ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 71/2024)
1 Ιουλίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Μ. Ν. Κ.
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Α. Αλεξάνδρου, για ΑΝΔΡΕΟΥ & ΠΟΣΝΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα.
Φ. Χριστοφίδης, για Βρυωνίδου-Αναστασιάδη-Φιλίππου, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Η Εφεσείουσα υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας προβάλλοντας ότι υπέχει φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό).
Συγκεκριμένα, προέβαλε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου πως, ως νοσοκόμα, χορήγησε φαρμακευτική αγωγή σε νεαρό κορίτσι το οποίο στη συνέχεια απεβίωσε. Εξ ου και ο πατέρας της θανούσας, ο οποίος ήταν αστυνομικός, φρόντισε όπως η Εφεσείουσα συλληφθεί για το περιστατικό. Η Εφεσείουσα απέδρασε από τη φυλακή και, τελικώς, κατέληξε στην Κύπρο διεκδικώντας διεθνή προστασία.
Αφότου η Υπηρεσία Ασύλου κατηγοριοποίησε την Εφεσείουσα ως αιτήτρια που χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα, λόγω του ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης στην εφηβεία της, απέρριψε την αίτησή της για διεθνή προστασία.
Συγκεκριμένα, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι η Εφεσείουσα δεν ήταν αξιόπιστη ως προς την αφήγησή της, οπότε δεν έχρηζε του καθεστώτος ασύλου, βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων. Επιπρόσθετα, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ούτε και η παροχή συμπληρωματικής προστασίας εδικαιολογείτο στη βάση των κριτηρίων του Άρθρου 19 των περί Προσφύγων Νόμων.
Η Έφεσείουσα προσέβαλε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την Προσφυγή Αρ. 6043/2022, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, ομογνωμώντας με την Υπηρεσία Ασύλου πως η Εφεσείουσα δεν έχρηζε καθεστώτος ασύλου ή συμπληρωματικής προστασίας.
Το πρωτόδικο σκεπτικό έχει ως εξής:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αφήγηση της Εφεσείουσας ως χαρακτηριζόμενη από αοριστία και αντιφάσεις, οδηγούμενο στο συμπέρασμα πως η Εφεσείουσα ήταν αναξιόπιστη, καίτοι διαπίστωσε σφάλμα της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς τη διατύπωση του φερόμενου φόβου δίωξης τον οποίο προέβαλλε η Εφεσείουσα (σελ. 11 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως ανεπαρκή ή/και αναληθοφανή δύο τεκμήρια τα οποία η Εφεσείουσα προσήγαγε ενώπιόν του προς υποστήριξη της αφήγησής της, ήτοι τη φερόμενη φωτογραφία του αποβιώσαντος κοριτσιού και φερόμενο διάταγμα σύλληψης εκδοθέν σε βάρος της Εφεσείουσας για ανθρωποκτονία.
Κατά την πρωτόδικη κρίση, η φωτογραφία δεν μπορούσε να θεωρηθεί σχετική, διότι δεν μπορούσε να αποδειχτεί η διασύνδεσή της με την αφήγηση της Εφεσείουσας. Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες για τη γνησιότητα του φερόμενου εντάλματος σύλληψης. Σύμφωνα με την πρωτόδικη κρίση, σε βάρος της αξιοπιστίας η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί σε αυτά, προσμετρούσε και το γεγονός ότι η Εφεσείουσα δεν υπέβαλε τα άνωθεν δύο τεκμήρια ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στο πλαίσιο του ελέγχου ουσίας τον οποίο δικαιοδοτικά ασκεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στα προαναφερόμενα, αλλά εξέτασε και ως φόβο δίωξης το γεγονός του βιασμού της Εφεσείουσας, τον οποίο η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να εξετάσει ως τέτοιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε τοιουτοτρόπως με το σκεπτικό ότι οι γυναίκες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στο Κονγκό δύνανται να συνιστούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, για σκοπούς προσφυγικού καθεστώτος (σελ. 12 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης).
Παραταύτα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν εδικαιολογείτο η παροχή καθεστώτος ασύλου στην Εφεσείουσα εξαιτίας του βιασμού της. Αυτό, διότι, ναι μεν ο βιασμός μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως πράξη δίωξης, αλλά δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι με την επιστροφή της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό η Εφεσείουσα θα υπόκειτο ξανά σε βιασμό, ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση καθεστώτος ασύλου σε αυτήν.
Κατά δεύτερον, ως απόφοιτη νοσηλευτικής θα είχε -με την επιστροφή της- πρόσβαση στην αγορά εργασίας, καθώς και επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο αποτελούμενο από συγγενείς και φίλους.
Ως προς το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε περιθώριο υπαγωγής της Εφεσείουσας στα κριτήρια των παραγράφων (α) και (β) του Άρθρου 19(2) των περί Προσφύγων Νόμων που αφορούν τον κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, αφενός, ή υπαγωγής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, αφετέρου, στη χώρα καταγωγής.
Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης, βάσει του κριτηρίου της παραγράφου (γ) του άνωθεν Άρθρου 19(2). Συναφώς, αφού εξέτασε επίκαιρες πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι, στην επαρχία διαμονής της Εφεσείουσας, δεν υπήρχε πρόβλημα ασφάλειας σε έκταση που να καθιστά αδύνατη την επιστροφή της Εφεσείουσας εκεί.
Η Εφεσείουσα βάλλει κατά της απορριπτικής πρωτόδικης απόφασης με τους εξής λόγους έφεσης, οι οποίοι παρατίθενται και θα τύχουν εξέτασης όχι με τη σειρά που προβλήθηκαν:
Πέμπτος Λόγος Έφεσης:
Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την εκ της Εφεσείουσας πρωτοδίκως προβληθείσα ανεπαρκή διοικητική έρευνα και ελλιπή αιτιολόγηση η οποία διέπει την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Την πρωτόδικη Προσφυγή της η Εφεσείουσα τη χειρίστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς την αρωγή δικηγόρου. Συναφώς, παρατηρούμε ότι, στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσής της, δεν παρέθεσε οποιουσδήποτε νομικούς ισχυρισμούς κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και το ίδιο ισχύει για την πρωτόδικη αγόρευση της Εφεσείουσας. Αμφότερα τα πρωτόδικα έγγραφα της Εφεσείουσας περιορίζονται στην προσωπική της αφήγηση για τη φερόμενη δίωξή της λόγω εμπλοκής της στην περίθαλψη του κοριτσιού το οποίο εν συνεχεία απεβίωσε.
Παρότι, ως ορθά διαπίστωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπάρχει ελαστικότητα όταν διάδικος εμφανίζεται αυτοπροσώπως σε σχέση με την υποχρέωση παράθεσης νομικών σημείων επί της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσής του[1], η πρωτοβαθμίως μη προώθηση λόγων ακύρωσης κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καθιστά αλυσιτελή τον πέμπτο λόγο έφεσης.
Πέραν τούτου, είναι νομολογημένο ότι ο έλεγχος ουσίας, τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιοδοτικά διενεργεί, καθιστά αλυσιτελείς λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούν φερόμενες διαδικαστικές πλημμέλειες της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την έρευνα ή τη συνέντευξη (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 67/2024 B.I.I. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου, ημερ. 16.6.2026). Η έγερση τέτοιων διαδικαστικών πλημμελειών ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου θα είχε νόημα αν επηρέαζαν την ορθότητα του πρωτόδικου σκεπτικού, υπό την έννοια ότι το τελευταίο βασίστηκε και υιοθέτησε σκεπτικό της Υπηρεσίας Ασύλου το οποίο όμως είναι προϊόν διαδικαστικής πλημμέλειας.
Πλην όμως, δεν είναι τέτοιο το αντικείμενο του πέμπτου λόγου έφεσης.
Έκτος Λόγος Έφεσης:
Σύμφωνα με τον έκτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου δεν ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα η οποία προέκυψε λόγω ανεπαρκούς διοικητικής έρευνας.
Ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Εν πολλοίς, ισχύουν και για τον έκτο λόγο έφεσης τα προλεχθέντα για τον πέμπτο λόγο έφεσης, ήτοι ότι οι τυχόν διαδικαστικές πλημμέλειες της Υπηρεσίας Ασύλου αλυσιτελώς προβάλλονται ενώπιόν μας εκτός εάν έχουν επηρεάσει την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης, κάτι που ουδόλως η Εφεσείουσα προβάλλει με συγκεκριμένο τρόπο στο πλαίσιο του έκτου λόγου έφεσης.
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο έφεσης, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αναξιόπιστη την Εφεσείουσα αποστερώντας της το καθεστώς ασύλου κατά αυτό τον τρόπο.
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Εισαγωγικά, σε αντίθεση με την Υπηρεσία Ασύλου και το πρωτόδικο Δικαστήριο, το Διοικητικό Εφετείο διενεργεί έλεγχο νομιμότητας μόνο, οπότε δεν υποκαθιστά την πρωτόδικη κρίση με τη δική του. Συνάγεται ότι το Διοικητικό Εφετείο επεμβαίνει επί της πρωτόδικης κρίσης εάν πειστεί, λόγου χάρη, ότι αυτή είναι προϊόν πιθανολογούμενης ουσιώδους πλάνης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 77/2025 Ν.Α.Β. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 26.5.2026).
Εξετάζοντας όμως το περιεχόμενο των ενώπιόν μας θέσεων της Εφεσείουσας κρίνουμε ότι ουδέν παραθέτει επιτυχώς προς αυτήν την κατεύθυνση, για τους λόγους που εξηγούμε ακολούθως:
Για να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης η Εφεσείουσα καταρχάς αιτιάται το Δικαστήριο επειδή πεπλανημένα υιοθέτησε τη διοικητική διαπίστωση (στις σελ. 13-15 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης) πως η Εφεσείουσα συνιστά καταζητούμενο στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό πρόσωπο για το φερόμενο έγκλημα της ανθρωποκτονίας.
Απορρίπτουμε αυτή τη θέση. Αφενός, είναι η Εφεσείουσα που αυτοχαρακτηρίστηκε διωκόμενη από τις αστυνομικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό για να πείσει (αρχικά) την Υπηρεσία Ασύλου και (εν συνεχεία) το πρωτόδικο Δικαστήριο να της χορηγήσουν διεθνή προστασία. Αφετέρου, οι προρρηθείσες σελίδες της εφεσιβαλλόμενης απόφασης δεν παραπέμπουν σε διοικητικό εύρημα περί διάπραξης εγκλήματος από την Εφεσείουσα. Η σελίδα 14 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται στο «έγκλημα» για να παραθέσει την αφήγηση της Εφεσείουσας, την οποία η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε ως αναξιόπιστη.
Επίσης, η Εφεσείουσα μέμφει το πρωτόδικο Δικαστήριο επειδή θεώρησε την αφήγησή της ασαφή (και, άρα, μη πειστική) επειδή (μεταξύ άλλων) ανέμενε να περιγράψει (στη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου) τα συναισθήματά της κατά τη φερόμενη σύλληψή της από τις αστυνομικές αρχές καθώς και να ζητήσει από αυτές τις αρχές εξηγήσεις για το λόγο μεταφοράς της στον αστυνομικό σταθμό. Σε απόκλιση από την Εφεσείουσα, κρίνουμε ότι ο πρωτόδικος συλλογισμός ήταν εντός των ορίων του ελέγχου ουσίας τον οποίο διενεργεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να υφίσταται περιθώριο δικής μας επέμβασης.
Εν συνεχεία, η Εφεσείουσα παραπονείται για το ότι «Eσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο συντάχθηκε με την θέση των Καθ’ων η Αίτηση αναμένοντας ότι κάποιος που βρίσκεται κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταγράφει σε σημειωματάριο ημέρες, ώρες και άλλες μικρολεπτομέρειες και η θέσης [sic[ τόσο των Καθ’ων η Αίτηση όσον και του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στερούνται λογικής εξήγησης.
Στην ουσία, η αιτιολογία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου μεταποπίζει το κέντρο βάρους από την ουσία των καταγγελλομένων περιστατικών (δηλαδή τη σύλληψη και κράτηση χωρίς ένταλμα, τις συνθήκες καταδίωξης και την απειλή φυλάκισης) προς δευτερεύοντα, υποκειμενικά κριτήρια αντίδρασης, γεγονός που δεν συνάδει με την αρχή της ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης.».
Καταρχάς, η Εφεσείουσα δεν συγκεκριμενοποιεί το παράπονό της για να αποδείξει -ως οφείλει- τον λόγο έφεσης, και δεν είναι υποχρέωση του Διοικητικού Εφετείου να ενώνει από μόνο του τις τελείες στο ενώπιόν του υλικό για να διερευνήσει το βάσιμο ή μη της αιτίασης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 80/2020 Χατζηχάννα ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.9.2025) Αν η Εφεσείουσα αναφέρεται στη σελίδα 13 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο διέγνωσε αντιφατικό ρήγμα στην αφήγησή της (αφενός, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και, αφετέρου, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου) ως προς τον χρόνο της φερόμενης σύλληψής της, τότε θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδρασε -και πάλι- εντός των ορίων της εύλογης κρίσης την οποία δικαιούται να έχει επί των ενώπιόν του γεγονότων, ως Δικαστήριο ελέγχου ουσίας.
Απορρίπτουμε και τη θέση της Εφεσείουσας πως η Υπηρεσία Ασύλου και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκαν τον ισχυρισμό της περί σύλληψης και κράτησής της, παρά ταύτα αδίκως της στέρησαν το καθεστώς ασύλου. Ως προαναφέρθηκε, αμφότερα τα αρμόδια όργανα προς (επί της ουσίας) εξέταση της αίτησης της Εφεσείουσας, απέρριψαν ως αναληθοφανή την όλη αφήγηση της Εφεσείουσας, εξ ου και δεν της χορήγησαν διεθνή προστασία.
Απορρίπτουμε και το επί μέρους παράπονο της Εφεσείουσας για το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε το φερόμενο ένταλμα σύλληψής της ως γνήσιο.
Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνουμε ότι ενομιμοποιείτο να προσμετρήσει -ως παράγοντα κατά της αληθοφάνειας του άνω εγγράφου- το γεγονός ότι η Εφεσείουσα δεν μερίμνησε για να το υποβάλει κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής της, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Συναφώς, παρατηρούμε και το εξής: Ενώ στην ακρόαση ημερ. 2.11.2023 η Εφεσείουσα απάντησε στο πρωτόδικο Δικαστήριό ότι δεν υπέβαλε (μεταξύ άλλων) το φερόμενο ένταλμα σύλληψής της στην Υπηρεσία Ασύλου, διότι δεν το είχε τότε στην κατοχή της, στη συνέντευξή της ημερ. 16.3.2022 ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απάντησε τα εξής σε ερώτηση κατά πόσο υπήρξε ένταλμα σύλληψης: «Όχι. Δεν το χρησιμοποιούν συχνά στο Κονγκό.». Αυτή η αντιφατική στάση της Εφεσείουσας καθιστά το ενώπιόν μας παράπονό της αλυσιτελές.
Κατά δεύτερον, δεν ευσταθεί το παράπονο της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το έγγραφο (ως μαρτυρικό υλικό ως προς την αληθοφάνεια της αφήγησής της) μόνο και μόνο επειδή δεν το υπέβαλε εξαρχής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε αυτεπαγγέλτως σε λεπτομερή και επιμελή διερεύνηση των ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κόνγκο και διαπίστωσε ότι το ενώπιόν του έγγραφο αποκλίνει από τον τύπο τέτοιων εγγράφων της χώρας, όπως τον παραθέτουν οι πηγές για τη χώρα καταγωγής. Χαρακτηριστικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι (σελ. 20 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης):
«Συνεπώς, στον βαθμό που θα μπορούσε να αξιολογηθεί το εν λόγω έγγραφο σύμφωνα με τα εξωτερικά του γνωρίσματα, διαφαίνεται ότι υφίστανται μεν στοιχεία που επιβεβαιώνονται από τις πηγές, ήτοι η εκδίδουσα αρχή (ΟΜP) και η αναφερθείσα δυσκολία εξασφάλισης αυτών, προκύπτουν ωστόσο διαφορές στις εν λόγω πληροφορίες με το προσκομισθέν έγγραφο. Πρώτον, το τεκμήριο που έχει καταχωρίσει η Αιτήτρια φέρει σφραγίδα από τον “Ministere de la Justice”, αρχή η οποία δεν αναφέρεται στις πιο πάνω παρατεθείσες πηγές. Δεύτερον, δεν συνοδεύεται από το ‘Mandat d’ amener’ που συνοδεύει τα ‘Avis de Recherche’.».
Ουδέν η Εφεσείουσα παραθέτει, στο ενώπιόν μας περίγραμμά της, που να σπείρει αμφιβολία για το εύλογο της συγκεκριμένης πρωτόδικης κρίσης, π.χ. με το να εξηγήσει πόσω δε μάλλον το αληθοφανές της σφραγίδας του Υπουργείου Δικαιοσύνης της χώρας επί του εγγράφου ή/και το εύλογο της απουσίας του ‘Mandat d’ amener’ (ήτοι, του δεύτερου εντάλματος που κανονικά συνοδεύει την ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου - avis de recherche). Είναι δε -και πάλι- ανυπόστατη η θέση της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα του φερόμενου εντάλματος σύλληψης, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ρητά το απέρριψε (σελ. 20 εφεσιβαλλόμενης απόφασης).
Εν κατακλείδι, το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνουμε ότι ανέλυσε επαρκώς την απορριπτική του προσέγγιση ως προς την αφήγηση της Εφεσείουσας, έχοντας μάλιστα πρώτα διαπιστώσει σφάλμα στον συλλογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου τον οποίο θεράπευσε με τη δική του ουσιαστική κρίση προς όφελος της Εφεσείουσας (σελ. 11 εφεσιβαλλόμενης απόφασης). Εξετάζοντας την πρωτόδικη κρίση, δεν διαπιστώνουμε ενδεχόμενο ουσιώδους πλάνης ούτε και υφίσταται περιθώριο υποκατάστασης της κρίσης του με τη δική μας, όπως προαναφέρθηκε.
Δεύτερος και Τρίτος Λόγος Έφεσης:
Ο δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης είναι συναφείς, οπότε θα τους εξετάσουμε από κοινού.
Και οι δύο λόγοι έφεσης βάλλουν κατά της πρωτόδικης κρίσης, κατά την οποία δεν αναγνωρίστηκε το καθεστώς ασύλου στην Εφεσείουσα εξαιτίας του διαπιστωθέντος βιασμού της.
Κρίνουμε αμφότερους τους λόγους έφεσης αβάσιμους και τους απορρίπτουμε, για τους εξής λόγους:
Αφότου θεράπευσε (προς όφελος της Εφεσείουσας) το σφάλμα της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία δεν εξέτασε το γεγονός του βιασμού ως πυρήνα φερόμενου φόβου δίωξης και αφότου αναγνώρισε ότι η γυναίκα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συνιστά ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα η οποία ενδέχεται να υπόκειται σε δυσμενή κατηγοριοποίηση λόγω της πατριαρχικής κοινωνίας η οποία κυριαρχεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, τελικώς, αυτό δεν οδηγούσε στη χορήγηση καθεστώτος ασύλου υπέρ της Εφεσείουσας, λόγω της πρόσβασής της στην αγορά εργασίας και της ύπαρξης υποστηρικτικού δικτύου υπέρ της, άμα τη επιστροφή της.
Με κάθε σεβασμό προς την Εφεσείουσα, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση οπότε και δεν υφίσταται περιθώριο επέμβασής μας επ’ αυτής, καθότι αποτυγχάνει να θέσει εν αμφιβόλω τα προρρηθέντα δύο στοιχεία στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσισε τη συναφή του κρίση, ήτοι την πρόσβαση της Εφεσείουσας στην αγορά εργασίας και την ύπαρξη υποστηρικτικού για αυτήν δικτύου. Τυχόν αποδοχή των θέσεων της Εφεσείουσας από εμάς θα σήμαινε ότι όλες οι γυναίκες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα εδικαιούντο προσφυγικού καθεστώτος στη Δημοκρατία μόνο και μόνο εξαιτίας του φύλου τους.
Τέταρτος Λόγος Έφεσης:
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, βάλλεται ως εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση περί μη υπαγωγής της Εφεσείουσας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, είναι εσφαλμένη η προσέγγιση της Εφεσείουσας πως αρκεί η τέλεση εχθροπραξιών στην περιοχή της για να της χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, χωρίς να ληφθεί υπόψη το συνεπαγόμενο επίπεδο προκύπτουσας βίας. Η νομολογία καταρρίπτει αυτή τη θέση (απόφαση Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ. 10.6.2021 στην Υπόθεση C-901/19 CF a.o., σκέψη 30).
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αγόρευση δε συνιστά μέσο προαγωγής μαρτυρίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 163/2021 Δημοκρατία ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 16.6.2026), ελλείπει η παράθεση οτιδήποτε πειστικού προς ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης, όπως -για παράδειγμα- η παραπομπή σε έγκυρη πηγή πληροφόρησης σε σχέση με τον τελευταίο τόπο διαμονής της Εφεσείουσας, η οποία πηγή πληροφόρησης θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η οποία ενδεχομένως να το οδηγούσε σε άλλα συμπεράσματα (Β.Ι.Ι. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).
Συνάγεται ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασής μας ως προς την πρωτόδικη κρίση για το ότι δεν χωρεί υπέρ της Εφεσείουσας χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του κριτηρίου της παραγράφου (γ) του Άρθρου 19(2) των περί Προσφύγων Νόμων.
Ως προς τα κριτήρια των παραγράφων (α) και (β) του ίδιου Άρθρου και πάλι δεν υπάρχει ενώπιόν μας οτιδήποτε βάσιμο (και τιθέμενο με δικονομικά παραδεκτό τρόπο) που να θέτει εν αμφιβόλω πως αυτά τα κριτήρια δεν πληρούνται. Αυτό, ιδίως ενόψει του πρωτόδικου συμπεράσματος (το οποίο δεν αμφισβητήθηκε επιτυχώς ενώπιόν μας) πως είναι αναξιόπιστη η αφήγηση της Εφεσείουσας για τη φερόμενη δίωξη της από της αστυνομικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζεται το ποσό των 2000 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α.), ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Βλ Κανονισμό 7 του περί Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και Οικονόμου ν. Δημοκρατίας 1998 3 Α.Α.Δ. 530.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο