ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 121/2022)
19 Οκτωβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Δ. K.
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Χ. Θ. Θεοδούλου, για Χ. Θ. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, για τoν Εφεσείουσα.
Δ. M. Εργατούδη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 30/6/2022 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 1810/2019, που η Εφεσείουσα κατεχώρησε εναντίον της απόφασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 27/9/2019 για τερματισμό της απασχόλησης της από 30/9/2019 στη μόνιμη θέση Δασκάλου Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης, στην οποία η Εφεσείουσα είχε διοριστεί υπό δοκιμασία την 01/09/16.
Τελούσα υπό δοκιμασία η Εφεσείουσα, στις τέσσερις εξαμηνιαίες εκθέσεις της για τις χρονικές περιόδους από 01/09/2016 – 28/02/2017, 01/03/2017 – 31/08/2017, 01/09/2017-28/02/2018 και 01/03/2018 – 31/08/2018, αξιολογήθηκε από τους οικείους Επιθεωρητές κατά τρόπο «μη ικανοποιητικό».
Στις 03/10/2018 η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (εφεξής «Ε.Ε.Υ») αποφάσισε κατόπιν εισήγησης ημερομηνίας 28/09/2018 της Διεύθυνσης Δημοτικής Εκπαίδευσης, την παράταση της περιόδου δοκιμασίας του διορισμού της Εφεσείουσας μέχρι τις 28/02/2019, λόγω μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των καθηκόντων της, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 30(1) του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, Ν.10/1969 (εφεξής «ο Νόμος»). Ακολούθησε η αξιολόγηση της Εφεσείουσας για την περίοδο από 01/09/2018 – 28/02/2019, η οποία χαρακτηρίστηκε και πάλιν ως «μη ικανοποιητική» και υπεβλήθη εισήγηση ημερομηνίας 27/03/2019 προς την ΕΕΥ από την Διεύθυνση Δημοτικής Εκπαίδευσης για τερματισμό του επί δοκιμασία διορισμού της Εφεσείουσας. Ακολούθησε η απόφαση της ΕΕΥ ημερομηνίας 29/03/2019 για παράταση της περιόδου δοκιμασίας της Εφεσείουσας μέχρι την 31/08/2019.
Κατά τρόπο «μη ικανοποιητικό» χαρακτηρίστηκε από δύο Επιθεωρητές Δημοτικής Εκπαίδευσης και η αξιολόγηση της Εφεσείουσας που αφορούσε την περίοδο από 01/03/2019 – 31/08/2019 και ακολούθησε η υποβολή εισήγησης της Διεύθυνσης Δημοτικής Εκπαίδευσης προς την ΕΕΥ για άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών της Εφεσείουσας.
Συναφώς, η Εφεσείουσα κλήθηκε κατόπιν απόφασης της ΕΕΥ ημερομηνίας 5/09/2019 σε προφορική συνέντευξη στις 26/09/2019 (αρχικά στις 17/09/2019 η οποία αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Εφεσείουσας) και υπέβαλε μαζί με τον δικηγόρο της τις παραστάσεις της. Ακολούθησε η συνεδρία της ΕΕΥ ημερομηνίας 27/09/2019, στην οποία αποφασίστηκε ο τερματισμός του επί δοκιμασία διορισμού της Εφεσείουσας στην πιο πάνω θέση από 01/09/2016.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τους προβαλλόμενους από την Εφεσείουσα λόγους ακύρωσης και επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η Εφεσείουσα εγείρει έξι Λόγους Έφεσης κατά της πρωτόδικης κρίσης.
Ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της σε ακρόαση όπως αυτό διαφυλάττεται από το Άρθρο 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (εφεξής «Ν.158(Ι)/1999») (Λόγος Έφεσης Αρ. 1). Εσφαλμένα επίσης κατά την Εφεσείουσα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η διοίκηση άσκησε ορθά την διακριτική της εξουσία και λανθασμένα δεν προέβη σε εύρημα ότι δεν υπήρξε επαρκής έρευνα, πλάνη και κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου (Λόγος Έφεσης Αρ.2). Προβάλλεται επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα ότι το «πρόγραμμα στήριξης» που αφορούσε την Εφεσείουσα καταρτίστηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 30(3) του Νόμου (Λόγος Έφεσης Αρ.3) και ότι δεν προέβη σε ευρήματα επί ουσιαστικών παραβάσεων των αρχών του διοικητικού δικαίου (Λόγος Έφεσης Αρ. 4). Επίσης κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του (Λόγος Έφεσης Αρ. 5) και ερμήνευσε λανθασμένα τη σχετική νομοθεσία (Λόγος Έφεσης Αρ. 6).
Έχουμε εξετάσει τα όσα προβάλλονται από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και των δύο πλευρών.
Παραπονείται η Εφεσείουσα με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της σε ακρόαση. Υποστηρίζει ότι ενώ η περίοδος της διετούς δοκιμασίας της ολοκληρώθηκε την 31/08/2018, η Εφεσίβλητη προέβαινε σε μονομερείς παρατάσεις στηριζόμενη σε δυσμενείς εκθέσεις χωρίς αυτή προηγουμένως να ακουστεί κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999. Περαιτέρω, ότι δεν της δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί για τη σύνταξη δυσμενών υπηρεσιακών εκθέσεων γενικότερα, οι οποίες αποτέλεσαν το υπόβαθρο της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ακούστηκε σε σχέση με το πρόγραμμα στήριξης το οποίο, όπως υποστηρίζει, δεν της προσφέρθηκε.
Αντιτείνει η πλευρά της Εφεσίβλητης ότι οι παρατάσεις της περιόδου δοκιμασίας της Εφεσίβλητης αποτελούν αυτοτελείς εκτελεστές διοικητικές πράξεις, τις οποίες η Εφεσείουσα δεν προσέβαλε με προσφυγή και δεν μπορούν να ελεγχθούν παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η οποία έχει ως αντικείμενο την απόφαση της ΕΕΥ ημερομηνίας 27/09/2019 να τερματίσει τον διορισμό της Εφεσείουσας. Σε σχέση δε με τις υπηρεσιακές εκθέσεις προβάλλεται η θέση ότι στην ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπεται η προηγούμενη ακρόαση πριν τη σύνταξη δυσμενούς έκθεσης αξιολόγησης εκπαιδευτικού διορισμένου επί δοκιμασία.
Εξετάζοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο τους συναφείς πρωτοδίκως εγερθέντες λόγους ακύρωσης έκρινε ως ακολούθως:
«Η αιτήτρια, είχε διοριστεί με δοκιμασία στη μόνιμη θέση Δασκάλου, σε σχολεία Δημοτικής Εκπαίδευσης, την 1.9.2016. Οι νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τον υπό δοκιμασία διορισμό εκπαιδευτικών λειτουργών, περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 30Α του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, Ν. 10/69, ως αυτός έχει τροποποιηθεί.
Όπως προνοείται στις διατάξεις του άρθρου 30(1) του Νόμου, τέτοιος διορισμός γίνεται επί δοκιμασία για περίοδο δύο ετών, ενώ στο εδάφιο (2) αναφέρεται η δυνατότητα της Επιτροπής να τερματίσει τον υπό δοκιμασία διορισμό, αφού προηγουμένως δοθεί στον εκπαιδευτικό λειτουργό ειδοποίηση για πρόθεση τερματισμού, προκειμένου να προβεί ο λειτουργός σε παραστάσεις. Μετά τη λήψη και εξέταση των παραστάσεων αυτών, η Επιτροπή μπορεί: είτε να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας όχι πέραν των δύο ετών, είτε να τερματίσει τον διορισμό.
Υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 30 του Νόμου, προκύπτει πως ο λειτουργός καλείται να προβεί σε παρα(σ)τάσεις, μόνον εφόσον του επιδοθεί ειδοποίηση για πρόθεση τερματισμού του υπό δοκιμασία διορισμού του. Η πρώτη φορά που η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας εξέφρασε πρόθεση εξέτασης τερματισμού του υπό δοκιμασία διορισμού της αιτήτριας, ήταν κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 5.9.2019, για την οποία πρόθεση, η αιτήτρια κλήθηκε σε παραστάσεις.
Αντίθετα, στις συνεδρίες της ημερομηνίας 3.10.2018 και 29.3.2019, η Επιτροπή δεν εξέτασε ζήτημα πρόθεσης τερματισμού των υπηρεσιών της, έτσι ώστε να κληθεί προς υποβολή παραστάσεων. Στη βάση των πιο πάνω, ο ισχυρισμός της αιτήτριας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Η Επιτροπή έδρασε εντός των προνοιών του άρθρου 30(2) Νόμου, αφού έδωσε το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων, στην περίπτωση που εξέταζε πρόθεση τερματισμού του υπό δοκιμασία διορισμού της.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα, αντιθέτως, δόθηκε παράταση της περιόδου δοκιμασίας, παράταση που γνωστοποιήθηκε στην ίδια την αιτήτρια, με επιστολές ημερομηνίας 3.10.2018 και 4.4.2019 για κάθε έκαστη περίοδο. Και όπως πολύ ορθά ισχυρίζεται η Δημοκρατία, η αιτήτρια ουδόλως αντέδρασε, κατά εκείνο τον ουσιώδη χρόνο, στην απόφαση της Επιτροπής να παραταθεί η περίοδος δοκιμασίας της, γεγονός που της αποδίδει και αποδοχή.
Η αιτήτρια δεν έχει δίκαιο ούτε στις θέσεις που προωθεί, περί παράβασης του δικαιώματος ακρόασης, προτού συνταχθεί γι' αυτήν, δυσμενής υπηρεσιακή έκθεση. Η παραπομπή που γίνεται από αυτήν στις διατάξεις του άρθρου 36(4) του Νόμου, προς ενίσχυση των θέσεων της, είναι άστοχη. Για εκπαιδευτικούς λειτουργούς που τελούν υπό δοκιμασία, δεν συντάσσονται δυσμενείς υπηρεσιακές εκθέσεις, αλλά καταρτίζονται οι εξαμηνιαίες υπηρεσιακές εκθέσεις που προνοούνται στις διατάξεις του άρθρου 36(2) του Νόμου, στις οποίες περιέχεται ο τρόπος εκτέλεσης του έργου του λειτουργού, κατά τρόπο «ικανοποιητικό» ή «μη ικανοποιητικό», σε συνάρτηση με τελική έκθεση που υποβάλλεται ένα μήνα πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, στην οποία και περιλαμβάνεται οριστική σύσταση / εισήγηση για καταλληλότητα ή μη, προς επικύρωση του διορισμού.
Από το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 36, προκύπτει πως το μόνο εδάφιο που αναφέρεται στις περιπτώσεις εκπαιδευτικών λειτουργών υπό δοκιμασία, είναι το εδάφιο (2) αυτού, στο οποίο περιέχεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις των άρθρων 30 και 30Α και ρητή αναφορά σε εκπαιδευτικό λειτουργού που υπηρετεί υπό δοκιμασία. Τα όσα αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (4) δεν αφορούν τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς που τελούν υπό δοκιμασία, αλλά τους μόνιμους εκπαιδευτικούς λειτουργούς. Ο ισχυρισμός συνεπώς, απορρίπτεται».
Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Το ζήτημα του κατά πόσο επιβάλλεται η προηγούμενη ακρόαση εκπαιδευτικού ο οποίος υπηρετεί επί δοκιμασία πριν τη σύνταξη δυσμενούς υπηρεσιακής έκθεσης έχει απασχολήσει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην A.B. v. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 230/19, ημερομηνίας 29/05/2025.
Κρίθηκε ως εσφαλμένη η ερμηνεία που είχε δοθεί από το εκεί πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση. Μεταφέρεται το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι επρόκειτο για περίπτωση τερματισμού επί δοκιμασίας διορισμού με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 30(2).
Στη συνέχεια, όμως, ενδεχομένως λόγω της περιγραφικής και μόνο αναφοράς στα πρακτικά της επίδικης απόφασης της πρώτης υπηρεσιακής έκθεσης, που προβλέπεται ως άνω από το Άρθρο 36, το δικαστήριο προχώρησε, σε εξέταση των προνοιών του Άρθρου 36. Κατέληξε δε σε ερμηνεία ότι το Άρθρο αυτό δεν επιβάλλει την προηγούμενη ακρόαση εκπαιδευτικού πριν να συνταχθεί δυσμενής υπηρεσιακή έκθεση, εάν αυτός υπηρετεί επί δοκιμασία. Τούτο παρά το ότι ρητά και γενικά προβλέπεται στο εδάφιο (4) του εν λόγω Άρθρου ότι:
«(4) Δεν συντάσσεται δυσμενής υπηρεσιακή έκθεση για εκπαιδευτικό λειτουργό, πριν δοθεί σε αυτόν η ευκαιρία να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις του.»
«Εκπαιδευτικός Λειτουργός» σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου σημαίνει «τον κατέχοντα θέσιν εν τη δημοσία εκπαιδευτική υπηρεσία».
Εν όψει των ανωτέρω δεν μας βρίσκει σύμφωνους η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο».
Παρά την πιο πάνω διαπίστωση του, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση προχώρησε και εξέτασε τη σημασία του ζητήματος σε συνάρτηση με τις νομικές ανάγκες και τις πραγματικότητες της υπόθεσης, ως έχουσες αποφασιστική σημασία σε σχέση με τα όσα πράγματι θα πρέπει τα δικαστήρια να αποφασίσουν. Κατέληξε δε ότι, υπό τα δεδομένα της εκεί περίπτωσης, δεν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Μεταφέρονται τα όσα αποφασίστηκαν:
«Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρούμε, για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγήσουμε, ότι το ζήτημα αυτό έχει σημασία για τις νομικές ανάγκες και τις πραγματικότητες της υπόθεσης. Τονίζουμε ότι ο περιορισμός στις πραγματικές ανάγκες της υπόθεσης έχει μεγάλη σημασία ώστε τα δικαστήρια να παραμένουν επικεντρωμένα στα όσα πράγματι θα πρέπει να αποφασίσουν. Διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος της ακαδημαϊκής ενασχόλησης.
Εν προκειμένω, από την πρώτη στιγμή ο επιθεωρητής και στη συνέχεια το κλιμάκιο επιθεωρητών και ο διευθυντής είχαν ανοίξει διάλογο με την εφεσείουσα θέτοντας της τα προβλήματα που παρουσίαζε. Τα όσα αναφέρονταν σε μια τυπική έκθεση δεν ήταν παρά μια πολύ περιορισμένη και συνοπτική περιγραφή των όσων εκτεταμένα και με επιμονή είχαν θέσει υπόψη της, δίδοντας της κάθε ευκαιρία να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις της, αλλά και προσπαθώντας να συνδράμουν στο έργο της. Η ίδια όμως επέλεγε πάντοτε αρνητική και αντιδραστική στάση και συμπεριφορά.
Ως εκ των άνω, ακόμα και αν δεχθούμε ότι για το ζήτημα λήφθηκε υπόψη και η υπηρεσιακή έκθεση, είχε δοθεί κάθε ευκαιρία στην εφεσείουσα να ακουστεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Το ότι ήταν εξαρχής ενήμερη και είχε κάθε δικαίωμα να ακουστεί αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, μήνες προηγουμένως, στις 16 και 17.11.2016 είχε ζητήσει την εξαίρεση του συγκεκριμένου επιθεωρητή, ο οποίος υπογράφει την υπηρεσιακή έκθεση, από το καθήκον της επιθεώρησης της.
Η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας ότι δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να ακουσθεί και να παρουσιάσει τις θέσεις της σε σχέση με την έκθεση, ή άλλως πως, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης.
Έστω και αν δεχθούμε τη θέση της ότι δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων για τη δυσμενή αξιολόγηση «μη ικανοποιητικά» στις υπηρεσιακές εκθέσεις, κατά παράβαση του Άρθρου 36(4) του Νόμου, τούτο δεν ήταν παρά μια παρανυχίδα στην όλη υπόθεση της οποίας είχε πλήρη επίγνωση και κάθε ευκαιρία να παρουσιάσει τις θέσεις της.
Πάγια είναι η νομολογία ότι δεν είναι κάθε παρατυπία σε ενδιάμεση ή προπαρασκευαστική διοικητική απόφαση, που λήφθηκε υπόψη στην επίδικη, που οδηγεί σε ακύρωση της επίδικης στην προσφυγή πράξης. Εάν υπάρχει επάλληλη ουσιώδης αιτιολογία στην οποία βασίστηκε το διοικητικό όργανο για να εκδώσει την απόφασή του και δεν αποτέλεσε την μόνη ή/και την ουσιώδη αιτιολογία της τελικής απόφασης, η επίδικη αυτή πράξη διασώζεται (βλ. Άρθρα 31 και 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99), Ges (Global Environmental Solutions Ltd) v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 135/14, ημερ. 7.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:C237, και Πορίσματα Νομολογίας Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 189). Εν προκειμένω υπήρξε εκτενής περιγραφή όλων των γεγονότων που περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φακέλους με τα συνημμένα έγγραφα στις εκθέσεις και επιστολές, τα οποία λήφθηκαν υπόψη και τα οποία προκύπτει πως αποτελούν την κύρια αιτιολογία της έκδοσης της απόφασης».
Επανερχόμενοι στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και προσεγγίζοντας το όλο ζήτημα στη βάση των πραγματικών αναγκών της συγκεκριμένης υπόθεσης διαπιστώνουμε τα εξής:
Αποτελεί γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, ότι η Εφεσείουσα κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου αξιολογείτο από Επιθεωρητές και ακολούθως από κλιμάκιο Επιθεωρητών. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι διαμορφώνονταν προγράμματα στήριξης με την συνεργασία των Επιθεωρητών που αξιολογούσαν την Εφεσείουσα, των σχολικών μονάδων όπου εργάζετο καθώς και με τη συμβολή της ίδιας, για βελτίωση των δυσκολιών που η Εφεσείουσα αντιμετώπιζε. Είχε δηλαδή ανοιχθεί (ομοίως όπως στην περίπτωση της Α.Β. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ένας διάλογος της αρμόδιας αρχής με την Εφεσείουσα προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που παρουσίαζε, σε μια προσπάθεια να συνδράμουν στο έργο της, χωρίς ωστόσο οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα.
Μετά δε τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής περιόδου, η χρονική περίοδος δοκιμασίας της Εφεσείουσας ανανεώθηκε άλλες δύο φορές, λόγω μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των καθηκόντων της και η Εφεσείουσα ενημερώνετο σχετικά (σχετικές οι επιστολές ημερομηνίας 03/10/2018, 04/04/2019) χωρίς να αντιδράσει. Όταν δε στη συνέχεια η ΕΕΥ εξέτασε το ενδεχόμενο του τερματισμού του επί δοκιμασία διορισμού της, η Εφεσείουσα ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 09/08/2019 και κλήθηκε σε ακρόαση παρουσιάζοντας τις θέσεις της.
Επομένως διαπιστώνεται ότι η Εφεσείουσα ήταν εξαρχής ενήμερη και είχε πλήρη επίγνωση για την όλη κατάσταση και γνώριζε ότι η αξιολόγηση των Επιθεωρητών και η συμμετοχή της στα προγράμματα στήριξης ήταν λόγω της διαπίστωσης των αρμοδίων για τη μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων της.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίγνωσης της όλης κατάστασης από την Εφεσείουσα, είναι το γεγονός ότι όταν η Εφεσείουσα ενημερώθηκε με σχετική επιστολή ημερομηνίας 23/03/2018 (κυανούν 8(β) του διοικητικού φακέλου – Τεκμήριο 4) για την ένταξη της σε πρόγραμμα στήριξης, εξέφρασε σε απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 30/04/2018 (κυανούν 8(α) του διοικητικού φακέλου – Τεκμήριο 4) την επιθυμία της για συνεργασία. Μεταφέρεται σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω επιστολή:
«Πρόγραμμα στήριξης εκπαιδευτικού […]
Έχω λάβει γνώση της επιστολής σας με την οποία με πληροφορείτε ότι θα ενταχθώ σε πρόγραμμα στήριξης για σκοπούς νέας αξιολόγησης στο επόμενο εξάμηνο από κλιμάκιο Επιθεωρητών. Επιθυμώ να σας διαβεβαιώσω ότι θα συνεργασθώ με προθυμία με όλους τους υπεύθυνους και θα καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια να ανταποκριθώ με επιτυχία στα διδασκαλικά μου καθήκοντα για το καλό της Εκπαίδευσης […]».
Συνεπώς, όπως ομοίως επεσυνέβη και στην Α.Β. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), τα όσα αναφέρονταν σε μια τυπική έκθεση δεν ήταν παρά μια πολύ περιορισμένη περιγραφή των όσων είχε θέσει υπόψη της η διοίκηση στην Εφεσείουσα, δίδοντας της την ευκαιρία να υποβάλει τις θέσεις της στους Επιθεωρητές που την αξιολογούσαν προσπαθώντας να συνδράμουν στο έργο της.
Επομένως υπό τα δεδομένα της περίπτωσης, τα οποία περιέχονται στους διοικητικούς φακέλους και λήφθηκαν υπόψη από τη διοίκηση, τα οποία αποτελούν την κύρια αιτιολογία της έκδοσης της απόφασης, διαπιστώνουμε ότι οι απόψεις και οι θέσεις της Εφεσείουσας είχαν περιέλθει στο αρμόδιο όργανο, χωρίς επομένως να διαπιστώνεται παράβαση του δικαιώματος της Εφεσείουσας για ακρόαση.
Κατά συνέπεια ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης, οι οποίοι άπτονται της ορθής άσκησης της διακριτικής εξουσίας και της επαρκούς διερεύνηση όλων των στοιχείων από τη διοίκηση, λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν σωρευτικής εξέτασης.
Παραπονείται η Εφεσείουσα ότι το πρόγραμμα στήριξης που της παρασχέθηκε δεν ταυτίζεται με την απαίτηση του Άρθρου 30Α του Νόμου. Αντιτείνει η πλευρά της Εφεσίβλητης ότι εφαρμόστηκε πρόγραμμα στήριξης από το αρμόδιο Υπουργείο, όπως προνοεί το εν λόγω Άρθρο του Νόμου.
Επ’ αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Ο δικηγόρος της αιτήτριας, υποστήριξε τέλος, πως η ίδια δεν εντάχθηκε σε πρόγραμμα στήριξης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 30Α του Νόμου. Θα αναμενόταν, βεβαίως, από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, να προηγηθεί επιθεώρηση των διοικητικών φακέλων, προτού προβληθούν ισχυρισμοί που δεν μπορούν να υποστηριχθούν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.
Μόνο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, καταρρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας. Η αιτήτρια δια της επιστολής ημερομηνίας 23.3.2018 (κυανούν 8(β) Τεκμήριο 4) ενημερώθηκε από τη Γενική Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης, ως προς την ένταξή της σε πρόγραμμα στήριξης, με σκοπό την υπέρβαση των δυσκολιών και αδυναμιών που αυτή αντιμετώπιζε. Η αιτήτρια εκδήλωσε, εις απάντηση, με επιστολή της ημερομηνίας 30.4.2018 (κυανούν 8(α)) την επιθυμία της προς συνεργασία, ενώ στα κυανά 74 - 12 του Τεκμηρίου 4, περιέχονται και οι εκθέσεις αξιολόγησης σε σχέση με το πρόγραμμα στήριξης.
Υπενθυμίζεται πως, το έργο της αξιολόγησης και εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, όπως εν προκειμένω της εκτέλεσης των καθηκόντων της αιτήτριας, κατά μη ικανοποιητικό τρόπο, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της διοίκησης και όχι του Δικαστηρίου, το οποίο και επεμβαίνει μόνο όταν η διοίκηση έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής της ευχέρειας ή όταν συντρέχει περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, που για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, κρίνεται ότι δεν είναι η περίπτωση».
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30Α(3) του Νόμου, σε περίπτωση που «κατά την αξιολόγηση εκπαιδευτικός λειτουργός κριθεί ανεπαρκής ως προς την παιδαγωγική και διδακτική του επάρκεια, υποχρεούται να μετάσχει σε ειδικό πρόγραμμα παιδαγωγικής και διδακτικής κατάρτισης που προσφέρει το Υπουργείο».
Ανατρέχοντας στους διοικητικούς φακέλους διαπιστώνουμε ότι σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 23/03/2018, (κυανούν 8(β)), η Γενική Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας ενημερώνει την Εφεσείουσα ότι θα ενταχθεί σε πρόγραμμα στήριξης ως ακολούθως:
«Θέμα: Πρόγραμμα στήριξης […]
Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι μέχρι τώρα έχουν γίνει τρεις αξιολογήσεις για τις περιόδους […] στις οποίες η απόδοσή σας κρίθηκε ως μη ικανοποιητική, καθότι εντοπίστηκαν συγκεκριμένες δυσκολίες/αδυναμίες.
Σας ενημερώνω ότι το επόμενο εξάμηνο θα αξιολογηθείτε από Κλιμάκιο Επιθεωρητή […]
Με στόχο τη στήριξή σας για υπέρβαση των πιο πάνω δυσκολιών/αδυναμιών, σας ενημερώνουμε ότι θα μπείτε σε πρόγραμμα στήριξης το οποίο θα ετοιμαστεί από τα σχολεία στα οποία εργάζεστε σε συνεργασία με τους ΕΔΕ που θα σας αξιολογήσουν, καθώς επίσης και τη δική σας συμβολή».
Υπενθυμίζεται ότι η Εφεσείουσα απαντώντας με σχετική της επιστολή ημερομηνίας 30/04/2018 (ανωτέρω) εκδήλωσε την επιθυμία της για συνεργασία.
Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι το αρμόδιο Υπουργείο προσέφερε προς την Εφεσείουσα πρόγραμμα στήριξης, όπως προνοείται στο Άρθρο 30Α(3) του Νόμου, το οποίο μάλιστα η ίδια αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα. Πρόκειται για το πρόγραμμα στήριξης στο οποίο συνέβαλαν Επιθεωρητές που αξιολογούν την Εφεσείουσα σε συνεργασία με τα σχολεία στα οποία η Εφεσείουσα εργαζόταν.
Είναι δε νομολογημένο ότι η ουσιαστική κρίση της διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ή έλλειψη αιτιολογίας (βλ. Elements Euroconsultants Ltd ν. Δημοκρατίας (2017) 3 Α.Α.Δ. 936), κάτι το οποίο, κρίνουμε, ότι δεν φαίνεται να υφίσταται εν προκειμένω. Επομένως προκύπτει μέσα από τους διοικητικούς φακέλους, ότι το αρμόδιο Υπουργείο προσέφερε στην Εφεσείουσα ειδικό πρόγραμμα στήριξης, όπως το ίδιο το Υπουργείο διαμόρφωσε στη βάση των ειδικών γνώσεων των εμπλεκομένων, πρόγραμμα το οποίο έγινε αποδεκτό από την Εφεσείουσα.
Χωρίς έρεισμα κρίνουμε ότι είναι και η θέση της Εφεσείουσας ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη μόνο η τελική αξιολόγηση της από το δημοτικό σχολείο Προδρόμου και όχι και από τα άλλα δημοτικά σχολεία στα οποία εργαζόταν η Εφεσείουσα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο εξέτασε τον συναφή λόγο ακύρωσης παρέπεμψε στις πρόνοιες του Κανονισμού 24(6) των περί Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης Κανονισμών του 2008 (Κ.Δ.Π. 225/2008), σύμφωνα με τις οποίες «δάσκαλοι που εργάζονται σε δύο ή περισσότερα σχολεία ανήκουν υπηρεσιακά στο σχολείο εκείνο που εργάζονται τον περισσότερο χρόνο».
Η Εφεσείουσα, όπως αναφέρει στο περίγραμμα αγόρευσης της (σελ. 9), υπηρετούσε στο δημοτικό σχολείο Προδρόμου (ΚΒ) με 11 περιόδους και παράλληλα σε άλλα δύο δημοτικά σχολεία με 6 περιόδους αντίστοιχα. Κατά συνέπεια σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Κανονισμού (ανωτέρω) ανήκει υπηρεσιακά στο σχολείο που εργάζεται τις περισσότερες ώρες.
Ούτε ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι εν προκειμένω η διοίκηση δεν άσκησε ορθά τη διακριτική της εξουσία και ότι υπήρξε ελλιπής έρευνα και αιτιολογία, πλάνη και κατάχρηση εξουσίας, γίνεται αποδεκτός.
Οι αιτιάσεις της Εφεσείουσας δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων. Η ΕΕΥ, όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας της με ημερομηνία 27/09/2019, παρέθεσε τα δεδομένα της περίπτωσης και «έλαβε υπόψη τα ενώπιον της στοιχεία καθώς και τις προφορικές και γραπτές παραστάσεις που υποβλήθηκαν σε αυτή» και κατέληξε ότι «παρά τη στοχευμένη εκπαιδευτική και παιδαγωγική καθοδήγηση της οποίας έτυχε, τόσο κατά τη διετή περίοδο του μόνιμου διορισμού της, καθώς και κατά την παράταση του εν λόγω διορισμού (παράταση η οποία δόθηκε δύο φορές από την Επιτροπή) η […] απέτυχε να επιδείξει παρά μόνο ελάχιστη εώς μηδαμινή βελτίωση. Ως εκ τούτου η Επιτροπή αποφάσισε με βάση το άρθρο 30(3) των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων του 1969 έως (Αρ. 2) του 2019, να τερματίσει τον από 1.9.2016 επί δοκιμασία διορισμό της […] στη θέση Δασκάλου από 30.9.2019 και να την ενημερώσει σχετικά».
Επομένως διαπιστώνουμε ότι ο τερματισμός της υπηρεσίας της Εφεσείουσας ήταν το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας και σύμφωνος με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Νόμου.
Για τους πιο πάνω λόγους κρίνονται αβάσιμοι και οι Λόγοι Έφεσης 2, 3, 4, 5 και 6.
Υπό το φως των ανωτέρω, η Έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται 3000 ευρώ υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ – ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο