεπιθύμητο μετανάστη βάσει του Άρθρου 6(1)(δ) του Κεφ. 105, λόγω της σοβαρότητας αδικημάτων που είχε διαπράξει (αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη) και για τα οποία ο Εφεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης. Aίτημα του Εφεσείοντα προς τον Υπουργό Εσωτερικών για αναθεώρηση της απόφασης απόρριψης της ανανέωσης της άδειας παραμονής και εργασίας του στη Δημοκρατία, απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Εφεσείων αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, δεδομένης της καταδίκης του για σοβαρό ποινικό αδίκημα κατά το έτος 2011.
Εκδοθέντα εναντίον του Εφεσείοντα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 08/10/2013, ακυρώθηκαν στις 10/04/2014, καθότι ο Εφεσείων κρατείτο ήδη στις Κεντρικές Φυλακές λόγω ενταλμάτων προστίμου.
Στις 27/02/2014, ο Εφεσείων συνελήφθη για τροχαία αδικήματα και στις 15/04/2014 αποφυλακίστηκε από τις Κεντρικές Φυλακές. Την ίδια μέρα συνελήφθη εκ νέου δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 15/04/2014, τα οποία στις 26/08/2014 ανακλήθηκαν. Στις 27/08/2014 ο Εφεσείων απολύθηκε της κράτησης υπό όρους που του επιβλήθηκαν από τη Διευθύντρια του ΤΑΜΠ.
Την 01/02/2017 το ΤΑΠΜ εξέδωσε άδεια παραμονής και εργασίας στον Εφεσείοντα ως σύζυγο Κύπριας πολίτιδας, η οποία ανανεωνόταν διαδοχικά. Στις 27/04/2019, η σύζυγος του Εφεσείοντα απεβίωσε.
Στις 10/11/2020, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δι' εγγραφής, η οποία απορρίφθηκε στις 12/2/2023.
Στις 28/3/2022, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτης μέλους οικογένειας Κύπριου πολίτη, η οποία απορρίφθηκε από το ΤΑΠΜ στις 11/5/2022, καθότι αυτός δεν διατηρούσε δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη.
Στις 08/07/2022, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για απόκτηση δικαιώματος διαμονής στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισμένων Υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007 (εφεξής «Ν.7(Ι)/2007») ως τροποποιήθηκε. Η αίτηση του απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 04/07/2023, η οποία είναι το αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1383/2023.
Στις 14/8/2025, ο Εφεσείων συνελήφθη για εντάλματα προστίμου που εκκρεμούσαν εναντίον του και μεταφέρθηκε ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Στις 3/9/2025, η ποινή φυλάκισης του ανεστάλη και την ίδια μέρα συνελήφθη στον χώρο των Κεντρικών Φυλακών για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Εναντίον του εκδόθηκαν στις 04/09/2025, διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Άρθρου 14 του Κεφ. 105, που είναι το αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1030/2025.
Με δύο Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση (ο αρχικά εγερθείς Λόγος Έφεσης Αρ. 1 απεσύρθη).
Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2 προβάλλει ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν σχολίασε καθόλου την επί 25 ετών νόμιμη παραμονή του στη Δημοκρατία και την επί 16 έτη έγγαμη ζωή του με Κύπρια πολίτιδα. Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3 ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε πως δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων.
Υποστηρίζει ο Εφεσείων σε σχέση με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τα ζητήματα που άπτονται της παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιωτική του ζωή ιδιαίτερα αν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι διαμένει στη Δημοκρατία για 25 χρόνια. Σημειώνει δε, ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια υγεία και δεν δικαιολογείται στην περίπτωση του περιορισμός του δικαιώματος.
Καταρχάς, διευκρινίζεται ότι ο έλεγχος του αναθεωρητικού Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και όχι ουσίας, όπως εκλαμβάνουμε ότι επιζητείται από τον Εφεσείοντα με τα πλείστα ως αναφέρονται ως αιτιολογία του Λόγου Έφεσης Αρ. 2.
Όσον αφορά τον κύριο ισχυρισμό του Εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε αυτά τα ζητήματα, ο Λόγος Έφεσης Αρ. 2 κρίνουμε ότι, δεν ευσταθεί.
Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί ελλιπούς έρευνας και εμφιλοχώρησης πλάνης στερούντο ερείσματος. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο Εφεσείων στο πλαίσιο της Προσφυγής του Αρ. 1030/2025 προώθησε ισχυρισμό ότι δεν διενεργήθηκε δέουσα έρευνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά της περίπτωσης του:
«και δη το γεγονός ότι βρίσκεται στη Δημοκρατία για 25 περίπου χρόνια, ότι ήταν σύζυγος Κύπριας πολίτιδος για περίπου 16 χρόνια, τον κίνδυνο που διατρέχει εάν επιστρέψει στο Ιράν, τις προσπάθειες διευθέτησης της παραμονής του στη Δημοκρατία και τους δεσμούς του με την Κύπρο». (σελ. 24 και επόμενα της πρωτόδικης Απόφασης).
Κατέληξε δε ως ακολούθως:
«Επιπρόσθετα, δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά της περίπτωσης του αιτητή, μεταξύ άλλων της πολυετούς παραμονής του στη Δημοκρατία, και τους κινδύνους που υφίστανται σε περίπτωση επαναπροώθησής του σε χώρα που υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή του και/ή κίνδυνος να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Εγείρει, συναφώς, ο κ. Δημητρίου, σε άμεση συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, ζήτημα παραβίασης της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του αιτητή.
Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως, ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024, ημερ. 24.2.2025).
Εξάλλου, θεωρώ πως είχε ο αιτητής, από τον Ιούλιο του 2023, το χρόνο και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία, σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, χωρίς να χρειαστεί στο στάδιο τούτο να επικαλείται ανθρωπιστικούς λόγους για παραμονή στη χώρα, ήτοι ζητήματα τα οποία εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Μ.Υ., ανωτέρω).
Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Εξάλλου, ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του, δεν ανέφερε το παραμικρό αναφορικά με την ύπαρξη συντρόφου ή/και πιθανών οικογενειακών δεσμών στη Δημοκρατία, και αυτό προκύπτει τόσο από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 3.9.2025, δια της οποίας υποβάλλεται η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, όσο και από την κατάθεση του Αστυφύλακα Ε., ιδίας ημερομηνίας, ο οποίος προέβη στη σύλληψη τον αιτητή»
Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα, ούτε διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό στις ενέργειες του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο διαπίστωσε πληρότητα στις ενέργειες των πραγματικών περιστατικών της περίπτωσης του Εφεσείοντα.
Κατά συνέπεια απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 2.
Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3, το πρωτόδικό Δικαστήριο εξετάζοντας τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης ανέφερε τα εξής:
«Έτι δε περαιτέρω, οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος και δη ότι εσφαλμένα δεν εξετάστηκε από τους καθ' ων η αίτηση κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος ο αιτητής να εκτεθεί σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει o συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, με απόφασή της ημερομηνίας 12.1.2002, απέρριψε την αίτηση του αιτητή για παραχώρηση του καθεστώτος του πρόσφυγα, καθότι έκρινε ότι αυτός δεν εγκατέλειψε την χώρα του (Ιράν) λόγω βάσιμου φόβου δίωξης ("well-founded fear of prosecution"). Ούτε και έχει προβάλει και/ή καταδείξει ο αιτητής οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στο Ιράν, η δε επιχειρηματολογία του επί του θέματος αυτού, έγκειται εν πολλοίς στον ισχυρισμό ότι έχει διαμείνει για πολλά χρόνια στην Κύπρο και έχει ενσωματωθεί στον τρόπο ζωής της χώρας. Συνεπώς, οι όποιοι ισχυρισμοί του αιτητή περί φόβου δίωξής του ή πραγματικού κινδύνου να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, δεν στοιχειοθετούνται. Ούτε και είχαν οι καθ' ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. V. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).
Και βεβαίως, δεν μπορεί να αναμένεται από τη Διοίκηση να προβεί σε έρευνα κατά πόσον, μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης ως προς το αίτημα του αιτητή να του παρασχεθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, διαφοροποιήθηκαν τα δεδομένα στη χώρα καταγωγής του, ή ακόμα και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, χωρίς προηγουμένως να έχει τεθεί οτιδήποτε σχετικό ενώπιον της από την πλευρά του αιτητή (βλ. Μ.Y., ανωτέρω). Πουθενά στον οικείο διοικητικό φάκελο, ούτε και από κανένα παράρτημα στο δικόγραφο της ένστασης προκύπτει ότι τέθηκε οτιδήποτε σχετικό ενώπιον των καθ' ων η αίτηση πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης. Τουναντίον, αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, είναι ότι ο αιτητής ουδέποτε ανέφερε το παραμικρό περί φόβου δίωξής του και περί ύπαρξης οικογένειας ή/και συντρόφου και ουδέποτε δήλωσε ενώπιον της Διοίκησης, ούτε και κατά τη σύλληψή του, οτιδήποτε σχετικό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την προαναφερθείσα επιστολή της YAM, ημερομηνίας 3.9.2025, αλλά και την κατάθεση του Αστυφύλακα Ευγενίου, ίδιας ημερομηνίας, αναφορικά με τη σύλληψη του αιτητή, ο οποίος ουδέν ανέφερε κατά το χρόνο σύλληψής του. Αντίθετα, η πρώτη φορά που ο αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς περί βάσιμου φόβου δίωξης και/ή κινδύνου να υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση, είναι μέσω του συνηγόρου του, δια των ισχυρισμών που προβάλλονται στην προσφυγή, αλλά και εν συνεχεία, στην γραπτή του αγόρευση, η οποία βεβαίως συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του διοικητικού φακέλου (Ελπινίκη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 4104, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 A.A.Δ. 565, Χριστίνα Τσίαντή κ.α, ν. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (2008) 4 A.A.Δ. 824). Κατά πάγια νομολογία, μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο αν γίνει δεκτό σχετικό αίτημα για προσαγωγή (Γιάννης Κώστα Κασάπης κ.α. ν. Δημοκρατίας, E.Δ.Δ. 31/2017, ημερ. 11.10.2023). Εν προκειμένω βεβαίως, δεν έγινε οποιοδήποτε αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου ότι ο έλεγχος τη νομιμότητας της προσβαλλόμενης δια προσφυγής πράξης διενεργείται στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου από το Δικαστήριο, το οποίο και είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει για τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης, στη βάση των αρχών που ισχύουν στη διοικητική δίκη ως προς το σχετικό έλεγχο που πρέπει να διενεργηθεί και ως προς το σχετικό βάρος απόδειξης και τους συναφείς ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας που διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασης, πηγή δε πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο (Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 A.A.Δ. 549, Ράφτη κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 A.A.Δ. 335).
Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Όπως λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο, στην MIU.H. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-
Κατά πάγια νομολογία του Δ.E.Ε., αλλά και όπως έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί τον Θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ' εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης Θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός Θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου - Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνού κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliver κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).
Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι Θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».
Επαναλαμβάνεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ουδέν είχε τεθεί ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις ή/και την ύπαρξη οικογένειας του αιτητή στη Δημοκρατία και, συνεπώς, τα όσα εκ των υστέρων θέτει ο αιτητής ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν τη
νομιμότητα και εγκυρότητα των εν λόγω διαταγμάτων, δεδομένης βεβαίως και της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.
H περί του αντιθέτου θέση του συνηγόρου του αιτητή, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα συνιστούν προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του αιτητή, με, αποτέλεσμα αυτή να παραβιάζεται, είναι προδήλως εσφαλμένη. Όπως λέχθηκε στην Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/2021, ημερ. 204.2022, το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας, κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο αιτητής, ιδιαίτερα δε στην περίπτωση, ως η παρούσα, που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα (Kedoum v. Δημοκρατίας, (2005) 3 A.A.Δ. 505, Hasnas Natalia ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 921/2015, ημερ. 23.7.2015, ECLI:CY:AD:2015:D538, M.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 990/2023 (Κ), ημερ. 31.8.2023). Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικό στην Kashif v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 144/2008, ημερ. 11.7.2008, «Η οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί από μόνη της στοιχείο για να διαφοροποιηθεί υπέρ του αιτητή μια κατά άλλα έκδηλα παράνομη κατάσταση, ιδιαίτερα στον τομέα της απέλασης όπού το κυρίαρχο δικαίωμα τον κράτους είναι προεξάρχον στον καθορισμό της πολιτικής, εφόσον ουδείς δικαιούται να παραμένει στην Κύπρο άνευ αδείας. [.] H Ολομέλεια συμφώνησε επίσης με την πρωτόδικη κρίση ότι η γέννηση παιδιού στην Κύπρο από μόνη της, δεν παρέχει αυτόματο και αυτοτελές δικαίωμα παραμονής τον στην Κύπρο» (βλ. και Alan Augustine v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 80/2011 ημερ. 14.6.2013, Μ.Y., ανωτέρω και την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην B.Π. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 820/2023, ημερ. 20.7.2023).
Περαιτέρω, ανεπίδεκτες δικαστικής κρίσης, και ως εκ τούτου απορριπτέες, κρίνονται και οι αναφορές του αιτητή, οι οποίες εγείρονται προς επίρρωση της θέσης περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, και που έχουν ως έρεισμα ζητήματα ουσιαστικής παραβίασης της αρχής και έγκεινται στους κατ' ισχυρισμό κινδύνους που εξακολουθούν να επαπειλούν τον αιτητή σε περίπτωση απέλασης του, στη χώρα καταγωγής του, καθότι είναι σαφές ότι, πέραν της ελλιπούς τεκμηρίωσης με την οποία προβάλλονται, τέτοιοι ισχυρισμοί εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
Συνεπώς, ενόψει των ττιο πάνω;, τόσο ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, όσο και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του αιτητή, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται».
Από το όλο σκεπτικό της πρωτόδικης Απόφασης γίνεται αντιληπτή η δικαστική αποτίμηση των κρίσιμων γεγονότων και καταγράφεται η αιτιολογία απόρριψης του λόγου ακύρωσης που προώθησε η πλευρά του Εφεσείοντα.
Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της περίπτωσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του Άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης και ούτε εντοπίζεται διενέργεια πλημμελούς έρευνας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν είχε καταδείξει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στο Ιράν και σημείωσε ότι δεν υπεβλήθη οποιοδήποτε αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Υπέδειξε δε, ότι ο Εφεσείων ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο απέρριψε την αίτηση του για παραχώρηση του καθεστώτος του πρόσφυγα.
Για τους λόγους αυτούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι όποιοι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί φόβου δίωξης του ή πραγματικού κινδύνου να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, δεν στοιχειοθετούνται. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου του εναρμονίζεται με τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αλλοδαπό να προβάλει και στοιχειοθετήσει ενώπιον των αρχών την σε βάρος του παράβαση της πιο πάνω αρχής, λόγω της απομάκρυνσης του από την ημεδαπή (βλ. Αίτηση 26417/10 OUABOUR c. BELGIQUE, απόφαση Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 2.6.2015, παράγραφος 64).
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε λεπτομερώς με τα ζητήματα που έθεσε ο Εφεσείων αναφορικά με τη μη επαναπροώθηση του Εφεσείοντα κρίνοντας ότι η διοίκηση ενήργησε σύννομα και επομένως δεν παρέχεται πεδίο εφετειακής παρέμβασης.
Έχει παγίως νομολογηθεί ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση ή την απόφαση της διοίκησης και ασκεί έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των διοικητικών οργάνων σύμφωνα με τα στοιχεία που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο, o οποίος αποτελεί την πηγή ελέγχου. Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και με βάση αυτά έκρινε ευλόγως ότι δεν ευσταθούσαν οι αιτιάσεις του Εφεσείοντα. Επομένως, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και είναι αβάσιμοι οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του Εφεσείοντα.
Συνεπώς ο Λόγος Έφεσης Αρ. 3 απορρίπτεται.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται 3.000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο