ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ MEΣΩ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜEΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ κ.α. v. TRAN THI BINH, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 21/2023, 29/10/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ MEΣΩ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜEΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ κ.α. v. TRAN THI BINH, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 21/2023, 29/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 21/2023 (i-justice))

 

29 Οκτωβρίου, 2026

[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ MEΣΩ:

1.           ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

ΚΑΙ ΜEΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

2. ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

 

                                                                                                    Εφεσείουσα,

 

v.

 

       TRAN THI BINH

 

 

         Εφεσίβλητης.

         -------------------

Ρ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσείουσα.

Καμία εμφάνιση για την Εφεσίβλητη.

         -------------------

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον υποφαινόμενο.

        ---------------------

 

 

    ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η ενώπιον μας Έφεση στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης (ακυρωτικής) απόφασης στην Προσφυγή Αρ. 1149/2023 (Κ) (i-justice), την οποία άσκησε η Εφεσίβλητη (εφεξής η «Προσφυγή») εναντίον εκδοθέντων, από την Εφεσείουσα, διαταγμάτων κράτησης και απέλασης της ημερομηνίας 8.7.2023.

 

Προσφέρεται η παράθεση του συνόλου της πρωτόδικης απόφασης, δεδομένης της σχετικά περιορισμένης έκταση της, η οποία ενσωματώνει τα ουσιώδη γεγονότα της περίπτωσης και τη δικαστική κρίση:

 

«Η αιτήτρια ζητά την ακύρωση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης που εκδόθηκαν στις 8.7.2023.

 

Η αιτήτρια έφτασε νόμιμα στη χώρα την 1.10.2019 με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Η ισχύς της άδειας που της παραχωρήθηκε ήταν για τρεις μήνες μετά την άφιξή της. Στις 11.10.2019 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση παραχώρησης διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε με απόφαση που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 20.9.2021. Κατά της απόφασης η αιτήτρια άσκησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την οποία μεταγενέστερα απέσυρε.

 

Σύμφωνα, επίσης, με όσα καταγράφονται στην προσφυγή της αιτήτριας αλλά όχι στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση στις 11.7.2023 η αιτήτρια υπέβαλε μέσω του δικηγόρου της μεταγενέστερη αίτηση επικαλούμενη νέο επίσημο έγγραφο από το οποίο, κατά την εισήγησή της, προκύπτει ο φόβος της ότι εάν επαναπατριστεί κινδυνεύει. Στην απαντητική γραπτή αγόρευση επισυνάπτεται, επίσης, η απορριπτική απάντηση ημερομηνίας 31.7.2023 της Υπηρεσίας Ασύλου και αντίγραφο της προσφυγής που ασκήθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 3.8.2023 η οποία εκκρεμεί.

 

Κατά τις διευκρινίσεις της υπόθεσης, οι καθ' ων η αίτηση δεν απέρριψαν τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα αλλά αναφέρθηκαν στη μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας ως δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση που, όμως, δεν προκύπτει να πρόκειται περί δεύτερης αλλά πρώτης.

 

Το παρόν Δικαστήριο δεν εκδικάζει ούτε εκφέρει άποψη επί της νομιμότητας της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης. Παρόλαυτά, παρατηρώ ότι η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση χωρίς να προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της αίτησης για τον λόγο ότι "no new elements or findings have arisen that you were not able to submit in the previous procedure, through no fault of your own".

 

Εντούτοις, αυτό που υπέβαλε η αιτήτρια στη μεταγενέστερη της αίτηση και επισυνάπτει ως Παράρτημα Γ στην προσφυγή της εκδόθηκε από την αρχή δημόσιας ασφάλειας της Xuan στις 10.5.2023 και αφορά γεγονός που συνέβη στις 10.5.2023 δηλαδή, μετά την υποβολή και απόρριψη της πρώτης αίτησης της αιτήτριας.

 

Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο η εν λόγω δημόσια ασφάλεια στις 10.5.2023:

 

"[.] is tracing the subject - T. T. B. [.]

Reason: tracing the criminal relating to the political reactionary plot to overthrow the communist government of Vietnam.

T. T. B. denounced and condemned senior officials of the Vietnamese government for corrupting the money of the Vietnamese people. Because of this reason, our police security needs to work directly with T. T. B. to collect the evidences according to the denunciation document of Vietnamese government to T. T. B.."

 

Το ως άνω έγγραφο τέθηκε, προφανώς, υπόψη των καθ' ων η αίτηση με την υποβολή της υπό κρίση προσφυγής. Παρέμειναν όμως σε ισχύ τα διατάγματα παρά το ότι τέθηκε υπόψη τους ως επίσης τέθηκε υπόψη τους το γεγονός της υποβολής μεταγενέστερης αίτησης (βλ. παράγραφος 11 των γεγονότων στην προσφυγή). Σύμφωνα, όμως, με το Άρθρο 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, το αρμόδιο πρόσωπο ακύρωσης του δικαιώματος παραμονής που υφίσταται μετά την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης είναι ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Επομένως, οι εισηγήσεις της αιτήτριας ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν σε αντίθεση με τον περί Προσφύγων Νόμο και χωρίς τη δέουσα έρευνα και αιτιολογία κρίνονται ορθές.

 

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή επιτυγχάνει και τα προβαλλόμενα (sic) διατάγματα ακυρώνονται. Επιδικάζονται €2000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση.»

 

Με τους ακόλουθους δύο λόγους Έφεσης η Εφεσείουσα βάλλει κατά της πρωτόδικης απόφασης, τους ακόλουθους:

 

          «Πρώτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα ακύρωσε τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον της Εφεσίβλητης, αφού βασίστηκε σε μεταγενέστερα της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων γεγονότα. Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίζεται σε γεγονότα και στοιχεία που δεν ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και συνεπώς, το Σεβαστό Δικαστήριο ενήργησε υπό το καθεστώς πλάνης περί τα γεγονότα.

 

Αιτιολογία Πρώτου Λόγου Έφεσης:

         

1.      Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα στοιχεία του οικείου Διοικητικού Φακέλου, η Εφεσίβλητη καταχώρισε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 11/10/2019, το οποίο απορρίφθηκε πρωτοβάθμια στις 26/07/2021. Στις 19/10/2021, υπέβαλε διοικητική προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία αποσύρθηκε κι απορρίφθηκε στις 20/06/2022 από το Διοικηιτκό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.). Στις 26/10/2022, καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου για επανάνοιγμα του φακέλου της, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό εξέταση από την Υπηρεσία Ασύλου. Στις 08/07/2023, η Εφεσίβλητη συλλαμβάνεται στη Λεμεσό για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μετά από έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι η Εφεσίβλητη βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Η Εφεσίβλητη συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του Κεντρικού Σταθμού Λευκωσίας και έπειτα, μεταφέρθηκε στο ΧΩΚΑΜ Μενόγειας. Έπειτα, και ενώ η Εφεσίβλητη βρισκόταν υπό κράτηση, καταχώρησε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία εξετάστηκε άμεσα από την Υπηρεσία Ασύλου. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απόφαση στις 28/07/2023, με την οποία απέρριψε και τις δύο μεταγενέστερες αιτήσεις της Εφεσίβλητης ως απαράδεκτες και κοινοποίησε την απόφαση της στην Εφεσίβλητη με επιστολή ημερομηνίας 31/07/2023,την οποία παρέλαβε και υπέγραψε ιδιοχείρως η Εφεσίβλητη την ίδια ημέρα.

 

2.           Συγκεκριμένα, και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή χωρίς επαρκή αιτιολόγηση της Απόφασης του, θεώρησε ως πρώτη μεταγενέστερη αίτηση την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσίβλητης, χωρίς να μελετήσει προσεκτικά το περιεχόμενο του οικείου Διοικητικό (sic) Φακέλου. Επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα ενασχολήθηκε με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου της Εφεσίβλητης, καθώς και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επ’ αυτής. Τα γεγονότα και τα στοιχεία αυτά ήταν μεταγενέστερα της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης.

 

3.           Κατά τη δική μας θέση, τα σχετικά νομοθετήματα και τη νομολογία, δεν είναι ορθή η θέση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, ως αναθεωρητικού Δικαστηρίου, εξαντλείται στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων διαταγμάτων, ήτοι (sic) τις 08/07/2023 και γι’ αυτό δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφανθεί επί της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 28/07/2023 στην δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσίβλητης, η οποία καταχωρήθηκε στις 11/07/2023. Η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσίβλητης, καθώς και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αποτελούν μεταγενέστερα της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων γεγονότα. Προς τούτο η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής για την δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου και τον έλεγχο νομιμότητας που διεξάγει με βάση τον ουσιώδη χρόνο.

 

4.           Πρόσθετα, και ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, ακόμα και το Δικαστήριο να δικαιούταν να εξετάσει μεταγενέστερα του ουσιώδους χρόνου στοιχεία, η νομολογία επί του θέματος είναι σαφής, ότι μετά την πρώτη εξέταση και απόρριψη της αίτησης ασύλουυ, ο αιτητής καίσταται απαγορευμένος μετανάστης ανεξάρτητα από όποια μεταγενέστερη αίτηση.

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει καθ’ ύλη αρμοδιότητα και/ή δεν είναι καθ’ ύλη αρμόδιο να αποφανθεί για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης της Εφεσίβλητης.

 

Αιτιολογία Δεύτερου Λόγου Έφεσης:

 

1.           Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει καθ’ ύλη αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της νομιμότητας της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση που καταχώρησε η Εφεσίβλητη μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στον Περί Προσφύγων Νόμο και καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Διοικητικό Διεθνούς Προστασίας με βάση τον Περί Ίδρυσης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου 2018 (Ν. 73(Ι)/2018). Το Σεβαστό Πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει μόνο τη νομιμότητα τωνν επίδικων διαταγμάτων στην βάση των στοιχείων που έχει ενώπιον του και όχι να προχωρήσει σε ευρήματα επί μεταγενέστερων γεγονότων που εκπίπτουν της δικαιοδοσίας του.»

 

Εξετάσαμε την περίπτωση στη βάση όλων των ενώπιον μας στοιχείων, δίδοντας έμφαση στα πρωτοδίκως αποφασισθέντα, τους προαναφερθέντες λόγους Έφεσης και στο περίγραμμα αγόρευσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη τους (που ήταν και το μόνο που καταχωρήθηκε), καθώς και στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, ως η πλευρά της Εφεσείουσας δηλώνει, η Εφεσίβλητη απελάθηκε, τελικώς, στις 24/01/2024. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν στερεί από την παρούσα Έφεση του αντικειμένου της ή αναιρεί τη νομιμοποίηση της Εφεσείουσας να προωθεί αυτήν, αφού η πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση συνεχίζει, ανεξαρτήτως της, επακόλουθης της πρωτόδικης απόφασης, απέλασης της Εφεσίβλητης, να παράγει έννομα αποτελέσματα, ήτοι δικαιώματα και υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της επιτυχούσας, πρωτοδίκως, Εφεσίβλητης να αναζητήσει αποζημιώσεις στη βάση του ακυρωτικού αποτελέσματος, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Επί της ουσίας, δεν χρειάζεται, στην παρούσα περίπτωση, να μακρηγορήσουμε.

 

Και οι δύο λόγοι Εφέσεως (βλ. ανωτέρω), μαζί εξεταζόμενοι, ως εκ της συνάφειας τους,  κρίνονται βάσιμοι.

 

Συγκεκριμένα:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη νομιμότητα έκδοσης (και διατήρησης τους, ως προκύπτει από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης) των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, τα οποία εκδόθηκαν στις 8/7/2023, στη βάση επιγενόμενου της έκδοσης τους γεγονότος, ήτοι της καταχώρησης εκ μέρους της Εφεσίβλητης, στις 11.7.2023, μεταγενέστερης αίτησης για χορήγηση διεθνούς προστασίας.

 

 

Κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως της ορθότητας του υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου χαρακτηρισμού της εν λόγω αιτήσεως ως πρώτης ή δεύτερης μεταγενέστερης, όχι μόνο κρίθηκε νομολογιακά (και δεσμευτικά) ως εσφαλμένο, αλλά και ότι εκφεύγει και της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου. Λέχθηκε, συγκεκριμένα, (και) στην απόφαση ημερομηνίας 20.4.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 126/2021 M S A LIMON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ:

 

«[.] Με το δεύτερο συναφή λόγο προβάλλεται η θέση ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει μεταγενέστερα των επίδικων πράξεων γεγονότα και η διάρκεια της κράτησης θα μπορούσε να ελεγχθεί στα πλαίσια τυχόν Αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως habeas corpus.

 

Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι η πλευρά της Εφεσίβλητης Δημοκρατίας έχει δίκαιο. Η ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης γεγονότα δεν ήταν ορθή αφού τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης. Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, ως αναθεωρητικού Δικαστηρίου εξαντλείτο στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο της Διοικητικής Πράξης. Δηλαδή της πράξης ή των πράξεων ημερ. 13.8.2021. Γι΄αυτό και δεν μπορούσε αλλά ούτε είχε δικαιοδοσία να ελέγξει τη νομιμότητα της κράτησης ως προς τη διάρκεια της, θέμα που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη διαδικασία ελέγχου που αφορούσε προνομιακό ένταλμα habeas corpus, ως κατ΄επανάληψη έχει νομολογηθεί. (Βλ. ΄Αρθρο 18ΠΣΤ, Guo Shuying v. Δημοκρατίας κ.ά. (2012)1 Α.Α.Δ. 2725 και Fasel v. Δημοκρατίας Π.Ε.236/15 ημ. 31.3.2016). Η εξέταση του Διοικητικού Δικαστηρίου περιορίζεται στο κατά πόσο στις 13.8.2021 υπήρχαν ή όχι δεδομένα που καθιστούσαν νόμιμη την απέλαση και την κράτηση. Εξ άλλου αυτό ζητείτο με την αίτηση ακύρωσης. Η αντέφεση συνεπώς θα πρέπει να επιτύχει.

 

Αυτή η κρίση και κατάληξη θεωρούμε είναι συναφής και με την έφεση. Με τους τρεις από τους τέσσερεις λόγους εκ του Εφετηρίου, προσβάλλεται, στην ουσία, το θέμα των μεταγενέστερων Αιτήσεων του Εφεσείοντα. Όμως, όπως ήδη εξηγήσαμε, το Δικαστήριο έσφαλε στο ότι ασχολήθηκε με μεταγενέστερα της επίδικης διοικητικής πράξης γεγονότα. Δεν είχε δικαιοδοσία ούτε εξουσία να το πράξει. (Bλ. Σπανούδη ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Α.Ε.50/2015, 28.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:C35 και Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 3/2020, 28.1.2022). ΄Αλλωστε, η κράτηση ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την απέλαση, αφού για να είναι νόμιμη πρέπει να λαμβάνονται ενέργειες προς το σκοπό απέλασης. Οπότε ο διαχωρισμός που επιχειρήθηκε δεν ήταν δόκιμος (βλ. M.A. v. Cyprus Appl. No.41872/10, 23.7.2013 και Fasel v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω)).»

 

 

Πρόσθετα, σε σχέση ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, αν και  το πρωτόδικο Δικαστήριο δήλωσε στην απόφαση του, ορθά αυτοπροειδοποιούμενο, ότι «Το παρόν Δικαστήριο δεν εκδικάζει ούτε εκφέρει άποψη επί της νομιμότητας της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης [.]», έπραξε, εν τέλει και με κάθε εκτίμηση, άνευ δικαιοδοσίας, το αντίθετο, εκφέροντας δικαστική κρίση επί της εν λόγω αίτησης και της ορθότητας της διοικητικής κρίσης, τόσο περί του (μη) παραδεκτού τέτοιας μεταγενέστερης αίτησης, όσο και περί της (μη) αρμοδιότητας του προσώπου που έλαβε αυτή. Ζητήματα, για τα οποία αποκλειστικά αρμόδιο ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την υπό εξέταση υπόθεση, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (βλ. Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018) και όχι το Διοικητικό Δικαστήριο.

Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η παρούσα Έφεση επιτυγχάνει. Καμία διαταγή για έξοδα, ως προς την Έφεση.

 

Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της εκδοθείσας διαταγής εξόδων, παραμερίζεται στην ολότητα της.

 

Η υπόθεση παραπέμπεται στο Διοικητικό Δικαστήριο για επανεκδίκαση της, στη βάση και των ανωτέρω αποφασισθέντων.

 

 

    Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                       Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.

 

                                                   Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο