A. M. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 27/2026, 30/10/2026
print
Τίτλος:
A. M. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 27/2026, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                              (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου  Αρ. 27/2026 i-Justice)

  

 

30 Οκτωβρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΜΙΧΑΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

A.   M.

                                

                                                                                                                   Εφεσείων,

   v.

 

   ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                                                Εφεσίβλητης.

 

--------------------

Γ. Βασιλόπουλος, για Γ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.

N. Koυρσάρης, για Ν. ΚΟΥΡΣΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.

 

 

 

 

 

                 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Με επιστολή του ημερ. 22.1.2026 (την οποία υπογράφει συγκεκριμένος λειτουργός, εφεξής «ο λειτουργός»),  το Τμήμα Μετανάστευσης  ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι η Διοίκηση τον κήρυξε απαγορευμένο μετανάστη βάσει του Άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (εφεξής «το Κεφάλαιο 105»), επισυνάπτοντας διάταγμα κράτησης και διάταγμα απέλασης τα οποία ο λειτουργός υπέγραψε και εξέδωσε συνεπεία αυτής της κήρυξης.

 

Το διάταγμα απέλασης εκδόθηκε κατ’ επίκληση του Άρθρου 14 του Κεφαλαίου 105, ενώ το διάταγμα κράτησης κατ’ επίκληση των Άρθρων 14 και 18ΠΣΤ(1)(α) του ίδιου Νόμου.  Επίσης, αμφότερα τα διατάγματα επικαλούνται το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος ως εξουσιοδοτόν το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο με τη σειρά του παραχώρησε την εξουσία του στον λειτουργό.

 

Περαιτέρω, η επιστολή ενημέρωσε τον Εφεσείοντα πως η Διοίκηση του απαγόρευε την επανείσοδό του στη Δημοκρατία για πέντε έτη, δυνάμει των Άρθρων 6(1) και 18ΠΓ(2) του Κεφαλαίου 105.   Η ίδια η απαγόρευση εισόδου διατάχθηκε στο πλαίσιο του διατάγματος απέλασης κατ’ επίκληση του Άρθρου 14 του Κεφαλαίου 105 και του Άρθρου 188.3.(γ) του Συντάγματος, χωρίς μνεία στα Άρθρα 6(1) και 18ΠΓ(2) του Κεφαλαίου 105 στα οποία αναφέρεται η επιστολή.

 

 

Διά της Προσφυγής Αρ. 355/2026 i-Justice, ο Εφεσείων προσέβαλε τη νομιμότητα της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και των συναφών διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, την οποία Προσφυγή το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε με την απόφασή του ημερ. 20.5.2026.

 

 

Με τον λόγο Έφεσης Αρ. 1, ο Εφεσείων θέτει ζήτημα αρμοδιότητας του εκδόσαντος την πράξη οργάνου.  Το εγειρόμενο ζήτημα είναι δημόσιας τάξης και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο από το Διοικητικό Εφετείο, χωρίς να δεσμεύεται ή περιορίζεται μόνο στα επιχειρήματα των διαδίκων, εφόσον όλα τα στοιχεία είναι ενώπιόν του (απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 30.7.2026 επί της  Αίτησης Αρ. 4/26 αναφορικά με την απόφαση Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 34/25 i-justice, Singh ν. Δημοκρατίας).

 

 

Ο πρώτος λόγος κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει, για τους εξής λόγους:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον περί (αναρμοδιότητας του λειτουργού) λόγο ακύρωσης, αλλά και το όλον της Προσφυγής, με το εξής σκεπτικό (σελ. 5 έως 7):

 

«Καταρχάς, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του λειτουργού που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες. Η εξουσιοδότηση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στις διευκρινίσεις καλύπτει τον συγκεκριμένο λειτουργό εφόσον ρητώς αναφέρεται το ονοματεπώνυμό του αλλά και η δυνατότητα να εκδίδει, μεταξύ άλλων, τις δυνάμει των άρθρων 6(1)(ζ) και 18ΠΣΤ αποφάσεις και διατάγματα. Δεν εφαρμόζεται άρα εν προκειμένω η απόφαση στην ΕΔΔ 34/2025 ημερ. 27.02.2026 όπου το ζήτημα της εκχώρησης εξουσίας ως προς την κήρυξη του εκεί αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ρητώς περιορίστηκε στο άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105 που εκεί ήταν επίδικο. Πέραν των εδαφίων (δ) και (κ), στην κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρθηκαν ρητώς (παράγραφος 2) στην καταδίκη του Αιτητή σε ποινικά αδικήματα στο δε Παράρτημα 3, το οποίο προπαρασκεύασε τις προσβαλλόμενες και εγκρίθηκε από τον εν λόγω λειτουργό έγινε επίσης ρητή αναφορά (παράγραφος 7) στο ότι τα αδικήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά και σχετίζονται με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Συνεπώς εκ του περιεχομένου τους οι προσβαλλόμενες εδράζονται στην περίπτωση του άρθρου 6(1)(ζ) το οποίο κάνει λόγο για κήρυξη ως απαγορευμένου μετανάστη οποιουδήποτε προσώπου:

 

«τo oπoίo φαίvεται από μαρτυρία τηv oπoία τo Υπoυργικό Συμβoύλιo δυvατό vα θεωρήσει επαρκή, ότι εvδέχεται vα συμπεριφερθεί κατά τέτoιo τρόπo πoυ vα καταστεί επικίvδυvo στηv ησυχία, δημόσια τάξη, έvvoμη τάξη ή δημόσια ήθη»

 

Η συμπερίληψη και ως νομικής βάσης των άρθρων 6(1)(δ) και (κ) δε θεωρώ ότι πλήττει τις προσβαλλόμενες δεδομένου ότι η δυνατότητα κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη για λόγους δημόσιας τάξης  λόγω των ποινικών του καταδικών για σοβαρά αδικήματα (καταδίκες και αποτελούν την πλέον επαρκή μαρτυρία επικινδυνότητας για την δημόσια τάξη), παρέχει επαρκές νομιμοποιητικό έδαφος για την έκδοση των προσβαλλομένων από τον εν λόγω λειτουργό. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν ήθελε κριθεί ότι η εκχώρηση εξουσίας δεν καλύπτει τις περιπτώσεις του άρθρου 6(1)(δ) και (κ), σχετικό είναι το άρθρο 31 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), το οποίο προβλέπει ότι η εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα, που εν προκειμένω, ως ανέφερα, έχει.».

 

 

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει για τους εξής λόγους:

 

Το Άρθρο 6(1) του Κεφαλαίου 105 εναποθέτει την εξουσία κήρυξης αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη στο Υπουργικό Συμβούλιο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2025 i-justice Δημοκρατία ν. Lama, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 4.12.2025).

 

Με την εξουσιοδοτική απόφασή του ημερ. 26.3.2025 (δημοσιευθείσα στο Τέταρτο Παράρτημα, Μέρος Ι, της Επίσημης Εφημερίδας υπ’ αρ. 4904 και ημερ. 28.3.2025), το Υπουργικό Συμβούλιο εκχώρησε στον λειτουργό την εξουσία κήρυξης αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη, όχι στη νομική βάση του Άρθρου 6(1) του Κεφαλαίου 105 εν όλω, αλλά μόνο σε σχέση με τις παραγράφους (στ) και (ζ) του εν λόγω Άρθρου.

 

Συνάγεται ότι αναρμόδια ο λειτουργός κήρυξε τον Εφεσείοντα ως απαγορευμένο μετανάστη κατ’ επίκληση των παραγράφων (δ) και (κ) του Άρθρου 6(1) του Κεφαλαίου 105, διότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από το Υπουργικό Συμβούλιο ως προς τούτο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνοντας ότι ο λειτουργός ενήργησε με βάση την παράγραφο (ζ) του Άρθρου 6(1) του Κεφαλαίου 105,  επειδή οι λόγοι κήρυξης του Εφεσείοντος ως απαγορευμένου μετανάστη συνδέονταν με την εκ του  Εφεσείοντα διάπραξη ποινικών αδικημάτων τα οποία ήγειραν ζήτημα δημόσιας τάξης και ασφάλειας, αντικατέστησε τη νομική βάση της διοικητικής πράξης για την οποία, ως προαναφέραμε, δεν είχε σχετική εξουσιοδότηση. 

 

Δεν πρόκειται για εσφαλμένη νομική αιτιολογία, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, αλλά για προέκταση της εκχώρησης που έδωσε το Υπουργικό Συμβούλιο σε διατάξεις του Νόμου που δεν εκχωρήθηκαν.

 

Επί του ζητήματος της αρμοδιότητας, δεσμευτική είναι η απόφαση ημερ. 30.7.2026 επί της Αίτησης Αρ. 4/26 ανωτέρω, όπου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε τα εξής :

 

«Θεωρούμε ότι δέον να διασαφηνιστεί το εξής. Η επίδικη επιστολή 13.9.25, στην ουσία της, περιλάμβανε ενσωματωμένες τέσσερις πράξεις:

 

(α) Διάγνωση πως το Ενδιαφερόμενο Μέρος ήταν απαγορευμένος μετανάστης,

(β) Απόφαση επιστροφής,

(γ) Διάταγμα απέλασης και

(δ) Διάταγμα κράτησης.

 

Η ένσταση περί αναρμοδιότητας πρωτοδίκως και κατ' έφεση από το Ενδιαφερόμενο Μέρος αφορούσε το (α) ανωτέρω.

   

[…] 

Παρατηρούμε πως εν πολλοίς οι τέσσερις πράξεις που περιεγράφηκαν πιο πάνω δύναται να ταυτίζονται. Συγκεκριμένα, δύναται να ταυτίζονται οι πράξεις (α) και (β) ανωτέρω εφόσον η απόφαση επιστροφής αναγκαστικά οφείλει να περιέχει διάγνωση της παρανομίας της παραμονής ενός αλλοδαπού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πράξεις (γ) και (δ) μεταξύ τους αλλά, και με επάλληλο τρόπο, και με τις πράξεις (α) και (β).

 

Στην κρινόμενη περίπτωση η εκ της Επίσημης Εφημερίδας εκχώρηση εξουσίας από το Υπουργικό Συμβούλιο (βλ. πιο πάνω) περιλαμβάνει σαφώς εξουσία προς τους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης ως προς την απόφαση απέλασης[1] (η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υποχρεωτική απομάκρυνση) και για την κράτηση (Βλ. τα Άρθρα 14 και 18ΠΣΤ). Θυμίζουμε πως οι συγκεκριμένες εξουσίες ανήκουν στο Υπουργικό Συμβούλιο. Η εξουσιοδότηση λοιπόν αυτή είναι αναγκαία καθότι οι εξουσίες με βάση τα Άρθρα 14 και 18ΠΣΤ ανήκουν στο Υπουργικό Συμβούλιο και είναι το Υπουργικό Συμβούλιο που εκχωρεί τις εξουσίες στους συγκεκριμένους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης (μεταξύ των οποίων η κα Φωτίου).

 

Ωστόσο, για το θέμα της κήρυξης ατόμου ως απαγορευμένου μετανάστη και για την απόφαση επιστροφής δυνάμει του Άρθρου 18ΟΗ η εξουσία αυτή ανήκει στον Διευθυντή και όχι στο Υπουργικό Συμβούλιο, οπότε η συγκεκριμένη εκχώρηση δεν θα κάλυπτε το θέμα.

 

[…]

 

Είναι δεδομένο ότι ο Διευθυντής δύναται να εξουσιοδοτήσει άλλο πρόσωπο, το οποίο κατέχει αρμόδια θέση στην υπηρεσία του, να ασκήσει τις εξουσίες εκ μέρους του εφόσον τούτο ρητώς ο Νόμος το επιτρέπει δυνάμει του Άρθρου 4(2).

 

Εφαρμόζεται βεβαίως στις περιπτώσεις αυτές το τεκμήριο της κανονικότητας, όμως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη ύπαρξης γραπτής εξουσιοδότησης και παρουσίασής της, εφόσον η αρμοδιότητα αμφισβητείται.

Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Οικονομικών κ.ά. ν. A.H.T. Advances Heating Technologies, ΕΔΔ αρ. 63/18, ημερ. 11.1.24, αναφέρονται τα εξής:

 

«Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μια διοικητική πράξη για να είναι έγκυρη πρέπει να απορρέει από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Η έλλειψη αρμοδιότητας από το όργανο που εξέδωσε την απόφαση συνιστά λόγο ακύρωσης (Βλ. Σβανάς ν. Δημοκρατίας (2011) 3Β Α.Α.Δ. 576). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην Dolidze κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 539, η απουσία εξουσιοδότησης προς το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε την απόφαση οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου.»

 

 

Πρέπει να τονίσουμε πως ο Ν.4(Ι)/2025 εισήγαγε θεμελιώδεις τροποποιήσεις στο Νόμο.

 

Είναι αρκετό να αναφέρουμε πως πριν την τροποποίηση η αποδιδόμενη ερμηνεία στην έννοια «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης» σήμαινε τον «Υπουργό Εσωτερικών» (Άρθρο 2(1)), ενώ με την τροποποίηση του 2025 διαγράφεται ο όρος «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης» και προστίθεται ο όρος «Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω» ή «Υφυπουργός».

 

Εν γένει μετατίθενται οι αρμοδιότητες του Νόμου από τον Υπουργό Εσωτερικών προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης, ενώ όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, πολλές εξουσίες ανατίθενται στο Υπουργικό Συμβούλιο ή στον Υφυπουργό ή στον Διευθυντή ανάλογα, οι οποίοι δύνανται να μεταβιβάσουν την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας τους σύμφωνα με το ως άνω Άρθρο 4 του Νόμου ως έχει τροποποιηθεί.

 

Οι ευρείες αυτές αναδιατάξεις που φέρει ο τροποποιητικός Νόμος καθιστούν ουσιαστικά ανενεργή την έννοια του Λειτουργού Μετανάστευσης που υφίσταται στον Κ.19 των Κανονισμών, χωρίς βεβαίως να επηρεάζουν την προνοούμενη στον ίδιο κανονισμό υποχρέωση επίδοσης στον παράνομο αλλοδαπό, σχετικής ειδοποίησης.

 

Όπως αναφέραμε δε πιο πάνω, οι τέσσερις πράξεις-αποφάσεις που στην ουσία απασχολούν, εκτός από επάλληλες, ενέχουν εμπλοκή αρμοδιοτήτων διαφόρων φορέων είτε κυρίως του Υπουργικού Συμβουλίου είτε του Διευθυντή. Συνεπώς, πρέπει η κάθε ξεχωριστή - έστω και επάλληλη - πράξη να εκδιδόταν από αρμόδιο πρόσωπο ή να υπήρχε σχετική εξουσιοδότηση, ως ο νόμος ορίζει.

Δεν προκύπτει από τη συνολική ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, παρά τη διαφοροποίηση των φορέων εξουσίας ως προς τις εκδιδόμενες πράξεις δυνάμει των άρθρων που ενδιαφέρουν ήτοι εν προκειμένω την απόφαση επιστροφής, ότι θα μπορούσε Λειτουργός Μετανάστευσης να ενεργεί χωρίς εκχώρηση εξουσίας ή εξουσιοδότηση από τον Διευθυντή.».

 

 

Με βάση το δεσμευτικό προηγούμενο της Αίτησης Αρ. 4/26 ανωτέρω, κρίνουμε ότι η όλη διοικητική ενέργεια του λειτουργού συνεπαγόταν και την έκδοση απόφασης επιστροφής εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΗ του Κεφαλαίου 105, για την έκδοση όμως της οποίας ουδεμία ένδειξη υπάρχει στον ενώπιόν μας διοικητικό φάκελο περί του ότι ήταν γραπτώς εξουσιοδοτημένος από τον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης.

 

Δεδομένης της κατάληξής μας για το ότι οι άρρηκτα  μεταξύ τους συνδεδεμένες προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό καθεστώς μερικής αναρμοδιότητας, αυτό από μόνο του αρκεί για την ακύρωσή τους χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί άλλος λόγος ακύρωσης εν είδει λόγου έφεσης (ΑΤΗΚ ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 53).

 

 

 

 

Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:

 

Η έφεση επιτυγχάνει και παραμερίζεται η εφεσιβαλλόμενη απόφαση ημερ. 20.5.2026 (περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα) επί της Προσφυγής Αρ. 355/2026 (Κ) i-Justice.

 

Ακυρώνονται οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις.

 

Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α.), ως κατ΄έφεση έξοδα, υπέρ του Εφεσείοντα και κατά της Εφεσίβλητης.

 

 

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

                                         Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 

                                         E. MIXAΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο