ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.3/23)
15 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]
WASEEM MOHAMMAD RASHID ALLOUZI
Εφεσείων,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Εφεσίβλητης.
Α. Αλεξάνδρου, για Αλέξανδρος Χρ. Αλεξάνδρου, για Εφεσείοντα.
Ν. Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
-------------------------
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Παπαγεωργίου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Με δύο λόγους Έφεσης αξιώνεται η ακύρωση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερ. 02.12.22, με την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή του Εφεσείοντα για ακύρωση της απόφασης της Εφεσίβλητης, ημερ. 11.09.19, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η αίτηση του για χορήγηση κυπριακής υπηκοότητας.
Μια σύντομη αναδρομή στα ουσιώδη γεγονότα:
Ο Εφεσείων, υπήκοος Ιορδανίας, αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά το έτος 2003 με άδεια επισκέπτη (ερ. 13-14 διοικητικού φακέλου, Τόμος Ι) και συνέχισε να παραμένει παράνομα στο έδαφος της μετά τη λήξη της εν λόγω άδειας. Το 2005 τέλεσε γάμο με κάτοχο κυπριακής υπηκοότητας. Ο Εφεσείων απέκτησε ένα παιδί με τη σύζυγο του και έκτοτε ανανεώνει την παραμονή του στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας κύπριου πολίτη. Το 2008, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε το 2012. Στη συνέχεια, το 2014 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία επίσης απορρίφθηκε το 2016. Τέλος, στις 15.12.17, ο Εφεσείων υπέβαλε εκ νέου αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε και ο Εφεσείων ενημερώθηκε για τους λόγους απόρριψης της με επιστολή, ημερ. 11.09.19.
Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 1697/19, επί της οποίας το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση στις 02.12.22. Η εν λόγω δικαστική απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Έφεσης.
Ο Εφεσείων εναντιώνεται στην πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης, διατεινόμενος, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα την τέταρτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν.141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο εξής «ο Νόμος», αφού «παρά το γεγονός ότι στην απόφαση του έκρινε ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα, επαρκής λόγος για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην συνέχεια ερμηνεύοντας λανθασμένα την 4η επιφύλαξη του άρθρου 110, εδάφιο 2 του Νόμου Περί Αρχείου Πληθυσμού Ν.141(Ι)/2002, και βασιζόμενο στην λανθασμένη ερμηνεία της αναφερόμενης διάταξης απέρριψε την Προσφυγή του εφεσείοντα.».
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο «κατέληξε στην απόφαση του ότι η σύζυγος του εφεσείοντα, απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα λόγω προηγούμενου γάμου της με κύπριο, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του και κατ’ επέκταση λανθασμένα οδηγήθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η 4η επιφύλαξη του άρθρου 110, εδάφιο 2 του Νόμου Περί Αρχείου Πληθυσμού Ν.141(Ι)/2002.».
Κατά την ακρόαση της Έφεσης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Εφεσείοντα προέβαλε ισχυρισμούς περί λανθασμένης εφαρμογής του Νόμου και ότι έπρεπε να τύχει εφαρμογής ο προγενέστερος περί Πολίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμος του 1967, Ν.43/1967, που ίσχυε κατά το έτος 1993, και σύμφωνα με τον οποίο η σύζυγος του Εφεσείοντα απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η επίδικη απόφαση αντιβαίνει στην Αρχή της Ισότητας, που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα, επειδή δεν νοείται διαφοροποίηση μεταξύ εκ γενετής και εκ πολιτογραφήσεως υπηκόων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ερωτηθείς αν τα ανωτέρω έτυχαν δικογράφησης, ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι, αν και δεν δικογραφήθηκαν, το Δικαστήριο οφείλει ή/και δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Επιπλέον, ανέφερε ότι στο περίγραμμά του, επιφύλαξε το δικαίωμά του περί «περαιτέρω επιχειρηματολογίας» που θα ανέπτυσσε «κατά την ακρόαση της εφέσεως».
Η Εφεσίβλητη Δημοκρατία, υιοθετώντας, καταρχάς, το περίγραμμά της, τόνισε ότι ο Εφεσείων αιτήθηκε την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, λόγω γάμου με κάτοχο κυπριακής υπηκοότητας που απέκτησε λόγω προηγούμενου της γάμου με κύπριο πολίτη, παραπέμποντας προς τούτο, στα σχετικά παραρτήματα της ένστασης της Δημοκρατίας και υπεραμύνθηκε της πρωτόδικης απόφασης περί απαγορευτικής διάταξης (επιφύλαξης) στον σχετικό Νόμο. Ανέφερε δε, ότι το ζήτημα της συνταγματικότητας που εγέρθηκε από τον Εφεσείοντα, αλλά και η αναφορά στο Ν.43/1967 δεν προβλήθηκαν από τον Εφεσείοντα προηγουμένως, ούτε κατά την πρωτόδικη διαδικασία, ούτε και με τους λόγους έφεσης, ούτε και με το περίγραμμα του Εφεσείοντα και δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Εφετείο.
Είναι γεγονός ότι οι άνω ισχυρισμοί του Εφεσείοντα δεν δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση Έφεσης και εγέρθηκαν μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, ούτε, κρίνουμε, καλύπτονται από τον δεύτερο λόγο έφεσης, ως ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα.
Ξεκάθαρα, κατά τον δικογραφημένο ισχυρισμό του δεύτερου λόγου έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν ικανά στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τυγχάνει εφαρμογής η τέταρτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου.
Ο λόγος έφεσης αυτός, δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά, πόσω δε μάλλον, επαρκώς αιτιολογημένη και εξειδικευμένη, είτε σε εφαρμογή προηγούμενου (καταργηθέντος εν πάση περιπτώσει), νόμου, είτε σε ζήτημα ίσης μεταχείρισης κατά το Άρθρο 28 του Συντάγματος.
Όπως λέχθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ.2/26 (Τύπος Δ’), ημερ. 29.06.26:
«Επ’ αυτού, παρατηρούμε πως ο λόγος έφεσης δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά, πολλώ δε μάλλον επαρκώς εξειδικευμένη και αιτιολογημένη, σε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης ή άλλων συναφών συνταγματικών ή συμβατικών δικαιωμάτων, όπως αυτά επικλήθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο προς ενίσχυση του σκεπτικού του. Θέματα αυτής της φύσεως κατά κανόνα δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, παρά μόνο εφόσον προβάλλονται ρητώς και κατά τρόπο επαρκώς αιτιολογημένο από τον διάδικο, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ζητήματα αμιγώς νομικής φύσης, αλλά για πτυχές που συναρτώνται με την επίκληση και αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών παραμέτρων της υπόθεσης.
Η δικονομική αυτή προσέγγιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία και τη συνολική ερμηνευτική της θεώρηση, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αρχής της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, της προβλεψιμότητας της δικαιοδοτικής κρίσης και της εύρυθμης λειτουργίας της κατ' αντιμωλία διαδικασίας (Marinos Demetriou Jewellery Limited v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 58/20, ημ. 4.2.25, ΣτΕ Ολομέλεια 1438/18, ημ. 29.6.18, Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 293, 301-304, ΣτΕ Ολομέλεια 3319/10, ημ. 15.10.10, ΣτΕ Ολομέλεια 189/07, ημ. 19.1.07, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 510, 515-517). …
Εκ τούτου, παρέπεται ότι η απάντηση μας στο τεθέν νομικό ζήτημα οριοθετείται από τον λόγο έφεσης, ο οποίος καθορίζει και το εύρος του αναθεωρητικού ελέγχου του Διοικητικού Εφετείου …».
Ούτε και στο περίγραμμα του ο Εφεσείων ανέπτυξε τέτοιους ισχυρισμούς, που όμως ακόμη και αν εγείρονταν σ’ αυτό, δεν θα μπορούσαν και πάλιν να εξεταστούν, αφού η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή ανάπτυξης θεμάτων που δεν προσδιορίζονται με λόγο έφεσης (βλ. Ε.Δ.Δ. 178/20, Αργυρούλα Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 02.06.25).
Περαιτέρω, στην Ε.Δ.Δ. 141/19 Ευριδίκη Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 09.10.24, λέχθηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τα εξής σχετικά:
«Σύμφωνα με την νομολογία, ζητήματα αντισυνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών ή νόμων, πρέπει να εγείρονται ρητά στην Αίτηση Ακυρώσεως και να συγκεκριμενοποιούνται. Ως ουσιαστικό θέμα, το θέμα της συνταγματικότητας θα πρέπει να δικογραφείται με σαφήνεια και λεπτομέρεια. (βλ. Μ. Περικλέους ν. Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, Α.Ε. 37/2006 ημερ. 27.1.2009 και Δημοκρατίας ν. Ε. Σπύρου κ.ά. Α.Ε. 89/2005 ημερ. 12.11.2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνουμε πως η ασαφής, γενική και αόριστη αναφορά στο νομικό σημείο 2 της Αίτησης Ακύρωσεως, περί προσβαλλόμενης πράξης «παράνομης και αντίθετης προς το Σύνταγμα», χωρίς κανένα προσδιορισμό και εξειδίκευση, ως απαιτεί η νομολογία, της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας, η οποία κατ' ισχυρισμό προσκρούει με συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος, δεν ισοδυναμεί με την απαιτούμενη επίκληση αλλά και αιτιολόγηση της, με αποτέλεσμα αυτή να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και κρίσης. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση της Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. S. Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, σελ. 603:
«Ο Κανονισμός 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του 1962, θέτει υποχρέωση σε κάθε διάδικο, δια των εγγράφων προτάσεών του «να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως». Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση των λόγων ακύρωσης από το δικαστήριο. (βλ. Ζωμενή-Παντελίδου ν. ΑΗΚ, Υπόθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.7.2007). Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική βάση των λόγων, με αποτέλεσμα αυτοί να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Σε διαφορετική δε περίπτωση, θα παρεχόταν η ευχέρεια για τη συζήτηση σχεδόν κάθε θέματος, με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (βλ. Ανθούση ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ.1709).».
Το γεγονός ότι η επίκληση της αντισυνταγματικότητας, συνδέεται, ως άμεσο αποτέλεσμα, με την προβαλλόμενη «αναρμοδιότητα οργάνου» και «πάσχουσα σύσταση» στα νομικά σημεία 12 και 23 της Αίτησης Ακυρώσεως, δεν θεραπεύει την παράλειψη της Εφεσείουσας να δικογραφήσει με τον δέοντα τρόπο, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, καταλήγουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά δεν εξέτασε τον προβληθέντα λόγο περί αντισυνταγματικότητας, ως μη δεόντως δικογραφημένο.»
Συνεπώς, οι άνω ισχυρισμοί του Εφεσείοντα δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης, αφού δεν προβλήθηκαν ευθέως στους λόγους έφεσης. Ούτε προσδιορίστηκε με σαφήνεια, επάρκεια και ευκρίνεια σφάλμα, στο οποίο, κατ’ ισχυρισμό, να υπέπεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να δύναται να εξεταστεί από το Εφετείο.
Των άνω λεχθέντων, προχωρούμε στην εξέταση των λόγων έφεσης, όπως αυτοί δικογραφήθηκαν, και οι οποίοι θα τύχουν από κοινού εξέτασης, λόγω της συνάφειας τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις δικές μας):
«Οι λόγοι απόρριψης της αίτησης που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφονται στην επιστολή του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 11.9.2019 ως με βάση τη δεύτερη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, η παράνομη είσοδος του αιτητή στη Δημοκρατία και με βάση την τέταρτη επιφύλαξη του ιδίου Άρθρου ότι δεν δύναται η σύζυγος του αιτητή να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής της.
Η σχετική νομοθετική διάταξη στο αίτημα που υπέβαλε ο αιτητής είναι το Άρθρο 110(2) και όχι το εσφαλμένο νομικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση:
«(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/ τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «διαμένει με το/τη σύζυγο της/του στην Κύπρο» σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια.»
Σε έγγραφο που απευθύνεται προς τον Υπουργό με ημερομηνία 29.10.2018 γίνεται εισήγηση για απόρριψη της αίτησης με αναφορά σε στοιχεία που συνηγορούν στην απόρριψη τα ερυθρά 100/ΙΙ και 24/Ι.
Το ερυθρό 100/ΙΙ είναι έκθεση από τον υποδιοικητή της ΚΥΠ με ημερομηνία 29.11.2015 στην οποία γίνεται αναφορά σε πληροφορίες που κατέχει η ΚΥΠ ότι ο αιτητής μαζί με άλλα πρόσωπα είναι μέλη κυκλώματος που διενεργούν κλοπές οχημάτων και μεταφορά τους στις κατεχόμενες περιοχές και είναι, επίσης, εμπλεκόμενοι σε διακίνηση πλαστών εγγράφων, ναρκωτικών και λαθρομεταναστών. Γίνεται, επιπρόσθετα, αναφορά στην έκθεση σε καταδίκη του αιτητή το 2008 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού.
Το ερυθρό 24/Ι είναι επιστολή ημερομηνίας 30.11.2006 από την Υπηρεσία Αλλοδαπών Πάφου προς τον διοικητή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στην οποία αναφέρεται ότι ο «αλλοδαπός αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων».
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι λόγοι απόρριψης της αίτησης ήταν η δεύτερη και τέταρτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2). Η δεύτερη επιφύλαξη αναφέρεται σε περίπτωση αλλοδαπού που είτε εισήλθε παράνομα στη χώρα είτε διαμένει παράνομα στη χώρα. Κατά τρόπο αντιφατικό, η διοίκηση κάνει από τη μία αναφορά στο ερυθρό 24/Ι το οποίο αναφέρει ότι ο αιτητής αφίχθηκε μέσω των κατεχομένων και επομένως παράνομα και από την άλλη, στην ένσταση που καταχωρήθηκε στην παρούσα προσφυγή αναφέρει ότι έφτασε νόμιμα στη χώρα ως επισκέπτης και του δόθηκε σχετική άδεια.
Αυτή η αντίφαση θα αποτελούσε λόγο ακύρωσης λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας αν δεν υπήρχε και δεύτερος λόγος απόρριψης του αιτήματος που εδράζεται στην τέταρτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2).
Σύμφωνα με αυτή, πρόσωπο που δεν ήταν Κύπριος αλλά απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα μεταγενέστερα, δεν μπορεί να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής σε τυχόν επόμενο αλλοδαπό σύζυγο. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αίτησης του αιτητή, η σύζυγός του γεννήθηκε στη Ρωσία και ο πατέρας της είναι Ρώσσος. Απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα, ως αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ένστασης του καθ' ου η αίτηση, λόγω προηγούμενου γάμου της με Κύπριο. Συνεπώς, η τέταρτη επιφύλαξη πράγματι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση και επειδή κάθε επιφύλαξη του Άρθρου 110(2) δυνατό να εφαρμόζεται κεχωρισμένα, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης
απόφασης δεν επηρεάζεται από την κρίση του Δικαστηρίου πιο πάνω αναφορικά με τη δεύτερη επιφύλαξη του ιδίου Άρθρου….».
Όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο και όπως πράγματι προκύπτει από το παράρτημα 24 της ένστασης της Δημοκρατίας στην πρωτόδικη διαδικασία (ερ.158 διοικητικού φακέλου), στην επίδικη επιστολή απόρριψης της αίτησης του Εφεσείοντα για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας, αναφέρονται τα εξής σχετικά:
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 15/12/2017 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε βάσει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(1)/2002, δηλαδή είχατε παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία. Επιπλέον, απορρίφθηκε βάσει της 4ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής της η σύζυγός σας.».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του ότι, «οι λόγοι απόρριψης της αίτησης ήταν η δεύτερη και τέταρτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2). Η δεύτερη επιφύλαξη αναφέρεται σε περίπτωση αλλοδαπού που είτε εισήλθε παράνομα στη χώρα είτε διαμένει παράνομα στη χώρα. Κατά τρόπο αντιφατικό, η διοίκηση κάνει από τη μία αναφορά στο ερυθρό 24/Ι το οποίο αναφέρει ότι ο αιτητής αφίχθηκε μέσω των κατεχομένων και επομένως παράνομα και από την άλλη, στην ένσταση που καταχωρήθηκε στην παρούσα προσφυγή αναφέρει ότι έφτασε νόμιμα στη χώρα ως επισκέπτης και του δόθηκε σχετική άδεια. Αυτή η αντίφαση θα αποτελούσε λόγο ακύρωσης λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας αν δεν υπήρχε και δεύτερος λόγος απόρριψης του αιτήματος που εδράζεται στην τέταρτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2).».
Τούτο είναι ορθό[1]. Είναι πάγια η νομολογία, σύμφωνα με την οποία, αν η επίδικη πράξη έχει πολλαπλές αιτιολογίες και μια απ’ αυτές είναι λανθασμένη ή ανεπαρκής, δεν επηρεάζεται η απόφαση αν παραμένει ισχυρή άλλη, έτερη αιτιολογία που είναι ουσιώδης υποστηρικτική της απόφασης (βλ. άρθρο 32 περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/1999, όπως τροποποιήθηκε) και απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αν. Έφεση Αρ. 37/16 Σωτήρης Χρ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 06.06.23).
Στην υπό κρίση περίπτωση, η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε, τόσο στη δεύτερη, όσο όμως και επικουρικά στην τέταρτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου. Συναφώς, όπως λέχθηκε στη Yousife Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, η συγκεκριμένη επιφύλαξη είναι διατυπωμένη με πολύ ευρύ τρόπο και καλύπτει περιπτώσεις, τόσο παράνομης εισόδου, όσο και παράνομης παραμονής στο παρελθόν, έστω και αν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του, ο αλλοδαπός είχε νόμιμη παραμονή.
Σύμφωνα με την ως άνω αναφερόμενη τέταρτη επιφύλαξη, «πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.».
Από τον διοικητικό φάκελο (ερ. 7, 148 και 336, Τόμος Ι και ερ. 146, 169, 176 και 204, Τόμος ΙΙ), προκύπτει πράγματι ότι η σύζυγος του Εφεσείοντα έλαβε την κυπριακή υπηκοότητα και, συνακολούθως, δελτίο ταυτότητας, κατόπιν υποβολής αίτησης τύπου Μ125, ήτοι αίτησης για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη δυνάμει εγγραφής λόγω προηγούμενου γάμου με κύπριο πολίτη, από 14.05.93. (Βλ. επίσης, παραρτήματα 22-23 ένστασης της Δημοκρατίας στην πρωτόδικη διαδικασία). Ο Εφεσείων ουδέποτε αμφισβήτησε αυτά τα στοιχεία, ούτε και προέβηκε σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα προς αντίκρουσή τους, παρά μόνο αναφέρει στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης ότι «μέσα από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του» «το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στην απόφαση του ότι … προέκυπτε το συμπέρασμα ότι η σύζυγος του Εφεσείοντα απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα λόγω προηγούμενου γάμου με Κύπριο.». Ενώ, στο περίγραμμα του ισχυρίζεται ότι, «Η εν λόγω ερμηνεία που αποδόθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι νομικά εσφαλμένη, καθ’ ότι η συγκεκριμένη επιφύλαξη, ως είναι διατυπωμένη, «δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής», ξεκάθαρα δεν αφορά το πρόσωπο που αιτείται πολιτογράφηση, αλλά τον ή την σύζυγο αυτού. H συγκεκριμένη επιφύλαξη του υπό αναφορά άρθρου, αναφέρεται σε πρόσωπο που απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό αναφορά άρθρου, και απαγορεύει στο πρόσωπο αυτό και μόνο, να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής. Ασφαλώς η συγκεκριμένη επιφύλαξη και το δικαίωμα πολιτογράφησης κάποιου, δεν είναι θέμα μεταφοράς.».
Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα. Η συγκεκριμένη διάταξη είναι, κατά την κρίση μας, σαφής, ούτως ώστε να μην επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας: πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 110 του Νόμου, ήτοι διά εγγραφής, όπως, εν προκειμένω, η σύζυγος του Εφεσείοντα, δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως κύπριου πολίτη σε επόμενο αλλοδαπό σύζυγο. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κατ' ορθήν εφαρμογή της προεκτεθείσας τέταρτης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου, η Εφεσίβλητη απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα με το σκεπτικό ότι η σύζυγος του Εφεσείοντα δεν μπορεί να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως κύπριου πολίτη στον αλλοδαπό σύζυγο της Εφεσείοντα.
Αποτελεί τον βασικό κανόνα ερμηνείας μιας νομοθετικής διάταξης ότι η γραμματική ερμηνεία συνιστά τον βασικό κανόνα ερμηνείας μιας νομοθετικής διάταξης (βλ. Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 528, Ε.Δ.Δ. 95/19 Γυμναστικός Σύλλογος «Τα Ολύμπια» ν. Δήμου Λεμεσού, ημερ. 05.06.24).
Σύμφωνα με αυτό τον κανόνα ερμηνείας των νόμων, οι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται με βάση το πραγματικό και/ή φυσικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός εάν αυτό είναι σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή οδηγεί σε παράλογο αποτέλεσμα, οπότε, σε τέτοια περίπτωση και προς εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας των νόμων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του Νόμου, οπότε και οι λέξεις ερμηνεύονται με βάση τα συφραζόμενα, παρά με την αυστηρή ετοιμολογία ή συνήθη ερμηνεία τους (βλ. Southfields Ind. Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59, Δημοκρατία ν. Ματθαίου (1990) 3 Α.Α.Δ. 2452, Cyprus General Bonded & Transit Stores v. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 2546, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus (1985) 3 C.L.R. 721, 722). Εν προκειμένω, η υπό της Εφεσίβλητης ερμηνεία και εφαρμογή της επίδικης διάταξης της τέταρτης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου, δεικνύει ότι η Εφεσίβλητη έδρασε σύννομα και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας.
Επιπρόσθετα, και πέραν της γραμματικής ερμηνείας, θεωρούμε ότι η αμέσως πιο πάνω προσέγγιση ενισχύεται και από την αρχή της φράσης της συγκεκριμένης διάταξης, όπου προβλέπεται ότι πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 110 του Νόμου, δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως κύπριος πολίτης ούτε σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του συζύγου: έχουμε την άποψη ότι, και στις δυο περιπτώσεις, σκοπός του νομοθέτη είναι η πρόληψη και/ή αποφυγή καταχρηστικών συμπεριφορών και/ή καταστρατήγησης των διατάξεων του Νόμου, από πρόσωπα, τα οποία αρχικά εξασφάλισαν την κυπριακή υπηκοότητα διά εγγραφής και, ακολούθως, εκμεταλλευόμενοι αυτό το γεγονός, τελούν εκ νέου γάμο, προκειμένου να μεταφέρουν την κυπριακή υπηκοότητα και σε άλλα πρόσωπα, όπως είναι ο νέος/η νέα σύζυγος ή και το τέκνο που απέκτησαν με αυτόν/αυτήν.
Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι, ούτε ο προγενέστερος Ν.43/67 φαίνεται να προέβλεπε τέτοιο δικαίωμα (δεν μας υποδείχθηκε εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο), αλλά και να προέβλεπε ο Ν.43/67, ως προαναφέρθηκε, έχει καταργηθεί και δεν δύναται να εφαρμοστεί. Ο δε ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι η σύζυγος του δεν απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα βάση του Νόμου, αλλά του Ν.43/67 καταλήγει, συνεπώς, αλυσιτελής, αφού δεν αναβιώνει κάποιο δικαίωμα του εξ αυτού του ισχυρισμού, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι προβλεπόταν τέτοιο με τον Ν.43/67.
Περαιτέρω, ενόψει των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που θα μπορούσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς περί εσφαλμένης ερμηνείας και, συνακόλουθα, περί κενού έρευνας. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν προεκτεθεί, θεωρούμε ότι η Εφεσίβλητη ενάσκησε καλόπιστα τη διακριτική της ευχέρεια στην προκειμένη περίπτωση και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Εφόσον δε τηρείται η προϋπόθεση της καλής πίστης, η κρίση της Διοίκησης αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Ε.Δ.Δ. 205/19 Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, ημερ. 25.10.24, Ε.Δ.Δ. 21/17 Rami Makhlouf v. Δημοκρατίας, ημερ. 10.09.24, Angela Siomina Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307 και Αν. Έφεση 67/11, Δημοκρατία ν. Nila Aviso Gregorio, ημερ. 21.12.16).
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της πλευράς του Εφεσείοντα περί «αυθαίρετης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου» και μη λήψης υπόψη «του συνόλου των στοιχείων του φακέλου», απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Καταληκτικά, δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, η οποία, αντίθετα, κρίνεται επαρκής και/ή η δέουσα. Ενώπιον της Εφεσίβλητης, υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, προκειμένου να ληφθεί η, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, απόφαση για απόρριψη της αίτησης του Εφεσείοντα, ως ανωτέρω αναφέρεται. Έχουν δε εκτεθεί λεπτομερώς, πιο πάνω, οι ενέργειες, στις οποίες προέβηκε η Εφεσίβλητη κατά την εξέταση της αίτησης του Εφεσείοντα, περιέχονται εξάλλου αυτές και στον οικείο διοικητικό φάκελο, εξετάστηκαν δεόντως από το πρωτόδικο Δικαστήριο και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετούνται οι λόγοι έφεσης.
Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 110(2) του Νόμου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία («ο Υπουργός … μπορεί») να αποδεχθεί το αίτημα για εγγραφή πολίτη της Δημοκρατίας. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ' επανάληψη τονισθεί μέσα από τις αποφάσεις του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της απόκτησης κυπριακής υπηκοότητας διά εγγραφής, όπως και πολιτογράφησης, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και, επομένως, το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. (Βλ. Ε.Δ.Δ. 205/19, ανωτέρω και Κυπριακή Δημοκρατία κ.ά. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20).
Καταλήγουμε, με βάση τα ανωτέρω, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος έφεσης και δεν χωρεί επέμβαση του Εφετείου.
Κατά συνέπεια, η Έφεση απορρίπτεται με €3.000- έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.
Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
[1] Παρόλο που κατά τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου, η προϋπόθεση είναι διαζευκτική: αφορά άτομο που, είτε εισήλθε παράνομα, είτε διαμένει παράνομα στη χώρα. Και στην επίδικη περίπτωση, ο Εφεσείων ακόμα και αν εισήλθε νόμιμα, αυτός από το 2005 που έληξε η άδεια επισκέπτη του, μέχρι το 2008 που υπέβαλε αίτηση για απόκτηση Κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, διέμενε παράνομα (βλ. Yousife Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18). Η Δημοκρατία όμως επί τούτου, δεν προέβη σε οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, έτσι ώστε το Εφετείο να μπορεί να τοποθετηθεί επ’ αυτού του ζητήματος.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο