K. K. I. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 104/2024, 30/9/2026
print
Τίτλος:
K. K. I. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 104/2024, 30/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

     (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 104/2024)

 

30 Σεπτεμβρίου, 2026

 

  [ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΜΙΧΑΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ Δ/ΣΤΕΣ]

 

                                                               K. K. I.

                                                                                      Εφεσείων,                                      

                                                                    v.

 

                       ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

                                                                                                                         Εφεσίβλητης.

 

--------------------

Α. Ιωάννου,  για Εφεσείοντα.

Α. Αναστασιάδη (κα), για ΒΡΥΩΝΙΔΟΥ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

                                                          --------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

-----------------------------

 

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 27/09/2024 στην Προσφυγή Αρ. 4840/2023, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 1/12/2023 με την οποία απερρίφθη η αίτηση του Εφεσείοντα για διεθνή προστασία.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης είναι σε συντομία τα ακόλουθα:

 

Ο Εφεσείων υπήκοος του Μπουρούντι εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων από την Τουρκία περιοχών και στις 24/7/2023 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.  Μετά το πέρας της συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε στις 26/9/2023, η αίτηση του απερρίφθη την 21/12/2023 και αυθημερόν κοινοποιήθηκε η απόφαση στον Εφεσείοντα, ο οποίος στη συνέχεια προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς  Προστασίας, το οποίο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Με δύο Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη Απόφαση (ο αρχικά προβληθείς Λόγος Έφεσης Αρ. 2 απεσύρθη κατά την ακρόαση της Έφεσης).

 

Ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι έγινε επαρκής και/ή δέουσα έρευνα από την Εφεσίβλητη (Λόγος Έφεσης Αρ.1) και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Εφεσείοντα είναι ασφαλής και ότι αυτός δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του (Λόγος Έφεσης Αρ.3).

 

Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, προβάλλεται από τον ευπαίδευτο  συνήγορο για τον Εφεσείοντα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτοτελώς τις αιτιάσεις του που άπτοντο των πλημμελειών αναφορικά με τον τρόπο διερεύνησης του αιτήματος του από τη διοίκηση.  Όπως ισχυρίζεται, ενώ είχε προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς τις ελλείψεις της διοικητικής διαδικασίας, δεν προκύπτει αυτοί να εξετάστηκαν από τη διοίκηση, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχεται το τελικό συμπέρασμα περί επαρκούς διερεύνησης χωρίς να εξετάσει τις συγκεκριμένες παραλείψεις. 

 

Αντιτείνει η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσίβλητη, ότι ο Εφεσείων δεν συγκεκριμενοποιεί που έγκειται το σφάλμα του πρωτόδικου  Δικαστηρίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει προέβη σε ανεξάρτητη έρευνα με σκοπό τη διαπίστωση της ορθότητας των συμπερασμάτων της διοίκησης.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εφεσείοντα δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.  Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού κατέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα ο Εφεσείων είχε επικαλεστεί κατά τη διαδικασία της συνέντευξης ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, καθώς και τις διαπιστώσεις του αρμόδιου λειτουργού, προχώρησε σε δική του αυτοτελή έρευνα με αναφορά στους διοικητικούς φακέλους και τις απαντήσεις που ο Εφεσείων έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού.  Σημείωσε δε τα ακόλουθα:

 

«Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:

 

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

 

Καταρχάς κρίνω ότι, ορθά ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. διαπίστωσε και κατέγραψε στην εισηγητική του έκθεση, η οποία υιοθετήθηκε από τoν εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ενέπιπταν στους λόγους του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ούτε στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συγκεκριμένα, ορθά ο λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. έκανε αποδεκτό τον πρώτο ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, αφού  δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου και προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε επίσημο ταυτοποιητικό έγγραφο από τη χώρα καταγωγής του (διαβατήριο).

 

Ακόμη και προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ισχυρισμού περί του ότι το 2022 ορισμένοι νεαροί ήθελαν να εντάξουν τον Αιτητή στην ομάδα τους και λόγω του ότι αρνήθηκε, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, κρίνω ότι ορθά οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν τον ισχυρισμό λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας.  Τα κυριότερα σημεία αναξιοπιστίας του Αιτητή εντοπίζονται στα ακόλουθα σημεία: όσα ο Αιτητής ανέφερε τόσο για τους νέους που επιθυμούσαν να τον εντάξουν στο κόμμα όσο και για τα εντάλματα, χαρακτηρίζονταν από έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών.  Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τι συνέβη μεταξύ του ίδιου και του εν λόγω γκρουπ, δεν μπορούσε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες, αφού το μόνο που δήλωσε ήταν ότι ήθελαν να γίνει μέλος του κόμματος και ότι άρχισαν να τον απειλούν για το λόγο του ότι αρνήθηκε.  Κληθείς να αναφέρει περαιτέρω στοιχεία, πρόβαλε ότι τον απειλούσαν και ακολούθως άρχισαν να του στέλνουν εντάλματα, χωρίς ωστόσο να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο τον απειλούσαν και του έστελναν τα εντάλματα. (ερυθρό 35 του δ.φ.)  Στην ερώτηση για ποιο λόγο τον στοχοποίησαν, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και ερωτηθείς ως προς το τι επιδίωκαν, απάντησε και πάλι γενικά και αόριστα ότι η επιθυμία τους ήταν να γίνει μέλος του κόμματος. (ερυθρό 33 δ.φ.).  Σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με το ένταλμα σύλληψης, ο Αιτητής δεν μπορούσε να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες πλην της ημερομηνίας που έλαβε το ένταλμα.  Ερωτηθείς ως προς το τι αναγραφόταν στο ένταλμα, απάντησε με γενικότητα ότι τον κατηγορούσαν ότι προσπαθούσε να διαταράξει την ειρήνη της χώρας.  Αν και ανέφερε ότι ενημερώθηκε για το ένταλμα σύλληψης  από φωτογραφία που του έδειξε ένας φίλος του, εντούτοις δεν εξήγησε το πως γινόταν ο φίλος του να είχε στην κατοχή του αυτή τη φωτογραφία.  (ερυθρό 34 του δ.φ.). Περαιτέρω, ο Αιτητής περιέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τα συμβάντα που προηγήθηκαν της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης.  Κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ισχυρίστηκε ότι με το που αρνήθηκε να γίνει μέλος του κόμματος, άρχισαν να τον προσκαλούν στις συναντήσεις τους κι εκείνος δεν απαντούσε.  Ακολούθως και καθώς αδιαφορούσε για τις προσκλήσεις τους, εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ωστόσο σε κατοπινό στάδιο της συνέντευξής του, ανέφερε ότι στα τέλη του 2022 κάποιος ονόματι Patrick Ngendakumana τον προσέγγισε και του ζήτησε να ενταχθεί στο κόμμα, αλλά εκείνος αρνήθηκε.  Ακολούθως, οι νεαροί - μέλη της ομάδας, βρήκαν ένα δικαστή και άρχισαν να στέλνουν εντάλματα στον Αιτητή.  (ερυθρά 36 και 35 του δ.φ.).   Περαιτέρω, όσα ο Αιτητής πρόβαλε εν σχέση με το φίλο του ήταν μη ευλογοφανή.  Ισχυρίστηκε ότι γνωρίστηκαν (με το φίλο του) στην πόλη Ngozi ενόσω έπαιζαν μαζί μπάσκετ και ότι την ώρα της γνωριμίας τους, του μίλησε για τα προβλήματά του και εκείνος προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει.  Ερωτηθείς πως ήταν δυνατόν ένα άτομο που γνώρισε για πρώτη φορά να ήθελε να τον βοηθήσει, απάντησε ότι δεν γνώριζε, αλλά επρόκειτο για άτομο που προέβαινε σε καλές πράξεις.  Κληθείς να αναφέρει με ποιο τρόπο κατάφερε να φύγει από το Μπουρούντι από τη στιγμή που εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, απάντησε ότι τον βοήθησε ο φίλος του και ότι επικρατούσε διαφθορά στη χώρα.  Στην ερώτηση πως τον βοήθησε, έδωσε την απάντηση ότι πιθανόν να διέφθειρε κάποιον.  Στερείται λογικής από την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν (με το φίλο του) εκείνος να προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει και μάλιστα να τον βοήθησε με το να διαφθείρει κάποιους ώστε να του επιτρέψουν να φύγει από τη χώρα ενόσω εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του.  (ερυθρό 34 του δ.φ.). 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, πέραν της έρευνας του λειτουργού της Ε.Υ.Υ.Α. σχετικά με την  ύπαρξη του κόμματος CNDD-FDD, το Δικαστήριο προχωρά σε έρευνα για τους Imbonerakure, από την οποία προκύπτουν τα εξής:

 

Εξωτερική πηγή αναφέρει ότι οι Imbonerakure πρόκειται για ομάδα νέων κάτω των 39 ετών η οποία διαφέρει από τις άλλες ομάδες νέων για το λόγο του ότι λειτουργεί στο πλαίσιο του κυβερνώντος κόμματος.  Η ομάδα αυτή επικεντρώνεται σε αναπτυξιακές δραστηριότητες και στην επίτευξη των στόχων του κυβερνώντος κόμματος.  Άλλη πηγή καταγράφει ότι οι Imbonerakure προβαίνουν σε δεκάδες ξυλοδαρμούς, αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις και δολοφονίες τόσο κατά πραγματικών όσο και κατά υποτιθέμενων μελών της αντιπολίτευσης.  Περαιτέρω, στην ίδια πηγή καταγράφεται ότι οι Imbonerakure ασκούν έντονες πιέσεις στους πολίτες ώστε να ενταχθούν στο κυβερνών πολιτικό κόμμα. Στην έκθεση του U.S. Department of State για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Μπουρούντι (2023), τονίζεται ότι το έτος 2022, οι Imbonerakure διέπραξαν αυθαίρετες ή παράνομες δολοφονίες εναντίον υποτιθέμενων υποστηρικτών των κομμάτων της αντιπολίτευσης.  Βάσει μαρτυρίας της μη κυβερνητικής οργάνωσης ACAT-Burundi, οι Imbonerakure ξυλοκόπησαν και σκότωσαν το Salvator Mboneye, μέλος του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης (CNL).  Οι Imbonerakure εξαφάνισαν με τη βία υποτιθέμενους ή πραγματικούς αντιπάλους (συνδέονταν με τουλάχιστον μια εξαφάνιση) και κακομεταχειρίστηκαν - βασάνισαν πληθώρα ατόμων (τους συνέδεσαν με 19 περιπτώσεις).  Οι Imbonerakure μερικές φορές και ενεργώντας ως μικτές επιτροπές ασφαλείας έστηναν οδοφράγματα και διεξήγαγαν γενικούς ελέγχους και έρευνες σε οχήματα. Ακόμη, αρκετά μέλη τους συνεργάζονταν με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας με σκοπό να εμποδίσουν την ελευθερία της έκφρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν επίσημα μέλη μικτών συμβουλίων ασφαλείας, συμβούλια που αποτελούνταν από αστυνομικούς, αξιωματούχους της τοπικής διοίκησης και πολίτες.

 

Αν και οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τη σύνδεση των Imbonerakure με το πολιτικό κόμμα CNDD-FDD, τους ξυλοδαρμούς, τις συλλήψεις, τις εξαφανίσεις, τις δολοφονίες και τις πιέσεις σε άλλα άτομα για ένταξη στο κόμμα όπως επίσης και το γεγονός ότι ενεργούσαν ως μικτές επιτροπές ασφαλείας και συνεργάζονταν με τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, εντούτοις λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως αναξιόπιστος.

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία δεν προβλήθηκε  οποισδήποτε ουσιώδης στοιχείο προς ενίσχυση των ισχυρισμών του Αιτητή και αποδυνάμωση των ευρημάτων των Καθ' ων η Αίτηση.  Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, δεν τέθηκε το οτιδήποτε που να ανέτρεπε τα εν λόγω συμπεράσματα.  Η συνήγορος του Αιτητή επανέλαβε   ότι οι Imbonerakure απειλούσαν τον Αιτητή επειδή δεν εντάχθηκε στο κόμμα τους και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής επειδή  εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, χωρίς ωστόσο να παρατεθούν περαιτέρω πληροφορίες για τους εν λόγω ισχυρισμούς.  Περαιτέρω, παρατηρείται ότι ο Αιτητής ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά ούτε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, προσκόμισε κάποιο έγγραφο που να υποστήριζε τον ισχυρισμό περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του. 

 

 Υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία του Αιτητή και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, ώστε να υπαχθεί αυτός στο προσφυγικό καθεστώς βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου».

 

 

Έχουμε ανατρέξει στους διοικητικούς φακέλους και έχουμε αντιπαραβάλει το περιεχόμενο τους με τα πιο πάνω αναφερόμενα στο κείμενο της πρωτόδικης Απόφασης.  Δεν έχουμε εντοπίσει τις πλημμέλειες που κατά τρόπο γενικό και αόριστο προβάλλονται από τον Εφεσείοντα.  Αντίθετα, οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου βρίσκονται σε αρμονία με το περιεχόμενο των φακέλων και προκύπτει ότι είναι προϊόν στάθμισης όλων των αναγκαίων δεδομένων και στοιχείων.

 

Υπενθυμίζεται ότι, το Διοικητικό Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας ώστε να υποκαθιστά την πρωτόδικη κρίση, αλλά ασκεί μόνο έλεγχο νομιμότητας με το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών να βρίσκεται στους ώμους του Εφεσείοντα, που εν προκειμένω δεν απέσεισε (βλ. απόφαση Διοικητικού Εφετείου στην Ejikeme ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023, ημερομηνίας 29/11/2024).  Συνεπώς, κρίνουμε ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε εντός της δικαιοδοσίας του ασκώντας κατά τρόπο εύλογο έλεγχο νομιμότητας αλλά και ορθότητας, έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η παρέμβαση μας.

 

Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1.

 

Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 3 παρατηρούμε τα εξής:

Ισχυρίζεται ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αυτοτελή αξιολόγηση του περιεχομένου των πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στην πόλη συνήθους διαμονής του Εφεσείοντα και κατά πόσο αυτές δικαιολογούσαν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε.  Δεν προκύπτει επίσης κατά τον Εφεσείοντα ότι πραγματοποιήθηκε εξατομικευμένη αξιολόγηση του.

 

Ανατρέχοντας στο κείμενο της πρωτόδικης Απόφασης διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα της υπαγωγής του Εφεσείοντα στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 19(2)(8) του Ν.6(Ι)/2000, αναφορικά με την ύπαρξη λόγων να πιστεύεται ότι ο Εφεσείων θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, αφού σημείωσε την έρευνα στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας, αναφέρθηκε σε ημεδαπή και αλλοδαπή νομολογία σε σχέση με τα κριτήρια που τίθενται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας,  κατέληξε ως ακολούθως:

«Εν προκειμένω, κατόπιν έρευνας του παρόντος Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Μπουρούντι, και ειδικότερα στη Ngozi, η οποία θεωρείται ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, προκύπτουν τα εξής:  

 

Από την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για την κατάσταση της χώρας το 2022 διαπιστώνεται ότι μέλη του κόμματος της αντιπολίτευσης συνεχίζουν να συλλαμβάνονται αυθαίρετα, ενώ παρατηρήθηκε ότι οι επικριτές της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος δυνατόν να υποβληθούν σε βίαιες εξαφανίσεις (enforced disappearances).  Το φαινόμενο κατά το οποίο εμφανίζονταν πτώματα στις όχθες ποταμών σε όλη τη χώρα συνεχίστηκε, ενώ εικάζεται ότι οι δυνάμεις ασφαλείας και οι Imbonerakure είναι υπεύθυνοι γι' αυτό το φαινόμενο.[5]  Επίσης, το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ανέφερε, περί το 2021, ότι τα μέλη της αντιπολίτευσης είναι στόχος της κυβέρνησης με καταχρηστικούς περιορισμούς και παραβιάσεις όπως βίαιες εξαφανίσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις και βασανιστήρια.

Βάσει του διαδραστικού χάρτη του  Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και το Δίκαιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, το Μπουρούντι δε βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Όπως εξηγεί αναφορά της CEDOCA του Βελγίου εκδοθείσα το Μάιο του 2023 για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα, από την άφιξη του στην εξουσία τον Ιούνιο του 2020, ο Πρόεδρος της χώρας αποπειράθηκε με κάποια επιτυχία την αποκατάσταση των σχέσεων με τις χώρες της περιοχής, ιδίως τη Ρουάντα, καθώς και με τη διεθνή κοινότητα, σε ευρύτερο πλαίσιο.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες έθεσαν τέλος στις κυρώσεις κατά της χώρας, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση στις κυρώσεις σε βάρος της κυβέρνησης του Μπουρούντι, η οποία ωστόσο επιμένει σε ανάγκη μεταρρυθμίσεων προκειμένου να δοθεί οικονομική βοήθεια στη χώρα.  Το Μάρτιο του 2022, η Ρουάντα άνοιξε τα σύνορά της, τα οποία ήταν κλειστά από το 2015, μέτρο το οποίο το Μπουρούντι ανταπέδωσε τον Οκτώβριο του 2022.[9] Η έρευνα της CECOCA υποδεικνύει ότι κατά τη διάρκεια του 2022 έλαβαν χώρα μικρής κλίμακας μάχες, είτε εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας ή των Imbonerakure, είτε συγκρούσεις μεταξύ των Imbonerakure ή δυνάμεων ασφαλείας και υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, ιδίως του κόμματος CNL.  Κατέγραψε ακόμη μάχες μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων του Μπουρούντι και των ένοπλων κινημάτων της Ρουάντα, ιδίως του FLN (Front de Libération Nationale) ή του FDLR (Forces Démocratiques pour la Liberation du Rwanda).

 

Σε σχέση δε με την επαρχία Ngozi, όπου βρίσκεται η πόλη Ngozi, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής τoυ Αιτητή, στοιχεία της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Εvent Data Project), κατά το διάστημα από 02/09/2023 μέχρι και 30/08/2024, καταγράφηκαν συνολικά 12 περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιφέρεια, εκ των οποίων προέκυψαν 5 ανθρώπινες απώλειες.  Ειδικότερα, 7 εξ αυτών καταγράφηκαν ως περιστατικά χρήσης βίας εναντίον των πολιτών (με 1 θύμα), 2 ως εκρήξεις ή εξ αποστάσεως βία (με 2 θύματα), 2 ως εξεγέρσεις (με 2 θύματα) και 1 ως διαδήλωση (με κανένα θύμα).

 

O δε πληθυσμός της επαρχίας Ngozi καταγράφεται στους 660,717 κατοίκους.  Στην πόλη Ngozi, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά την ανωτέρω περίοδο καταγράφηκαν 4 περιστατικά χρήσης βίας εναντίον των πολιτών (με 1 θύμα), 1 εξέγερση (με 1 θύμα) και 1 διαδήλωση (με κανένα θύμα). 

 

Τα αναθεωρημένα στοιχεία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο αριθμός των επεισοδίων που λαμβάνουν χώρα και ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά αμάχων δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στην περιοχή συνήθους διαμονής του, τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης, κατά την έννοια της διάταξης του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας.

 

Κατά συνέπεια, η περιοχή που θεωρείται ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις του ΔΕΕ.  Λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, ο οποίος είναι ενήλικος, άγαμος, υγιής, μορφωμένος, ικανός προς εργασία και με συγγενικό/υποστηρικτικό δίκτυο, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρές βλάβες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Συνεπώς και με  βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του. Η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο».

 

  

Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε το μεμπτό στις ενέργειες του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται ο Εφεσείων, το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, εύλογα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι, μόνο η παρουσία του Εφεσείοντα στην περιοχή συνήθους διαμονής του, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστατικών του δεν τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Δεν υπέδειξε ο Εφεσείων οτιδήποτε ικανό, το οποίο να συνηγορεί προς την αντίθετη κατεύθυνση και να αποδεικνύει ουσιώδη πλάνη και έλλειψη δέουσας έρευνας.  Όπως είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στην MBCE Jallow ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2023, ημερομηνίας 30/9/2024, η εφετειακή παρέμβαση ενδείκνυται μόνο αν ο Εφεσείων αποδεικνύει επιτυχώς πιθανότητα ουσιώδους πλάνης του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Εν προκειμένω, λόγω της γενικότητας και αοριστίας που το ζήτημα τίθεται, δεν οδηγεί σε θεμελίωση ενδεχόμενης πλάνης και ανατροπή των συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο Λόγος Έφεσης Αρ. 3 απορρίπτεται.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Έφεση απορρίπτεται με 2000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

Η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται.

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

                                         Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

                                         E. MIXAΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο